318/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated318/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η γενική διάταξη του άρθ. 270 ΚΠολΔ δεν μπορεί να εφαρμοσθεί, διότι στην ως άνω ειδική διάταξη του άρθ. 671 §1 εδ. δ' ορίζεται για το επίμαχο θέμα άλλως, εφόσον δεν τίθεται ο προαναφερόμενος αριθμητικός περιορισμός και δεν αποκλείονται, κατά συνέπεια, οι πέραν των τριών ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες, επομένως, δεν αποτελούν αποδεικτικά μέσα που δεν επιτρέπει ο νόμος.
Full text
Απόφαση 318 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 318/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Χ. του Χ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καρακουλάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Ζ. του Θ., κατοίκου ..., 2) Χ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 3) Π. Κ. του Β., κατοίκου ... και 4) Γ. Δ. του Ε., κατοίκου .... Ο 1ος των αναιρεσειόντων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κωνσταντίνου, που δεν κατέθεσε προτάσεις, οι 2ος και 3ος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Θάνο και ο 4ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Αλουπογιάννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 166/2006 μη οριστική και 80/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 623/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-4-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 21-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.(Α) Από τις διατάξεις των άρθ. 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών, μεταξύ των οποίων και οι ένορκες βεβαιώσεις, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ.
γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, για την στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς την λήψη υπόψη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου, μόνο, όμως, το γεγονός ότι δεν γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου, σε αντίθεση με άλλα που ειδικά μνημονεύονται και εξαίρονται λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν θεμελιώνει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης σαφώς προκύπτει ότι αυτό λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο. (Β) Περαιτέρω, σύμφωνα με τον αριθ. 11 περ.
α' του αυτού ως άνω άρθ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που δεν επιτρέπει ο νόμος. Ειδικότερα : (1) Κατά τη διάταξη του άρθ. 529§1 α ΚΠολΔ, που κατ' άρθ. 591 εδ. α' του ίδιου Κώδικα εφαρμόζεται και στην ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, αφού δεν αντιβαίνει στις ειδικές διατάξεις των άρθ. 670 και 671 αυτού, οι οποίες εφαρμόζονται και στην κατ' έφεση δίκη (άρθ. 681 ΚΠολΔ) και έτσι ρυθμίζουν και την ενώπιον του Εφετείου απόδειξη και στην διαδικασία αυτή, στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσκομιδή νέων αποδεικτικών μέσων, κατά δε την §2 του ίδιου πιο πάνω άρθ. 529 το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί ν' αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίζονται πρώτη φορά σ' αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαρειά αμέλεια.
Η κρίση αυτή του Εφετείου περί παραδεκτής ή μη προσκομιδής ενώπιον αυτού νέων αποδεικτικών μέσων ως αναγόμενη σε πράγματα δεν υπόκειται σύμφωνα με το άρθ. 561 §1 ΚΠολΔ σε αναιρετικό έλεγχο (2) Από την διάταξη του άρθ. 671 §1 εδ. δ' ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη, μόνο εάν έγιναν ύστερ' από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από 24 τουλάχιστον ώρες, σε συνδυασμό με το άρθ. 270§2γ ΚΠολΔ, που ορίζει ότι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου κλπ.
λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά, και την διάταξη του άρθ. 591 §1 του ίδιου Κώδικα, με την οποία ορίζεται ότι τα άρθ. 1-590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών, προκύπτει ότι στις διαδικασίες αυτές, στις οποίες περιλαμβάνεται και εκείνη των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζονται νόμιμα με επίκληση και που έχουν συνταχθεί με την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων (οι οποίες ως ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση), έστω και αν αυτές υπερβαίνουν αριθμητικά τις τρεις.
Η γενική διάταξη του άρθ. 270 ΚΠολΔ δεν μπορεί να εφαρμοσθεί, διότι στην ως άνω ειδική διάταξη του άρθ. 671 §1 εδ. δ' ορίζεται για το επίμαχο θέμα άλλως, εφόσον δεν τίθεται ο προαναφερόμενος αριθμητικός περιορισμός και δεν αποκλείονται, κατά συνέπεια, οι πέραν των τριών ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες, επομένως, δεν αποτελούν αποδεικτικά μέσα που δεν επιτρέπει ο νόμος.
Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθ. 559 ΚΠολΔ (1) κατά το α' σκέλος του από την περίπτωση γ' της ως άνω διάταξης, κατά το οποίο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε και δη (α) την από 19-1-2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της διορισθείσης από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών γραφολόγου πραγματογνώμονος Μ.-Μ.
Κ. (β) την κατ' εντολή του αναιρεσείοντος συνταχθείσα από 14-1-2005 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης της δικαστικής γραφολόγου Ι. Β.-Π. (γ) το επίσημο αντίγραφο του .../2005 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Δήμ. Κουτσουδάκη (δ) τα αντίγραφα της κατάστασης (λίστας) εξερχόμενων κλήσεων από το κινητό του τηλέφωνο (ε) τις φωτογραφίες που απεικονίζουν τον τέταρτο των αναιρεσιβλήτων (στ) την ένορκη βεβαίωση του Ν.
Κ. ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιά Παναγ. Γκέγκιου και (ζ) την κατάθεση του μαρτυρά του Ρ. στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την περιεχόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό της επί της ουσίας κρίσης του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην άλλων, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο που περιέχονται στα πρακτικά συνεδρίασης του, την προσκομισθείσα από τον αναιρεσειοντα .../2006 ένορκη κατάθεση του Ν.
Κ. ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιά Παν. Γκέγκιου (με στοιχ. στ' φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο), την από 19-1-2207 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της Μ.-Μ. Κ. (που διορίσθηκε με την 166/2006 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με στοιχ. α'), την κατ' εντολή του ενάγοντος (αναιρεσείοντος) συνταχθείσα από 14-10-2005 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης της Γραφολόγου Ι.
Β.-Π. (με στοιχ. β') και όλα χωρίς εξαίρεση τα νόμιμα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, στην οποία μάλιστα γίνεται ειδική μνεία και αποδεικτική αξιολόγηση των ως άνω με στοιχ. α' και στ', δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αναφερόμενα στον λόγο αυτόν αναίρεσης ως άνω αποδεικτικά μέσα (2) κατά το β' σκέλος του από την περίπτωση α' της ίδιας διάταξης πρέπει ν' απορριφθεί κατά (α) το πρώτο μέρος του σύμφωνα με το οποίο το Εφετείο απαράδεκτα έλαβε υπόψη του οκτώ ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι, καθ' υπέρβαση του νομίμου αριθμητικού ορίου των τριών ως αβάσιμος και (β) το δεύτερο μέρος του, κατά το οποίο το Εφετείο έλαβε υπόψη του τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, μεταξύ των οποίων και την .../2009 του Γ.
Κ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Δήμ. Σταυροπούλου, την κατ' εντολή του τετάρτου αναιρεσιβλήτου από 14-3-2008 γραφολογική έκθεση του ειδικού δικαστικού γραφολόγου Α. Κ. και τις συγκριτικές φωτογραφίες του τετάρτου αναιρεσιβλήτου και του Γ. Κ., αν και τα αποδεικτικά αυτά μέσα, προσκομισθέντα για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είχαν προσκομισθεί στον πρώτο βαθμό από βαρύτατη αμέλεια του τετάρτου αναιρεσιβλήτου εναγομένου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος (και ανεξάρτητα από την αοριστία του, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το απαράδεκτο αυτό είχε προταθεί στο Εφετείο), ως αναγόμενος στην μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του Εφετείου περί τα πράγματα, αφού στην προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνεται ότι τα ως άνω αποδεικτικά μέσα (τα οποία, σημειώνεται, στην ειδική αυτή διαδικασία αποτελούν νόμιμα και επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα) παραδεκτά προσκομίσθηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του και όχι από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαρεία αμέλεια.
ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται στις ειδικές διαδικασίες και δη στην διαδικασία διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, κατά την οποία και όπως συνάγεται κυρίως από την εφαρμοζόμενη και στην διαδικασία αυτή διάταξη του άρθ. 671 §1 ΚΠολΔ τα αποδεικτικά μέσα (εκτός βέβαια από την ομολογία και τα δημόσια έγγραφα) δεν έχουν ιδιαίτερη αποδεικτική δύναμη και το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθ. 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα απ' αυτά, τα οποία κατά νόμον έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία, στην περίπτωση δε αυτή η εκτίμηση του σύμφωνα με το άρθ. 561 §1 ΚΠολΔ δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ενώ εξάλλου σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τα άρθ. 387 και 390 ΚΠολΔ το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα την γνωμοδότηση των (διορισθέντων απ' αυτό) πραγματογνωμόνων, καθώς και τις γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν με αίτηση κάποιου διαδίκου και προσκομίζονται απ' αυτόν.
Εξάλλου, ο από τον αριθμό 20 του αυτού ως άνω άρθρου λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρεμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθ. 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, υπέπεσε δηλ. σε διαγνωστικό λάθος ως προς την ανάγνωση του εγγράφου αποδίδοντας σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό και στην συνέχεια κατέληξε, στηριζόμενο μόνο σ' αυτό ή κυρίως σ' αυτό, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα, τέτοια όμως έγγραφα δεν είναι οι γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων ούτε οι προβλεπόμενες στο άρθ. 390 ΚΠολΔ ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις που συντάχθηκαν ύστερ' από αίτηση κάποιου διαδίκου.
Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 12 και 20 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, με το οποίο προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο (α) παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων και προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη στην συνταχθείσα κατ' εντολή του τετάρτου αναιρεσιβλήτου από 14-3-2008 (γραφολογική) γνωμοδότηση του Α.
Κ., εσφαλμένα θεωρώντας αυτήν ως πραγματογνωμοσύνη ή έκθεση τεχνικού συμβούλου, σε σχέση με την από 19-1-2007 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της Μ.-Μ. Κ. που διατάχθηκε με την 166/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και στην .../2009 ένορκη βεβαίωση του Δ. Κ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Δ.
Σταυροπούλου και (β) παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ως άνω από 14-3-2008 γνωμοδότησης, πρέπει ν' αποριφθεί ως απαράδεκτος κατ' αμφότερα τα σκέλη του.
III. Σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" στην ως άνω διάταξη είναι ταυτόσημος του αντίστοιχου όρου του αριθ. 8 του ίδιου άρθρου, θεωρούνται δηλ. "πράγματα" οι νομίμως προταθέντες αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την βάση και στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ο λόγος δε αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι (α) ο Γ. Κ. επειδή βρήκε και αγόρασε οικόπεδο στην ... έπαψε να ενδιαφέρεται και να χρειάζεται τις μεσιτικές υπηρεσίες του ενάγοντος αναιρεσείοντος και (β) οι δύο άνδρες Δ. (τέταρτος αναιρεσίβλητος) και Κ.
είναι παραπλήσιας ηλικίας, έχουν αξιοσημείωτη ομοιότητα μεταξύ τους, ήτοι ίδιο ύψος και όμοια σωματική διάπλαση, ίδιο σχήμα προσώπου με το ίδιο μουσάκι και ίδιο χρώμα πολύ μακριών μαλλιών αμφότεροι. Ο λόγος αυτός, ανεξάρτητα από την αοριστία του, αφού δεν προσδιορίζεται η επίδραση των ως άνω γενομένων δεκτών στην έκβαση της δίκης (λαμβανομένου υπόψη ότι αφορούν και μη διάδικο), καθώς και από το γεγονός ότι αυτά δεν αποτελούν "πράγματα" με την προδιαληφθείσα έννοια, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο την επί της ουσίας κρίση του σχημάτισε (όχι χωρίς απόδειξη αλλά) από τα λεπτομερώς μνημονευόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα, δηλ.
τις καταθέσεις των ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εξετασθέντων μαρτύρων, τις αναλυτικά αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, τις προαναφερθείσες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και γνωμοδοτήσεις καθώς και όλα τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα.
IV. Κατά το άρθ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η παρά το νόμο μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν λόγο αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες ενώπιον αυτού πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του αντιδίκου του , ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται, εάν ο ισχυρισμός, με την προδιαληφθείσα έννοια, ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο και απορρίφθηκε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον λόγο της έφεσης του, ότι εσφαλμένα η πρωτόδικη απόφαση απέρριψε την ένδικη αγωγή του (για την καταβολή μεσιτικής αμοιβής) ως προς τους τρεις πρώτους αναιρεσιβλήτους εναγομένους δεχθείσα ότι οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει ότι δεν θα κατέβαλαν αυτοί (ως άνω αναιρεσίβλητοι) μεσιτική αμοιβή στον αναιρεσείοντα για την διαμεσολάβηση του στην πώληση του ακινήτου των δύο πρώτων στον τέταρτο, αν και είχε συμφωνηθεί η καταβολή αμοιβής απ' αυτούς (πωλητές), αντίθετα δε δέχθηκε (το Εφετείο) εσφαλμένα ότι οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι από κοινού με το τρίτο έδωσαν προφορική εντολή στον αναιρεσείοντα να τους υποδείξει ευκαιρία προς πώληση της συνιδιοκτησίας τους, με την συμφωνία ότι την μεσιτική αμοιβή του για την πώληση θα ελάμβανε από το αγοραστή που τυχόν θα τους υποδείκνυε, και έτσι δεν έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό του (λόγο έφεσης).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης από την παραπάνω διάταξη πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι ευθέως εκτίθεται σ' αυτόν ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του απέρριψε για ουσιαστικούς λόγους τον ως άνω ισχυρισμό, που αποτελούσε στοιχείο της βάσης της αγωγής του αναιρεσείοντος για την καταβολή μεσιτικής αμοιβής και από τους αναιρεσιβλήτους αυτούς.
V. Σύμφωνα με τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται ειδικότερα και όταν τα εκτιθέμενα στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία).
Ελλείψεις, όμως, αναγόμενες μόνο στην στάθμιση και ανάλυση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται σαφώς στην απόφαση, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών, καθόσον μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο (και τελευταίο) λόγο της κρινόμενης αίτησης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν αιτιολογεί επαρκώς το συμπέρασμα του ότι άλλο ήταν το πρόσωπο που εμφανίσθηκε στο γραφείο του αναιρεσείοντος και υπέγραψε την από 19-4-2005 μεσιτική εντολή, αν και από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται η προσπάθεια εξαπάτησης του αναιρεσείοντος από τους αναιρεσιβλήτους και η μεταξύ τους συμπαιγνία, ενώ από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει η βασιμότητα των ισχυρισμών των αναιρεσιβλήτων, με αυτά, όμως, που δέχθηκε το Εφετείο κρίνοντας ότι στην κατάρτιση της επίμαχης σύμβασης πώλησης από τους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους προς τον τέταρτο αυτών δεν μεσολάβησε ο αναιρεσείων, καθώς και ότι δεν στοιχειοθετείται αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτών, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα αυτά και παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθ. 703 και 914 ΑΚ.
Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας πλήττεται ευθέως η κρίση του δικαστηρίου περί τα πράγματα και η εκτίμηση των αποδείξεων ως προς το σαφώς διατυπωθέν αποδεικτικό του πόρισμα (άρθ. 561 §1 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα, και δη αυτοτελώς για τους (α) πρώτο (β) δεύτερο και τρίτο από κοινού και (γ) τέταρτο, αφού αυτοί εκπροσωπήθηκαν από διαφορετικούς πληρεξουσίους δικηγόρους, ως άνω, οι δε υπό στοιχ.
β' και γ' υπέβαλαν και χωριστές προτάσεις, υποβληθέντες, άρα, σε ιδιαίτερα έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-4-2010 αίτηση του Σ. Χ. για αναίρεση της 623/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε (α) χίλια εκατό (1100) ευρώ για τον 1°, (β) χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ για τους 2° και 3° και (γ) χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ για τον 4°.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ