Legislator Case Law & Legislation
318/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment regarding inheritance and land sale contract validity.

Case Number 318/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellant argued that the lower court erred by not examining the alleged forgery of the mother's wills and by failing to recall a prior decision, while also claiming the court relied on an unauthenticated copy of a contract. The court rejected these claims, finding the appellant failed to demonstrate a legal interest in re-examining the wills' authenticity and that the lower court correctly did not need to recall the previous decision regarding the statute of limitations. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(12) and 559(15) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible if the appellant fails to justify a legal interest in re-examining facts already ruled upon, and that a lower court's reliance on a copy of a document is not an error if the appellant himself submitted a copy deemed authentic.

Keywords

AI generated
appeal admissibility legal interest requirement forgery of wills contract validity statute of limitations legal costs Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(12) of the Code of Civil Procedure
Article 559(15) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 318 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 318/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μάντεση-Θανασούλα.

Της αναιρεσίβλητης: Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Σωτηρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-3-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2388/2003 του ίδιου Δικαστηρίου, 5005/2004 προδικαστική και 2180/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 31-1-2007 αίτησή του και με τους από 8-1-2008 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 18-9-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Με την από 5-3-2002 αγωγή του προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ο αναιρεσείων υπέβαλε, κατά λέξη, το εξής αίτημα: Να καταδικασθεί η εναγομένη (σημ. η αναιρεσίβλητη) σε δήλωση βουλήσεως με το ακόλουθο κείμενο: "Είμαι εξ αδιαθέτου κληρονόμος της μητέρας μου ... που απεβίωσε ... στις 14-9-81, σε τμήμα εξ αδιαιρέτου 89,64 στρεμμάτων, μείζονος έκτασης ... 448,200 στρεμμάτων, κειμένης στην περιφέρεια ...

της Κοινότητας ... του Νόμου ... . Με βάση το αριθ. ... προσύμφωνο πωλήσεως του συμ/φου Αθηνών Γερασίμου Παπαθεοδώρου, υποσχέθηκα να πωλήσω στον Χ ... από το ως άνω κληρονομικό μου αγροτεμάχιο, τμήμα 12 στρεμμάτων εξαδιαιρέτου, το οποίον με νεότερη συμφωνία μας τον μήνα Μάϊο 1986 αυξήσαμε σε 20 στρέμματα εξαδιαιρέτου.

Δηλώνω ότι πωλώ και μεταβιβάζω κατά κυριότητα το ως άνω αγροτεμάχιο εξαδιαιρέτου προς τον αντισυμβαλλόμενον στο προσύμφωνο αγοραστή. Το τίμημα του πωλουμένου αγροτεμαχίου 20 στρεμμάτων, έχει προκαταβληθεί από τον αγοραστή στην κληρονομουμένη μητέρα μου και τον μεταποβιώσαντα αυτής στις 4-12-81 αδελφό μου Α.

Το πωλούμενον αγροτεμάχιο θα έχει πρόσοψη επί θαλάσσης 30 μ. ... Δηλώνει ότι η συννομή και κατοχή του εν λόγω αγροτεμαχίου είχε παραδοθεί στον αγοραστή από το χρόνο υπογραφής του παραπάνω προσυμφώνου κατά το μέρος των 12 στρεμμάτων και κατά το υπόλοιπον των 8 στρεμμάτων από το μήνα Μάϊο 1986. Η νομή αυτή και κατοχή εξακολουθεί να ασκείται από μέρους του αγοραστή μέχρι σήμερα.

Και από σήμερα ο προς τον οποίο πωλείται το αγροτεμάχιον, μπορεί να χρησιμοποιεί τούτο ως κύριος, νομεύς και κάτοχος και να το διαθέτει όπως θέλει". Το Πρωτοδικείο, με την 2388/2003 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή, και δη ως προς ορισμένα αιτήματα αυτής ως μη νόμιμη, κατά το κύριο δε αυτής αίτημα (για καταδίκη σε δήλωση πωλήσεως) ως ουσιαστικά αβάσιμη, και συγκεκριμένα για τον λόγο ότι η εναγομένη δεν είχε την κυριότητα του ακινήτου, την μεταβίβαση του οποίου επιδίωκε ο ενάγων.

Το Εφετείο Αθηνών, με την 5005/2004 απόφασή του, δεχθέν ότι δεν ήταν νομικώς απαραίτητη η ύπαρξη κυριότητας της εναγομένης στο άνω ακίνητο και απορρίψαν ορισμένες ενστάσεις της τελευταίας, διέταξε σε βάρος της εναγομένης αποδείξεις ως προς την γνησιότητα : αφενός μεν δύο ιδιόγραφων διαθηκών της μητέρας της (τις οποίες η διάδικος αυτή επεκαλείτο, αρνούμενη την ιδιότητά της ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου, αφετέρου δε του από 26-6-1986 ιδιωτικού συμφωνητικού των διαδίκων, με το οποίο, όπως η ίδια υποστήριζε, καταργήθηκε μεταγενεστέρως το προαναφερόμενο, προσύμφωνο.

Στη συνέχεια το Εφετείο, με την 2180/2006 απόφασή του, έκρινε α) ότι η αγωγή -πλέον του μέρους της που κρίθηκε μη νόμιμο πρωτοδίκως- ήταν "νομικά αβάσιμη και, άρα, απορριπτέα και κατά το αίτημά της για καταδίκη της εναγομένης σε δήλωση βουλήσεως ως προς το ακίνητο των 8 στρεμμάτων, εφόσον, όπως εκτίθεται σ' αυτήν, η σχετική συμφωνία των συμβαλλομένων για την πώληση και μεταβίβαση στον ενάγοντα της κυριότητας του ακινήτου αυτού (κατά μήνα Μάϊο 1986) δεν έγινε με συμβολαιογραφικό έγγραφο, αλλά άτυπα (προφορικά)", ανακάλεσε δε αυτεπαγγέλτως την προηγούμενη απόφασή του "κατά το μέρος μόνο που έκρινε ότι η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη και ως προς το αίτημα αυτό" και ακολούθως εξαφάνισε, κατά το αντίστοιχο μέρος, την πρωτοβάθμια απόφαση και απέρριψε ως προς το μέρος της αυτό την αγωγή ως μη νόμιμη και β) ότι το ανωτέρω από 26-6-1986 έγγραφο συμφωνητικό των διαδίκων ήταν γνήσιο, ως υπογραφέν υπ' αυτών, στη συνέχεια δε -απορρίπτοντας τους περί "πλαστότητος" και εικονικότητος αυτού ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος- απέρριψε αντιστοίχως την έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Την τελευταία αυτή απόφαση πλήττει ήδη ο αναιρεσείων με την κρινόμενη αίτησή του και τους από 8-1-2008 προσθέτους λόγους.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο -υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ- προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αντένσταση του αναιρεσείοντος περί εικονικότητος του καταργητικού της συμβάσεως συμφωνητικού, χωρίς να τάξει περί αυτού απόδειξη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι, μετά την τροποποίηση της ανωτέρω διατάξεως του ΚΠολΔ με τον Ν. 2915/2001, η παράλειψη του ουσιαστικού δικαστηρίου να τάξει αποδείξεις με την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως δεν προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως.

ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 138 παρ. 1 ΑΚ : "Δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά, παρά μόνο φαινομενικά (εικονικά) είναι άκυρη.".

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, εκτιμώντας τα αποδεικτικά στοιχεία της υποθέσεως, τα οποία αναλυτικώς ανέφερε, κατ' είδος και για ορισμένα εκ των οποίων έκανε ειδική μνεία και αξιολόγηση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με το ... προσύμφωνο αγοραπωλησίας ακινήτου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεράσιμου Παπαθεοδώρου, η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να πουλήσει και μεταβιβάσει στον ενάγοντα εδαφική έκταση 12 στρεμμάτων με πρόσοψη στον αιγιαλό 30 μέτρων (καθαρή, χωρίς υπολογισμό ρυμοτομίας), αντί συμφωνημένου τιμήματος 360.000 δρχ.

που θα καταβαλλόταν ένα μήνα μετά την υπογραφή του οριστικού της αγοραπωλησίας συμβολαίου, το οποίο συμφωνήθηκε να καταρτιστεί μέσα σε προθεσμία δύο ετών από τις 11.12.1981, αδιάφορα του αν έχει καθοριστεί η ακριβής θέση του υπό πώληση ακινήτου. Το εν λόγω ακίνητο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης (παραθαλάσσιας και αγροτικής) 448,200 στρεμμάτων.

Κυρία της έκτασης αυτής ήταν η μητέρα της εναγομένης Β, όπως αναγνωρίστηκε και με την 707/1980 απόφαση του Αρείου Πάγου. Όπως αναγράφεται στο πιο πάνω προσύμφωνο, η Β, που πέθανε στις 14.9.1981, με την από 15.8.1981 ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με το 3357/10.12. 1981 πρακτικό του και κηρύχθηκε κύρια με τη 1170/10.12.1981 απόφασή του, εγκατέστησε κληρονόμους της, εκτός των άλλων, και την, εναγομένη - κόρη της σε 28 στρέμματα της μεγαλύτερης έκτασης και από το ακίνητο αυτό των 28 στρεμμάτων τμήμα του, 12 στρεμμάτων, προσυμφώνησε, την πώλησή του στον ενάγοντα κατά τα προεκτιθέμενα.

Ο ενάγων ισχυρίζεται βέβαια ότι η αναφερόμενη από 15.8.1981 ιδιόγραφη διαθήκη της Β είναι πλαστή, γιατί δεν γράφτηκε και δεν υπογράφηκε με το χέρι αυτής, ενώ η αλήθεια είναι, κατά τον ενάγοντα, ότι η συμφωνημένη προπώληση του ακινήτου έγινε με βάση το (αληθινό) εξ αδιαθέτου κληρονομικό μερίδιο της εναγομένης που ανερχόταν σε 89,640 στρέμματα από το σύνολο της κληρονομιαίας έκτασης των 448,200 στρεμμάτων.

Επίσης, ο ενάγων υποστηρίζει ότι εικονικά συμφωνήθηκε ότι θα καταβληθεί και τίμημα 360.000 δρχ., δεδομένου ότι το τίμημα αυτό είχε ήδη προεισπραχθεί, ως οικονομική βοήθεια, από την Β και το γιο της Α. Η προθεσμία υπογραφής του οριστικού συμβολαίου παρατάθηκε δυο φορές με συμβολαιογραφικές πράξεις μέχρι τις 12.12.1986, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους. 'Ομως, ενώ ο ενάγων είχε ήδη καταβάλει στην αρμόδια Οικονομική Εφορία το φόρο μεταβίβασης ακινήτου (12 στρεμμάτων διαιρετώς, αντί τιμήματος 360.000 δρχ.), οι διάδικοι κατάρτισαν το από 26-6-1986 ιδιωτικό συμφωνητικό που έχει, κατά λέξη, ως εξής: "ΣΥΜΦΩΜΗΤΙΚΟΝ.

Απόδειξη επιστροφής μέρους τιμήματος. Οι κ.κ. Ψ, κάτοικος ..., οδός ... αριθμ. ..., ..., οικοκυρά και ο κ. Χ, κάτοικος ..., οδός ..., ..., δημόσιος υπάλληλος, συμφωνούμε τα ακόλουθα: 1) Μεταξύ μας είχε συνταχθεί το υπ' αριθμ. ... προσύμφωνον πωλήσεως του συμ/φου Αθηνών Γερασ. Παπαθεοδώρου, με το οποίον ο δεύτερος συμβαλλόμενος, αντί αληθινού τιμήματος 750 χιλιάδων και εξόδων επιχωματώσεως, προαγόρασε από την πρώτη τον περιγραφόμενον εκεί αγρόν 12 στρεμ.

Το προσύμφωνον αυτό ανακαλούμε σήμερον και ο αγοραστής λαμβάνει σήμερα το μέρος του τιμήματος που είχε προκαταβάλει 500 χιλιάδες δραχ., ως και τα έξοδα που έχει πραγματοποιήσει για μερική επιχωμάτωση του αγρού, συνολικά 58 χιλιάδες. Το ποσόν του φόρου κ.λπ τέλη που κατέβαλε ο αγοραστής θα επιστραφούν εις τον ίδιον.- 2) Η πωλήτρια δηλώνει προς τον αγοραστή ότι δεν έχει ήδη την κυριότητα του πωληθέντος αγρού και ο αγοραστής δηλώνει ότι δεν έχει αξίωση απέναντί της εκ της αιτίας της αγοράς.- 3) Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις εκ του προσυμφώνου δεν μεταβιβάζονται στους άλλους κληρονόμους της Β, ούτε μπορεί ο αγοραστής να ασκήσει αξιώσεις του, κατ' αυτών.- 4) Οίκοθεν νοείται αλλά και ο αγοραστής δηλώνει ότι κατόπιν της παρούσης ρυθμίσεως δεν θα ασκήσει, αγωγή νομής ή κυριότητας κατά γεωργών της Κοινότητος ..., ως μη έχων ενοχικόν δεσμόν πλέον μετά της πωλήτριας του ακινήτου, ως και του τελευταίου τούτου. ... 26 Ιουνίου 1986.

Οι συμβαλλόμενοι (δύο υπογραφές)". Όπως προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο του εν λόγω συμφωνητικού, οι συμβαλλόμενοι - ήδη διάδικοι κατάργησαν, ρητά με αυτό, το επίδικο συμβολαιογραφικό προσύμφωνο, στο οποίο στηρίζεται το αγωγικό δικαίωμα του ενάγοντος σε κάθε περίπτωση (δηλαδή και με την υποστηριζόμενη απ' αυτόν εκδοχή ότι είναι εικονικά τα στοιχεία του προσυμφώνου α) για τη νομική πηγή του δικαιώματος της εναγομένης που προσυμφώνησε την πώληση και β) για το τίμημα).

Εξάλλου, όπως αναπτύχθηκε στην αρχή της παρούσας IV σκέψης, μπορεί νόμιμα με το ιδιωτικό αυτό έγγραφο να καταργηθεί το συμβολαιογραφικό προσύμφωνό, αφού η κατάργηση τυπικής δικαιοπραξίας δεν συνιστά τροποποίηση αυτής, υποκείμενη στις προϋποθέσεις του άρθρου 164 ΑΚ, αλλά μπορεί να γίνει άτυπα ή και με ιδιωτικό έγγραφο και γι' αυτό είναι αβάσιμα όσα για το αντίθετο ισχυρίζεται ο ενάγων - εκκαλών.

Ο τελευταίος με τις πρωτόδικες προτάσειςτου (καθ' υποφορά) και με την έφεση του (13ος λόγος αυτής) αμφισβήτησε τη γνησιότητα του εγγράφου αυτού (που επικαλείται και προσκομίζει στην παρούσα, κατ' έφεση, δίκη η αντίδικός του) και ισχυρίστηκε α) ότι αυτό φέρει πλαστή την υπογραφή του, β) ότι η χρονολογία σύνταξης του (26.6.1986) είναι ψευδής, διότι το μοναδικό πρωτότυπο που συνέταξε ο δικηγόρος της εναγομένης υπογράφηκε απ' αυτόν (ενάγοντα) στις αρχές Ιανουαρίου 1992 και γ) ότι αφαιρέθηκε από το κείμενο του ο όρος ισχύος του που είχε συμφωνηθεί και κατά τον οποίο "θα ισχύει, εφόσον ανακληθεί με συμ/κή πράξη του ίδιου συμ/φου Γερασ.

Παπαθεοδώρου το προσύμφωνό μου με την εναγομένη" και ο οποίος περιεχόταν (είχε αναγραφεί) στο συμφωνητικό που υπέγραψε, όπου μάλιστα δεν αναγραφόταν "δήλωση ανάκλησης" του προσυμφώνου αυτού (βλ. ιδίως για τους ισχυρισμούς αυτούς του ενάγοντος τις πρωτόδικες προτάσεις του στη σελ. 19). Ο ενάγων ισχυρίστηκε, ακόμη ότι το συμφωνητικό είναι εικονικό.

Συγκεκριμένα, όπως ισχυρίστηκε ο ενάγων, κατά το τέλος του έτους 1991 με αρχές του έτους 1992, ενόψει συζήτησης, στις 16.1.1992, ενώπιον του Εφετείου Πατρών, της έφεσης καταληψιών της κληρονομιαίας έκτασης γεωργών της περιοχής κατά της πρωτόδικης, σε βάρος τους, 87/1991 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, ο σύζυγος της εναγομένης του ζήτησε να υπογράψει ένα εικονικό συμφωνητικό μεταξύ της εναγομένης και του ιδίου, με δήλωσή του ότι αυτή του επέστρεψε δήθεν κάποια προκαταβολή που είχε λάβει δήθεν από το τίμημα πώλησης του ακινήτου των 12 στρεμμάτων του αναφερόμενου στο προσύμφωνο και ότι δήθεν δεν είχε πλέον καμία αξίωση έναντι αυτής.

Το συμφωνητικό αυτό, κατά τους ισχυρισμούς πάντοτε του ενάγοντος, ο σύζυγος της εναγομένης ως εκπρόσωπος όλων των συγκληρονόμων της Β, θα το επικαλούνταν ενώπιον της φορολογικής αρχής και του Εφετείου Πατρών ενδεχομένως και, επιπλέον, θα το χρησιμοποιούσε προς διευκόλυνση της πώλησης της κληρονομιαίας έκτασης και προς απόδειξη ότι δεν υπάρχουν άλλοι δικαιούχοι τμημάτων αυτής, ο ίδιος δε ο ενάγων δέχθηκε να υπογράψει το συμφωνητικό αυτό, με το περιεχόμενο που αυτός αναφέρει κατά τα προεκτιθέμενα, λόγω της τότε αμοιβαίας εμπιστοσύνης του με την εναγομένη και της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης που είχε προς τον παρόντα δικηγόρο Γ (βλ.

ιδίως τις 18 και 19 σελίδες των πρωτόδικων προτάσεων του). Τους ίδιους ισχυρισμούς, αναφορικά με το παραπάνω από 26.6.1986 ιδιωτικό συμφωνητικό, προέβαλε ο ενάγων και κατά τη συζήτηση της έφεσης του κατά την "προηγούμενη" δικάσιμο της 27.5.2004, όταν εκδόθηκε, ακολούθως, η πιο πάνω 5005/2004 απόφαση (βλ. ιδίως τις προτάσεις του εκείνης της συζήτησης στις σελ. 20-24).

Ζήτησε: μάλιστα, παραπονούμενος για την κρίση της εκκαλουμένης, που απέρριψε ως αλυσιτελές σχετικό αίτημά του, να διαταχθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη για τη γνησιότητα της υπογραφής του κ.λπ στο επίμαχο από 26.6.1980 ιδιωτικό συμφωνητικό (βλ. και τον 13° λόγο της έφεσής του). Πράγματι, το Δικαστήριο τούτο με την παραπάνω 5005/2004 απόφασή του, ενόψει των ισχυρισμών αυτών του ενάγοντος, διέταξε, μεταξύ των άλλων, και τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, όπως έχει προεκτεθεί, προκειμένου ο πραγματογνώμονας να γνωμοδοτήσει για το "αν η φερόμενη στο ανωτέρω από 26.6.1986 ιδιωτικό συμφωνητικό υπογραφή του ενάγοντος Χ είναι γνήσια και αν το περιεχόμενο τούτου, ως προς τη χρονολογία συντάξεώς του και ως προς το όριο (= τον όρο) ισχύος του είναι γνήσιο", καθώς επίσης και για το αν οι από 30.8.1981 και 3.9.1981 ιδιόγραφες διαθήκες της Β έχουν γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί ιδιοχείρως απ' αυτή, ενώ για τα ίδια θέματα διατάχθηκαν και εμμάρτυρες αποδείξεις, όπως επίσης έχει προαναφερθεί.

Από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι αποδεικνύεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι η υπογραφή στη θέση του δευτέρου συμβαλλομένου στο εν λόγω, από 26.6.1986, ιδιωτικό συμφωνητικό έχει τεθεί από τον ενάγοντα, ενώ δεν υπάρχουν οι επικαλούμενες από τον τελευταίο "νοθεύσεις", όσον αφορά την ημερομηνία σύνταξης του συμφωνητικού και την απάλειψη του όρου ισχύος αυτού ... 'Ηδη ο ενάγων με τις από 3.1.2006 προτάσεις του κατά την "παρούσα" συζήτηση (που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου στις 5.1.2006) αποδέχεται το κείμενο του συμφωνητικού που επικαλείται η αντίδικός του (ο ίδιος, πάντως, εξακολουθεί να επιμένει ότι τούτο δε φέρει τη γνήσια υπογραφή του) και επίσης προσκομίζει το ίδιο κείμενο σε φωτοτυπία, την οποία του παρέδωσε, όπως υποστηρίζει, ο δικηγόρος της εναγομένης Γ, που φέρει τη γνήσια υπογραφή του, αλλά με ψευδή χρονολογία υπογραφής (26.6.1986), αφού υπογράφηκε αρχές Ιανουαρίου 1992, κατά τους ισχυρισμούς του, ενώ λείπει στο τέλος του κειμένου ο προαναφερόμενος όρος ισχύος του συμφωνητικού ("...

εφόσον ανακληθεί με συμ/κη πράξη του ίδιου συμ/φου Γερασ. Παπαθεοδώρου το προσύμφωνο ..."). Ο ενάγων υποστηρίζει τώρα, σε αντίθεση με όσα ισχυριζόταν πριν, ότι ο όρος αυτός δεν φαίνεται να περιλήφθηκε στο κείμενο από το δικηγόρο Γ (ο οποίος, κατά τον ενάγοντα, το δακτυλογράφησε), διότι δεν ήταν αναγκαίος, ούτε ο ίδιος πρόσεξε την παράλειψη αυτή κατά τη "βιαστική" υπογραφή του συμφωνητικού λόγω του ότι είχε υπό την ιδιότητα του ως δικαστικού λειτουργού, κατεπείγουσα υπηρεσία σε δικαστήριο του ..., ούτε, άλλωστε, είχε λόγο να προσέξει ή να αναγνώσει το κείμενο, γιατί αυτό "ήταν εικονικό και στηριζόταν στην ανάγκη και στη μεταξύ τους εμπιστοσύνη", ενώ το πρωτότυπο αυτού θα κατείχε μόνο ο δικηγόρος ...

που το συνέταξε και το δακτυλογράφησε. Περαιτέρω μάλιστα, με την από 7.2.2006 προσθήκη - αντίκρουση των προτάσεων του επικαλείται και προσκομίζει έγχρωμη φωτοτυπία του πρωτοτύπου του συμφωνητικού με γνήσια υπογραφή του (που βρέθηκε, όπως ισχυρίζεται, σε δικογραφία άλλης αγωγής του) που είναι αντίστοιχο με εκείνο που του χορήγησε, σε φωτοτυπία, ο δικηγόρος της εναγομένης Γ και, συνεπώς, και με εκείνο που επικαλείται και προσκομίζει η εναγομένη, κατά τα προαναφερόμενα.

Μετά απ' αυτά, ο ενάγων υποστηρίζει ότι "απομένει να έχει νομική σημασία και έννομες συνέπειες μόνη η εικονικότητα του συμφωνητικού". Εξάλλου, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι το γνήσιο αυτό συμφωνητικό είναι εικονικό. Μάλιστα, ενώ ο εναγών ισχυρίστηκε αρχικά, όπως έχει προεκτεθεί, ότι το επίμαχο ιδιωτικό συμφωνητικό καταρτίστηκε με σκοπό τη φορολογική και αστική διευκόλυνση και τακτοποίηση της εναγομένης που φερόταν ως μοναδική πωλήτρια προς αυτόν του αγροτεμαχίου των 12 στρεμμάτων με βάση το παραπάνω ...

συμβολαιογραφικό προσύμφωνο, καθώς και για διευκόλυνση όλων των συγκληρονόμων της Β στην αντιδικία τους με τους γεωργούς - κατοίκους του χωριού ... (που είχαν καταλάβει παράνομα από το έτος 1984 το κληρονομιαίο ακίνητο της ...), η οποία βρισκόταν σε εξέλιξη ενώπιον του Εφετείου Πατρών όπου και χρησιμοποιήθηκε, στις 16.1.1992, κατά τη σχετική πολιτική δίκη.

Με τις παρούσες, από 3.1.2006 προτάσεις του, επικαλείται, για πρώτη φορά, και άλλους λόγους (προσωπικούς - υπηρεσιακούς) που τον ανάγκασαν να υπογράψει το επίμαχο συμφωνητικό. Ισχυρίζεται, συγκεκριμένα, ότι οι αντίδικοι των συγκληρονόμων της Β γεωργοί της περιοχής - καταληψίες του κληρονομιαίου ακινήτου ενοχλημένοι από το γεγονός ότι ο ίδιος είχε εξεταστεί ως μάρτυρας των συγκληρονόμων της Β εναντίον τους στην εν λόγω αντιδικία κατά το έτος 1987 (όπως επίσης και στην παλιότερη αντιδικία της Β με το βιομήχανο Γ το έτος 1969, που αφορούσε το ίδιο ακίνητο), είχαν υποβάλει εναντίον του τρεις αναφορές και μάλιστα κάθε φορά που διατελούσε υπό κρίση για υπηρεσιακή προαγωγή ως δικαστικός λειτουργός και, εξαιτίας αυτών, ενόψει νέας κρίσης του τον Αύγουστο του έτους 1992 (για την προαγωγή του στο βαθμό του Αρεοπαγίτη), συμφώνησε με το σύζυγο της εναγομένης που εκπροσωπούσε την τελευταία και τους υπολοίπους συγκληρονόμους να καταρτιστεί το εικονικό αυτό συμφωνητικό, χωρίς δηλαδή να υπάρχει αληθινή βούληση των συμβαλλομένων για ανάκληση - κατάργηση του συμβολαιογραφικού προσυμφώνου.

Από κανένα, όμως, αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού του ενάγοντος για εικονικότητα του από 26.6.1986 ιδιωτικού συμφωνητικού. Μόνο ο μάρτυρας του Ε κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, στις 2.2.2006, αόριστα όμως, ότι το ιδιωτικό συμφωνητικό είναι εικονικό "για ειδική χρήση".

Χαρακτηριστικό, άλλωστε, είναι το γεγονός ότι ο ίδιος ο ενάγων, εξεταζόμενος ως μάρτυρας των συγκληρονόμων της Β που είχαν άσκησα αγωγή κατά των γεωργών της περιοχής (που είχαν καταβάλει το κληρονομιαίο ακίνητο), επί της οποίας είχε εκδοθεί η 119/1987 πράξη του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, κατέθεσε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών ως εντεταλμένου δικαστή και τα εξής στις 13.11.1987: "...

το προσύμφωνο με το οποίο, όπως έχω πει παραπάνω, είχα συμφωνήσει την αγορά των 12 στρεμμάτων το έτος 1981, έχει ατονήσει από το Δεκέμβριο του 1984 ... όταν επρόκειτο να έρθει στην ... η κυρία Ψ για τη σύνταξη του συμβολαίου, οι αντίδικοι (εναγόμενοι) με έδιωξαν δια της βίας από το επίδικο και αναγκάστηκα να κάνω αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, η οποία δεν ευδοκίμησε λόγω παραγραφής.

Ο ενοχικός μου δεσμός με το ακίνητο έληξε (με τους ενάγοντες εν σχέσει με το ακίνητο) με την αποβολή μου από το ακίνητο και την έκδοση της αποφάσεως επί των ασφαλιστικών μέτρων. Έχω πάρει δε τα 2/3 των χρημάτων μου από την κα Ψ και δεν έχω καμμία αξίωση για την καταβολή του υπολοίπου ..." (βλ. τη σχετική 268/1987 εισηγητική έκθεση του παραπάνω δικαστή που επικαλείται και προσκομίζει η εναγομένη).

Η μόνη εξήγηση που δίνει ο ενάγων για την κατάθεσή του αυτή είναι ότι έγινε με δικαιολογία τις εναντίον του αναφορές από τους αντιδίκους των κληρονόμων της Β (βλ. τη σελίδα 7 της προσθήκης - αντίκρουσης, με ημερομηνία 7.2.2006, των τωρινών προτάσεών του). Με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, αποδεικνύεται ότι, αφού με το παραπάνω από 26.6.1986 γνήσιο ιδιωτικό συμφωνητικό ρητά καταργήθηκε το συμβολαιογραφικό προσύμφωνο (στο οποίο δεν είχε συμπεριληφθεί συμφωνία των διαδίκων που να απέκλειε μια τέτοια κατάργηση), δεν υπάρχει πλέον νόμιμη υποχρέωση της εναγομένης για την κατάρτιση της οριστικής σύμβασης πώλησης και, συνεπώς, αυτή δεν επιτρέπεται να κατά δικαστεί σε δήλωση βούλησης για τη μεταβίβαση, λόγω πώλησης, στον ενάγοντα του επίδικου ακινήτου των 12 στρεμμάτων.

Επισημαίνεται, ότι η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν μπορεί ν' αλλάξει και με την εκδοχή που εξακολουθεί να υποστηρίζει ο ενάγων, ότι δηλαδή το συμφωνητικό αυτό καταρτίστηκε στις αρχές Ιανουαρίου (3 ή 4) του έτους 1992 και όχι στις 26.6.1986. Συνακόλουθα, αφού αποδείχθηκε ότι το εν λόγω ... συμβολαιογραφικό προσύμφωνο καταργήθηκε, δεν ασκεί πλέον έννομη επιρροή στην έκβαση της προκείμενης δίκης και δεν ερευνάται το ζήτημα αν είναι πλάστες ή όχι οι προαναφερόμενες από 15.8.1981, 30.8.1981 και 3.9.1981 ιδιόγραφες διαθήκες της Β (ο ενάγων επικαλείται με τις παρούσες, από 3.1.2006, προτάσεις του ότι υπάρχει και τέταρτη πλαστή διαθήκη της Β με ημεροχρονολογία 15.8.1981 που δεν έχει δημοσιευθεί)".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες σχετικώς με την εκ μέρους των διαδίκων κατάργηση του μεταξύ τους προσυμφώνου δια νεωτέρας εγγράφου συμφωνίας των, καθώς και με την αβασιμότητα των συναφών ισχυρισμών (αντενστάσεων) του αναιρεσείοντος περί μη γνησιότητος και περί εικονικότητος του κρίσιμου συμφωνητικού.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια.

IV.- Με τον δεύτερο λόγο αποδίδεται στο Εφετείο η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ απορρέουσα αιτίαση, ότι δηλαδή αυτό "παρεβίασε τας αποτελούσας κανόνας ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 211, 216, 218, 219, 220 και 235 Αστικού Κώδικος δια της παραδοχής ότι δια του προειρημένου από 26ης Ιουνίου 1986 ιδιωτικού συμφωνητικού ... κατηργήθη το υπ' αριθμόν ... προσύμφωνον ... εις το σύνολον αυτού ... τουτέστιν χωρίς να εξαιρέσει της καταργήσεως την παρασχεθείσαν δια του προσυμφώνου αυτού εις τον αναιρεσείοντα πληρεξουσιότητα εκτελέσεως τούτου δι' αυτοσυμβάσεως". Ο λόγος αυτός στηρίζεται επί ανακριβούς προϋποθέσεως, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, έκρινε ως καταργηθείσα την προσύμβαση πωλήσεως και όχι την παρασχεθείσα συναφώς πληρεξουσιότητα προς αυτοσύμβαση, η οποία (πληρεξουσιότητα) άλλωστε στερείται αντικειμένου μετά την εκτεθείσα κρίση περί καταργήσεως του προσυμφώνου πωλήσεως.

V.- Αβάσιμος είναι και ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ), με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη συγκεκριμένο έγγραφο, που ο αναιρεσείων είχε νομίμως επικαλεσθεί και προσκομίσει προς απόδειξη του ισχυρισμού του περί εικονικότητας της ανωτέρω - καταργητικής του προσυμφώνου- συμφωνίας των διαδίκων. Τούτο δε, διότι από την υπάρχουσα στην απόφαση βεβαίωση, ότι το Εφετείο, για τον σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως, έλαβε υπόψη (και) "τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι" σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο συνεξετίμησε, με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό, και το ως άνω έγγραφο του αναιρεσείοντος, ήτοι μία ανυπόγραφη "πράξη αναγνωρίσεως της ισχύος του υπ' αριθμ. ... προσυμφώνου" που φέρεται ότι είχε συντάξει, με εντολή της αναιρεσίβλητης, ο πληρεξούσιος αυτής δικηγόρος Γ.

VΙ.- Με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα ότι το Εφετείο "παρά τον νόμον εκήρυξεν απαράδεκτον, δια της παραδοχής ότι, εφόσον το ανωτέρω συμβολαιογραφικόν προσύμφωνον κατηργήθη, δεν ασκεί πλέον έννομον επιρροήν εις την έκβασιν της δίκης το ζήτημα αν αι υπό φερομένην χρονολογίαν 30-8-1981 και 3-9-1981 ιδιόγραφοι διαθήκαι της Β είναι πλασταί ή όχι και δια τον λόγον αυτόν ο περί πλαστότητος αυτών ισχυρισμός δεν ερευνάται, ως προτεινόμενος άνευ εννόμου συμφέροντος". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, επειδή όντως ο αναιρεσείων δεν δικαιολογεί έννομο συμφέρον από την ουσιαστική έρευνα του περί πλαστότητος των διαθηκών ισχυρισμού του. Τούτο δε, διότι το Εφετείο -αντίθετα προς το Πρωτοδικείο- δεν στήριξε την απόφασή του στην παραδοχή ότι οι ως άνω διαθήκες της μητέρας της αναιρεσίβλητης ήσαν γνήσιες ή ότι η αναιρεσίβλητη δεν ήταν εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτής ή ότι δεν είχε καθόλου κληρονομικό δικαίωμα επί της ακινήτου περιουσίας της, αλλά, όπως προεξετέθη, στην παραδοχή ότι οι διάδικοι κατήργησαν συμβατικώς το προσύμφωνο που είχαν συνάψει μεταξύ τους, με συνέπεια η τυχόν πλαστότητα των ανωτέρω διαθηκών να μην ασκεί καμία επιρροή στην κρίση αυτή του Εφετείου, αλλ' ούτε και στην -απορριπτική του περί εικονικότητας ισχυρισμού- κρίση του.

VΙΙ.- Με τον έκτο λόγο (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 15 ΚΠολΔ) καταλογίζεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά τον νόμο ανεκάλεσε την προηγούμενη 5005/2004 απόφασή του, κατά το αναφερόμενο στο αναιρετήριο οριστικό μέρος της. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αμφοτέρων των εφετειακών αποφάσεων, οι διαλαμβανόμενες στην πρώτη εξ αυτών μόνες οριστικές διατάξεις, αναφορικώς προς την κατ' ουσίαν απόρριψη των ενστάσεων της αναιρεσίβλητης περί συνομολογήσεως με το προσύμφωνο διετούς αποσβεστικής προθεσμίας για την κατάρτιση της συμβάσεως πωλήσεως και περί παραγραφής της αντίστοιχης αξιώσεως του αναιρεσείοντος, δεν ανακλήθηκαν με τη δεύτερη (αναιρεσιβαλλόμενη) απόφαση, με την οποία η αγωγή του αναιρεσείοντος απερρίφθη, κατ' αποδοχή ενστάσεως της αναιρεσίβλητης περί καταρτίσεως από τους διαδίκους μεταγενεστέρης-καταργητικής του προσυμφώνου- έγγραφης συμβάσεως.

VIIΙ.- Με τον μοναδικό λόγο του πρόσθετου αναιρετηρίου ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο ότι παρά τον νόμο έλαβε υπόψη μη επικυρωμένο νομίμως αντίγραφο του συμφωνητικού, με το οποίο φέρεται ότι καταργήθηκε το επίμαχο προσύμφωνο των διαδίκων, ενώ ο ίδιος είχε ζητήσει να προσκομισθεί το πρωτότυπο του άνω συμφωνητικού. Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής, αφού ο ίδιος ο αναιρεσείων αναφέρει ότι προσκόμισε στο Εφετείο (το και εδώ προσκομιζόμενο) αντίγραφο του ανωτέρω εγγράφου, το οποίο -αντίγραφο- θεωρεί γνήσιο και το οποίο είναι νοηματικώς ταυτόσημο με εκείνο που προσκόμισε η αντίδικός του και το θεωρεί πλαστό.

Κατόπιν τούτων, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, καθώς και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-1-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 2180/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και τους από 8-1-2008 προσθέτους λόγους αναιρέσεως.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ