Legislator Case Law & Legislation
318/2008 AI generated

318/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 318/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

318/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τούτο δε διότι, από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι, για τον σχηματισμό της δικανικής του κρίσης, έλαβε υπόψιν "το περιεχόμενο των εγγράφων τα οποία προσκομίζουν νόμιμα και επικαλούνται οι διάδικοι", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το ουσιαστικό δικαστήριο συνεξετίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, και το συγκεκριμένο έγγραφο του αναιρεσείοντος.

Keywords

AI generated
accession to agreement taking up gainful employment change of partner assignment of contract changed financial circumstances inter-company agreement
AI generated
1654/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/7/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3012/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8074/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2/5/2007 αίτησή τους και τους από 17/7/2001 πρόσθετους λόγους.
621/2016
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1045/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Πετσάλη, Αρεοπαγίτες.
1296/2017
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1717/2025
A. L. του D., κατοίκου ..., 2) B. A. του T., κατοίκου ..., 3) B. E. - J. του J., κατοίκου ..., 4) C. C. του S., κατοίκου ..., 5) D. B. του S., κατοίκου ..., 6) E. R. του X., κατοίκου ..., 7) G. B. του O., κατοίκου ..., 8) G. L. του H., κατοίκου ..., 9) H. C. του S., κατοίκου ..., 10) J. B. του P., κατοίκου ..., 11) K. R. του M., κατοίκου ..., 12) K. A. του B., κατοίκου ..., 13) L. K. του G., κατοίκου ..., 14) M. F. του G., κατοίκου ...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 318 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 318/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Αλεξανδρή.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ....... και 2. .........., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κώστα Πετρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-11-1993 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 157/1995 προδικαστική, 541/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 798/2004 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 22-12-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος, ανέγνωσε την από 15-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 εδ. β' Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις, που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β', 346, 453 § 1 Κ.Πολ.Δ., ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες, των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά, δια των προτάσεων αυτών, σε συγκεκριμένο μέρος των προτάσεων προηγούμενης συζητήσεως, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δ.

Η διάταξη αυτή αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα, που ο διάδικος είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλομένων πρωτοδίκων προτάσεων, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (Ολ.

ΑΠ 9/2000 - ΑΠ 1789/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο μέρος του, προβάλλεται η (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ) αιτίαση και υποστηρίζεται, ότι το Εφετείο απαραδέκτως έλαβε υπόψιν, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, τα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομίσει οι εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, επειδή αυτοί δεν τα είχαν επικαλεσθεί νομίμως με τις προτάσεις τους στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αλλά με γενική αναφορά στις προτάσεις στο Πρωτοδικείο.

Από την επισκόπηση, όμως, των οικείων διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμος. Συγκεκριμένα: Στις από 10-3-2004 προτάσεις των αναιρεσιβλήτων στο Εφετείο διαλαμβάνεται μεν (στην σελίδα 5 αυτών) γενική αναφορά στα "ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα στοιχεία", στις ίδιες όμως προτάσεις, και δη στις σελίδες 3 και 4 αυτών, αφενός μεν γίνεται ρητή επίκληση της εισηγητικής έκθεσης, όπου περιείχοντο οι μαρτυρικές καταθέσεις, καθώς και ορισμένων από τα προσκομισθέντα στο Εφετείο έγγραφα, αφετέρου δε για τα υπόλοιπα έγγραφα των ίδιων διαδίκων γινόταν ειδική αναφορά σε συγκεκριμένες σελίδες και παραγράφους των πρωτόδικων προτάσεών τους, οι οποίες είχαν επισυναφθεί και ενσωματωθεί σε εκείνες του Εφετείου και στις οποίες γινόταν σαφής και ορισμένη επίκληση κάθε επιμέρους εγγράφου.

Επομένως, ο ρηθείς λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Αβάσιμος είναι επίσης ο ίδιος αναιρετικός λόγος κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια και υποστηρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν "την από 23-5-1990 εξώδικη δήλωση, διαμαρτυρία - πρόσκληση του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, απευθυνομένη κατά του δευτέρου των εναγομένων", την οποία είχε νομίμως επικαλεσθεί και προσκομίσει ο αναιρεσείων.

Τούτο δε διότι, από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι, για τον σχηματισμό της δικανικής του κρίσης, έλαβε υπόψιν "το περιεχόμενο των εγγράφων τα οποία προσκομίζουν νόμιμα και επικαλούνται οι διάδικοι", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το ουσιαστικό δικαστήριο συνεξετίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, και το συγκεκριμένο έγγραφο του αναιρεσείοντος.

Τέλος, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το τρίτο μέρος του, με το οποίο υποστηρίζεται ότι "η απαίτηση των εναγόντων ως δανειστών του δευτέρου των εναγομένων και του αναιρεσείοντος δεν επιτρέπεται να αποδειχθεί με μάρτυρες, οι σχετικές δε μαρτυρικές αποδείξεις δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν ως μη νόμιμες? με το να λάβει λοιπόν υπόψιν, της η προσβαλλομένη και τις μαρτυρικές αποδείξεις παρέβη το νόμο", χωρίς οποιαδήποτε άλλη διευκρίνιση.

Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως πραγμάτων θεωρουμένων των αυτοτελών πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνουν στη θεμελίωση ή στην κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ της διατάξεως αυτής πλημμέλεια, επειδή το Εφετείο αναφέρθηκε στα επιμέρους περιουσιακά στοιχεία της ένδικης επιχείρησης που μεταβιβάσθηκαν στον αναιρεσείοντα, ενώ αυτά δεν απαριθμούνταν στο αγωγικό δικόγραφο, στο οποίο αναφερόταν "αορίστως ότι δήθεν έλαβε χώρα η μεταβίβαση της επιχειρήσεως από τον συνεταιρισμό στον αναιρεσείοντα".

Ο λόγος αυτός ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι γι' αυτό απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο δε, διότι, όπως κατωτέρω αναφέρεται, η αξία και η εξειδίκευση των επιμέρους περιουσιακών στοιχείων της μεταβιβαζόμενης, ως συνόλου, επιχειρήσεως δεν αποτελούν στοιχεία της αγωγής των δανειστών του μεταβιβάζοντος κατά του αποκτώντος και, επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" υπό την εκτεθείσα έννοια.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην εκτίμηση των αποδείξεων που το πόρισμά τους εκτίθεται σαφώς.

Εξάλλου, ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 1255/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο δεύτερος των εναγομένων συνεταιρισμός ιδρύθηκε στην ..... τον Μάιο του 1987 ....Για την υλοποίηση του σκοπού του δημιούργησε βιοτεχνία κατασκευής ετοίμων ενδυμάτων, που εγκαταστάθηκε σε τριώροφη οικοδομή στην οδό ...

αρ. .... της πόλης των ...... Για τις ανάγκες της λειτουργίας της βιοτεχνίας αυτής και προκειμένου να χρηματοδοτηθεί προς τούτο, προέβη σε σύμβαση πίστωσης ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού με την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, με βάση, την οποία χορηγήθηκε σ' αυτόν πίστωση 2.000.000 δρχ. που αργότερα με αντίστοιχες συμβάσεις αυξήθηκε και ανήλθε στο ποσόν των 17.600.000 δρχ. .....Οι ενάγοντες, κατ' εντολή των νομίμων εκπροσώπων του δεύτερου εναγομένου-συνεταιρισμού, συμβλήθηκαν στις προαναφερόμενες συμβάσεις χορηγήσεως πιστώσεως από την ΕΤΕ ως εγγυητές για την εξόφληση του δανείου, συναίνεσαν δε στην εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης για την εξασφάλιση της τελευταίας, σε ακίνητο που ανήκει στη συγκυριότητά τους.

Έκτοτε άρχισε η λειτουργία της βιοτεχνίας, μεταξύ δε των πελατών της υπήρξε και ο πρώτος των εναγομένων, που είχε δραστηριότητα επιχειρηματική από πολλών ετών στο χώρο της παραγωγής, αλλά και εισαγωγής και εξαγωγής ετοίμων ενδυμάτων. Ο εναγόμενος συνεταιρισμός συνέχισε να υπάρχει, χωρίς όμως να είναι πλέον φορέας της παραπάνω επιχείρησης κατασκευής ετοίμων ενδυμάτων, αλλά φορέας αυτής ήταν ουσιαστικά ο πρώτος των εναγομένων, που συνέχισε την επιχειρησιακή δραστηριότητα του τελευταίου και εκμεταλλευόταν τη βιοτεχνία αποκλειστικά για λογαριασμό του.

Ειδικότερα μεταβιβάσθηκε στον πρώτο των εναγομένων το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων της ίδιας επιχείρησης δηλαδή 20 ραπτομηχανές, πλήρης εγκατάσταση κοπτηρίου, εγκατάσταση κλιματισμού, ειδικές ηλεκτρικές εγκαταστάσεις και πίνακες, εξοπλισμός γραφείου, έτσι ώστε υπήρχε δυνατότητα παραγωγικής εργασίας στην κοπή και ραφή ενδυμάτων τουλάχιστον σαράντα ατόμων.

Η αξία των παραπάνω κινητών πραγμάτων, που μεταβιβάσθηκαν στον πρώτο των εναγομένων, συνυπολογιζομένης και της πελατείας, της φήμης, της εμπορικής πίστης, της τεχνογνωσίας και των απαιτήσεων της προαναφερομένης επιχείρησης, ανήρχετο κατά το χρόνο της μεταβίβασής της τουλάχιστον στο ποσόν των 30.000.000 δρχ. ...Μέχρι και το 1990 ο πρώτος των εναγομένων κατέβαλε τους μισθούς των εργαζομένων στη βιοτεχνία, καθώς και τις οφειλές του συνεταιρισμού, που είχαν προκύψει από την άσκηση της επιχειρησιακής του δραστηριότητας, μεταξύ των οποίων και το δάνειο προς την ΕΤΕ, που έχει ήδη αναφερθεί, για την εξόφληση του οποίου είχαν εγγυηθεί προς την τελευταία οι ενάγοντες.

Η δανείστρια τράπεζα την 5-3-90 και 8-6-90 έκλεισε τους σχετικούς λογαριασμούς, από τους οποίους εξυπηρετήθηκε η προαναφερόμενη πίστωση, που χορήγησε στο συνεταιρισμό, που εμφάνισαν κατάλοιπο σε βάρος του πιστούχου συνεταιρισμού και των εναγόντων-εγγυητών 14.654.566 δρχ. Προς τούτο μετά από αίτησή της εκδόθηκε η 392/1990 διαταγή πληρωμής σε βάρος των τελευταίων, με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν το παραπάνω ποσόν....

Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, αποδείχθηκε η μεταβίβαση της επιχείρησης κατασκευής ετοίμων ενδυμάτων στον πρώτο των εναγομένων, ως συνόλου, όπως ειδικότερα προαναφέρθηκε και συνεπώς συντρέχουν οι προϋποθέσεις του 479 ΑΚ με αποτέλεσμα να ευθύνεται ο τελευταίος, λόγω σωρευτικής αναδοχής των χρεών της επιχείρησης έναντι των δανειστών, εις ολόκληρον, με τον μεταβιβάσαντα συνεταιρισμό και μέχρι την αξία της, κατά το χρόνο της μεταβίβασης, που όπως ήδη έχει αναφερθεί ανέρχεται στο ποσόν των 30.000.000 δρχ.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ΕΤΕ ως δανείστρια Τράπεζα του συνεταιρισμού επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του προαναφερομένου ακινήτου των εναγόντων, για την ικανοποίηση χρηματικής απαιτήσεώς της, που απορρέει από τις παραπάνω συμβάσεις αλληλόχρεου λογαριασμού, και εκπλειστηριάσθηκε τούτο αντί του ποσού των 7.700.000 δρχ., το οποίο και εισέπραξε έναντι της απαιτήσεώς της η τελευταία.

Συνεπώς οι ενάγοντες, που εγγυήθηκαν για την εξόφληση της οφειλής του συνεταιρισμού κατ' εντολήν του, δικαιούνται να λάβουν τόσον από τον εντολέα τους (άρθρο 858 ΑΚ) όσον και από τον πρώτο των εναγομένων, στον οποίο μεταβιβάσθηκε ....το σύνολο της επιχείρησης του, το παραπάνω ποσόν". Με τις παραδοχές αυτές, στο ουσιαστικό δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της υπαγωγής των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στους εφαρμοσθέντες κανόνες δικαίου του άρθρου 479 ΑΚ τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως είναι αβάσιμα.

Με τη διάταξη του άρθρου 479 § 1 ΑΚ καθιερώνεται παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ εκείνου που μεταβίβασε και εκείνου που απέκτησε περιουσία ή επιχείρηση, από αυτούς δε τους δύο ο μεν πρώτος ευθύνεται απεριόριστα, ο δε δεύτερος περιορισμένα, και συγκεκριμένα μέχρι της αξίας των μεταβιβαζομένων κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως? ο εν λόγω περιορισμός της ευθύνης του αποκτώντας επέρχεται κατόπιν ενστάσεως αυτού και δεν αποτελεί στοιχείο της κατ' αυτού αγωγής η αναφορά και η αξία των μεταβιβασθέντων περιουσιακών αντικειμένων (πρβλ.

ΑΠ 684/1993). Ενόψει τούτων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο τέταρτος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ αιτίαση και υποστηρίζεται ότι έπρεπε να γίνει δεκτός ο σχετικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος και να απορριφθεί η αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας επειδή δεν αναφερόταν σ' αυτή ποια μηχανήματα ή άλλος εξοπλισμός του είχε μεταβιβασθεί, ποια ήταν η αξία αυτών, ποια ήταν η πελατεία του πωλητού της επιχείρησης κατά τον χρόνο της πωλήσεως και οι απαιτήσεις αυτού έναντι τρίτων.

Απορριπτέος είναι, ωσαύτως, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, και δη ως αόριστος, αφού μ' αυτόν παραπονείται ο αναιρεσείων για την απόρριψη από το Εφετείο της περί τοπικής αναρμοδιότητος ενστάσεώς του χωρίς καμιά περαιτέρω διευκρίνιση. Κατά το άρθρο 562 § 2 Κ.Πολ.Δ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 760/2004). Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο αναιρέσεως - κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του - αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ, και δη εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 479 ΑΚ, επειδή το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι η ευθύνη του αναιρεσείοντος, ως αποκτήσαντος την ένδικη επιχείρηση αποκλειόταν αφού αυτός δεν είχε στην κυριότητά του τα αποκτηθέντα περιουσιακά στοιχεία κατά την άσκηση της κατ' αυτού αγωγής, σε κάθε δε περίπτωση η ευθύνη του "περιορίζεται στο ποσό των δρχ. 2.805.000".

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, αφού δεν διευκρινίζεται, αν οι ρηθέντες ισχυρισμοί, στους οποίους ερείδεται, είχαν προβληθεί στο ουσιαστικό δικαστήριο, όπως επιβαλλόταν από την ανωτέρω διάταξη. Σε κάθε δε περίπτωση, ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί, επίσης ως απαράδεκτος (κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), διότι -παρά την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ για την θεμελίωσή του- στην πραγματικότητα αφορά την ουσιαστική κρίση του Εφετείου, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, δέχθηκε ως αποδεδειγμένο, ότι στον αναιρεσείοντα μεταβιβάσθηκε η ένδικη εμπορική επιχείρηση στο σύνολό της (άρα και κάθε επιμέρους στοιχείο αυτής) και ότι η αξία της επιχείρησης ανερχόταν στο ποσό των 30.000.000 δραχμών (το οποίο, βεβαίως, ήταν υπέρτερο της επιδικασθείσης απαιτήσεως).

Τέλος, αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο πέμπτος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 10 Κ.Πολ.Δ) αναιρετικός λόγος σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο δέχθηκε ως αποδεδειγμένο χωρίς απόδειξη ότι έλαβε χώραν η προαναφερόμενη μεταβίβαση επιχειρήσεως από τον εναγόμενο συνεταιρισμό στον ομόδικο του αναιρεσείοντος. Τούτο δε, διότι όπως προκύπτει από την απόφαση, το Δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα με βάση τις μαρτυρικές καταθέσεις και τα έγγραφα των διαδίκων (και όχι χωρίς απόδειξη).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-12-2004 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 798/2004 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών,

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Φεβρουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ