Legislator Case Law & Legislation
318/2007 AI generated

318/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 318/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

318/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν. 2753/1999 εκδόθηκε η 1314/21-12-2000 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β΄ 1626/29-12-2000) και άρχισε να ισχύει από 1-1-2001, με την οποία καθορίστηκαν τα ελάχιστα όρια αμοιβών των δικηγόρων όλης της Χώρας, για τις προαναφερόμενες νομικές υπηρεσίες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 318 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 318/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την Ευαγγελία Σκαλτσά, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ.

Της αναιρεσίβλητης: .... , δικηγόρου, ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως εκ της ιδιότητός της.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-8-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 452/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 432/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-6-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 19-12-2006 έκθεση του ήδη αποβιώσαντος Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καράμπελα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια δικαστική αντιπρόσωπος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η αναιρεσίβλητη την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, στο Ν.Δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", ορίζονται τα εξής: α) στο άρθρο 92 παρ. 1: "Τα της αμοιβής του Δικηγόρου κανoνίζoνται κατά συμφωνίαν μετά του εντολέως αυτού ή του αντιπροσώπου του, περιλαμβάνουσαν είτε την όλην διεξαγωγήν της δίκης, είτε μέρος, ή κατ' ιδίαν πράξεις αυτής, ή άλλας πάσης φύσεως νομικάς εργασίας, εν ουδεμία όμως περιπτώσει επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των εν άρθροις 98 και επόμενα ελαχίστων ορίων αυτής.

Πάσα συμφωνία περί λήψεως μικροτέρας αμοιβής είναι άκυρος ανεξαρτήτως χρόνου συνάψεώς της", β) στο άρθρο 98 παρ. 1 και 2: "Εν ελλείψει ειδικής συμφωνίας, το ελάχιστον ποσόν της αμοιβής του Δικηγόρου oρίζεται κατά τας διατάξεις των επομένων άρθρων αυξανόμενον κατά την κρίσιν του δικαστού ή του δικαστηρίου, αναλόγως της επιστημονικής εργασίας, της αξίας και του είδους της διεκπεραιωθείσης υποθέσεως, του καταναλωθέντος χρόνου, της σπουδαιότητος της διαφοράς, των ιδιαζoυσών αυτή περιστάσεων και εν γένει των καταβληθεισών δικαστικών ή εξωδίκων ενεργειών.

Κατά τον προσδιορισμόν τούτον η αποτίμησις εκάστης πράξεως και ενεργείας δεν δύναται να ορισθή υπό των δικαστηρίων και των δικαστικών αρχών κατωτέρα της εν τοις επομένοις άρθροις", γ) στο άρθρο 99 "Το ελάχιστον όριον αμοιβής επί των πολιτικών υποθέσεων, των ποινικών και ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων και αρχών, εκτός των εν άρθροις 94 και 124 αναγραφομένων, και των εξώδικων, πλην των εν άρθροις 160 και 161, είναι ίσον προς το γινόμενον των δραχμών, αίτινες αναγράφονται εν τω παρόντι και δι' εκάστην ειδικήν εργασίαν, επί συντελεστήν οριζόμενον δι' αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης, μετά σύμφωνον γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Ο ανωτέρω υπολογισμός επί τη βάσει του συντελεστού δεν λαμβάνει χώραν, όπου κατά το παρόντα νόμον η αμοιβή ορίζεται κατά ποσοστόν επί της αξίας του αντικειμένου, πλην αν άλλως ορίζεται εις ειδικάς περιπτώσεις". Κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής ο ανωτέρω συντελεστής ορίστηκε με την Υ.Α 12398/9-2-1989 (ΦΕΚ Β΄131/21-2-1989) σε 140 μονάδες, δ) στο άρθρο 100 παρ. 1: "Το ελάχιστον όριον της αμοιβής δια την σύνταξιν κυρίας αγωγής ορίζεται εις ποσοστόν 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής" και παρ. 4: "Εάν το αντικείμενον της αγωγής δεν δύναται φύσει να αποτιμηθή εις χρήμα, το όριον τούτο συνίσταται εις δρχ. 20 δια τας ενώπιον του Ειρηνοδικείου αγωγάς, δρχ. 50 δια τας ενώπιον του Πρωτοδικείου και δρχ. 100 δια τας ενώπιον των λοιπών δικαστηρίων τοιαύτας", δ) στο άρθρο 107 παρ.1: "Δια την σύνταξιν προτάσεων επί της πρώτης συζητήσεως της υποθέσεως, το ελάχιστον όριον της αμοιβής του μεν δικηγόρου του εναγομένου είναι ίσον προς το δια την σύνταξιν αγωγής κ.λ.π. oριζόμενoν εν άρθρ. 100 επ., του δε δικηγόρου του ενάγοντος είναι το ήμισυ ταύτης.

Πάντως όμως ουδέποτε είναι κατώτερο των 20 δρχ. δια τας ενώπιον του Ειρηνοδικείου υποθέσεις και των δρχ. 50 δια τας ενώπιον του Πρωτοδικείου τοιαύτας", ε) στο άρθρο 109: "Δια παράστασιν προς συζήτησιν πάσης φύσεως υποθέσεως, πλην των ρητώς εν των παρόντι νόμω άλλως κανoνιζομένων, ενώπιον του Ειρηνοδικείου και του Πρωτοδικείου το ελάχιστον όριον αμοιβής είναι, δια μεν το Ειρηνοδικείον δρχ. 20, δια δε το Πρωτοδικείον δρχ. 40", στ) στο άρθρο 110 παρ. 1: "Δια την σύνταξιν προτάσεων επί της πρώτης ενώπιον του Εφετείου συζητήσεως πάσης υποθέσεως, το ελάχιστον όριον αμοιβής των Δικηγόρων αμφοτέρων των διαδίκων είναι το διπλάσιον του δια τον Δικηγόρον του ενάγοντος ή του αιτούντος καθοριζομένου εν άρθρω 107 παρ. 1 ορίου αμοιβής δια τας προτάσεις της πρώτης πρωτοδίκου συζητήσεως, δια δε την σύνταξιν προτάσεων εφ' εκάστης των επομένων συζητήσεων είναι το διπλάσιον του εν άρθρ. 107 παρ. 2 ορίου, πάντως όμως κατ΄ αμφοτέρας τας περιπτώσεις το όριον τούτο δεν δύναται να είναι κατώτερον των δραχμών 80", ζ) στο άρθρο 111: "Δια παράστασιν προς συζήτησιν πάσης φύσεως υποθέσεων ενώπιον του Εφετείου, το ελάχιστον όριον αμοιβής είναι δραχμαί 50", η) στο άρθρο 125 παρ. 3: "Δια την σύνταξιν αιτήσεως περί αναιρέσεως, το όριον τούτο είναι δρχ. 100".

Εξ άλλου, το άρθρο 7 παρ. 2 του Ν. 2753/1999 "Απλοποιήσεις και ελαφρύνσεις στη φορολογία εισοδήματος και άλλες διατάξεις" ορίζει ότι για τις παραστάσεις των δικηγόρων ενώπιον των δικαστηρίων, για τη σύμπραξή τους σε εξώδικες ενέργειες και συμβάσεις, όπως προβλέπουν οι οικείες διατάξεις, καθώς και για κάθε άλλη νομική υπηρεσία που παρέχουν αυτοί στον εντολέα τους καθορίζεται τον μήνα Δεκέμβριο κάθε δεύτερου έτους, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ύστερα από γνώμη της Ολομέλειας των προέδρων των δικηγορικών συλλόγων της Ελλάδας, ελάχιστη αμοιβή, ενιαία για όλους τους δικηγορικούς συλλόγους της Χώρας.

Η ισχύς της παραπάνω διάταξης σύμφωνα με το άρθρ. 4 παρ. 12 του Ν. 2873/2000, αρχίζει από το έτος 2000 το οποίο και λογίζεται ως πρώτο έτος για την έναρξη της περιόδου που ορίζεται σ' αυτή. Κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ. 2 του παραπάνω Ν. 2753/1999 εκδόθηκε η 1121675/2031/Α0012/29-12-1999 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που ίσχυσε από 1 έως 31-1-2000 και της οποίας η εφαρμογή ανεστάλη με την 1007604/132/Α0012/25-1-2000 (ΦΕΚ Β΄ 77/1-2-2000) όμοια μέχρι τις 30-6-2000 και στη συνέχεια μέχρι τις 31-12-2000 με την όμοια 1058635/1233/Α0012/29-6-2000 (ΦΕΚ Β΄ 804/30-6-2000).

Με την τελευταία αυτήν απόφαση και την προαναφερόμενη 1007604/132/Α0012/25-1-2000 ορίστηκε ότι μέχρι την έναρξη εφαρμογής της απόφασης που αναστέλλεται, οι ελάχιστες αμοιβές για τις νομικές υπηρεσίες των δικηγόρων ενώπιον των δικαστηρίων, μεταξύ των οποίων για τις παραστάσεις τους και τη σύνταξη δικογράφων που απευθύνονται στα πολιτικά και διοικητικά, δικαστήρια καθώς και για τη σύμπραξή τους σε εξώδικες ενέργειες και συμβάσεις, όπως αυτές προβλέπονται από τις οικείες διατάξεις, έχουν όπως φαίνονται στον συνημμένο πίνακα της 1007604/132/Α0012/25-1-2000 κοινής απόφασης για τις περιπτώσεις που αναφέρονται σ'αυτόν, ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο παράρτημα αυτής.

Περαιτέρω, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν. 2753/1999 εκδόθηκε η 1314/21-12-2000 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β΄ 1626/29-12-2000) και άρχισε να ισχύει από 1-1-2001, με την οποία καθορίστηκαν τα ελάχιστα όρια αμοιβών των δικηγόρων όλης της Χώρας, για τις προαναφερόμενες νομικές υπηρεσίες.

Με την παραπάνω διάταξη του Ν. 2753/1999 και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτής εκδιδόμενες υπουργικές αποφάσεις δεν καταργούνται ούτε τροποποιούνται οι προαναφερόμενες διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, που προβλέπουν τις αμοιβές των δικηγόρων, οι οποίες εξακολουθούν να εφαρμόζονται σε όλες τις περιπτώσεις νομικών υπηρεσιών γενικά, για τις οποίες δεν προεισπράττεται δικηγορική αμοιβή, καθώς και στις περιπτώσεις που τα καθοριζόμενα από αυτόν ελάχιστα όρια αμοιβών δικηγόρων είναι ανώτερα από αυτά που καθορίζονται από τις παραπάνω υπουργικές αποφάσεις.

Περαιτέρω, το ΙΚΑ, κατά τη διάταξη του άρθρου 11 του σχετικού θεσμικού Α.Ν. 1846/1951, ο οποίος κυρώθηκε με τον Ν. 2113/1952, αποτελεί αυτόνομο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, που τελεί υπό την εποπτεία του Κράτους, κατά δε το άρθρο 19 παρ. 1 απαλλάσσεται κάθε δημόσιου, δημοτικού, κοινοτικού ή λιμενικού φόρου, άμεσου ή έμμεσου, κάθε τέλους ταχυδρομικού και δικαστικού σε κάθε δίκη του και απολαύει ανεξαιρέτως όλων των ατελειών και προνομίων δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών, ως εάν είναι αυτό το Δημόσιο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 Ν. 3210/1955 το ΙΚΑ απολαύει όλων των διαδικαστικών προνομίων του Δημοσίου, επί τούτου δε ως ενάγοντος ή εναγομένου εφαρμόζονται όλες οι εκάστοτε ισχύουσες για το Δημόσιο αντίστοιχες διαδικαστικές διατάξεις του Κώδικα περί δικών του Δημοσίου, της Πολιτικής και Ποινικής Δικονομίας, ενώ κατά τη διάταξη της παραγράφου 9 του άρθρου 21 του Ν. 1902/1990 το ΙΚΑ και οι λοιποί οργανισμοί αρμοδιότητας Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων έχουν όλα τα δικαστικά και δικονομικά προνόμια του Δημοσίου.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 28 παρ. 4 του ν. 2579/1998, οι διατάξεις των άρθρων 11 του κανονιστικού διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου" και 22 παρ. 4 του Ν. 1868/1989, έχουν εφαρμογή και επί των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, τα οποία έτσι απαλλάσσονται, όπως και το Δημόσιο, από την υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε παραβόλου, τέλους, ενσήμου ή εισφοράς για την άσκηση ή την εκδίκαση αγωγών, ενδίκου μέσου ή βοηθήματος, ή για τη διενέργεια οποιασδήποτε δικαστικής ή διαδικαστικής πράξης, ενώπιον όλων των δικαστηρίων ή δικαστικών ή άλλων αρχών.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 του Ν.Δ. 2698/1953 "περί διοικήσεως του ΙΚΑ και άλλων τινων διατάξεων", σε όσα υποκαταστήματα, γραφεία ή παραρτήματα του ΙΚΑ δεν συσταθoύν δικαστικά γραφεία, oρίζεται με απόφαση του Διοικητή του Ιδρύματος, μετά από γνώμη του Νομικού Συμβούλου, ένας δικηγόρος, στον οποίο ανατίθεται η ενώπιον των δικαστηρίων και δικαστικών αρχών εν γένει της έδρας του παράσταση και υπεράσπιση των συμφερόντων του Ιδρύματος σε όλες τις δικαστικές υποθέσεις αυτού, επιτρέπεται όμως, αν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι, εξουσιοδότηση από τον Διοικητή, μετά από γνώμη του Νομικού Συμβούλου, και άλλου δικηγόρου ως προς ορισμένη υπόθεση, οι δικηγόροι δε αυτοί, φέροντες τον τίτλον δικηγόροι του ΙΚΑ, αμείβονται με μηνιαία αντιμισθία που ορίζεται από το Δ.Σ.

ή με βάση τα κατώτατα όρια των αμοιβών δικηγόρων κατά τον δικηγορικό κώδικα ή και κάτω αυτών κατόπιν ειδικής συμφωνίας, δεν δικαιούνται όμως αμοιβή για τις παρεχομένες δικηγορικές συμβoυλές και οι σχέσεις τους διέπονται από τον Αστικό Κώδικα, ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1β΄ του ν. 2556/1997, οι Διοικητές των ασφαλιστικών οργανισμών ΙΚΑ και ΤΕΒΕ, οι Πρόεδροι του Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων (ΤΑΕ) και του ΤΣΑΥ, καθώς και ο Διοικητής του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) μετά από σύμφωνη γνώμη των Διοικητικών τους Συμβουλίων, μπορούν να αναθέτουν κατά περίπτωση δικαστικές υποθέσεις ασφαλιστικής και οικονομικής φύσης σε ιδιώτες δικηγόρους για τη διεκπεραίωσή τους και η αμοιβή για τις παραπάνω περιπτώσεις καθορίζεται με απόφαση των Διοικητικών τους Συμβουλίων.

Η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 13 του Ν.Δ. 2698/1953, κατά το μέρος που με αυτήν ορίζεται ότι οι δικηγόροι του ΙΚΑ αμείβονται και κάτω των κατωτάτων ορίων των αμοιβών κατά τον Κώδικα Δικηγόρων κατόπιν ειδικής συμφωνίας, έχει καταργηθεί με τη μεταγενέστερη διάταξη του εδαφίου 2 της παραγράφου 1 του άρθρου 92 Κώδικα Περί Δικηγόρων, που προστέθηκε με την παρ. 3 άρθρου 5 του Ν.Δ. 4272/1962 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 1093/1980, κατά την οποία κάθε συμφωνία για λήψη μικρότερης αμοιβής είναι άκυρη ανεξαρτήτως του χρόνου συνάψεώς της, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 του ίδιου νόμου, κατά την οποία από την έναρξη ισχύος αυτού (28-11-1980) καταργείται κάθε άλλη διάταξη γενική ή ειδική που αντίκειται στις διατάξεις αυτού.

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται, Α) ότι, εφόσον οι δικηγόροι του ΙΚΑ αμείβονται σύμφωνα με τα ελάχιστα όρια, τα οποία ορίζει ο Κώδικας περί Δικηγόρων, αμείβονται πλέον σύμφωνα με τα ελάχιστα όρια τα οποία καθορίζονται από τις εκδιδόμενες κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ. 2 του N. 2753/1999 υπουργικές αποφάσεις, στον βαθμό κατά τον οποίο τα ελάχιστα αυτά όρια είναι ανώτερα από τα αντίστοιχα ελάχιστα όρια που ορίζει ο Κώδικας περί Δικηγόρων.

Η παραπομπή του ως άνω Ν.Δ. 2698/1953 στις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων για την αμοιβή των δικηγόρων του ΙΚΑ έχει την έννοια ότι οι αμοιβές των δικηγόρων του ΙΚΑ πρέπει να ρυθμίζονται, σύμφωνα με τα εκάστοτε ισχύοντα ελάχιστα όρια δικηγορικών αμοιβών που όρισε ο νομοθέτης στον ως άνω Κώδικα. Δεδομένου, όμως, ότι ο νομοθέτης του ως άνω νομοθετικού διατάγματος είχε υπόψη κατά την σύνταξή του μόνο τις ρυθμίσεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, ως μόνου νομοθετήματος που ρύθμιζε τα ελάχιστα όρια των δικηγορικών αμοιβών, η παραπομπή του στις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, δεν έχει την έννοια ότι αποκλείεται η εφαρμογή τυχόν νεότερων διατάξεων, όπως είναι οι υπουργικές αποφάσεις που εκδίδονται κατ' εξουσιοδότηση του άρθρ. 7 παρ. 2 του Ν. 2753/1999 και καθορίζουν νέα ελάχιστα όρια δικηγορικών αμοιβών και Β) ότι το ΙΚΑ, που είναι αυτοδιοικούμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, απολαύει μεν των προαναφερόμενων προνομίων του Δημοσίου, όσον αφορά όμως την καταβλητέα στους απασχολούμενους, ανά υπόθεση, δικηγόρους του, δικηγορική αμοιβή, δεν εξομοιώνεται με το Δημόσιο, αλλά υπάγεται αφενός στις ανωτέρω γενικές ρυθμίσεις και συγκεκριμένα στις εκδιδόμενες κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν. 2753/1999 υπουργικές αποφάσεις σε συνδυασμό -κατά την προαναφερόμενη έννοια- με τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων και αφετέρου στις ειδικές για το ΙΚΑ ρυθμίσεις, όπως είναι η προβλεπόμενη από το άρθρο 19 παρ. 1β του Ν. 2556/1997.

Επομένως η διάταξη του άρθρου 23 παρ. 5 του Π.Δ. 282/1996, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 4 του Ν. 2873/2000, που ορίζει ότι η αμοιβή των Δικηγόρων του Δημοσίου διέπεται από τις διατάξεις του Ν.Δ. 3026/1954 "Περί του Κώδικος των Δικηγόρων", όπως κάθε φορά ισχύουν και καθορίζεται στο διπλάσιο του ελάχιστου ορίου από εκείνο που προβλέπεται από αυτές για κάθε δικαστική ή εξώδικη ενέργεια, ότι σε δικαστικές ή εξώδικες εργασίες, για τις οποίες από διατάξεις του Κώδικα η αμοιβή ορίζεται σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της υπόθεσης, οι δικηγόροι του Δημοσίου αμείβονται με το διπλάσιο του ελάχιστου ορίου, που ορίζεται με τις διατάξεις των άρθρων 100 παράγραφος 4, 107 παράγραφος 1 εδάφιο 2 και 110 παράγραφος 1 του πιο πάνω Κώδικα στην πρώτη περίπτωση και από το άρθρο 161 παράγραφος 4 στη δεύτερη περίπτωση και ότι οι αμοιβές αυτές μπορούν κατά την εκκαθάρισή τους είτε να μειωθούν μέχρι του ελάχιστου ορίου, που προβλέπουν οι διατάξεις του παραπάνω Κώδικα, όταν πρόκειται για χειρισμό μεγάλου αριθμού ομοίων υποθέσεων ή όταν ο δικηγόρος του Δημοσίου δεν χειρίστηκε την υπόθεση με την προσήκουσα επιμέλεια, είτε να αυξηθούν μέχρι το τετραπλάσιο του ελάχιστου αυτού ορίου, όταν επιδείχθηκε από τον δικηγόρο ιδιαίτερο ενδιαφέρον και επιμέλεια, δεν εφαρμόζεται στις σχέσεις του ΙΚΑ με τους δικηγόρους αυτού, οι οποίες διέπονται από τις εκδιδόμενες κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν. 2753/1999 κοινές υπουργικές αποφάσεις, σε συνδυασμό -κατά την προαναφερόμενη έννοια- με τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων (ΑΠ 920/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη Δικηγόρος, αμειβόμενη ανά υπόθεση, εκτέλεσε κατ' εντολή του αναιρεσείοντος τις λεπτομερώς αναφερόμενες εκεί δικαστικές εργασίες και ότι δικαιούται την αμοιβή που καθορίζεται από τις διατάξεις των 1007604/132/Α0012/25-1-2000 και 1314/21-12-2000 κοινών αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, στον βαθμό κατά τον οποίο τα ελάχιστα καθοριζόμενα από αυτές όρια δικηγορικών αμοιβών είναι ανώτερα από τα αντίστοιχα ελάχιστα όρια που ορίζει ο Κώδικας περί Δικηγόρων και όχι την αμοιβή που προσδιορίζεται με βάση τις ειδικές για το Δημόσιο ρυθμίσεις του άρθρου 23 παρ. 5 του Π.Δ. 282/1996 (ήδη άρθρο 24 παρ. 5 του Ν. 3086/2002), σύμφωνα με τις οποίες ο Δικηγόρος του ΙΚΑ, ακόμη και για δικαστικές εργασίες, που ο Κώδικας περί Δικηγόρων ορίζει αμοιβή σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της υπόθεσης, δεν αμείβεται με βάση το ποσοστό αυτό, αλλά σύμφωνα με το πάγιο ελάχιστο όριο, που προβλέπεται από τις οικείες διατάξεις του ίδιου Κώδικα.

Και τούτο γιατί το ΙΚΑ δεν εξομοιώνεται με το Δημόσιο ως προς τον διάφορο τρόπο αμοιβής των Δικηγόρων που χρησιμοποιεί. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τις διατάξεις που προεκτέθηκαν και επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναιρέσεως, του οποίου οι αιτιάσεις εκτιμώνται ενιαίως ως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ.

Επειδή με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αναιρέσεως, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 19 άρθρο 559 του ΚΠολΔ . Οι λόγοι όμως αναιρέσεως που αναφέρονται στο άρθρ. 560 ΚΠολΔ, για τους οποίους επιτρέπεται αναίρεση κατ' αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως στην προκείμενη περίπτωση, ορίζονται περιοριστικώς, στους λόγους δε αυτούς δεν περιλαμβάνονται και λόγοι αντίστοιχοι προς τους αριθμούς 8 και 19 άρθρο 559 του ΚΠολΔ.

Επειδή, κατ'ακολουθίαν των παραπάνω, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.), ως ηττώμενο, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό αίτημα αυτής (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ), μειωμένη όμως σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του ν. 3693/1957, όπως η πρώτη παράγραφος ισχύει μετά την υπ' αριθ. 134423/8-12-1992 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ.

Β΄ 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987, σε συνδυασμό με τα άρθρα 7 και 9 του ν.δ. 2698/1953, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό (βλ. σχ. ΑΠ 920/2006, 157/2001).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8 Ιουνίου 2005 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) για αναίρεση της υπ' αριθ. 432/2005 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών.- Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε τριακόσια τριάντα (330) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ