Legislator Case Law & Legislation
318/2006 AI generated

Supreme Court allows appeal against appealable court decision due to lack of reasoning on abuse of right claim.

Case Number 318/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the final judgment of the Court of First Instance regarding a land dispute. The appellants argued that the lower court failed to provide reasoning for rejecting their claim of abuse of right under Article 281 of the Civil Code. The court found this omission a procedural defect requiring the lower court to re-examine the case with proper justification.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible when the appealed decision lacks reasoning or provides insufficient reasoning on a matter that has a decisive influence on the outcome of the case.

Keywords

AI generated
abuse of right lack of reasoning procedural defect appeal admissibility civil procedure land dispute supreme court

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 599 of the Code of Civil Procedure
Article 286 of the Code of Civil Procedure
Article 287 of the Code of Civil Procedure
Article 290 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Athens Court of Appeal, No. 4617/2004
Supreme Court of Greece, No. 62/1990
Supreme Court of Greece, No. 17/1995

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 318 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 318/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ελένη Μαραμαθά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1. Μ. συζ. Δ. Χ., το γένος Μ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Θαλασσινό και 2. Ι. συζ. Π. Φ., το γένος Α. Α., κατοίκου ομοίως, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Δημητρούκα.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Π. του Η.. Εμφανίσθηκε η πληρεξούσια δικηγόρος Μόσχα Κωτσέλη, η οποία δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 29 Δεκεμβρίου 2005, όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα με αριθ. πρωτ. …/2-1-06 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Δήμου … και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του: α. Μ. χήρα Δ. Π., το γένος Σ. Β., κάτοικος ..., β. Α. συζ. Α.-Ε. Σ. - Σ., το γένος Δ. Π., κάτοικος ..., γ. Η. Π. του Δ., κάτοικος ... και δ. Σ. Π. του Δ., κάτοικος ομοίως, τους οποίους εκπροσωπεί όλους δια πληρεξουσίου εγγράφου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Δεκεμβρίου 1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2263/2000 μη οριστική και 4270/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4617/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 18 Σεπτεμβρίου 2004 αίτησή τους και τους από 12 Δεκεμβρίου 2005 πρόσθετους λόγους αυτής (οι οποίοι αφορούν μόνον την 1η εκ των αναιρεσειουσών).

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Βούλγαρης, ανέγνωσε την από 29 Δεκεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειουσών ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και ειδικότερα ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσείουσας την παραδοχή και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδάφ. α', 287 παρ. 1 και 290 του Κ.Πολ.Δ., τα οποία εφαρμόζονται και στην κατ' αναίρεση δίκη (537 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει, ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί άμεση συζήτηση της υποθέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη υπ'αριθμ. …/2-1-06 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου …την 29-12-05 απεβίωσε (μετά την κατά αυτού άσκηση 21-9-04 της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως) ο αναιρεσίβλητος Δ. Π., ο οποίος και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου υπό των συζύγου (Μ. Π.) και τέκνων του (Α., Η. και Σ. Π.). Η ούτω βιαίως διακοπείσα δίκη, νομίμως επαναλαμβάνεται υπό των ως άνω κληρονόμων του αναιρεσιβλήτου, δηλωσάντων τούτο δια της πληρεξουσίας αυτών δικηγόρου Μόσχας Κωτσέλη (βλεπ. προσκομιζόμενον υπ' αριθμ. …02/4-1-06 πληρεξούσιον της συμβολαιογράφου Β. Π.), δήλωση η οποία και καταχωρήθηκε στα πρακτικά.

ΙΙ. Επειδή από τα άρθρα 1, 2 § 1, 3, 4, 5, 13 Ν. 3741/1929, 1 § 1 και 3 Ν.Δ. 1024/1971, 1002, 117 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας (δηλαδή χωριστής ιδιοκτησίας επί περισσοτέρων οικοδομημάτων που ανεγείρονται σε ενιαίο οικόπεδο, αλλά σε ορισμένα για κάθε συνιδιοκτήτη τμήματα του κοινού οικοπέδου) ο συνιδιοκτήτης έχει δικαίωμα να καλύψει, με την ανέγερση οικοδομής στο καθορισμένο για αυτόν τμήμα του κοινού οικοπέδου, τόση επιφάνεια, όση αναλογεί στο ποσοστό συγκυριότητάς του επί του κοινού οικοπέδου, αφήνοντας δηλαδή ακάλυπτο το ποσοστό εκείνο το οποίο, σύμφωνα με τις πολεοδομικές διατάξεις, είναι υποχρεωμένος να το αφήσει ανάλογα προς το εμβαδόν της ιδίας του ιδιοκτησίας, ακόμη δε και μη υπερβαίνοντας τον συντελεστή δόμησης που αναλογεί στην ιδιοκτησία του, κατά τις σχετικές επίσης πολεοδομικές διατάξεις.

Αν παραβεί την ως άνω υποχρέωσή του, ο συνιδιοκτήτης που ζημιώνεται δικαιούται να απαιτήσει την κατεδάφιση κατά το μέτρο που υπάρχει υπέρβαση ή στην περίπτωση ιδίως που υπάρχει αδυναμία κατεδαφίσεως, αποζημίωση ίση προς την αξία του δικαιώματος κάλυψης της επιφάνειας που στερήθηκε. Η αποζημίωση αυτή υπολογίζεται κατά τα άρθρα 297, 298 ΑΚ και συνίσταται στην αξία της παραπάνω επιφάνειας, ως προς την οποία και δημιουργείται στην περιουσία του κενό και όχι στην αξία του εδάφους, το οποίο, παρόλη την υπέρβαση, εξακολουθεί να του ανήκει.

Ειδικότερα, η ζημία συνίσταται στην αξία του διαμερίσματος ή του ορόφου ή μέρους αυτών που στερήθηκε ο συνιδιοκτήτης, από την οποία όμως πρέπει να αφαιρεθεί τόσο η αξία των υλικών και λοιπών δαπανών ανοικοδόμησης, όσο και η αξία του εδάφους που αντιστοιχεί σε αυτό, γιατί διαφορετικά θα γινόταν αδικαιολογήτως πλουσιότερος, αφού η ζημία του θα υπολογιζόταν ανάλογα με την αξία πλήρως αποπερατωμένης οικοδομής, με το ανάλογο ποσοστό εδάφους, ενώ ούτε το ποσοστό συγκυριότητάς του έχασε, ούτε δαπάνη ανέγερσής της πλήρωσε.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να περιέχονται στην αγωγή αποζημίωσης, γιατί διαφορετικά αυτή είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, αφού δεν είναι δυνατή η διεξαγωγή απόδειξης (άρθρα 118 εδ. 4, 216 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη από 20.12.1998 αγωγή του ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι αυτός και οι εναγόμενες, βάσει των εις την αγωγή αναφερομένων, νομίμως δε μεταγραφέντων, συμβολαίων, είναι συγκύριοι του αναφερομένου στην αγωγή οικοπέδου και δη κατά ποσοστό 39,60% αυτός, κατά ποσοστό 28,80% η πρώτη εναγομένη και κατά ποσοστό 24,60% η δεύτερη εναγομένη (το υπόλοιπο ποσοστό 7% παραμένει κοινόχρηστο), επί του οποίου έχει συσταθεί κάθετη ιδιοκτησία και έχει καθοριστεί το τμήμα που ανήκει στην αποκλειστική χρήση καθενός.

Ότι οι εναγόμενες, κατά παράβαση της πράξης σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας και των αντιστοίχων πολεοδομικών διατάξεων, έχουν ανεγείρει στα τμήματα της αποκλειστικής τους χρήσης κτίσματα, επιφανείας μεγαλύτερης από αυτή που εδικαιούντο να ανεγείρουν βάσει του ποσοστού συγκυριότητάς τους, και συγκεκριμένα η μεν πρώτη εναγομένη έχει επιπλέον επιφάνεια 93,879 τ.μ., η δεύτερη επιπλέον επιφάνεια 81,688 τ.μ., με αποτέλεσμα να προσβάλλεται το δικαίωμα του ενάγοντος να ανεγείρει στο δικό του τμήμα οικοδομή επιφανείας ανάλογης με το ποσοστό συγκυριότητάς του επί του ενιαίου οικοπέδου και ειδικότερα να περιορίζεται το δικαίωμά του κατά 175,56 τ.μ.

Με βάση τα προαναφερόμενα ζήτησε (κυρίως) να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να κατεδαφίσουν τα ως άνω κτίσματα που έχουν ανεγείρει καθ' υπέρβαση του ποσοστού συγκυριότητάς τους επί του κοινού οικοπέδου, άλλως, σε περίπτωση που αυτές δεν προβούν στις αναφερόμενες κατεδαφίσεις, να επιτραπεί σε αυτόν να προβεί στις κατεδαφίσεις αυτές, με δαπάνες των εναγομένων.

Επικουρικώς, και για την περίπτωση που κριθεί ότι υπάρχει αδυναμία κατεδαφίσεως των ως άνω κτισμάτων, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενες οφείλουν να του καταβάλουν: α) η μεν πρώτη 18.775.800 δραχμές, η δε δεύτερη 16.337.600 δραχμές ως αποζημίωση για την αξία του δικαιώματος καλύψεως και δομήσεως της επιφανείας που αυτός στερήθηκε, στην οποία (αποζημίωση), κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, δεν περιλαμβάνονται η αξία του εδάφους, που εξακολουθεί να παραμένει στον ενάγοντα, καθώς και ο κόστος ανέγερσης των κτισμάτων και β) ότι οι εναγόμενες οφείλουν να του καταβάλουν, ως αποζημίωση λόγω διαφυγόντος κέρδους, το ποσό των 1.950.000 δραχμών η καθεμία, το οποίο θα εισέπραττε από την εκμετάλλευση κτισμάτων συνολικής επιφανείας (93,879 + 81,688 =) 175,56 τ.μ., τα οποία αυτός εδικαιούτο να ανεγείρει επί του τμήματος αποκλειστικής του χρήσης.

Με το εκτεθέν ιστορικό και αίτημα η κρινόμενη αγωγή είναι νόμιμη και ορισμένη, περιέχουσα τα απαραίτητα στοιχεία για τη θεμελίωσή της στις μνημονευόμενες διατάξεις. Ειδικότερα, στην αγωγή (και δη στην σελ. 7 αυτής) αναφέρεται ότι το 7% του οικοπέδου ανήκει κατ' ισομοιρίαν στους διαδίκους. Γι' αυτό και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 § 1 ΚΠολΔ, καθώς και ο αυτός λόγος από το άρθρο 559 § 14 ΚΠολΔ (μη κήρυξη απαραδέκτου από το Εφετείο λόγω αοριστίας της αγωγής) είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Επειδή με το άρθρο 281 ΑΚ ορίζεται ότι: "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.

ΑΠ 62/90, 17/95). Εξάλλου κατά τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλουν την αιτίαση από το άρθρο 599 § 1 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο τον ισχυρισμό τους εκ του άρθρου 281 ΑΚ δεν περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του αιτιολογία και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 § 19 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός και ως κατ' ουσίαν βάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη πράγματι το Εφετείο απέρριψε τον εκτεθέντα ισχυρισμό των αναιρεσειουσών χωρίς αιτιολογία.

Συνεπώς πρέπει κατά παραδοχή του λόγου αυτού να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4617/04 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.- -

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω έρευνα στο ίδιο Εφετείο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές.- Και -

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) Ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ