Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility of request to limit property ownership claim after first instance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Third Instance Court's decision regarding property ownership. The appellants argued that the lower court improperly rejected their request to limit the ownership claim to specific property sections, claiming a procedural error. The court ruled that such a limitation is inadmissible at the appellate stage because the law permits it only up to the first instance, rendering the appeal on this ground invalid.
Legislator headnote
AI generatedArticles 223 and 526 of the Code of Civil Procedure; The request to limit the plaintiff's claim is inadmissible at the appellate stage as it is permitted only until the conclusion of the trial in the first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 317 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 317/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη - Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, τη 16η Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Λ. του Σ., κατοίκου ..., 2) Ε. συζύγου Π. Ζ., το γένος Σ. Λ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ειρήνη Σπεντζοπούλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ά. Κ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Φαρμάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-8-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 148/2007 μη οριστική, 137/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1199/2013 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 29-9-2014 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 5/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 759/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-11-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν κατά του ήδη αναιρεσίβλητου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής την από 28-8-2001 διεκδικητική αγωγή κυριότητας των περιγραφομένων διαιρετών τμημάτων ακινήτων με τα επ'αυτών κτίσματα, ερειδόμενη στην έκτακτη χρησικτησία.
Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε, αρχικά, η υπ' αριθμ. 148/2007 μη οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε νόμιμη η αγωγή και αναβλήθηκε η έκδοση της οριστικής απόφασης έως ότου εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της υπ' αριθμ. έκθ. κατάθεσης 1186/387Π/1996 ανακοπής που άσκησαν οι ενάγοντες κατά του εναγομένου και του Α.
Λ., στη συνέχεια δε, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 137/2011 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή, ως ουσιαστικά βάσιμη. Κατά της οριστικής αυτής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, ο εναγόμενος άσκησε την από 27-3-2012 (αριθμ. έκθ. κατάθεσης 51/28-3- 2012) έφεση, καθώς και τους από 30-8-2012 πρόσθετους λόγους έφεσης (αριθμ.
έκθ. κατάθεσης 3263/30-8-2012), επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1199/2013 απόφαση, με την οποία, αφού συνεκδικάστηκαν, η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν. Κατά της απόφασης αυτής ο εκκαλών- εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε την από 29-9-2014 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5/2017 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία αναιρέθηκε η παραπάνω απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση με άλλη σύνθεση.
Το τελευταίο με την υπ'αριθμ. 759/2018, απόφασή του, αφού συνεκδίκασε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους που επανέφερε με την από 16-5-2017 (αριθμ. έκθ. κατάθεσης 1188/ 8-5-2017) κλήση του ο εκκαλών- εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος και τους πρόσθετους λόγους που άσκησε με την προσθήκη των προτάσεων του, απέρριψε τους τελευταίους ως απαραδέκτους και δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και τους από 30-8-2012 πρόσθετους λόγους, κράτησε την υπόθεση δίκασε επί της από 28-8-2001 αγωγής και απέρριψε αυτή ως μη νόμιμη.
Κατά της αποφάσεως αυτής οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι άσκησαν την υπό κρίση αναίρεση. Η ανωτέρω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1, 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571,577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της υπ'αριθμ. 5/2017 αναιρετικής απόφασης το Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου δέχθηκε ότι ".....Από τις διατάξεις των άρθρων 798, 799 και 800 ΑΚ προκύπτει ότι η εξώδικη εκούσια διανομή ενός κοινού αντικειμένου, η οποία ρυθμίζεται από τις ανωτέρω διατάξεις και η οποία επιφέρει τη λύση της κοινωνίας, προϋποθέτει σύμβαση μεταξύ όλων των κοινωνών, που έχει ως αντικείμενο την αμοιβαία μεταβίβαση των μερίδων τους, εις τρόπον ώστε καθένας από τους κοινωνούς να αποκτήσει πλήρες δικαίωμα στο συγκεκριμένο τμήμα του κοινού πράγματος που περιέρχεται σ' αυτόν.
Η πραγματοποιούσα τη λύση της κοινωνίας αυτούσια διανομή του κοινού πράγματος (κινητού ή ακινήτου) προϋποθέτει ότι το κοινό αντικείμενο είναι διαιρετό και δύναται να διανεμηθεί μεταξύ των κοινωνών, χωρίς ουσιώδη μείωση της αξίας του σε ομοειδή μέρη, ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών. Τα μη οικοδομημένα ακίνητα μπορούν να διαιρεθούν με τη χάραξη ορίων και τη μεταβίβαση της κυριότητας των τεμαχίων σε διαφορετικά πρόσωπα.
Αντίθετα, δεν είναι νομικά επιτρεπτή η αυτούσια εξώδικη άτυπη διανομή ενός οικοδομημένου ακινήτου, αλλά, για το κύρος αυτής, απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή του, κατ' άρθρο 389 ΑΚ. Κατ' εξαίρεση, μπορεί να διαιρεθεί οριζόντια και κάθετα, μόνον εφόσον συντρέχουν οι όροι και οι διατυπώσεις του άρθρου 480Α ΚΠολΔ, του ν. 3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους, με το άρθρο 1 του οποίου αναγνωρίζεται η διηρημένη κατ' ορόφους ή μέρη αυτών ιδιοκτησία επί του αυτού οικοδομήματος και του ν.δ. 1024/1971 ''περί διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου".
Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του τελευταίου αυτού νομοθετικού κειμένου: "Εν τη έννοια του άρθρου 1 του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του Αστικού Κωδικός, δύναται να συσταθεί διηρημένη ιδιοκτησία και επί πλειόνων αυτοτελών οικοδομημάτων, ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου, ανήκοντας εις ένα ή πλείονας, ως και επί ορόφων ή μερών των οικοδομημάτων τούτων".
Περαιτέρω δέχθηκε το Δικαστήριο τούτο με την ως άνω απόφασή του ότι με βάση τις παραδοχές του το Εφετείο "... απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων και αναγνωρίστηκαν αυτοί αποκλειστικά κύριοι των διαιρετών και αυτοτελών τμημάτων του με αριθμό ...
κληροτεμαχίου μετά των επ'αυτών κτισμάτων, που αντιστοιχούν σε κάθε διαιρετό τμήμα και συγκεκριμένα τριών συνεχόμενων καταστημάτων ο καθένας απ'αυτούς και υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων να τους τα αποδώσει.", καθώς και ότι "Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού διατάξεις των άρθρων 1054 ΑΚ, 1, 2, 3 και 4 του ν. 3741/1929, γιατί δεν είναι δυνατή η διανομή οικοδομημένου ακινήτου με χρησικτησία, αφού προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 953 ΑΚ.
Η οικοδομή αυτή, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν διέπεται από τις διατάξεις του ν.3741/1929 και 1024/1971, ώστε τμήματα αυτής να είναι δεκτικά χρησικτησίας μαζί με το ανάλογο διαιρετό τμήμα του οικοπέδου, ενόψει του ότι καθένας από τους αναιρεσίβλητους αναγνωρίστηκε κύριος, όπως προαναφέρεται, όχι μόνον διαιρετών τμημάτων του οικοδομημένου οικοπέδου, αλλά και των αντίστοιχων διαιρετών τμημάτων της οικοδομής, όπως ήταν το αίτημα της ένδικης αγωγής.
Ακόμη η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19, αφού τα εκτιθέμενα ως αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, σύμφωνα με το πραγματικό των ως άνω εφαρμοστέων κανόνων δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε.
Επομένως είναι βάσιμοι ο πρώτος από τον αριθμό 1 και ο δεύτερος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγοι αναίρεσης. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί , σύμφωνα με' το άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔικ, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει προηγουμένως".
Το δε Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι "Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη, από 28-8-2001 (αριθμ. έκθ. κατάθεσης 2210, 7-9-2001) αγωγή, οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι εκθέτουν ότι, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../…-…-1998 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης της συμβολαιογράφου Ν. Μουδανιών Ό. Κ. - Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, στις 29.10.1998, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νέων Μουδανιών, κατακυρώθηκε στον εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα, Ά.
Κ., ως υπερθεματιστή στον πλειστηριασμό που είχε επισπεύσει ο ίδιος, σε βάρος του οφειλέτη του, Α. Λ., ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, του υπ' αριθμ. ... κληροτεμαχίου, κατηγορίας Ε εμβαδού 12.062 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Νέων Μουδανιών Χαλκιδικής και περιγράφεται ειδικότερα σ' αυτή, επί του οποίου υφίσταται διώροφη οικοδομή, η οποία αποτελείται: 1) από ισόγειο όροφο, για όποιον βλέπει την οικοδομή από την εμπρόσθια πλευρά της, που βρίσκεται προς τη δημόσια οδό και αποτελείται από έξι (6) καταστήματα, όπως ειδικότερα περιγράφονται σ' αυτή και 2) από υπόγειο όροφο, για όποιον βλέπει την οικοδομή από την εμπρόσθια πλευρά της ενώ για όποιον βλέπει την οικοδομή από την οπίσθια πλευρά της, λόγω υψομετρικής διαφοράς, είναι ισόγειος χώρος, με ξεχωριστή είσοδο και αποτελείται από πέντε (καταστήματα), εφάπτεται δε με ένα πρόσθετο (έκτο) κατάστημα, ενώ στην οπίσθια πλευρά της οικοδομής υφίσταται και ένα αυτοτελές μικρό κτίσμα, όπως ειδικότερα περιγράφεται στην αγωγή.
Ότι κατά το χρόνο κατάσχεσης και πλειστηριασμού του ως άνω ακινήτου, ο Α. Λ. δεν ήταν συγκύριος αυτού, διότι είχε προηγηθεί, το Νοέμβριο του έτους 1976, άτυπη διανομή μεταξύ των συγκυρίων, ήτοι μεταξύ των ιδίων (εναγόντων) και του Α. Λ., αδελφού τους, από την οποία έλαβε ο καθένας από αυτούς διαιρετό τμήμα του όλου ακινήτου.
Ειδικότερα, εκθέτουν ότι το ανωτέρω ακίνητο, το οποίο, αρχικά, είχε εμβαδό 18.062 τ.μ., είχε περιέλθει στην κυριότητα του Α. Λ. με το υπ αριθμ. .../1961 συμβόλαιο πώλησης του συμβολαιογράφου Νέων Μουδανιών, Χ. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα, αφού προηγουμένως, με την υπ' αριθμ. /…-…-1961 απόφαση του Νομάρχη Χαλκιδικής, είχαν αρθεί, κατ' άρθρο 213 του Αγροτικού Κώδικα, οι περιορισμοί των άρθρων 208-212 και 216 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η απαγόρευση κατάτμησής του.
Ότι, στη συνέχεια, με το υπ' αριθμ. .../…-…-1976 συμβόλαιο πώλησης του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Μ. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα και το οποίο έγινε σε εκτέλεση του υπ' αριθμ. .../…-…-1965 προσυμφώνου του συμβολαιογράφου Νέων Μουδανιών, Χ. Τ., ο Α. Λ. μεταβίβασε, λόγω πώλησης, την κυριότητα του κληροτεμαχίου, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, στον πατέρα τους, Σ.
Λ. και κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, στον πρώτο από αυτούς, οπότε του απέμεινε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου. Ότι, ακολούθως, με το υπ' αριθμ. .../…-…-1977 συμβόλαιο πώλησης του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Μ. Σ., που έγινε σε εκτέλεση του υπ' αριθμ. .../…-…-1976 προσυμφώνου του ίδιου συμβολαιογράφου και μεταγράφηκε νόμιμα, οι τρεις (3) παραπάνω συγκύριοι του κληροτεμαχίου, δηλαδή, οι Α.
Λ., Σ. Λ. Μ. Λ. (πρώτος ενάγων), μεταβίβασαν διαιρετό τμήμα αυτού, εμβαδού 6.000 τ.μ., στην ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Ι. Π. και Σία Ο.Ε." και έτσι, απέμεινε στους ίδιους διαιρετό τμήμα 12.062 τ.μ.. Ότι κατά την ημέρα σύναψης του ανωτέρω προσυμφώνου, οι συγκύριοι του ως άνω διαιρετού τμήματος των 12.062 τ.μ. κατήρτισαν, ενώπιον του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, το υπ' αριθμ. .../…-…-1976 προσύμφωνο, με το οποίο προσυμφώνησαν τη διανομή του σε δυο διαιρετά τμήματα, εκ των οποίων το ένα, εμβαδού 2.000 τ.μ., θα λάμβανε ο Α.
Λ., ενώ το άλλο, εμβαδού 10.062 τ.μ., συμφωνήθηκε να περιέλθει στη συγκυριότητα των Μ. και Σ. Λ., κατά ποσοστό 1/3 και 2/3 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, έλαβαν δε έκτοτε στη νομή τους τα ως άνω διαιρετά τμήματα. Ότι, ακολούθως, οι συγκύριοι του δευτέρου από τα ως άνω διαιρετά τμήματα (των 10.062 τ,μ,), κατήρτισαν το υπ' αριθμ. .../…-…-1976 προσύμφωνο του ίδιου συμβολαιογράφου, με το οποίο συμφώνησαν τη διανομή αυτού, σε δύο διαιρετά τμήματα, εκ των οποίων το ένα, εμβαδού 4.685 τ.μ., όπως ειδικότερα περιγράφεται στην αγωγή, με τα επ' αυτού κτίσματα, θα λάμβανε ο Σ.
Λ., ενώ την υπόλοιπη περιγραφόμενη έκταση, με τα επ' αυτής κτίσματα, θα λάμβανε ο Μ. Λ. (πρώτος ενάγων), έκτοτε δε, έλαβε καθένας στη νομή του τα ως άνω διαιρετά τμήματα ακινήτου. Τέλος, ότι με το υπ' αριθμ. …/…-...-1976 προσύμφωνο του ίδιου συμβολαιογράφου, ο Σ. Λ. προσυμφώνησε τη σύσταση προίκας υπέρ της δεύτερης ενάγουσας-εφεσίβλητης, με τη μεταβίβαση σ' αυτή της ψιλής κυριότητας του ως άνω διαιρετού τμήματος των 4.685 τ.μ.
και την παρακράτηση της επικαρπίας εφ' όρου ζωής αυτού και της συζύγου του, οι οποίοι έχουν ήδη αποβιώσει, έκτοτε δε, η ως άνω ενάγουσα υπεισήλθε στη νομή αυτού. Ότι από το έτος 1976, οπότε οι ίδιοι (ενάγοντες) έλαβαν στη νομή τους τα διαιρετά τμήματα του όλου κληροτεμαχίου, με τα επ' αυτών κτίσματα, που προσυμφωνήθηκε να λάβει ο καθένας, ασκούσαν επ' αυτών τη φυσική εξουσίαση με διάνοια κυρίου, εκμεταλλευόμενοι αυτά αυτοτελώς και ασκώντας όλες τις διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στους κυρίους, συνεχώς μέχρι τις 28.5.1999, οπότε έλαβε χώρα η βίαιη αποβολή του Α.
Λ. και η εγκατάσταση του εναγόμενου στη σύννομή του ακινήτου, κατά το προαναφερόμενο ποσοστό, βάσει της ως άνω περίληψης κατασχετήριας έκθεσης και ως εκ τούτου, ήδη, από το Νοέμβριο του έτους 1996, είχαν γίνει κύριοι των τμημάτων αυτών, με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον συμπληρώθηκε στο πρόσωπό τους, ο απαιτούμενος εικοσαετής χρόνος άσκησης της νομής τους απ' αυτούς.
Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενοι ότι ο δικαιοπάροχος του εναγόμενου, Α. Λ., δεν ήταν συγκύριος, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου του ως άνω ακινήτου, κατά το χρόνο της εγκατάστασης του εναγόμενου στη νομή αυτού και ως εκ τούτου, ο τελευταίος δεν απέκτησε τη συγκυριότητα του κατά το ανωτέρω ποσοστό, ζητούν, κατ' εκτίμηση του αιτήματος τους, να αναγνωριστεί η κυριότητα τους επί των επιδίκων διαιρετών τμημάτων του ακινήτου με τα κτίσματα που αντιστοιχούν σε κάθε διαιρετό τμήμα και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους τα αποδώσει.
Η αγωγή, με το περιεχόμενο που προεκτέθηκε, είναι μη νόμιμη, κατά τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, ως αντιβαίνουσα στις διατάξεις των άρθρων 1054 ΑΚ, 12, 3 και 4 του ν. 3741/1929, δεδομένου ότι, σύμφωνα με την αναιρετική απόφαση, η οποία έλυσε το σχετικό νομικό ζήτημα, δεν είναι δυνατή η διανομή οικοδομημένου ακινήτου με χρησικτησία, αφού προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 953 ΑΚ, ενόψει του ότι οι ενάγοντες δεν επικαλούνται ότι έχει συσταθεί διηρημένη ιδιοκτησία επί των προπεριγραφομένων αυτοτελών οικοδομημάτων που έχουν ανεγερθεί επί του ενιαίου οικοπέδου, ούτε ότι η επίδικη διώροφη οικοδομή διέπεται από τις διατάξεις των ν. 3741/1929 και 1024/1971, ώστε οι διηρημένες ιδιοκτησίες, ήτοι, τα αυτοτελή οικοδομήματα, καθώς και τα τμήματα της διώροφης οικοδομής, να είναι δεκτικές χρησικτησίας, μαζί με τα ανάλογα διαιρετά τμήματα του οικοπέδου, ζητούν δε να αναγνωριστεί, καθένας από αυτούς, κύριος, όχι μόνον διαιρετών τμημάτων του οικοδομημένου ενιαίου οικοπέδου, αλλά και των αντιστοίχων αυτοτελών οικοδομημάτων, καθώς και των διαιρετών τμημάτων της ως άνω οικοδομής.
Σημειωτέον, ότι οι εφεσίβλητοι- ενάγοντες, με το δικόγραφο των προτάσεων τους, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα συζήτηση της υπόθεσης, δηλώνουν ότι περιορίζουν το αγωγικό αίτημα και ζητούν να αναγνωριστούν συγκύριοι μόνο των επιδίκων οικοπεδικών τμημάτων, παραιτούμενοι από το αίτημα περί αναγνώρισης της κυριότητας τους επί των επιδίκων οικοδομημάτων.
Ο περιορισμός, όμως, του αγωγικού αιτήματος, κατά τη σαφή λεκτική της διατύπωση της διάταξης του άρθρου 223 ΚΠολΔ μπορεί να γίνει έως την περάτωση της δίκης στον πρώτο βαθμό και επομένως, αυτός αποκλείεται στην κατ' έφεση δίκη, στην οποία αποκρούεται και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτος, έστω και αν συναινεί ο αντίδικός του.......
Ως εκ τούτου, η ως άνω δήλωση των εφεσιβλήτων, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, ανεξάρτητα από τη συναίνεση ή μη του εκκαλούντος-εναγομένου. Ενόψει τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε νόμιμη την αγωγή και προχώρησε στην κατ' ουσίαν έρευνα αυτής, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ως εκ τούτου, οι σχετικοί λόγοι της έφεσης και των προσθέτων λόγων, πρέπει να γίνουν δεκτοί, ως βάσιμοι και κατ' ουσία.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων έφεσης και των προσθέτων λόγων, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, ως βάσιμοι και κατ' ουσία, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, καθώς και η συνεκκαλούμενη, κατ' άρθρο 513 παρ. 2 ΚΠολΔ, υπ' αριθμ. 148/2007 μη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, στη συνέχεια δε, να κρατηθεί η υπόθεση προς εκδίκαση από το Δικαστήριο τούτο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ν' απορριφθεί η αγωγή, ως μη νόμιμη".
Με βάση τα παραπάνω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού απέρριψε ως απαράδεκτη την δήλωση των εναγόντων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων που υπέβαλαν ενώπιον του Εφετείου περί μερικής παραιτήσεως τους από το δικόγραφο της αγωγής ως προς αίτημα τους περί αναγνώρισης της κυριότητάς τους επί των επιδίκων οικοδομημάτων, με την αιτιολογία ότι κατά την εφαρμοζόμενη στην προκειμένη περίπτωση της διάταξης του άρθρου 223 του Κ.Πολ.Δ, ο μερικός περιορισμός του αιτήματος μπορούσε να γίνει έως την περάτωση της δίκης στον πρώτο βαθμό, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, ως αντιβαίνουσα στις διατάξεις των άρθρων 1054 ΑΚ, 1,2, 3 και 4 του ν. 3741/1929, εναρμονιζόμενη με όσα δέχθηκε η υπ'αριθμ. 5/2017 αναιρετική απόφαση του παρόντος δικαστηρίου ως προς το νομικό ζήτημα ότι δεν είναι δυνατή η διανομή οικοδομημένου ακινήτου με χρησικτησία, αφού προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 953 ΑΚ, ενόψει του ότι οι ενάγοντες με την υπό κρίση αγωγή τους με το πιο πάνω περιεχόμενο, δεν επικαλούντο ότι έχει συσταθεί διηρημένη ιδιοκτησία επί των προπεριγραφομένων αυτοτελών οικοδομημάτων που έχουν ανεγερθεί επί του ενιαίου οικοπέδου, ούτε ότι η επίδικη διώροφη οικοδομή διέπεται από τις διατάξεις των ν. 3741/1929 και 1024/1971, ώστε οι διηρημένες ιδιοκτησίες, ήτοι, τα αυτοτελή οικοδομήματα, καθώς και τα τμήματα της διώροφης οικοδομής, να είναι δεκτικές χρησικτησίας, μαζί με τα ανάλογα διαιρετά τμήματα του οικοπέδου, δεδομένου ότι καθένας από αυτούς ζητούσε να αναγνωριστεί κύριος, όχι μόνον διαιρετών τμημάτων του οικοδομημένου ενιαίου οικοπέδου, αλλά και των αντιστοίχων αυτοτελών οικοδομημάτων, καθώς και των διαιρετών τμημάτων της ως άνω οικοδομής.
Από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.4 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", προκύπτει ότι οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου είναι δεσμευτικές για όλα τα δικαστήρια, που επιλαμβάνονται της ίδιας υπόθεσης, δηλαδή, και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ' αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής. (Ολ.ΑΠ 15/2011).
Ως "νομικό ζήτημα" θεωρείται το εννοιολογικό περιεχόμενο που προσέδωσε η αναιρετική απόφαση στον κανόνα δικαίου, στην παράβαση του οποίου θεμελιώθηκε η αναίρεση, μπορεί δε αυτός να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο, για τους κατ' ιδίαν λόγους αναίρεσης που θεσπίζει το αρθ. 559 ΚΠολΔ (Α.Π 387/2021,Α.Π 206/2018,ΑΠ 534/2015,ΑΠ 1708/2014).
Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς, πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, Α.Π 129/2021, Α.Π 129/2021, ΑΠ 757/2015).
Ιδρύεται, επομένως, ο ως άνω λόγος, εκτός από άλλες περιπτώσεις, και όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής, έλαβε υπόψη πράγματα, τα οποία δεν περιλαμβάνονται σ' αυτήν και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής. Δεν ιδρύεται όμως ο ως άνω λόγος όταν το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό της διαφοράς με βάση τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται με πληρότητα στην αγωγή (Α.Π1265/2019, Α.Π 108/2014).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη παρά το νόμο πράγματα που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα ότι με την ένδικη αγωγή ενώ οι αναιρεσείοντες ενάγοντες ζητούσαν ν' αναγνωριστούν κύριοι των περιγραφομένων αυτοτελών και διαιρετών τμημάτων του αρχικού κληροτεμαχίου των 12.062 τ.μ δηλαδή των εδαφικών τμημάτων και όχι και οποιονδήποτε συγκεκριμένων κτισμάτων οικοδομών, ορόφων ή διαμερισμάτων οικοδομής που αντιστοιχούν σε κάθε διαιρετό τμήμα, το Εφετείο εκτίμησε ότι ζητούσαν να αναγνωρισθεί η κυριότητα τους επί των επιδίκων διαιρετών τμημάτων του ακινήτου με τα κτίσματα που αντιστοιχούσαν σε κάθε διαιρετό τμήμα.
Ο λόγος αυτός τυγχάνει αβάσιμος, δεδομένου ότι σύμφωνα με το ιστορικό της ένδικης αγωγής και το διατακτικό της οι ενάγοντες ζητούσαν να αναγνωριστεί η κυριότητά τους επί των αυτοτελών και διαιρετών τμημάτων του αρχικού κληροτεμαχίου των 12.062 τ.μ με αριθμό ... κατηγορίας Ε, μετά των επ'αυτού κτισμάτων, τα οποία πρέπει να σημειωθεί ότι περιγράφονται ειδικά και συγκεκριμένα στην υπό κρίση αγωγή.
Το αίτημα άλλωστε αυτό έγινε δεκτό από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 137/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής.
Συνεπώς, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, απορρίπτοντας την αγωγή με το προαναφερόμενο περιεχόμενο ως μη νόμιμη, εναρμονιζόμενο με το εννοιολογικό περιεχόμενο που προσέδωσε στις διατάξεις των άρθρων 953,1054 Α.Κ και 1,2,3και 4 του Ν. 3741/1929 και ν. 1024/1971 η δεσμευτική για το ως άνω νομικό ζήτημα αναιρετική απόφαση, σύμφωνα με όσα στην πιο πάνω νομική σκέψη αναφέρονται.
Ο λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ, που αναφέρεται στην έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκη (Ολ.
Α.Π 2/2019, Α.Π 1155/2021, ΑΠ 1042/2017). Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει σαφώς ότι, για την ίδρυση τούτου του λόγου αναίρεσης, ο οποίος αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να υπάρχει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας της υπόθεσης, οπότε και μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων, ή από την παντελή έλλειψη τούτων, γεννάται η, από την ως άνω διάταξη, πλημμέλεια.
Ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, χωρίς να εισέλθει στην ουσία της διαφοράς και να διατυπώσει αποδεικτικό πόρισμα, απέρριψε την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή για κάποιο τυπικό λόγο (ΟλΑΠ 3/1997, 1155/2021, ΑΠ 1419/2019, ΑΠ 1284/2017,576/2017, ΑΠ 295/2017, ΑΠ 701/2011).
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή έκρινε μη νόμιμη την αγωγή με αόριστες ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη χωρίς να εισέλθει στην ουσία της διαφοράς και να διατυπώσει αποδεικτικό πόρισμα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1.
Με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, Α.Π 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017, ΑΠ 12/2000). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 223 του ΚΠολΔ, όταν επέλθει η εκκρεμοδικία είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής.
Κατ' εξαίρεση μπορεί ο ενάγων με τις προτάσεις του εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό να περιορίσει το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή, ο περιορισμός του αιτήματος αν και, κατά τη διάταξη του άρθρου 295 παρ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ, θεωρείται μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής (Ολ.Α.Π 6/1997 και 5/1997) δεν κρίνεται κατά τις διατάξεις που αφορούν στην παραίτηση από το δικόγραφο (άρθρο 297 ΚΠολΔ), αλλά εφαρμόζονται οι διατάξεις, που προβλέπουν ειδικά τη θεμιτή μεταβολή του αιτήματος της αγωγής.
Κατά συνέπειαν, ο περιορισμός του αιτήματος γίνεται με βάση τη διάταξη του άρθρου 223 του ΚΠολΔ, η οποία είναι ειδική σε σχέση με εκείνη του άρθρου 297 του ίδιου κώδικα. Από τη σαφή λεκτική διατύπωση του άρθρου 223 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με το άρθρο 526 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο περιορισμός του αγωγικού αιτήματος δύναται να γίνει έως την περάτωση της δίκης στον πρώτο βαθμό και επομένως αυτός αποκλείεται στην κατ' έφεση δίκη, στην οποία αποκρούεται, και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτος, έστω και αν συναινεί ο αντίδικος (Α.Π 538/2019, Α.Π 1572/2013, Α.Π 368/2016).
Με τον τρίτο λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον άρθμ. 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, ότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την μερική παραίτηση των αναιρεσειόντων από το δικόγραφο της αγωγής τους, την οποία υπέβαλαν με δήλωση στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις τους ζητώντας ν'αναγνωριστούν αποκλειστικοί κύριοι ο καθένας στα περιγραφόμενα αυτοτελή και διαιρετά τμήματα του αρχικού κληροτεμαχίου.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 223 του Κ.Πολ.Δ, η οποία έχει εφαρμογή στη προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με όσα αμέσως παραπάνω αναφέρονται, απαραδέκτως έγινε με δήλωση των εναγόντων- εφεσίβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων ενώπιον του Εφετείου ο κατά τα ως άνω μερικός περιορισμός του αιτήματος της αγωγής τους.
Περαιτέρω, η προβαλλόμενη από τον αριθμ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης αιτίαση ότι το Εφετείο με την μερική παραίτηση εσφαλμένα εκτίμησε ότι οι αναιρεσείοντες ζήτησαν να αναγνωριστούν συγκύριοι των οικοπεδικών τμημάτων και όχι αποκλειστικός κύριος ο καθένα στα περιγραφόμενα αντίστοιχα αυτοτελή και διαιρετά τμήματα του αρχικού κληροτεμαχίου, τυγχάνει αλυσιτελής δεδομένου ότι ο περιορισμός του αιτήματος της αγωγής ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης απορρίφθηκε ως απαράδεκτος κατ' άρθ. 223 Κ.Πολ.Δ., χωρίς να ασκεί επιρροή το αποδιδόμενο από την αναιρεσιβαλόμενη απόφαση περιεχόμενο του περιορισμού.
Κατ'ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν' απορριφθεί η από 30-11-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 759/2018 απόφασης του Εφετείου και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολ.Δ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκε στη σχετική από 4-12-2018 έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης .
Τέλος, στους αναιρεσείοντες που ηττήθηκαν πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος του, το οποίο ο τελευταίος νόμιμα και βάσιμα υπέβαλε με τις προτάσεις του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30-11-2018 αίτηση των 1. Μ. Λ. του Σ. 2 Ε. συζ. Π. Ζ., το γένος Σ. Λ., για αναίρεση της 759/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. Και
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου εις βάρος των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ