Supreme Court dismisses appeal against labor law judgment regarding illegal contract conversion and employer status.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by former railway workers against a lower court judgment. The workers argued that their employment contracts should have been converted to indefinite terms and that their true employer was the state-owned railway company, not a private entity. The court ruled that the lower court correctly rejected the claims because the employment relationships occurred after the relevant constitutional amendment, rendering the procedural requirements for contract conversion inapplicable.
Legislator headnote
AI generatedΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144; ΚΠολΔ 577 παρ.1, παρ.3; Συντάγματ αρθ. 103 παρ.7: An appeal against a labor court decision dismissing a claim for contract conversion is admissible but must be substantiated by facts showing the employment relationship predates the constitutional amendment requiring specific hiring procedures.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 317 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 317/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Μαΐου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Κ. του Ι. , κατοίκου ... , 2) Β. Π. του Ι. Διονυσίου, κατοίκου ... , 3) Χ. Σ. του Ν. , κατοίκου ... , 4) Ε. Α. του Ν., κατοίκου ... , 5) Κ. Μ. , κατοίκου ... , 6) Δ. Σ. του Γ. , κατοίκου ... και Η. Τ. του Ι. , κατοίκου ... , που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Περπατάρη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΙΝΟΣΕ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ-ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΕΠΙΒΑΤΩΝ ΚΑΙ ΦΟΡΤΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αλέξιο Παπασταύρο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-5-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 946/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5464/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-12-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η από 27-12-2017 και με αριθμό κατάθεσης 9992/2017 αίτηση αναίρεσης κατά της 5464/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από τους ενάγοντες έφεσης κατά της 946/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 26-5-2011 (με αριθμό κατάθεσης 3044/2011) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).
2. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες, από τους οποίους είναι αναιρεσείοντες οι 1η, 17ος , 23ος, 28ος, 32ος, 33ος και 38ος από τους αρχικούς, στην ως άνω αγωγή τους ισχυρίστηκαν ότι από το έτος 1974 ο ΟΣΕ και αργότερα η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ΤΡΑΙΝΟΣΕ α.ε ανέθεταν με συμβάσεις την εκτέλεση των υπηρεσιών κατάκλισης στις κλινάμαξές τους στις κατονομαζόμενες εταιρίες και συγκεκριμένα στη ΔΕΚΤ κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1974 έως και το έτος 1984, στην ΤΟΥΡΕΞ κατά το έτος 1984, στην ΕΟΜΑ το έτος 1988, στη ΔΕΚΤ το έτος 1991, στην ΕΟΜΑ το έτος 1993 και στην WASTEELS από το έτος 1996 έως και το έτος 2011.
Ότι στο προσωπικό που προσέλαβαν οι τελευταίες εταιρίες περιλαμβάνονται και οι ίδιοι, οι οποίοι παρείχαν τις παραπάνω υπηρεσίες δυνάμει συμβάσεων εξηρτημένης εργασίας ο καθένας υπό τις αναφερόμενες στην αγωγή ειδικότητες από τον επίσης αναφερόμενο χρόνο πρόσληψης ξεχωριστά για κάθε ενάγοντα, μέχρι τις 28-2- 2011, οπότε η εταιρία WASTEELS προέβη στην καταγγελία των συμβάσεων τους καταβάλλοντας σ' αυτούς αποζημίωση απόλυσης και η εναγομένη εταιρία σταμάτησε να αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία τους.
Περαιτέρω, υποστήριξαν οι ενάγοντες ότι στην πραγματικότητα καθ' όλο το χρονικό διάστημα της προαναφερόμενης απασχόλησής τους, παρείχαν την εξαρτημένη εργασία τους στον ΟΣΕ και αργότερα στην εναγομένη ΤΡΑΙΝΟΣΕ, που ήταν η πραγματική εργοδότριά τους, διότι τελούσαν σε σχέση νομικής και πραγματικής εξάρτησης από αυτήν και προηγουμένως από τον ΟΣΕ, με συνέπεια να είναι υποχρεωμένη να εξακολουθήσει να τους απασχολεί στην υπηρεσία της, μετά την προαναφερόμενη ημερομηνία, κατά την οποία απολύθηκαν ακύρως από την εταιρεία WASTEELS, που μόνο εικονικά φερόταν ως εργοδότριά τους.
Τέλος, ισχυρίστηκαν οι ενάγοντες ότι μολονότι λόγω της ιδιότητας τους ως τακτικού προσωπικού της εναγομένης υπάγονταν στις διατάξεις του άρθρου 16 παρ.1 του ν. 3891/2010 περί μεταφοράς του πλεονάζοντος τακτικού προσωπικού σε φορείς Υποδοχής, τα αρμόδια όργανα της εναγομένης παράνομα και υπαίτια δεν τους ανακοίνωσαν τον κατάλογο με τις κενές οργανικές θέσεις στους Φορείς Υποδοχής ούτε τους προσκάλεσαν να υποβάλουν αίτηση μεταφοράς με αποτέλεσμα να ζημιωθούν κατά τα αναφερόμενα ποσά ο καθένας, που αντιστοιχούν στις αποδοχές που θα ελάμβαναν με βάση την ΕΣΣΕ του ΟΣΕ για το έτος 2011.
Με βάση το παραπάνω ιστορικό οι ενάγοντες ζήτησαν: 1) να αναγνωριστεί ότι μεταξύ αυτών και της εναγομένης εξακολουθεί να υφίσταται σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, 2) να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει για μισθούς υπερημερίας το αναφερόμενο για τον καθένα ποσό μηνιαίως, που αντιστοιχεί στις μέχρι τότε καταβαλλόμενες μηνιαίες αποδοχές του, από την 28-2-2011 και εφεξής.
Επικουρικά ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη α) να τους καταβάλει με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών ως αποζημίωση τους αναφερόμενους για καθένα μισθούς, που θα τους καταβάλλονταν αν είχαν υπαχθεί στη προβλεπόμενη από το άρθρο 16 του ν. 3891/2010 διαδικασία μεταφοράς, και β) να ενεργοποιήσει για αυτούς τη διαδικασία μεταφοράς, άλλως να υποχρεωθεί να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους με τις προβλεπόμενες από την ΕΣΣΕ του 2011 μηνιαίες αποδοχές.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 945/2014 απόφαση του Μον. Πρωτ. Αθην, με την οποία απορρίφτηκε η αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν: η από 20-2-2015 έφεση με τους από 9-7-2015 πρόσθετους λόγους και η από 16-4-2015 αντίθετη έφεση. Επ’ αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία απορρίφτηκε ως μη νόμιμη η αγωγή.
3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005).
4. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή εργασίας, ούτε η χρονική διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Ο δε χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ. Α.Π. 18/2006). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937) "Είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικείμενη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον" (παρ. 1 εδ.
α) και "Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογήται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου" (παρ. 3).
Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων με τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προκύπτει ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 β.δ. 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.
Επακολούθησε ο ν. 2190/1994, στο άρθρο 21 του οποίου ορίζονται τα εξής: "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" (παρ. 1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών.
Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ. 2 εδ.
α, β και γ). Στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 10ε ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 Π.Κ.
και πειθαρχικά. Εξάλλου, στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.
Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έγινε με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής.
Επίσης, στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου».
Έτσι, με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ’ Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.
Περαιτέρω, στις 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη-μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως τις 10-7-2002, της οποίας δυνατότητας έκανε χρήση η Ελλάδα.
Στη ρήτρα 5 της πιο πάνω οδηγίας ορίζεται ότι τα κράτη-μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου.
Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα Π .Δ. 81/2003 και 164/2004, από τα οποία το δεύτερο αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και των οποίων η ισχύς άρχισε από τη δημοσίευση τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στις 2/4/2003 και 19/7/2004, αντίστοιχα.
Ειδικά, με το άρθρο 5 του π.δ. 164/2004 ορίζεται ότι: α) απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών, β) η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται, κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους, αντικειμενικός δε λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής σύμβασης συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών, που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης, γ) σε κάθε περίπτωση, ο Αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του επόμενου άρθρου.
Ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ως άνω Π.Δ. η αυτοδίκαιη ακυρότητα τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρείχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέσθηκαν εξ ολοκλήρου ή κατά ένα μέρος, όσο και αποζημίωσης, ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης του, ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.
Ενόψει, όμως, του γεγονότος ότι το Π.Δ. 164/2004 άρχισε να ισχύει από την 19/7/2004, περιέλαβε στο άρθρο 11, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις οι οποίες εξασφαλίζουν την ως άνω προσαρμογή στην προαναφερόμενη Οδηγία και προβλέπουν την κατ' εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου (ΑΠ 1696/2012).
Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004 καθορίζονται οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν αθροιστικά, ώστε οι διαδοχικές συμβάσεις κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του Π.Δ., που είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. και ήσαν ενεργές έως την έναρξη αυτή, να κριθούν ότι συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
Επίσης, με τις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου του π.δ. καθορίζονται η διαδικασία και τα αρμόδια προς κρίση όργανα για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την παράγραφο 1 προϋποθέσεων. Τέλος, με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 11 του αυτού π.δ. ορίζεται ότι "Οι διατάξεις αυτού του άρθρου δεν εφαρμόζονται στα απευθείας διοριζόμενα διευθυντικά στελέχη, το καθεστώς των οποίων, λόγω του είδους των καθηκόντων τους και των προνομίων που απολαμβάνουν, ρυθμίζεται από ειδικές κάθε φορά διατάξεις, καθώς και στο προσωπικό των εκτός Ελλάδος υπηρεσιών του Υπουργείου Εξωτερικών και στο προσωπικό των Γραφείων Τύπου και Επικοινωνίας στο εξωτερικό της Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης, που προσλαμβάνεται επιτοπίως».
Από τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 σαφώς συνάγεται, ότι για τα διοριζόμενα απευθείας διευθυντικά στελέχη του Δημοσίου και του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα, αποκλείεται η μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, ακόμη και αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 11, που προαναφέρθηκαν.
Κατά συνέπεια, ενόψει των ανωτέρω συνταγματικών ρυθμίσεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/ 70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε., η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου (ΑΠ 1696/2012, ΣτΕ 2228/2007), η διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920 ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το χρονικό διάστημα από 10/7/2002 μέχρι την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 164/2004, αλλά ούτε και μετά την έναρξη της ισχύος του, ούτε και η ως άνω Οδηγία, η ισχύς της οποίας ολοκληρώθηκε μόνο με την έκδοση του ως άνω διατάγματος για την ενσωμάτωση της στην ελληνική έννομη τάξη (Ολ.
ΑΠ. 19 και 20/2007, 31/2009), τούτο δε (δηλαδή το Π.Δ. 164/2004) και μόνο ρυθμίζει από την έναρξη ισχύος του τα σχετικά ζητήματα (ΑΠ 1577/2012, ΑΠ 1696/2012).
5. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη κατά την κύρια και την επικουρική βάση την αγωγή, δεχθέν τα ακόλουθα: η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΙΝΟΣΕ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ - ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΕΠΙΒΑΤΩΝ ΚΑΙ ΦΟΡΤΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και διακριτικό τίτλο "ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε." ιδρύθηκε στις 19-12-2005 με τη 14424/5-12-2005 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Γουβέλη και την έγκριση του καταστατικού της με την 34492/2005 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ τ.
ΑΕ και ΕΠΕ 12948/2005, με βάση τις διατάξεις α) του άρθρου 6 παρ. 2 περιπτ. ε' και στ' του ν.δ. 674/1970 "περί ιδρύσεως Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος" (Α’ 192), όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 2366/1995 "Ρύθμιση θεμάτων Οργανισμών και Υπηρεσιών του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών και άλλες διατάξεις" (Α’ 256), β) του άρθρου 1, παρ. 3 του ν. 2671/1998 "Ρύθμιση θεμάτων ΟΣΕ και άλλες διατάξεις" (Α1 289), όπως προστέθηκε με την παρ. 12 του άρθρου 1θ του ν. 2898/2001, και γ) του άρθρου 5 του π.δ. 41/2005 (ΦΕΚ Α/60/07.03.2005) περί "Εναρμόνισης της ελληνικής νομοθεσίας με τις Οδηγίες 91/440/ΕΟΚ και 95/18/ΕΚ όπως τροποποιήθηκαν με τις οδηγίες 2001/12/ΕΚ και 2001/13/ΕΚ αντιστοίχως και της οδηγίας 2001/14/ΕΚ για την ανάπτυξη των Κοινοτικών Σιδηροδρόμων, τις άδειες σε σιδηροδρομικές επιχειρήσεις, την κατανομή της χωρητικότητας των σιδηροδρομικών υποδομών και τις χρεώσεις για τη χρήση σιδηροδρομικής υποδομής και την πιστοποίηση ασφάλειας, και την κατάργηση των π.δ. 324/1996, 76/1998 και 180/1998», ως ισχύει.
Σύμφωνα δε με τις ως άνω ιδρυτικές της διατάξεις, η εναγόμενη είναι δημόσια επιχείρηση και λειτουργεί για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος ως επιχείρηση κοινής ωφέλειας, εποπτεύεται από τον Υπουργό Μεταφορών & Επικοινωνιών και διέπεται από τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών», ως ισχύει, καθώς και από τις διατάξεις του ν. 3429/2005 "Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί (Δ.Ε.Κ.Ο.)" (Α’314) και λοιπές διατάξεις που διέπουν τους οργανισμούς ή τις επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, το δε Ελληνικό Δημόσιο κατείχε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 30-12-2008 το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου της, εξαιτίας δε του ως άνω χαρακτήρα της υπάγεται κατ' άρθρο 14 παρ.1 περ.
θ του ν. 2190/1994 στις διατάξεις που αφορούν τις προσλήψεις στον δημόσιο τομέα και προσλαμβάνει προσωπικό κατά τις διατυπώσεις και διαδικασίες του ν.2190/1994 υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ). Επομένως, πέραν της αοριστίας της κρινόμενης αγωγής δεδομένου ότι δεν αναφέρεται ο χρόνος κατάρτισης των φερόμενων ως εικονικών ως προς το πρόσωπο του εργοδότη συμβάσεων εργασίας των εναγόντων και συγκεκριμένα εκείνων στις οποίες με βάση τους ισχυρισμούς τους πραγματικός εργοδότης αυτών ήταν η εναγομένη, αλλά αδιακρίτως εκτίθεται στο αγωγικό δικόγραφο ότι παρείχαν την εργασία τους στον ΟΣΕ και αργότερα στην ΤΡΑΙΝΟΣΕ, μολονότι πρόκειται για διαφορετικά νομικά πρόσωπα, ενώ δεν διευκρινίζεται αν πρόκειται για μία σύμβαση αορίστου χρόνου ή περισσότερες ορισμένου και στην τελευταία περίπτωση η διάρκεια και ο Αριθμός τους, σε κάθε περίπτωση υπό τα αναφερόμενα στην αγωγή δεδομένα, και λαμβανομένου υπόψη ότι η εναγομένη δημόσια εταιρία ιδρύθηκε στις 19-12-2005 και συνακόλουθα ότι οι χρόνοι πρόσληψης των εναγόντων από αυτήν είναι μεταγενέστεροι της υπόψη ημερομηνίας εκτεινόμενοι έως την 10- 7-2007, ότι οι ενάγοντες συνέχισαν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους έως τις 28-11-2011, δεν είναι δυνατόν να υπάρξει έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, όχι μόνο αορίστου αλλά ούτε και ορισμένου χρόνου μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης δημόσιας εταιρίας.
Και τούτο διότι κάτι τέτοιο θα προσέκρουε στις διατάξεις των άρθρων 648 και 649 του ΑΚ, των άρθρων 5 και 7 του π.δ. 164/2004, του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 και του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (έναρξη ισχύος μετά την. αναθεώρηση του στις 18-4-2001), που ρυθμίζουν τα σχετικά ζητήματα, την πρόσληψη δηλαδή προσωπικού από φορείς του δημοσίου τομέα.
Στις επίδικες συμβάσεις δε, που καταρτίστηκαν υπό την ισχύ των παραπάνω διατάξεων, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 8 του ν. 2112/1920, το οποίο, ούτε κατ' επιταγή της οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 έχει εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10-7- 2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του π.δ. 164/2004, αλλά βέβαια και μετά την έναρξη της ισχύος του π.
δ/τος αυτού, ακόμα και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι οι ενάγοντες εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, προϋπόθεση πάντως που επίσης δεν επικαλούνται. Ούτε, τέλος, μπορεί να τύχει εφαρμογής η μεταβατική διάταξη του άρθρου 11 του ίδιου παραπάνω π. δ/τος, δεδομένου ότι αφορά διαδοχικές συμβάσεις εργασίας, που είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του (29-7-2004) και ήταν ενεργές κατά το χρονικό αυτό σημείο και όχι αυτών που έχουν καταρτισθεί μεταγενέστερα, όπως εν προκειμένω.
Εδώ πρέπει να επισημανθεί ότι δεν γίνεται καμία αναφορά στην κρινόμενη αγωγή, ότι έχει επέλθει, χωρίς πραγματική διακοπή, μεταβίβαση της επιχείρησης του ΟΣΕ ή τμήματος αυτής στην ΤΡΑΙΝΟΣΕ, στο οποίο προσέφεραν τις υπηρεσίες τους οι ενάγοντες και συνακόλουθα της εργασιακής σχέσης αυτών, όπως απαιτείται, μεταξύ άλλων για το ορισμένο της ένδικης αγωγής (άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ) ,κατά το σκέλος που στρέφεται κατά της εναγομένης εταιρίας και για τον πριν τη σύσταση της χρόνο, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 6 § 1 ν.2112/1920, 9 παρ.1 του β.δ.16/18-7-1920, άρθ. 3 παρ. 1 και 2 του π.δ. 572/1988, που εκδόθηκε προς εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με τις διατάξεις της Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ, άρθ. 1, 2παρ.1, 3 παρ.1 και 4 παρ.1 και 2 του π.δ. 178/2002, που εκδόθηκε προς προσαρμογή με την 98/50 Οδηγία.
Ούτε, βέβαια, υπάρχει περιθώριο να προκύψουν τα στοιχεία αυτά από την εκτίμηση των αποδείξεων, διότι κάτι τέτοιο θα συνιστούσε απαγορευμένη συμπλήρωση και διόρθωση της κρινόμενης αγωγής (άρθρο 224 εδ. α, 269 ΚΠολΔ). Αλλά και η επικουρική βάση της αγωγής που ασκείται με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξίας είναι μη νόμιμη, διότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 914 Α.Κ, εφόσον, τα αρμόδια όργανα της εναγομένης εταιρίας δεν παραβίασαν τις επικαλούμενες με την αγωγή διατάξεις του ν. 3891/2010, οι οποίες αφορούν το τακτικό μόνον προσωπικό της εναγομένης εταιρίας, ιδιότητα την οποία δεν είχαν οι ενάγοντες, καθόσον δεν εκτίθεται ότι υπήρχαν συμβάσεις εργασίας που να τους συνέδεαν με την εναγομένη εταιρία, ενώ, κατά τα προαναφερόμενα, δεν υπάρχει περιθώριο εκτίμησης των συμβάσεων, που καταρτίστηκαν μεταξύ των ιδίων και των προαναφερόμενων εταιριών, των φερόμενων ως εικονικών εργοδοτριών τους, ως τέτοιων εξαρτημένης εργασίας με την εναγομένη εταιρία. 6.
Με την κρίση αυτή, το Μονομελές Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε σωστά τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, και συγκεκριμένα τις διατάξεις των άρθρων , 21 του Ν. 2190/1994, 6 παρ.1 του Ν. 2527/1997, 103 παρ.2, 3, 7 και 8 του Συντάγματος, εκ των οποίων οι δύο τελευταίες προστέθηκαν μετά την συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001,8 παρ 3 του Ν (2112/1920, 11 Π.Δ/τος 164/2004, που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001), διότι τα πραγματικά περιστατικά που επικαλούνται οι ενάγοντες με την αγωγή τους δεν στηρίζουν την αιτούμενη από αυτήν έννομη συνέπεια.
Τούτο δε, διότι, υπό τα αναφερόμενα στην αγωγή, η οποία στρέφεται κατά της εναγομένης ως πραγματικής εργοδότριας των εναγόντων και λαμβανομένου υπόψη η εναγομένη δημόσια εταιρεία ιδρύθηκε στις 19-12-2005 και συνακόλουθα ότι οι χρόνοι πρόσληψής τους απ' αυτήν, αν ήθελε θεωρηθεί ότι πράγματι προσλήφθηκαν από την εναγομένη και όχι από την εταιρεία Wasteels που κατά την αγωγή εικονικά φερόταν ως εργοδότριά τους και η οποία τους απέλυσε, είναι μεταγενέστεροι της 19-12-2005, ήτοι μετά τη συνταγματική αναθεώρηση, δεν τηρήθηκε η από το άρθρο 103 παρ.7 του Συντάγματος προβλεπόμενη διαδικασία (του διαγωνισμού ή της επιλογής με έλεγχο ανεξάρτητης αρχής), οπότε οι διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που ακολούθησαν, έστω και αν απέβλεπαν στην εξυπηρέτηση πάγιων και διαρκών αναγκών του εργοδότη, δεν μπορούσαν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστης διάρκειας.
Ούτε ήταν δυνατόν οι ενάγοντες να μεταφερθούν στο προσωπικό της εναγομένης βάσει του αρθ 16 Ν 3891/2010, ως μη ανήκοντες στο τακτικό προσωπικό του ΟΣΕ. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης με τον οποίο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1, 19, 8 και 10 ΚΠολΔ, αληθώς όμως μόνο από το αρθρ. 559 αριθ 1 είναι αβάσιμος.
7. Με τον 2° λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι εσφαλμένα δεν διαγνώστηκε από το Εφετείο ότι αληθινός εργοδότης τους ήταν η αναιρεσίβλητη και όχι η εταιρία WASTEELS . Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελώς προτεινόμενος, γιατί η αγωγή απορρίφτηκε, κατά τα ανωτέρω με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτή ως μη νόμιμη, χωρίς το Εφετείο να κρίνει την διαφορά επί της ουσίας .
8. Με τον 3° λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται με γενικό τρόπο ότι εσφαλμένα κρίθηκε ότι έπασχε από αοριστία το αγωγικό τους δικόγραφο,, ενώ αυτό ήταν ορισμένο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον η αγωγή απορρίφτηκε από το Εφετείο ως μη νόμιμη και παρεμπιπτόντως υπάρχουν σ' αυτή σκέψεις περί αοριστίας πέραν του ότι δεν γίνεται συγκεκριμένη αναφορά από τους αναιρεσείοντες στο περιεχόμενο της αγωγής
και γιατί κρίθηκε αυτή εσφαλμένα ως αόριστη από το Εφετείο. 9.
Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-12-2017 αίτηση περί αναιρέσεως της 5464/2015 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. - Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων οχτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαρτίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ