Legislator Case Law & Legislation
317/2017 AI generated

317/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 317/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 5, 6, 7, 8, 9 και 11 του ν. 576/1977 ‘ ‘ Περί οργανώσεως και διοικήσεως της Μέσης και Ανωτέρας Τεχνικής και Επαγγελματικής Εκπαιδεύσεως’ ‘ (ΦΕΚ Α’ 102) προκύπτει ότι η μέση τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση, η οποία ανήκει στη δεύτερη βαθμίδα εκπαίδευσης, παρέχεται αφενός στις μέσες Τεχνικές και Επαγγελματικές Σχολές και αφετέρου στα Τεχνικά και Επαγγελματικά Λύκεια.

Legislator headnote

AI generated

317/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 11/2/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου, κατά το πρώτο σκέλος, και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης (πρώτου, δεύτερου και τρίτου, κατά το δεύτερο σκέλος).

Keywords

AI generated
unemployment due to technical progress work education measure unemployment insurance administrative body youth employment scientific and technical staff commercial and industrial wastewater
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 317 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 317/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" με το διακριτικό τίτλο ΟΛΠ Α.Ε. που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Νομικού, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Β. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Ροζάκη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/12/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2441/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 841/2013 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 26/2/2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 11/2/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου, κατά το πρώτο σκέλος, και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης (πρώτου, δεύτερου και τρίτου, κατά το δεύτερο σκέλος).

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 5, 6, 7, 8, 9 και 11 του ν. 576/1977 ‘ ‘ Περί οργανώσεως και διοικήσεως της Μέσης και Ανωτέρας Τεχνικής και Επαγγελματικής Εκπαιδεύσεως’ ‘ (ΦΕΚ Α’ 102) προκύπτει ότι η μέση τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση, η οποία ανήκει στη δεύτερη βαθμίδα εκπαίδευσης, παρέχεται αφενός στις μέσες Τεχνικές και Επαγγελματικές Σχολές και αφετέρου στα Τεχνικά και Επαγγελματικά Λύκεια.

Η φοίτηση, κατά κανόνα, είναι διάρκειας δύο έως τεσσάρων εξαμήνων για τις τεχνικές και επαγγελματικές σχολές αναλόγως με την ειδικότητα και έξι εξαμήνων στα τεχνικά και επαγγελματικά Λύκεια. Με την παράγραφο 2 του άρθρου 66 του ίδιου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 παρ. 2 του ν. 817/1978, ορίσθηκε ότι παύει η εγγραφή μαθητών στις μέσες τεχνικές και επαγγελματικές σχολές που λειτουργούσαν προ της ενάρξεως ισχύος του νόμου αυτού, ενώ στο άρθρο 68 του ίδιου νόμου ορίζεται :α) στην παράγραφο 1, ότι οι απολυόμενοι από τις ιδιωτικές Τεχνικές Σχολές κάθε βαθμίδας εκπαίδευσης μπορούν να προσέλθουν, προς απόκτηση πτυχίου ισοτίμου και ισοδυνάμου, προς τα πτυχία τα απονεμόμενα από τις αντίστοιχες δημόσιες τεχνικές σχολές, σε εξέταση ενώπιον ειδικών εξεταστικών επιτροπών και β) στην παράγραφο 5, ότι τα αφορώντα την αντιστοιχία των πτυχίων των καταργουμένων με το νόμο αυτό Κατωτέρων και Μέσων Τεχνικών και Επαγγελματικών Σχολών προς τα απονεμόμενα υπό των δι’ αυτού συνιστωμένων σχολικών μονάδων καθορίζονται με προεδρικά διατάγματα μετά πρόταση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.

Τέτοιο προεδρικό διάταγμα καθορισμού της αντιστοιχίας του πτυχίου των καταργούμενων με το νόμο αυτό τεχνικών και επαγγελματικών σχολών προς το πτυχίο των ιδρυομένων με το νόμο αυτό Τεχνικών Σχολών δεν έχει εκδοθεί. Περαιτέρω, με το ν. 1566/1985 ‘ ‘ Δομή και λειτουργία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ Α’ 167), ορίζονται και τα ακόλουθα : 1) με το άρθρο 6 παρ. 1, 3, 4 και 5 ότι, τα λύκεια λειτουργούν ως γενικά, κλασικά, τεχνικά - επαγγελματικά και ενιαία πολυκλαδικά (παρ. 1), το τεχνικό - επαγγελματικό λύκειο επιδιώκει επιπλέον να μεταδώσει στους μαθητές τις απαιτούμενες τεχνικές ή άλλες επαγγελματικές γνώσεις και να αναπτύξει τις δεξιότητές τους‚ ώστε μετά την αποφοίτησή τους να μπορούν να απασχοληθούν με επιτυχία σε ορισμένο τεχνικό ή επαγγελματικό κλάδο (παρ.3α), τα λύκεια διακρίνονται σε ημερήσια και εσπερινά.

Στα εσπερινά φοιτούν οι εργαζόμενοι μαθητές (παρ. 4) και η φοίτηση στα ημερήσια λύκεια είναι τριετής και περιλαμβάνει τις τάξεις Α’ , Β’ και Γ’ και στα εσπερινά τετραετής και περιλαμβάνει τις τάξεις Α’ , Β’ , Γ’ και Δ’ (παρ. 5), 2) με το άρθρο 9 παρ. 2 και 11, ότι οι τεχνικές - επαγγελματικές σχολές διακρίνονται σε ημερήσιες και εσπερινές.

Η φοίτηση στις ημερήσιες διαρκεί έως δύο χρόνια και στις εσπερινές επιμηκύνεται έως ένα έτος (παρ. 2) και οι σχολές μαθητείας του Ο.Α.Ε.Δ. του ν. 1346/1983 ανήκουν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Τα πτυχία των σχολών μαθητείας του ΟΑΕΔ είναι ισότιμα με τα πτυχία των τεχνικών - επαγγελματικών σχολών (παρ. 11)‚ 3) με το άρθρο 64 ότι με προεδρικό διάταγμα‚ που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και του κατά περίπτωση συναρμόδιου υπουργού, καθορίζονται τα επαγγελματικά δικαιώματα των αποφοίτων των τεχνικών- επαγγελματικών λυκείων, των ενιαίων πολυκλαδικών λυκείων, των τεχνικών - επαγγελματικών σχολών και των ισότιμων σχολικών μονάδων (παρ. 1) και η ισοτιμία ή αντιστοιχία‚ κατά περίπτωση, τίτλων σπουδών της ημεδαπής ή αλλοδαπής‚ καθώς και των κατώτερων και μέσων σχολών που λειτούργησαν μέχρι την ισχύ του ν. 576/1977 με τους τίτλους των τεχνικών - επαγγελματικών λυκείων, ενιαίων πολυκλαδικών λυκείων και τεχνικών - επαγγελματικών σχολών, όπως επίσης και η κατάταξη μαθητών και αποφοίτων, καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, ύστερα από γνώμη του οικείου Τμήματος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου (παρ. 2), 4) με το άρθρο 86 παρ. 1περ.

δ’ ότι οι τίτλοι σπουδών των δημόσιων σχολικών μονάδων που μετατρέπονται είναι ισότιμοι με τους τίτλους των σχολικών μονάδων του νόμου αυτού και 5) με το άρθρο 88 παρ. 5 και 6, ότι έως ότου εκδοθούν τα προεδρικά διατάγματα και οι κανονιστικές αποφάσεις που προβλέπονται από το νόμο αυτόν, τα θέματα που τα ρυθμίζουν εξακολουθούν να διέπονται από τις κείμενες διατάξεις (παρ. 5) και όπου στις διατάξεις του νόμου αυτού απαιτείται η γνώμη συλλογικών οργάνων για την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων και κανονιστικών αποφάσεων και δεν προβλέπεται προθεσμία, η γνώμη αυτή πρέπει να περιέλθει στα αρμόδια όργανα μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός μήνα από την υποβολή του σχετικού ερωτήματος.

Αν περάσει άπρακτη η προθεσμία αυτή, η σχετική διοικητική πράξη μπορεί να εκδοθεί χωρίς την παραπάνω γνώμη. Αν το όργανο δεν έχει ακόμη συγκροτηθεί‚ δεν είναι απαραίτητη η ύπαρξη γνώμης (παρ. 6). Ακόμη, στο άρθρο 6 παρ. 1 εδ. β’ και γ’ του ν. 2009/1992 ‘ ‘ Εθνικό Σύστημα Εκπαίδευσης και κατάρτισης και άλλες διατάξεις’ ‘ (ΦΕΚ Α 18) ορίζεται ότι:

Καθιερώνονται οι ακόλουθοι τίτλοι επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης α... β. Πτυχίο επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης επιπέδου 2, που χορηγείται στους αποφοίτους των τεχνικών επαγγελματικών σχολών (ΤΕΣ) του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και των εξομοιούμενων με αυτές σχολών αρμοδιότητας άλλων υπουργείων γ.

Πτυχίο επαγγελματικής εκπαίδευσης επιπέδου 3, που χορηγείται στους αποφοίτους των τεχνικών-επαγγελματικών λυκείων ή σε απόφοιτους τμήματος ειδίκευσης ενιαίων πολυκλαδικών λυκείων (ΕΠΛ). Περαιτέρω, κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων των άρθρων 64 παρ. 2 και 86 παρ. 1 περ. δ’ του ν. 1566/1985 εκδόθηκε, αρχικά, η .../3-10-1986 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, η οποία συμπληρώθηκε με την ΥΑ Γ2/447/1986 (ΦΕΚ Β’ 670), και στη συνέχεια η Γ2/779/23/2/1988 (ΦΕΚ Β’ 135) του ίδιου Υπουργού, με το αυτό περιεχόμενο με την πρώτη, που ορίζει ότι: "1.Τα πτυχία των Τεχνικών και Επαγγελματικών Λυκείων του ν. 576/1977 είναι ισότιμα με τα πτυχία των Τεχνικών και Επαγγελματικών Λυκείων του ν. 1566/1985 αντίστοιχης ειδικότητας. 2.Τα πτυχία των Τεχνικών και Επαγγελματικών Σχολών του ν. 577/1977 είναι ισότιμα με τα πτυχία των Τεχνικών και Επαγγελματικών Σχολών του ν. 1566/1985 αντίστοιχης ειδικότητας. 3.Τα πτυχία των Μέσων Τεχνικών και Επαγγελματικών Σχολών (Εργοδηγών) του ν.δ. 580/1970 και των ισοτίμων προς αυτά, είναι ισότιμα με τα πτυχία των αποφοίτων των Τεχνικών - Επαγγελματικών Λυκείων του ν.1566/1985 αντίστοιχης ειδικότητας".

Στη συνέχεια, με την Ε/10537/8-5-2000 απόφαση του ίδιου ως άνω Υπουργού (ΦΕΚ Β" 663), ορίζεται ότι τα πτυχία των Τεχνικών Επαγγελματικών Λυκείων και των Ενιαίων Πολυκλαδικών Λυκείων (τμήματα ειδίκευσης) των άρθρων 6 και 7, αντίστοιχα, του ν. 1566/1985 και τα ισότιμα αυτών είναι ισότιμα με τα πτυχία των Τεχνικών Επαγγελματικών Εκπαιδευτηρίων Β’ κύκλου σπουδών, αντίστοιχης ειδικότητας.

Οι πτυχιούχοι των Τμημάτων Ειδίκευσης των ΕΠΛ του ν. 1566/1985 και ΤΕΛ των ν. 576/1977 και 1566/1985 έχουν δικαίωμα εισαγωγής και στα ΑΕΙ της χώρας. Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων συνάγεται ότι τα πτυχία των Τεχνικών Επαγγελματικών Λυκείων του ν. 576/1977 και 1566/1985 είναι ισοδύναμα με τα πτυχία Μέσης Τεχνικής Εκπαίδευσης του ν.δ. 580/1970, που καταργήθηκαν με το ν. 576/1977 (βλ.

ΑΠ 436/2013, ΣΤΕ 4000/1996, γνωμοδότηση ΝΣΚ 376/2011).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 της από 17-4-2000 Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας του Υπαλληλικού Προσωπικού της ΟΛΠ ΑΕ, με τον τίτλο ‘ Κατηγορίες Προσωπικού’ ‘ , το προσωπικό για τον καθορισμό των αποδοχών του κατατάσσεται στην κατηγορία ΔΕ και στις υποκατηγορίες ΔΕ3 για τους κατόχους πτυχίου μέσων τεχνικών σχολών που καταργήθηκαν με το ν. 576/1977 και ΔΕ2 για τους κατόχους πτυχίου της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και για τους ανήκοντες στη ΔΕ κατηγορία με τίτλο σπουδών των σχολών μαθητείας του ΟΑΕΔ, των κατώτερων τεχνικών σχολών και της υποχρεωτικής εκπαίδευσης με την απαιτούμενη από τις σχετικές διατάξεις εμπειρία.

Στο άρθρο 5 των από 23-10-2002 και 24-10-2006 ΣΣΕ του Υπαλληλικού Προσωπικού της ΟΛΠ ΑΕ, όπως ισχύει, ορίζεται ότι ‘ ‘ οι υπάλληλοι της ΔΕ κατηγορίας που κατέχουν πτυχία Μέσων Τεχνικών Σχολών που καταργήθηκαν με το ν. 576/1977, κατατάσσονται στην υποκατηγορία ΔΕ3’ ‘ . Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η το πρώτον ένταξη του μισθωτού στο τακτικό προσωπικό της ΟΛΠ ΑΕ δεν συνιστά βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή και συνακόλουθα ούτε η απόφαση του αρμόδιου οργάνου περί της ένταξης αυτής ενάσκηση διευθυντικού δικαιώματος, αλλά εκπλήρωση υποχρέωσης πρόσληψης του εντασσόμενου στο τακτικό προσωπικό της ΟΛΠ ΑΕ και κατάταξή του στον οικείο κλάδο και κατηγορία, που είναι εκ των προτέρων δεδομένα από τον Κανονισμό για κάθε προσλαμβανόμενο βάσει των τυπικών του προσόντων.

Εξάλλου, το δικαίωμα του μισθωτού να ενταχθεί στην κατά τους όρους του Κανονισμού Προσωπικού της ΟΛΠ ΑΕ και με βάση τον τίτλο σπουδών του κατηγορία, αποτελεί ενοχικό δικαίωμά του, που πηγάζει από την ατομική σύμβαση εργασίας του, όπως αυτή συμπληρώνεται από τον Κανονισμό. Επομένως, θεμελιώνεται αντίστοιχη υποχρέωση της ΟΛΠ ΑΕ προς ένταξη του προσωπικού της με βάση τον ως άνω Κανονισμό και η μη εκπλήρωση από αυτή της υποχρέωσής της για ένταξη στην κατηγορία που δικαιούται αυτό συνιστά αθέτηση ενοχικής της υποχρέωσης και όχι αδικοπραξία (ΑΠ 1148/2015, 698/2015, 244/2013, 103/2009, 1112/2007).

Η αξίωση, συνεπώς, του μισθωτού να ενταχθεί στην αρμόζουσα κατηγορία με βάση τον Κανονισμό Προσωπικού/ΟΛΠ και τις ισχύουσες ΣΣΕΥΠ/ΟΛΠ μισθολογική κατηγορία δεν υπόκειται στην εκ του άρθρου 937 ΑΚ για τις αξιώσεις από την αδικοπραξία πενταετή παραγραφή, αλλά στην από το άρθρο 249 ΑΚ προβλεπόμενη εικοσαετή παραγραφή (ΑΠ 244/2013, 1112/2007).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΟΛ ΑΠ 7/2014, 2/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: Ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ’ ‘ για να εργασθεί με την ειδικότητα του χειριστή ανυψωτικών μηχανημάτων και αντικείμενο απασχόλησης ανάλογο της ως άνω ειδικότητάς του, προσαρμοζόμενο στις εκάστοτε υπηρεσιακές ανάγκες.

Ότι έκτοτε εργάζεται, με την προαναφερόμενη ειδικότητα, απασχολούμενος στο χειρισμό οχημάτων στοιβασίας και μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων (containers). Ότι κατά την πρόσληψή του ήταν κάτοχος πτυχίου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και συγκεκριμένα πτυχίου τετραετούς φοίτησης του Τμήματος Βιομηχανικών Εγκαταστάσεων και Βιομηχανικής Παραγωγής του Τομέα Μηχανολογικού του ...

Εσπερινού Τεχνικού- Επαγγελματικού Λυκείου Περιστερίου. Ότι η εναγομένη, με βάση τα ανωτέρω τυπικά προσόντα του ενάγοντος, υπήγαγε αυτόν στη μισθολογική κατηγορία ΔΕ2, στην οποία υπάγονται οι κάτοχοι τίτλου σπουδών των Σχολών Μαθητείας ΟΑΕΔ των κατώτερων Τεχνικών Σχολών και της Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης, με την απαιτούμενη από τις σχετικές διατάξεις εμπειρία.

Ότι ο ενάγων ζήτησε από τα αρμόδια όργανα της εναγομένης την ορθή, κατ’ αυτόν, υπαγωγή του στη μισθολογική κατηγορία ΔΕ3, ισχυριζόμενος ότι το πτυχίο του Εσπερινού Τεχνικού-Επαγγελματικού Λυκείου, από το οποίο αποφοίτησε, είναι ισότιμο με τα πτυχία των Μέσων Τεχνικών Σχολών που λειτούργησαν σύμφωνα με την προ του ν. 576/1977 νομοθεσία.

Η εναγομένη αρνήθηκε να τον κατατάξει στην εν λόγω κατηγορία, επικαλούμενη ότι το πτυχίο του δεν είναι το προβλεπόμενο από τις ΣΣΕ του προσωπικού της για την κατάταξή του στη ΔΕ3 μισθολογική κατηγορία, στην οποία κατατάσσονται μόνο οι υπάλληλοι της ΔΕ κατηγορίας, που κατέχουν πτυχία Μέσων Τεχνικών Σχολών, που καταργήθηκαν με το ν. 576/1977, δηλαδή παλαιού τύπου.

Όμως, με την υπ’ αριθμ. Γ2/779/23/2/1988 Απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων ορίζεται ότι τα πτυχία των Μέσων Τεχνικών Σχολών (εργοδηγών) του ν.δ. 580/1970 (δηλαδή παλαιού τύπου) είναι ισότιμα με τα πτυχία των Τεχνικών και Επαγγελματικών Λυκείων των ν. 576/1977 και 1566/1985 (δηλαδή νέου τύπου) αντίστοιχης ειδικότητας και, ως εκ τούτου, ο ενάγων, ο οποίος είναι κάτοχος πτυχίου Εσπερινού Τεχνικού και Επαγγελματικού Λυκείου των ν. 576/1977 και 1566/1985, ειδικότητας μηχανολογικού τομέα, πρέπει να ενταχθεί από την εναγομένη στην αιτούμενη από αυτόν μισθολογική κατηγορία ΔΕ3 του προσωπικού της, ως κατέχων πτυχίο ισότιμο των πτυχίων αντίστοιχης ειδικότητας που παρείχαν οι Μέσες Τεχνικές Σχολές που καταργήθηκαν με το ν. 576/1977.

Ότι, σύμφωνα με την παρ.

ΙV των άρθρων 2, 5 και 5 των από 17-4-2000, 23-10-2003 και 24-10-2006, αντίστοιχα, ΣΣΕ του Υπαλληλικού Προσωπικού της εναγομένης, στη ΔΕ3 μισθολογική κατηγορία κατατάσσονται ‘ ‘ οι υπάλληλοι της ΔΕ κατηγορίας, που κατέχουν πτυχία Μέσων Τεχνικών Σχολών που καταργήθηκαν με το ν. 576/1977’ ‘ . Το ίδιο ισχύει και για τους υπαλλήλους της εναγομένης, που κατέχουν πτυχία ισότιμα με τα πτυχία των Μέσων Τεχνικών Σχολών, που καταργήθηκαν με το ν.576/1977.

Δέχεται, ακολούθως, το Εφετείο ότι στην Γ2/779/23-2-1988 Υπουργική Απόφαση δεν αναφέρεται συγκεκριμένος εξουσιοδοτικός νόμος, παρά μόνο ότι αυτή εκδόθηκε ‘ ‘ έχοντας υπόψη τις διατάξεις των άρθρων 64 παρ. 2 και 86 παρ. 1 περ. δ’ ‘ , πλην όμως το γεγονός αυτό, δηλαδή η αναφορά μόνο των άρθρων και όχι του ίδιου του εξουσιοδοτικού νόμου (1566/1985), δεν μπορεί να οδηγήσει σε παραδοχή, στα πλαίσια παρεμπίπτοντος ελέγχου, ακυρότητας και συνακόλουθα μη εφαρμογής της πιο πάνω Υπουργικής Απόφασης.

Άλλωστε, οι κανονιστικές πράξεις, όπως είναι και η εν λόγω Υπουργική Απόφαση, ελέγχονται μόνο από την άποψη της τήρησης των όρων της εξουσιοδοτικής διάταξης, επί τη βάσει της οποίας εκδόθηκαν, καθώς και της τυχόν υπέρβασης των ορίων της εξουσιοδότησης, και δεν χρήζουν αιτιολογίας και, κατά συνέπεια, το πρωτόδικο δικαστήριο εδικαιούτο να εξετάσει παρεμπιπτόντως την Υπουργική αυτή Απόφαση, προβαίνοντας σιωπηρά σε έλεγχο του κύρους και της νομιμότητας αυτής και να την εφαρμόσει ως έγκυρη, αφού ο έλεγχος αυτής δεν αποκλειόταν ούτε από ειδική διάταξη νόμου, ούτε εξαιτίας προηγούμενης απόφασης, με δύναμη δεδικασμένου, διοικητικού δικαστηρίου περί του κύρους της.

Κατ’ ακολουθία των παραδοχών αυτών, το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που δέχθηκε τα ίδια και είχε κάνει δεκτή την αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά το κεφάλαιο αυτό. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, καθώς και αυτές των άρθρων 5 παρ. 3 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ΟΛΠ, που εγκρίθηκε με την 5115.01/02/2004 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εμπορικής Ναυτιλίας και Εσωτερικών -Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης (ΦΕΚ Β 390/26-2-2004) και των ταυτόσημου περιεχομένου άρθρων 2 και 3 της από 17-4-2000 ΣΣΕ, 5 της από 23-10-2002 ΣΣΕ και 5 της από 24-10-2006 ΣΣΕ, με τις ως άνω παραδοχές, ότι δηλαδή ο αναιρεσίβλητος κάτοχος πτυχίου Τεχνικού και Επαγγελματικού Λυκείου των ν.576/1977 και 1566/1985, ειδικότητας μηχανολογικού τομέα, που είναι ισότιμο των πτυχίων αντίστοιχης ειδικότητας που παρείχαν οι Μέσες Τεχνικές Σχολές που καταργήθηκαν με το ν. 576/1977, παρέχει σ’ αυτόν το δικαίωμα κατατάξεως στη ΔΕ3 μισθολογική κατηγορία, οι δε αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που προβάλλονται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμες.

2. Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου πρώτου του ν.2688/1999 το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς", που ιδρύθηκε με το ν. 4748/1930 και αναμορφώθηκε με τον α.ν.1559/1950, που κυρώθηκε με το ν. 1630/1951‚ μετετράπη σε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς Α.Ε." και με το διακριτικό τίτλο "ΟΛΠ ΑΕ", η οποία είναι ανώνυμη εταιρεία κοινής ωφέλειας με σκοπό την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας και διέπεται από τον παρόντα νόμο και τον κ.ν. 2190/1920 και συμπληρωματικά από τις διατάξεις του ν. 2414/1996 καθώς και τον α.ν.1559/1950‚ όπως κάθε φορά ισχύουν.

Εξάλλου, με το άρθρο 3 παρ. 2 περ. γ’ του α.ν. 1559/1950, όλες εν γένει οι διατάξεις περί βραχυπρόθεσμων παραγραφών, που ισχύουν εκάστοτε για τις κατά του Δημοσίου οιασδήποτε αξιώσεις, εφαρμόζονται και επί των απαιτήσεων κατά του ΟΛΠ και κατά το άρθρο 31 παρ. 3 του Κανονισμού Οικονομικής Διαχείρισης (Κ.Ο.Δ.) του ΟΛΠ, ο οποίος κυρώθηκε και έχει ισχύ νόμου, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 45057/11/72/17/1/1973 Υπουργική Απόφαση, " ο χρόνος παραγραφής των κατά του Ο.Λ.Π.

αξιώσεων των μονίμων υπαλλήλων αυτού ως και του επί σχέσει ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου συνδεομένου μετ’ αυτού πάσης φύσεως προσωπικού του Ο.Λ.Π. εκ καθυστερουμένων αποδοχών ή άλλων πάσης φύσεως απολαυών ή αποζημιώσεων εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού ορίζεται εις δύο έτη". Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του ισχύοντος Συντάγματος καθιερώνεται όχι μόνο η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι ο νομοθέτης κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων δεν μπορεί να νομοθετεί κατά διαφορετικό τρόπο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει‚ κατά το άρθρο 22 παρ. 1β του Συντάγματος, όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας και κατά το άρθρο 25 παρ. 1 αυτού, τα δικαιώματα του ανθρώπου‚ ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. Ι εδ. α’ της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που έχει κυρωθεί με το ν.δ 53/1974, ‘ ‘ παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως‚ δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος‚ το οποίο θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως ...".

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχει ενσωματωθεί στην Ελληνική έννομη τάξη με το ν. 2462/1997, " Όλοι είναι ίσοι ενώπιον των δικαστηρίων. Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια και δημόσια από αρμόδιο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο ...

για αμφισβητήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικού χαρακτήρα". Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η αρχή της ισότητας των διαδίκων, που συνιστά ειδική εκδήλωση της αρχής της ισότητας, επιβάλλει την ίση μεταχείρισή τους από τους νόμους που προσδιορίζουν τους όρους της δικαστικής προστασίας. Επομένως, διατάξεις νόμων‚ με τις οποίες αναγνωρίζεται υπέρ ενός διαδίκου ευνοϊκή μεταχείριση ως προς το ανωτέρω δικαίωμα, με αποτέλεσμα να τίθεται αυτός σε θέση πλεονεκτικότερη από εκείνη του αντιδίκου του, είναι ανίσχυρες.

Ως εκ τούτου ανίσχυρες είναι και οι διατάξεις του άρθρου 31 παρ. 3 του Κανονισμού Οικονομικής Διαχείρισης του ΟΛΠ και του άρθρου 3 του α.ν. 1559/1950, με τις οποίες θεσπίζεται διετής παραγραφή των αξιώσεων των εργαζομένων κατά του Ο.Λ.Π., που αποτελεί ανώνυμη εταιρεία, χωρίς αυτό να δικαιολογείται εκ λόγων γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος ως αντιτιθέμενες στις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και του ΔΣΑΠ (σχ.

Ολ.Α.Π. 11/2008, ΑΠ 436/2013, 538/2011).

Συνεπώς, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η αξίωση του αναιρεσίβλητου να ενταχθεί στην κατηγορία ΔΕ3 συνιστά αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης της αναιρεσείουσας και υπόκειται στην από το άρθρο 249 ΑΚ προβλεπόμενη εικοσαετή παραγραφή και όχι στη διετή ως άνω παραγραφή του άρθρου 31 παρ. 3 του έχοντος ισχύ νόμου Κανονισμού Οικονομικής Διαχείρισης της αναιρεσείουσας, ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικές διατάξεις, που ήταν εφαρμοστέες (των άρθρων 4 παρ. 1 και 2, 20 παρ. 1, 22 παρ. 1 β και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 της ΕΣΔΑ και 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα), οι δε αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας‚ που προβάλλονται με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμες.

3. Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της απόφασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτός διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε περαιτέρω και τα εξής:

Ότι, με την παράλειψη της εναγομένης να εντάξει τον ενάγοντα στο μισθολογικό κλιμάκιο ΔΕ3, μολονότι αυτός διέθετε τα προς τούτο τυπικά προσόντα, τελέσθηκε από τα αρμόδια όργανα αυτής αδικοπραξία σε βάρος του, καθώς παραβιάσθηκε ευθέως η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ενώ προσβλήθηκε και η προσωπικότητά του.

Ότι η παράλειψη αυτή οφείλεται σε δόλο των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης, τα οποία γνώριζαν ότι, με βάση τα τυπικά προσόντα του ενάγοντος, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την ένταξή του στη μισθολογική κατηγορία ΔΕ3, και παρά ταύτα αποδέχονταν τη μη ένταξή του στο μισθολογικό αυτό κλιμάκιο. Εξαιτίας δε της εν λόγω παράλειψης και δη ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες τελέσθηκε η αδικοπραξία αυτή, του είδους, της έκτασης, της έντασης και της σοβαρότητας της προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος, ακόμη δε του βαθμού του πταίσματος των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, ο ενάγων υπέστη ψυχική ταλαιπωρία και στεναχώρια (ηθική βλάβη).

Ότι, συνεπώς, δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, το ύψος της οποίας, μετά τη στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων, ανέρχεται σε 1.500 ευρώ. Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που έκρινε ομοίως και απέρριψε τον έβδομο λόγο της έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας κατ’ αυτής. Έτσι που έκρινε το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 281, 914 και 932 ΑΚ, που δεν ήταν εφαρμοστέες στην κρινόμενη περίπτωση, καθόσον, υπό τα εκτιθέμενα στην ως άνω νομική σκέψη ( υπ’ αρ. 1) και με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η παράλειψη της εναγομένης να εντάξει τον ενάγοντα στην κατηγορία ΔΕ3 δεν συνιστά αδικοπραξία, αλλά αποτελεί παράβαση ενοχικής υποχρέωσης της εναγομένης, η δε μη ένταξή του στην ορθή κατηγορία συνιστά απλή μισθολογική αξίωση αυτού, η οποία πηγάζει από τον οικείο Κανονισμό.

Επομένως, οι σχετικές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που προβάλλει με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης, είναι βάσιμες. Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει τις παρακάτω πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δηλαδή ότι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση ως προς το κεφάλαιο που προεκτέθηκε, καθόσον:

α)τα αρμόδια όργανα του ΟΛΠ δεν υπέπεσαν σε καμία παρανομία και δεν παρέβησαν καμία διάταξη νόμου, β) η συμπεριφορά των οργάνων του ΟΛΠ για τη μη ένταξη του ενάγοντος στη ΔΕ3 κατηγορία δεν εμπεριέχει ούτε δόλο ούτε αμέλεια και γ) αντίθετα αυτά συμμορφώθηκαν με το .../19-3-2010 έγγραφο του Οργανισμού Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης, από το οποίο προκύπτει ότι τα πτυχία των Τεχνικών Επαγγελματικών Λυκείων του ν.1566/1985, των Τεχνικών Επαγγελματικών Σχολών του ίδιου νόμου και των Κέντρων Μαθητείας του ΟΑΕΔ δεν αποτελούν τίτλους σπουδών εκπαιδευτικών μονάδων, οι οποίες καταργήθηκαν με το ν. 576/1977.

Όμως, μετά την παραδοχή του πρώτου σκέλους του τρίτου λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παρέλκει η έρευνα του δεύτερου σκέλους του ως άνω λόγου, ανεξαρτήτως του ότι οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, αφού αυτές αναφέρονται στην ανέλεγκτη, επί της ουσίας, κρίση του Εφετείου.

4. Κατ’ ακολουθία όλων αυτών, κατά παραδοχή του τρίτου λόγου, κατά το πρώτο σκέλος, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης λόγω της ένταξης του αναιρεσιβλήτου σε διαφορετική κατηγορία από εκείνη στην οποία αυτός εδικαιούτο να ενταχθεί. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α’ ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, αν ο ‘ Αρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνηση’ ‘ . Στην προκείμενη περίπτωση, εν όψει των ανωτέρω, δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης επανεκδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο στην ουσία. Κατά συνέπεια, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και να απορριφθούν η από 24-9-2012 έφεση και οι από 9-1-2013 πρόσθετοι λόγοι έφεσης της ΟΛΠ ΑΕ ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Τέλος, η εναγομένη- εκκαλούσα -αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου της κατά την έκκλητη και την αναιρετική δίκη, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 841/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιό της.

Κρατεί την υπόθεση ως προς το αναιρούμενο κεφάλαιο.

Απορρίπτει την ένδικη από 24-9-2012 έφεση και τους από 9-1-2013 πρόσθετους λόγους κατά της 2441/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ