Supreme Court partially allows appeal on statute of limitations extension based on prior res judicata findings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially set aside the Athens Court of Appeal's decision regarding a statute of limitations defense. The appellant argued that a prior final judgment on the same accident established a right to compensation, which should have extended the limitation period for the new claim. The court agreed that the earlier judgment constituted res judicata covering the legal and historical causes of the claim. Consequently, the appeal was allowed in part to remand the case for further examination of the remaining arguments.
Legislator headnote
AI generatedArticles 322, 324, 331 of the Code of Civil Procedure; Article 268 of the Civil Code: A final judgment on compensation for personal injury constitutes res judicata regarding the legal and historical causes, thereby extending the limitation period for subsequent claims on the same facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 317 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 317/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αντώνιο Παπαντώνη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Της εδρεύουσας στην ... ανωνύμου ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ALLIANZ A.E.Γ.Α." πρώην "AGF ΚΟΣΜΟΣ", όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνο Τσιτίδη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/5/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1443/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 522/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/12/2009 αίτησή του. Επί της αιτήσεως εκδόθηκε η 1054/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που έκρινε την συζήτηση απαράδεκτη. Την επαναφορά της για εκ νέου συζήτηση ζήτησε με την από 7-12-2011 κλήση του ο αναιρεσείων.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Πετροπούλου ανέγνωσε την από 27/4/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 322, 324, 331 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφ' όσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία. Το δεδικασμένο καλύπτει ως ενιαίο σύνολο ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης.
Συγκεκριμένα καλύπτει: α) το δικαίωμα που κρίθηκε (την έννομη σχέση που αναγνωρίστηκε) β) τη νομική αιτία, ήτοι το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη νόμου που εφάρμοσε και γ)την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή (κατά τα πραγματικά περιστατικά που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης).
Ειδικότερα, η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημίωσης λόγω θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που έπαθε ο ενάγων για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην αγωγή.
Έτσι σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου από αδικοπραξία εάν με την προηγούμενη αγωγή ζητήθηκε αποζημίωση για οτιδήποτε θα στερείται ο παθών στο μέλλον για ορισμένο χρονικό διάστημα εξ αιτίας της προς εργασία ανικανότητάς του από τον τραυματισμό του και με τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε στην αγωγή αυτή, κρίθηκε ότι ο παθών εξ αιτίας του τραυματισμού του κατέστη ανίκανος προς εργασία μόνο για ορισμένο, μικρότερο του τότε επιδίκου χρονικό διάστημα και για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα απέρριψε ως αβάσιμο το κονδύλιο αποζημίωσης το αναγόμενο στο τελευταίο αυτό διάστημα δημιουργείται από την απόφαση δεδικασμένο ως προς το ότι για το τελευταίο αυτό διάστημα και εφεξής, δεν συνεχίζεται η ανικανότητά του προς εργασία, εφ' όσον δεν προβάλλεται ουσιώδης μεταβολή των περιστατικών που θεμελιώνουν την κριθείσα ικανότητα του τελευταίου χρονικού διαστήματος.
Εξ άλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως ή μετά από πρόταση κάποιου διαδίκου, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δεδικασμένου, δέχεται παρά το νόμο, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Εάν όμως το δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου, παρόλο ότι είχε προταθεί τούτο νομίμως δεν ιδρύεται ο ανωτέρω (από τον αριθμό 16) λόγος, αναίρεσης, αλλά αυτός από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι το δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκοπούμενα διαδικαστικά έγγραφα, ο αναιρεσείων άσκησε κατά του Ι. Κ., οδηγού του ζημιογόνου ... ΙΧΕ αυτοκινήτου και της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ALLIANZ AEΓΑ" πρώην "AGF ΚΟΣΜΟΣ", εκτός από την ένδικη αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και 1)την από 13.3.1995 αγωγή με την εκδοθείσα επί της οποίας υπ' αρ. 8028/1998 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου:
Ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου τροχαίου ατυχήματος που έλαβε χώρα στις 14.12.1993 στο Ίλιο Αττικής, τυγχάνει ο πρώτος εναγόμενος οδηγός του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην αναιρεσίβλητη ως ανωτέρω ασφαλιστική εταιρία. Ότι ο ενάγων συνεπεία του ατυχήματος αυτού υπέστη ανοικτό επιπεπλεγμένο κάταγμα αριστεράς κνήμης β' βαθμού προς αποκατάσταση του οποίου υποβλήθηκε αυθημερόν σε χειρουργική εξωτερική οστεοσύνθεση τύπου HOFFANN, ενώ λόγω διακριβωθείσης ψευδάρθρωσης στις 3.6.1994 υποβλήθηκε σε νέα χειρουργική επέμβαση κατά την οποία τοποθετήθηκαν λαγόνια μοσχεύματα και νέα εξωτερική οστεοσύνθεση τύπου PLUS.
Ότι συνεπεία του τραυματισμού του κατέστη ανίκανος προς εργασία για το από 14.12.1993 έως 12.3.1995 χρονικό διάστημα. Εξ άλλου, με την ίδια ως ανωτέρω απόφαση επιδικάστηκε στον ενάγοντα α) το ποσό των 120.000 δραχμών μηνιαίως για το από 14.12.1993 έως 12.3.1995 χρονικό διάστημα της ανικανότητας του προς εργασία το οποίο με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα απεκέρδαινε το χρονικό αυτό διάστημα εκ της εργασίας του ως βοηθού - συνοδηγού φορτηγού αυτοκινήτου μεταφορών και β) το ποσό των 1.500.000 δραχμών ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη συνεπεία του τραυματισμού του 2) την από 21.3.1997 αγωγή με την εκδοθείσα επί της οποίας υπ' αρ. 729/2001 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου ο ενάγων κρίθηκε ανίκανος προς εργασία, για το από 12.3.1995 έως 13.10.1997 χρονικό διάστημα και επιδικάστηκε σ' αυτόν α) το ποσό των 150.000 δραχμών μηνιαίως που με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα απεκέρδαινε το χρονικό ως άνω διάστημα εκ της προαναφερθείσης εργασίας του και β) το ποσό των 2.000.000 δραχμών ως πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη συνεπεία του τραυματισμού του από το ένδικο ατύχημα, καθ' όσον μετά την άσκηση της προγενέστερης από 13.3.1995 αγωγής παρουσίασε απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας του και συγκεκριμένα, εμφάνισε σηπτική ψευδάρθωση συνεπεία της οποίας υποβλήθηκε σε νέα χειρουργική επέμβαση ενώ κατά την επανεξέτασή του στις 20.5.1998 παρουσίασε βράχυνση σκέλους κατά 2cm και αδυναμία τετρακέφαλου και στις 19.5.1999 δυσκαμψία ποδοκνημικής, ραιβότητα κνήμης και βράχυνση σκέλους και τέλος, κατά την επανεξέτασή του από το διοριθσέντα πραγματογνώμονα δυνάμει της υπ' αρ. 8290/1999 απόφασης του ίδιου πιο πάνω δικαστηρίου διαπιστώθηκε παρέκκλιση του άξονα της κνήμης κατά το 20ο με περιορισμένη κινητικότητα της ποδοκνήμικης, διαπιστώσεις, βάσει των οποίων ο ενάγων κρίθηκε ανίκανος προς εργασία μέχρι 13.10.1997 και μέχρι 13.10.1998 μερικώς ανάπηρος σε ποσοστό 50%, και έκτοτε μερικώς ανάπηρος σε ποσοστό 35% εφ' όρου ζωής. 3) την από 14.3.2001 αγωγή με την οποία επικαλεσθείς ότι συνεπεία του τραυματισμού του από το ένδικο ατύχημα εμφανίζει χωλότητα στη βάδιση και βράχυνση του αριστερού σκέλους κατά δύο (2) εκατοστά, ραιβότητα στη βάδιση και στην ορθοστασία, η οποία στην τελευταία ακτινολογική μέτρηση βρέθηκε να παρεκκλίνει τον άξονα κατά είκοσι (20) ημέρες, περιορισμένη κινητικότητα της ποδοκνημικής η οποία επιφέρει μόνιμη δυσχέρεια στη βάδιση και περιορισμό στη λειτουργικότητα, αδυναμία στην άρση και μεταφορά βαρών καθώς και μόνιμη μερική αναπηρία κατά ποσοστό 35%, σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του ανωτέρω πραγματογνώμονα, ζήτησε την αποκατάσταση της περαιτέρω ζημίας του λόγω ανικανότητάς του να εργασθεί ως βοηθός συνοδηγού φορτηγού αυτοκινήτου, και σε κάθε παρεμφερή εργασία κατά το μεταγενέστερο από 14.1.1997 έως 13.10.2000 χρονικό διάστημα.
Με την εκδοθείσα επί της αγωγής αυτής υπ.αρ.1065/2004 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου, ο ενάγων κρίθηκε ανίκανος προς εργασία για το χρονικό διάστημα από 14.10.1997 μέχρι 31.1.1998 απορριφθέντος ως αβάσιμου κατ' ουσία του σχετικού αγωγικού αιτήματος για το εφεξής μέχρι και 13.10.2000 χρονικό διάστημα, διότι όπως κρίθηκε, δεν αποδεικνύεται ότι συνεπεία του τραυματισμού του από το ένδικο ατύχημα και της κατά ποσοστό 35% μόνιμης μερικής αναπηρίας στο αριστερό κάτω άκρο είναι ανίκανος προς εργασία και κατά το χρονικό αυτό διάστημα καθ' όσον η σωματική αναπηρία από καθαρώς ιατρική άποψη και η ανικανότητα προς άσκηση συγκεκριμένης επαγγελματικής οικονομικής δραστηριότητας προς κτήση εισοδημάτων δεν ταυτίζονται.
Ήδη, με την κρινόμενη από 3.5.2006 αγωγή, ο ενάγων ζήτησε α)την αποκατάσταση της περαιτέρω ζημίας του λόγω ανικανότητάς του προς άσκηση της επαγγελματικής ως άνω δραστηριότητάς του ως βοηθού συνοδηγού φορτηγού αυτοκινήτου, αλλά και κάθε παρεμφερούς κατά το μεταγενέστερο από 13.10.2000 έως 13.10.2006 χρονικό διάστημα, συνεπεία της μόνιμης μερικής, κατά ποσοστό 35% αναπηρίας του και της προπεριγραφείσης όμοιας κατά τα πραγματικά περιστατικά κατάστασης της υγείας του με την εκτεθείσα και στην προγενέστερη από 14.3.2001 αγωγή και εκείνης περαιτέρω που σχέση έχει με την αδυναμία να βρίσκεται σε παρατεταμένη ορθοστασία, να χρησιμοποιεί κλίμακες και γενικά να κάνει χειρωνακτική και οποιαδήποτε βαριά εργασία και β)πρόσθετη αποζημίωση ποσού 80.000 ευρώ από το άρθρο 931 ΑΚ συνεπεία της κατά ποσοστό 35% μόνιμης αναπηρίας στο αριστερό κάτω άκρο και της προεκτεθείσης κατάστασης της υγείας του που επηρεάζει δυσμενώς την επαγγελματική οικονομική και κοινωνική αυτού εξέλιξη.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με την οποία το Εφετείο απέρριψε το υπό στοιχείο α ως άνω αίτημά της, λόγω δεδικασμένου απορρέοντος από την προηγούμενη υπ' αρ. 1065/2004 απόφαση του Εφετείου αναφορικά με τη διάρκεια της ανικανότητας του ενάγοντος προς εργασία, καθ' οσον όπως δέχθηκε, τα επικαλούμενα ως άνω με την ένδικη αγωγή περιστατικά αναφορικά με την κατάσταση της υγείας του ενάγοντος, δεν συνιστούν μεταβολή των ήδη υπαρχόντων ή απρόβλεπτη επιδείνωση ή χειροτέρευση της καταστάσεως της υγείας του, αφού αυτά λήφθηκαν υπόψη κατά την εξέτασή του από τον πραγματογνώμονα και συμπεριλήφθηκαν στην έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, την οποία στη συνέχεια, συνεκτίμησε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα το Δικαστήριο τούτο, με την 1065/2004 απόφασή του.
Άρα ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τον οποίο το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου απορρέοντος από την προγενέστερη υπ' αρ. 1065/2004 απόφαση του ίδιου ως άνω δικαστηρίου αναφορικά με τη διάρκεια της ανικανότητας του αναιρεσείοντος προς εργασία συνεπεία του τραυματισμού του από το ένδικο ατύχημα, η οποία εκδόθηκε επί ομοίας κατά την ιστορική και νομική αιτία αγωγής με την ένδικη αναφορικά με το αγωγικό κονδύλιο της απώλειας εισοδημάτων, με δεδομένο περαιτέρω ότι ο αναιρεσείων με την ένδικη αγωγή δεν επικαλείται περιστατικά που συνιστούν μεταβολή των ήδη υπαρχόντων ή απρόβλεπτη επιδείνωση ή χειροτέρευση της καταστάσεως της υγείας του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή από το συνδυασμό των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 του ΑΚ συνάγεται, ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία θετική ή αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει, για όλες τις ζημίες ενιαίως, από το τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υποχρέου προς αποζημίωση.
Εξ άλλου, με τη διάταξη του άρθρου 43 παρ.6 ν.2094/1992 η οποία επαναλαμβάνεται στο άρθρο 43 παρ.6 των νεότερων ν.2696/1999 και ν.3904/2010 ορίστηκε ότι "δεν έχουν εφαρμογή επί αυτοκινήτων οχημάτων, κατά την έννοια του παρόντος Κώδικος, οι περί κρατήσεως υπό της αστυνομικής αρχής διατάξεις του άρθρου 11 του ν. ΓΠΝ/1911, αν ο οδηγός συνεμορφώθη προς τας διατάξεις της παρ.2 του παρόντος άρθρου και καταθέσει αποδεικτικού ασφαλίσεως (βεβαιώσιν ανεγνωρισμένης εν Ελλάδι ασφαλιστικής εταιρίας) του οχήματος ή αποδείξει ότι είναι κάτοχος δελτίου διεθνούς ασφαλίσεως, αμφοτέρων τούτων αποτελούντων δήλωσιν αναδοχής χρέους δια τα εν ελλάδι ισχύοντα ελάχιστα ποσά ασφαλιστικής καλύψεως τα προβλεπόμενα εκάστοτε υπό των νομίμως εγκεκριμένων τιμολογίων ασφαλίστρων ή προκειμένου περί αυτοκινήτων δημοσίας χρήσεως καταθέσει δήλωσιν αναδοχής χρέους του τυχόν υπάρχοντος και νομίμως λειτουργούντος αλληλοασφαλιστικού συνεταιρισμού ή αλληλοασφαλιστικού ταμείου συνεταιρισμού εις το οποίο το αυτοκίνητο είναι ασφαλισμένον".
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι κατά ρητή νομοθετική επιταγή ειδικά η από τον οδηγό ζημιογόνου αυτοκινήτου κατάθεση βεβαίωσης ασφαλίσεως του αυτοκινήτου από αναγνωρισμένη στην Ελλάδα ασφαλιστική εταιρία ή η από τον οδηγό απόδειξη ότι είναι κάτοχος δελτίου διεθνούς ασφάλισης και τα δύο αυτά στοιχεία αποτελούν κατά πλάσμα του Νόμου πρόταση της ασφαλιστικής εταιρίας που εξέδωσε τη βεβαίωση ή το δελτίο αυτό, σύμφωνα προς την οποία, απευθυνόμενη αόριστα προς τους δικαιούχους αποζημίωσης τρίτους σε περίπτωση πραγμάτωσης ασφαλιστικού κινδύνου ο προτείνων ασφαλιστής προσφέρεται να ικανοποιήσει τις αξιώσεις των τελευταίων, εφ' όσον αυτές δεν υπερβαίνουν το ασφαλιστικό ποσό και δεν είναι κατώτερες από τα ισχύοντα ελάχιστα ποσά ασφαλιστικής κάλυψης που προβλέπονται κάθε φορά από τα νομίμως εγκεκριμένα τιμολόγια ασφαλίστρων και έτσι με την αποδοχή αυτή της πρότασης η οποία μπορεί να γίνει και με την έγερση της σχετικής από τον ενδιαφερόμενο αγωγής κατά του ασφαλιστή, καταρτίζεται σύμβαση σωρευτικής αναδοχής που ιδρύει σύμφωνα με τα άρθρα 361 και 477 ΑΚ, άμεση ευθύνη του αναδεχόμενου απέναντι του προσώπου που ζημιώθηκε από το ατύχημα μέχρι του παραπάνω ποσού.
Στην περίπτωση αυτή, η έκταση της ευθύνης του αναδοχέα ρυθμίζεται κατά τις λοιπές γενικές διατάξεις των άρθρων 472 και 475 του ΑΚ και επομένως εφ' οσον η απαίτηση του ζημιωθέντος προσώπου στηρίζεται σε αδικοπραξία που υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, κατά τους όρους του άρθρου 937 ΑΚ ο συμβατικός αναδοχέας ασφαλιστής, αυτήν την πενταετή παραγραφή της απαιτήσεως μπορεί να προτείνει.
Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 εδ. α' του ΑΚ και 221 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία.
Αλλά, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α' του ΑΚ, κατά την οποία "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό, παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθεαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή", εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξιώσεως για θετική ή αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία, κατ' αρχήν, υπόκειται, κατά τα προαναφερθέντα, σε πενταετή παραγραφή από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξιώσεως για αποκατάσταση τόσο της θετικής όσο και της αποθετικής ζημίας, η οποία ανάγεται στον ίδιο χρόνο για τον οποίο επιδικάστηκε αποζημίωση, αλλά δεν είχε ασκηθεί, ή σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου.
Και τούτο διότι και το μέρος αυτό της αξιώσεως, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 331 ΚΠολΔ) με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως του παθόντος γενικά, για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.
Η νέα, όμως, αυτή, εικοσαετής παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 του ΑΚ, την ύπαρξη αξιώσεως, που δεν έχει ήδη υποκύψει στη μέχρι την τελεσιδικία ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή, δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξιώσεως, δεν επιφέρει αναβίωση της αξιώσεως και κατά το μέρος, που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί, λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε, χωρίς διακοπή κατ' άρθρο 261 του ΑΚ.
Στην προκειμένη περίπτωση με την τέταρτη από 3.5.2006 αγωγή ο ενάγων ζήτησε εκτός της αποζημίωσης για απωλεσθέντα εισοδήματα συνεπεία της ανικανότητάς του προς εργασία για το από 13.10.2000 έως 13.10.2006 χρονικό διάστημα, την επιδίκαση πρόσθετης από το άρθρο 931 ΑΚ αποζημίωσης ποσού 80.000 ευρώ συνεπεία της κατά ποσοστό 35% μόνιμης μερικής αναπηρίας στο κάτω άκρο και της προαναφερθείσης στην αμέσως προηγούμενη σκέψη κατάστασης της υγείας του, που επηρεάζει δυσμενώς την επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική αυτού εξέλιξη.
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση που εκδόθηκε επί της αγωγής αυτής η εν λόγω αξίωση του ενάγοντος, κατά παραδοχή ως βάσιμης και κατ' ουσία της προταθείσης από την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία πενταετούς παραγραφής κρίθηκε παραγεγραμμένη, διότι όπως δέχθηκε "η ζημία αυτή του ενάγοντος από τον τραυματισμό του ήταν γνωστή και προβλεπτή από την ημέρα του ατυχήματος (14.12.1993), άλλως από την 13.6.2000 που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου η από 7.6.2000 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης και η υπό κρίση αγωγή του ασκήθηκε στις 22.5.2006, ενώ εξ άλλου με την ίδια ως άνω απόφαση απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσία η προς αντίκρουση της ένστασης αυτής προταθείσα από τον ενάγοντα αντένσταση περί επιμήκυνσης του χρόνου παραγραφής σε εικοσαετή, διότι όπως δέχθηκε, πρόκειται για αξίωση που δεν ήταν επίδικη στις προγενέστερες από 13.3.1995, 21.3.1997 και 14.3.2001 αγωγές επί των οποίων εκδόθηκαν αντίστοιχα οι υπ.αρ.8028/1998, 729/2001 και 1065/2004 τελεσίδικες αποφάσεις του Εφετείου.
Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση περί εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 261 εδ. α', 268, 298, 914 και 937 ΑΚ καθόσον δεν υπήγαγε στην επιμήκυνση της παραγραφής κατ' άρθρο 268 εδ. α' ΑΚ την αξίωση του ενάγοντος από το άρθρο 931 ΑΚ παρά μόνο εκείνη για απώλεια εισοδήματος συνεπεία της ανικανότητας του προς εργασία, καίτοι με την εκδοθείσα επί της αρχικής από 13.3.1995 αγωγής υπ' αρ. 8028/1998 απόφαση του Εφετείου έχουν επιδικασθεί τελεσίδικα αξιώσεις αποζημιώσεώς του κατά της αυτής ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας από το ίδιο τροχαίο ατύχημα.
Συνακόλουθα, εφ' όσον με τα όσα προεκτέθηκαν το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι η πενταετής παραγραφή της αξιώσεως αυτής του αναιρεσείοντος άρχισε στις 14.12.1993, άλλως στις 13.6.2000, από δε την επισκόπηση παραδεκτώς (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) της υπ' αρ. 8028/1998 απόφασης του Εφετείου η οποία εκδόθηκε επί της αρχικής από 13.3.1995 αγωγής και έκρινε με δύναμη δεδικασμένου την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως γενικώς του αναιρεσείοντος από το ένδικο ατύχημα, προκύπτει ότι αυτή δημοσιεύτηκε στις 17.9.1998 ήτοι πριν τη συμπλήρωση της πενταετούς κατ' άρθρο 937 ΑΚ παραγραφής στις 14.12.1998, η παραγραφή της ως άνω αξίωσης του αναιρεσείοντος είχε επιμηκυνθεί σε είκοσι (20) έτη, η οποία μέχρι την άσκηση της ανωτέρω νέας από 3.5.2006 αγωγής που έλαβε χώρα στις 22.5.2006 δεν είχε συμπληρωθεί.
Επομένως, το Εφετείο, ψευδώς ερμήνευσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν και πρέπει ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Επειδή, κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα κατά το μέρος με το οποίο απορρίφθηκε η προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα αντένσταση επιμήκυνσης του χρόνου παραγραφής της ως άνω από το άρθρο 931 ΑΚ αξιώσεώς του, να παραπεμφθεί η υπόθεση, παρελκούσης της έρευνας των αναφερόμενων στο αναιρούμενο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως από τους αριθμούς 8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές κατά διορθωτική, με συμπλήρωση, ερμηνεία του άρθρου 580 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 ν. 4055/2012, και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ) όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 522/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ