317/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 317 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 317/2012
Legislator headnote
AI generated317/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 317 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 317/2012
Full text
Απόφαση 317 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 317/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. συζ. Κ. Θ., το γένος Δ. Ζ., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσίβλήτων: 1. Μ. Χ. του Χ., κατοίκου ..., 2. Ζ. συζ. Δ. Μ., το γένος Α. Ζ., κατοίκου ... και 3. Ε. Ι. Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Βογιαντζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο δικηγόρος Δημήτριος Μάντεσης-Θανασούλας και δήλωσε ότι η αναιρεσείουσα (Ε. Θ.) απεβίωσε στις 19-1-2007 (ετών 68) και κληρονομήθηκε: α) από τον σύζυγό της Κ. Θ. του Γ., β) την θυγατέρα της Θ. Θ. του Κ. και γ) τα εγγόνια της Κ. Θ. του Γ. και Η. Θ. του Γ. (παιδιά του προαποβιώσαντος υιού της Γ. Θ.), οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-3-1992 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 9690/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-4-2004 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κων/νος Τσόλας ανέγνωσε την από 2-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. - Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσιβλήτους και προκύπτει και από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 9690/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών με κατάθεσή της στις 20-4-2004 απεβίωσε στις 19-1-2007 η αναιρεσείουσα, η οποία κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από το σύζυγό της Κ. Θ., τη θυγατέρα της Θ. Θ. του Κ. και τα δύο τέκνα του προαποβιώσαντος υιού της Γ. Θ., ήτοι τον Κ. και Η. Γ. Θ.. Επομένως, οι πιο πάνω (μοναδικοί) εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αναιρεσείουσας (άρθρα 1710, 1813, 1820, και 1846 ΑΚ), νομίμως δήλωσαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης την λόγω θανάτου εκείνης βίαιη διακοπή της δίκης και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψή της, η οποία, έτσι συνεχίζεται νόμιμα.
2.- Επειδή, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης.
Συνεπώς, οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος που είχαν προταθεί στον πρώτο βαθμό, αλλά δεν επαναφέρθηκαν στο Εφετείο και έτσι δεν κατέστησαν αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης, δεν μπορούν να θεμελιώσουν λόγους αναίρεσης. Έτσι, αν ο αναιρεσείων είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, μόνο με λόγο περιεχόμενο στο δικόγραφο της έφεσης ή σε δικόγραφο προσθέτων λόγων σύμφωνα με το άρθρο 520 ΚΠολΔ, μπορούσε να γίνει. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από τον αριθ.8 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη της ένστασης περί εκκρεμοδικίας, που προτάθηκε στο Εφετείο. Επίσης, η αναιρεσείουσα με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος προβάλλεται με διατύπωση επικουρικότητας σε σχέση με τον ανωτέρω από τον αριθ.8 λόγο αναίρεσης, ψέγει το Εφετείο, διότι παρά το νόμο παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής λόγω προϋφιστάμενης εκκρεμοδικίας, συνεπεία άσκησης προγενέστερης όμοιας αγωγής. Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του από 26-3-2002 δικογράφου της έφεσης της αναιρεσείουσας, δεν διαλαμβάνεται σ' αυτό σχετικός περί εκκρεμοδικίας λόγος. Ισχυρισμός περί εκκρεμοδικίας διαλαμβάνεται στους ασκηθέντες με το από 31-8-2002 δικόγραφο πρόσθετους λόγους έφεσης, οι οποίοι όμως απερρίφθησαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως απαράδεκτοι λόγω εκπρόθεσμης άσκησής τους και, συνακόλουθα, ο εν λόγω ισχυρισμός θεωρείται ως μη (νομίμως) προταθείς. Συνεπώς, οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι.
3.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984), ούτε τέλος τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 8 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες ισχυρισμούς της: α) Ότι κανένα τμήμα του επίδικου ακινήτου δεν περιλαμβάνεται στα όρια της έκτασης του με αριθμό 567 κληροτεμαχίου στο οποίο εγκαταστάθηκε ο κληρούχος και απώτερος δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Κ. Ζ., αλλά αντίθετα το επίδικο περιλαμβάνεται στο με αριθμό 559 κληροτεμάχιο, στο οποίο εγκαταστάθηκε ο απώτατος δικαιοπάροχός της Ν. Ζ., β) ότι για τον άμεσο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Ι. Ν., που είναι ειδικός (και όχι καθολικός) διάδοχος του ανωτέρω κληρούχου Κ. Ζ., δεν ισχύουν οι προστατευτικές για του κληρούχους διατάξεις του Αγροτικού Κώδικα και γ) ότι κατέστη κυρία του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, αφού το κατείχε με διάνοια κυρίου, ενεργούσα τις απαιτούμενες πράξεις νομής, επί χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας. Επίσης, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ.8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγει το Εφετείο, διότι, προς απόκρουση της ένστασής της περί καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος, δέχθηκε, ότι η εκ μέρους της φύτευση στο επίδικο ακίνητο δέκα ελαιοδέντρων προσέκρουσε στην αντίδραση του δικαιοπαρόχου των εναγόντων Ι. Ν., ο οποίος και αξίωσε την απομάκρυνση και καταστροφή των ελαιοδέντρων, χωρίς το περιστατικό αυτό να προταθεί από τους αναιρεσιβλήτους. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι. Ειδικότερα, ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως προς τους υπό στοιχ. α' και β' ισχυρισμούς ως απαράδεκτος, διότι αυτοί δεν συνιστούν πράγματα με την προεκτεθείσα έννοια, αλλά αποτελούν ο υπό στοιχ. α' αρνητικό της ένδικης αγωγής ισχυρισμό και ο υπό στοιχ. β' νομικό επιχείρημα της αναιρεσείουσας, ενώ ως προς τον υπό στοιχ.γ' ισχυρισμό (είναι απορριπτέος) ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση αυτός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε. Ο ως άνω τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι τα ως άνω που δέχθηκε το Εφετείο, προς απόκρουση της ένστασης καταχρηστικής άσκησης, που πρότεινε η αναιρεσείουσα, προέκυψαν από τις αποδείξεις.
4.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, θεμελιώνεται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που αυτή νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις της κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ουσία αβασίμου της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων και του ουσία βασίμου της ένστασης καταχρηστικής άσκησης που αυτή πρότεινε. Ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη, α) την 3-4-1991 διεκδικητική αγωγή του τρίτου αναιρεσιβλήτου, την οποία άσκησε αυτός στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και έστρεφε εναντίον της, στην οποία περιείχετο η ομολογία του, ότι το πρώτον το 1991 έγινε κατάληψη του επίδικου ακινήτου εκ μέρους αυτής με περίφραξη και καμία αναφορά περί προηγούμενης φύτευσης ελαιοδέντρων (εκ μέρους της) επ' αυτού δεν γινόταν και β) το από 20-3-1965 διάγραμμα του τοπογράφου-γεωμέτρου Ι. Κ.. Από την επισκόπηση, όμως, της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτήν γενική μνεία, ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο αυτής, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και το πιο πάνω έγγραφα. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
5.- Επειδή, η θεμελίωση του προβλεπόμενου στο άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του εκδώσαντος αυτή δικαστηρίου και ελλείψεις (ατέλειες) στη διατύπωση της ελάσσονος πρότασης του σχετικού νομικού συλλογισμού, εξαιτίας των οποίων καθίσταται αδύνατος ο έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της υπαγωγής των κρίσιμων πραγματικών διατυπώσεων στον κατάλληλο κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Δεν ιδρύεται, ως εκ τούτου, ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά απέρριψε τον κρίσιμο (αυτοτελή) πραγματικό ισχυρισμό ως απαράδεκτο, αόριστο ή νόμω αβάσιμο. Εξάλλου, ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, νοούνται μόνο οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που έχουν αυθύπαρκτη ύπαρξη, δηλαδή, εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και οι ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 861/1984), ούτε, επίσης, η εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, σχετικά με την απόρριψη των ενστάσεών της περί ιδίας κυριότητας και καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων για απόδοση του επίδικου ακινήτου, ισχυριζόμενη ειδικότερα, αναφορικά με την τελευταία ένσταση ότι η ανεπάρκεια συνίσταται στο ότι δεν προσδιορίζεται ο συγκεκριμένος χρόνος κατά τον οποίο αντέδρασε ο άμεσος δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Ι. Ν. στην εκ μέρους αυτής φύτευση των ελαιοδέντρων. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, όσον αφορά την ένσταση ιδίας κυριότητας είναι απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η εν λόγω ένσταση απερρίφθη ως μη νόμιμη, διότι δεν χωρεί χρησικτησία σε τμήμα κληροτεμαχίου (όπως το επίδικο) και κατά συνέπεια δεν ιδρύεται ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος. Επίσης, απαράδεκτος είναι ο λόγος αναίρεσης και αναφορικά με την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος, διότι η επικαλούμενη έλλειψη αιτιολογίας αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της απόρριψης ως κατ' ουσίαν αβάσιμης της ένστασης αυτής, διατυπώνεται σαφώς.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15-4-2004 αίτηση της Ε. Θ. για αναίρεση της 9690//2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2012 . Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ