Legislator Case Law & Legislation
316/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for late submission of additional grounds of appeal.

Case Number 316/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to appeal the First Instance Court's decision, ruling that additional grounds of appeal were submitted too late. The appellant had filed these supplementary arguments in February 2022, well before the scheduled hearing in September 2023, yet the court found the submission procedurally defective under the Civil Procedure Code. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the defendants' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Article 569 paragraph 2 item a' of the Civil Procedure Code; Additional grounds of appeal regarding the same chapters of the appealed decision must be filed in writing at least thirty full days before the hearing, and the Supreme Court ruled that the appellant's late submission violated this mandatory procedural requirement.

Keywords

AI generated
additional grounds of appeal Civil Procedure Code procedural deadline Supreme Court appeal legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Article 569 paragraph 2 item a' of the Civil Procedure Code
Article 176 of the Civil Procedure Code
Article 183 of the Civil Procedure Code
Article 495 paragraph 4 of the Civil Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 316 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 316/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Τ. του Ε., κατοίκου ... του Δήμου …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Δημητρούκα, ο οποίος ανακάλεσε την από 20-9-2023 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Λ. του Δ., κατοίκου ... Αττικής και 2) Ι. Λ. του Δ., κατοίκου ... .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ροϊνιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-7-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Νέας Επιδαύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 396/2014 του Ειρηνοδικείο Ναυπλίου και 458/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-7-2018 αίτησή του και τους από 28-2-2022 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ, "Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.

Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση...". Στην προκειμένη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης από 16-7-2018 αίτησης, για αναίρεση της υπ' αριθ. 458/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, ορίστηκε, με επίσπευση του αναιρεσείοντος, η 25-9-2023, ο δε αιτών άσκησε πρόσθετους λόγους αναιρέσεως με το από 28-2-2022 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 23-8-2022, δηλαδή τριάντα τουλάχιστον ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο.

Από την υπ' αριθ. 4868Β'/30-8-2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς και την υπ' αριθ. 4705Β'/4-11-2022 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου Ανδριανής Μουζάκη, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα ο αναιρεσείων, ο οποίος και επέσπευσε τη συζήτηση, προκύπτει ότι πιστό αντίγραφο του δικογράφου των άνω προσθέτων λόγων επιδόθηκε στην πρώτη αναιρεσίβλητη στις 30-8-2022 και στη δεύτερη αναιρεσίβλητη στις 4-11-2022, ήτοι τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο.

Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω μαζί με την άνω αίτηση αναιρέσεως.

Κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).

Εξάλλου, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ, ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης (Ολ.

ΑΠ 2/2008, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 931/2019). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων, και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αίτησης αναιρέσεως (16-7-2018), η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, με τη σύμβαση δανείου, η οποία είναι ενοχική, διαρκής, αμφοτεροβαρής και άτυπη σύμβαση, ο ένας από τους συμβαλλόμενους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας.

Με βάση τον παραδοτικό χαρακτήρα της συμβάσεως δανείου, η μεταβίβαση του δανείσματος κατά κυριότητα στο δανειολήπτη αποτελεί στοιχείο για την τελείωση του δανείου. Ο δανειστής, έχει την υποχρέωση από τη σύμβαση δανείου να αποχωρίσει από την περιουσία του το αντικείμενο του δανείου, και να εισφέρει τούτο στην περιουσία του λήπτη, ο οποίος έτσι αποκτά την εξουσία και δυνατότητα για διάθεση του αντικειμένου του δανείου.

Η παράδοση του δανείσματος στον οφειλέτη γίνεται συνήθως στα χέρια του ίδιου από το δανειστή. Είναι, όμως, πιθανό η παράδοση αυτή να γίνει δια τρίτου προσώπου, που ενεργεί ως εντολοδόχος είτε του δανειστή, είτε του οφειλέτη. Έτσι, είναι αδιάφορο αν η μεταβίβαση της κυριότητας του δανείσματος γίνεται αμέσως ή εμμέσως από το δανειστή ή αμέσως ή εμμέσως προς τον οφειλέτη (ΑΠ 667/2022, ΑΠ 1234/2018, ΑΠ 123/2017).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 211 ΑΚ, δήλωση βουλήσεως από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευόμενου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσωπεύσεως ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου, το αποτέλεσμα δε αυτό επέρχεται είτε η δήλωση γίνεται ρητώς στο όνομα του αντιπροσωπευομένου, είτε συνάγεται από τις περιστάσεις ότι έγινε στο όνομά του, κατά δε το άρθρο 212 ΑΚ, αν δεν μπορεί να διαγνωσθεί ότι κάποιος ενεργεί στο όνομα άλλου, θεωρείται ότι ενεργεί στο δικό του όνομα.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι για να ενεργήσει η δήλωση βουλήσεως αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου, πρέπει ο αντιπρόσωπος να επιχειρήσει τη δικαιοπραξία στο όνομα εκείνου και να καταστήσει γνωστό σε αυτόν με τον οποίο συναλλάσσεται, ότι η ενέργεια από τη δικαιοπραξία θα παραχθεί όχι για τον εαυτό του, αλλά για τον αντιπροσωπευόμενο, πράγμα το οποίο, σε περίπτωση ελλείψεως ρητής δηλώσεως του αντιπροσώπου ότι ενεργεί στο όνομα του αντιπροσωπευομένου μπορεί να συναχθεί και από τις περιστάσεις (ΑΠ 647/2017, ΑΠ 214/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου, δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις ... ο Ε. Τ., πατέρας του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος και θείος των εναγουσών και ήδη εφεσιβλήτων, τηλεφώνησε στην πρώτη εφεσίβλητη και αφού της δήλωσε ρητά ότι ενεργεί ως αντιπρόσωπος και για λογαριασμό του εκκαλούντος, της ζήτησε να δανείσει στον τελευταίο το ποσό των 10.000 ευρώ, διότι είχε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και άμεση ανάγκη χρημάτων.

Η πρώτη εφεσίβλητη, λόγω της στενής συγγενικής σχέσης που τη συνέδεε με τον Ε. Τ., με τον οποίο διατηρούσε άριστες σχέσεις και λόγω ηθικής υποχρέωσής της, καθόσον το έτος ... ο Ε. Τ. είχε δανείσει στον πατέρα της Δ. Λ. το χρηματικό ποσό του 1.000.000 δρχ., το οποίο σημειωτέον ότι εξοφλήθηκε πλήρως από τον ίδιο το Δ.

Λ., δέχθηκε να δανείσει στον εκκαλούντα το ποσό που τη ζητήθηκε, προκειμένου να τον εξυπηρετήσει. Ούτω καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και του εκκαλούντα, ενεργούντος μέσω του πατέρα του ως αντιπροσώπου του, άτυπη σύμβαση δανείου, χωρίς εκείνη τη στιγμή να συμφωνηθεί συγκεκριμένη ημεροχρονολογία επιστροφής του (δανείου).

Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής η πρώτη εφεσίβλητη κατέθεσε την ίδια ημέρα το ποσό των 10.000 ευρώ στον με αριθμό ... λογαριασμό, τον οποίο διατηρούσε ο Ε. Τ. στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, για λογαριασμό του εκκαλούντος. Η κατάθεση δεν έγινε απευθείας σε λογαριασμό του τελευταίου, καθόσον υπήρχε κίνδυνος να δεσμευθούν τα χρήματα λόγω των κατασχέσεων που υπήρχαν σε βάρος του (βλ.

τα υπ' αριθ. ... πέντε πιστοποιητικά βαρών του Υποθηκοφυλακείου Επιδαύρου αναφορικά με εγγραφές βαρών σε ακίνητα του εκκαλούντος) και των γενικότερων οικονομικών υποχρεώσεών του. Μάλιστα τα χρήματα αναλήφθηκαν αυθημερόν από τον εκκαλούντα, όπως αποδεικνύεται από το από 1-10-2007 έως ... αντίγραφο κίνησης του ως άνω λογαριασμού του Ε.

Τ. και αποτέλεσαν μέρος του ποσού των 37.941,85 ευρώ που ο εκκαλών κατέθεσε στις ... στην Εμπορική Τράπεζα (βλ. το από ... γραμμάτιο είσπραξης της ανωτέρω Τράπεζας), προκειμένου να ματαιώσει την σε βάρος του διενέργεια πλειστηριασμού που είχε οριστεί για τις ..., σύμφωνα την υπ' αριθμ. ... Γ' Επαναληπτική Περίληψη Κατασχετήριας Έκθεσης ακινήτων του (εκκαλούντος) με επισπεύδουσα την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ, συνταχθείσα από τον δικαστικό επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ναυπλίου Α.

Ο. και επί του πλειστηριασμού υπάλληλο την συμβολαιογράφο Επιδαύρου Π. Η.. Σημειωτέον ότι ο εκκαλών, ως Δήμαρχος Δήμου Ασκληπιείου είχε εγγυηθεί σε δανειακές συμβάσεις που είχε συνάψει η δημοτική επιχείρηση με την τότε επωνυμία ΔΕΠΑΑΣ με την ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ και με την ALPHA Τράπεζα, πλην όμως οι ανωτέρω δανειακές συμβάσεις δεν εξοφλήθηκαν από την πρωτοφειλέτρια ΔΕΠΑΑΣ, με αποτέλεσμα να επιβληθούν σε βάρος του κατασχέσεις από τις ως άνω Τράπεζες και να διαταχθεί η διενέργεια πλειστηριασμού στην ακίνητη περιουσία του.

Ακολούθως, στις ... ο πατέρας του εκκαλούντος, που ενεργούσε για μία εισέτι φορά ως αντιπρόσωπος και για λογαριασμό του τελευταίου, αιτήθηκε για λογαριασμό του ανωτέρω από την δεύτερη εφεσίβλητη το ποσό των 15.000 ευρώ, επικαλούμενος και πάλι σοβαρά οικονομικά προβλήματα του υιού του. Η δεύτερη εφεσίβλητη στα πλαίσια της άριστης συγγενικής σχέσης που διατηρούσε με το θείο της Ε.

Τ., δέχθηκε να δανείσει στον εκκαλούντα το ποσό που της ζητήθηκε, προκειμένου να τον εξυπηρετήσει. Ούτω καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και του εκκαλούντα, ενεργούντος μέσω του πατέρα του ως αντιπροσώπου του, άτυπη σύμβαση δανείου, χωρίς εκείνη τη στιγμή να συμφωνηθεί συγκεκριμένη ημεροχρονολογία επιστροφής του ποσού του δανείου.

Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής η δεύτερη εφεσίβλητη παρέδωσε αυθημερόν στα χέρια του Ε. Τ., για λογαριασμό όμως του εκκαλούντος, το ποσό των 5.000 ευρώ (αφού ανέλαβε αυτά από λογαριασμό που διατηρούσε στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος), καθόσον δεν είχε εκείνη τη στιγμή τη δυνατότητα να καταβάλει όλο το ποσό, το υπόλοιπο δε ποσό των 10.000 ευρώ κατέβαλε κατά τον ίδιο ως άνω τρόπο στις ..., δηλαδή συνολικά παρέδωσε το ποσό των 15.000 ευρώ (βλ.

το αντίγραφο του βιβλιαρίου καταθέσεων της ΑΤΕ της δεύτερης εφεσίβλητης για το χρονικό διάστημα από ... έως ... και το από ... δελτίο ανάληψης από τη δεύτερη εφεσίβλητη ποσού 10.000 ευρώ από λογαριασμό που διατηρούσε στην Τράπεζα Eurobank EFG). Το ανωτέρω ποσό των 5.000 ευρώ που δάνεισε η δεύτερη εφεσίβλητη στον εκκαλούντα στις ...

αποτέλεσαν μέρος του ποσού των 42.936,06 ευρώ που ο εκκαλών κατέθεσε την ίδια ημέρα, ήτοι στις ... στην Alpha Bank (βλ. το από ... γραμμάτιο είσπραξης της ανωτέρω Τράπεζας), προκειμένου να ματαιώσει την σε βάρος του διενέργεια πλειστηριασμού που είχε οριστεί για τις 7-05-2008, σύμφωνα την υπ' αριθμ ... 4η Επαναληπτική Περίληψη Κατασχετήριας Έκθεσης Ακίνητης περιουσίας για διενέργεια πλειστηριασμού με επίσπευση της Άλφα Τράπεζας και οφειλέτη τον εκκαλούντα, του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ναυπλίου Ε.

Γ. και επί του πλειστηριασμού υπάλληλο την συμβολαιογράφο Επιδαύρου Π. Η.. Ωστόσο ο εκκαλών, αν και έλαβε τα ανωτέρω ποσά από τις εφεσίβλητες, εξακολουθεί να οφείλει αυτά, παρά τις επανειλημμένες προφορικές οχλήσεις των εφεσιβλήτων μέχρι την άσκηση της κρινομένης αγωγής, η οποία περιέχει και καταγγελία των ανωτέρω διαδοχικών προφορικών συμβάσεων δανείου (άρθρο 807 ΑΚ).

Κατόπιν αυτών το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, σύμφωνα με την εκτεθείσα στο δικόγραφο ιστορική και νομική βάση της, και υποχρέωσε τον εναγόμενο - εκκαλούντα να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα - εφεσίβλητη το ποσό των 10.000 ευρώ και στη δεύτερη ενάγουσα - εφεσίβλητη το ποσό των 15.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 31η ημέρα από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, έστω και με ελλιπείς αιτιολογίες, ορθά κατ' αποτέλεσμα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε και επίσης ορθά κατ' αποτέλεσμα εκτίμησε τις προσκομισθείσες αποδείξεις και τα προκύψαντα απ' αυτές πραγματικά περιστατικά, αφού έλαβε υπόψη του όλα ανεξαιρέτως τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα και τις μαρτυρικές καταθέσεις των εξετασθέντων ενώπιόν του μαρτύρων.

Συνεπώς, αφού συμπληρωθεί η ελλιπής αιτιολογία της εκκαλουμένης με αυτή της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου λόγοι έφεσης, όπως και η υπό κρίση έφεση στο σύνολό της...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αριθ. 396/2014 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ναυπλίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 211 επ., 806 επ. ΑΚ, από 19.7.2012 αγωγή των αναιρεσιβλήτων και είχε υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην κάθε ενάγουσα τα άνω ποσά.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 211 και 806 ΑΚ, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των άνω διατάξεων και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους, αφού, ειδικότερα, σύμφωνα με τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκαν άτυπες συμβάσεις δανείου, κατά τις οποίες ο αναιρεσείων εκπροσωπείτο από τον πατέρα του Ε.

Τ., που ενεργούσε για λογαριασμό του, και δυνάμει των οποίων οι αναιρεσίβλητες μεταβίβασαν κατά κυριότητα στον αναιρεσείοντα, τα ποσά των 10.000 ευρώ και 15.000 ευρώ, αντίστοιχα, μέσω του ανωτέρω αντιπροσώπου του, στον οποίο και κατέβαλαν τα εν λόγω χρηματικά ποσά, εν μέρει με την κατάθεσή τους σε λογαριασμό αυτού και εν μέρει με την καταβολή μετρητών στον ίδιο αντιπρόσωπο, από τον οποίο και τα ανέλαβε ο αναιρεσείων, με τη συμφωνία να επιστρέψει αυτός σε καθεμιά από τις αναιρεσίβλητες ισόποσο χρηματικό ποσό, και συνεπώς, βάσει αυτών των περιστατικών, αφού συνέτρεξαν οι ως άνω προϋποθέσεις των συμβάσεων δανείου και καταγγέλθηκαν αυτές με την αγωγή, υφίσταται υποχρέωση του αναιρεσείοντος να αποδώσει στις αναιρεσίβλητες τα δανεισθέντα ποσά των 10.000 ευρώ και 15.000 ευρώ, αντίστοιχα.

Επομένως, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο για ευθεία παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων, είναι αβάσιμος. Καθόσον δε αφορά το δεύτερο σκέλος του αυτού πρόσθετου λόγου αναιρέσεως, με το οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ.1β ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δέχθηκε τα προαναφερθέντα περί εκπροσωπήσεώς του από τον πατέρα του χωρίς να λάβει υπόψη του τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία τέτοια πληρεξουσιότητα παρέχει κάποιος, όταν δεν είναι σε νομική και πραγματική κατάσταση να μπορεί να συνάψει απευθείας ο ίδιος τη σύμβαση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με την επίφαση αυτού ο αναιρεσείων επιχειρεί να πλήξει την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου αναφορικά με την κατάρτιση των επίδικων συμβάσεων δανείου μέσω του άνω αντιπροσώπου του, καθόσον η επικαλούμενη πλημμέλεια αναφέρεται στην απόδειξη σχετικά με τη διακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης και όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ` αυτούς των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης.

Εξάλλου, από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, ως προς ότι συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω διατάξεων των άρθρων 211 και 806 του ΑΚ, προκειμένου να δικαιολογείται η παραδοχή της ένδικης αγωγής ως προς το προαναφερόμενο αίτημά της.

Ειδικότερα, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις δέχεται το Εφετείο, Α) ως προς τη σύμβαση δανείου με την πρώτη ενάγουσα: α) ότι στις ... ο Ε. Τ., πατέρας του εναγομένου και θείος των εναγουσών, τηλεφώνησε στην πρώτη ενάγουσα και αφού της δήλωσε ρητά ότι ενεργεί ως αντιπρόσωπος και για λογαριασμό του γιου του, της ζήτησε να δανείσει στον τελευταίο το ποσό των 10.000 ευρώ, διότι είχε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και άμεση ανάγκη χρημάτων, β) ότι η πρώτη ενάγουσα δέχθηκε να δανείσει στον ενάγοντα το ποσό που τη ζητήθηκε, προκειμένου να τον εξυπηρετήσει, γ) ότι έτσι καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και του εναγομένου, ενεργούντος μέσω του πατέρα του ως αντιπροσώπου του, άτυπη σύμβαση δανείου, δ) ότι σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής η πρώτη ενάγουσα κατέθεσε την ίδια ημέρα το ποσό των 10.000 ευρώ στον λογαριασμό που διατηρούσε ο Ε.

Τ. στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, για λογαριασμό του ενάγοντος, ε) ότι η κατάθεση δεν έγινε απευθείας σε λογαριασμό του τελευταίου, καθόσον υπήρχε κίνδυνος να δεσμευθούν τα χρήματα λόγω των κατασχέσεων που υπήρχαν σε βάρος του και των γενικότερων οικονομικών υποχρεώσεών του και στ) ότι τα χρήματα αναλήφθηκαν αυθημερόν από τον ενάγοντα και αποτέλεσαν μέρος του ποσού των 37.941,85 ευρώ που ο τελευταίος κατέθεσε στις ...

στην Εμπορική Τράπεζα, προκειμένου να ματαιώσει την σε βάρος του διενέργεια πλειστηριασμού που είχε οριστεί για τις ..., υποχρεούμενος έτσι στην απόδοσή του. Β) ως προς τη σύμβαση δανείου με τη δεύτερη ενάγουσα: α) ότι στις ... ο άνω πατέρας του εναγομένου, που ενεργούσε και πάλι ως αντιπρόσωπος και για λογαριασμό του τελευταίου, αιτήθηκε για λογαριασμό του ανωτέρω από την δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 15.000 ευρώ, επικαλούμενος και πάλι σοβαρά οικονομικά προβλήματα του γιού του, β) ότι η δεύτερη ενάγουσα δέχθηκε να δανείσει στον ενάγοντα το ποσό που της ζητήθηκε, προκειμένου να τον εξυπηρετήσει, γ) ότι έτσι καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και του εναγομένου, ενεργούντος μέσω του πατέρα του ως αντιπροσώπου του, άτυπη σύμβαση δανείου, δ) ότι σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής η δεύτερη ενάγουσα παρέδωσε αυθημερόν στα χέρια του Ε.

Τ., για λογαριασμό όμως του ενάγοντος, το ποσό των 5.000 ευρώ, το οποίο ανέλαβε από λογαριασμό που διατηρούσε στην Αγροτική Τράπεζα, το υπόλοιπο δε ποσό των 10.000 ευρώ κατέβαλε κατά τον ίδιο ως άνω τρόπο στις ..., το οποίο ανέλαβε από λογαριασμό που διατηρούσε στην Τράπεζα Eurobank, δηλαδή συνολικά παρέδωσε το ποσό των 15.000 ευρώ, και ε) ότι το ανωτέρω ποσό των 5.000 ευρώ αποτέλεσε μέρος του ποσού των 42.936,06 ευρώ που ο εκκαλών κατέθεσε την ίδια ημέρα, ήτοι στις ...

στην Alpha Bank, προκειμένου να ματαιώσει την σε βάρος του διενέργεια πλειστηριασμού που είχε οριστεί για τις 7-05-2008, υποχρεούμενος έτσι στην απόδοση των άνω ποσών. Δεν ήταν δε αναγκαία η παράθεση και άλλων περιστατικών και δη δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται ο λόγος ο οποίος, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, επέβαλε τη σύναψη των συμβάσεων μέσω αντιπροσώπου και όχι απευθείας με τον ίδιο, ούτε η περαιτέρω αναφορά αν και ποιο εμπόδιο υπήρχε, ώστε να αναγκαστεί αυτός να καταφύγει στη χρησιμοποίηση αντιπροσώπου για τη σύναψη των επίδικων συμβάσεων.

Συνεπώς, είναι αβάσιμοι τόσο ο μοναδικός κύριος λόγος αναιρέσεως όσο και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς τον τρόπο περιελεύσεως σ' αυτών των δανεισθέντων χρημάτων και ως προς τον λόγο καταρτίσεως των επίδικων συμβάσεων με αντιπρόσωπο. Κατ` ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, με τις οποίες υποβάλλουν σχετικό αίτημα, σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16 Ιουλίου 2018 αίτηση και τους από 28 Φεβρουαρίου 2022 πρόσθετους λόγους αυτής του Α. Τ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 458/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Φεβρουαρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ