Legislator Case Law & Legislation
316/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on co-ownership benefit claim, upholding lower court's rejection of abuse of rights. Appeal rejected due to lack of abuse of rights evidence.

Case Number 316/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment awarding compensation for exclusive use of co-owned property. The appellant argued the lower court erred in rejecting a claim for judicial distribution and failed to provide sufficient reasoning. The court held that the appellant failed to prove abuse of rights and that the lower court's reasoning was sufficient and not arbitrary.

Legislator headnote

AI generated

Articles 785, 786, 787, 792, 961, 962 of the Civil Code; Article 281 of the Civil Code; Article 560 of the Code of Civil Procedure: In co-ownership disputes, a claim for judicial distribution does not constitute an abuse of rights unless it exceeds the bounds of good faith and social purpose, and the lower court's rejection of such a claim is valid if supported by adequate reasoning.

Keywords

AI generated
co-ownership benefit exclusive use compensation abuse of rights judicial distribution good faith principle appeal dismissal civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 785, 786, 787, 792(2), 961, 962 of the Civil Code
Article 281 of the Civil Code
Articles 552, 553, 556, 558, 564(1), 566(1), 569 of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 560(5) of the Code of Civil Procedure
Article 560(6) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 316 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 316/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. Μ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο - Αλέξανδρο Μούκα και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Α. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Τασόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/3/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πειραιά.

Εκδόθηκε η 577/2018 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16/1/2019 αίτησή της και τους από 17/10/2019 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 16.01.2019 αίτηση αναίρεσης και τους από 17.10.2019 πρόσθετους λόγους προσβάλλεται η 577/2018 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιά, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου για αναγνώριση καταβολής αποζημίωσης από την αποκλειστική χρήση εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας των επικοίνων ακινήτων των διαδίκων. Η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1, 569 ΚΠολΔ). Ασκήθηκαν, συνεπώς, παραδεκτά (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ, ΑΠ 24/2020).

Από το συνδυασμό των άρθρων 785, 786, 787, 792 παρ.2, 961 και 962 του ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση που ένας από τους κοινωνούς κάνει αποκλειστική χρήση του κοινού αντικειμένου, δικαιούνται οι υπόλοιποι, και αν δεν πρόβαλαν αξίωση για σύγχρηση, να απαιτήσουν από τον πιο πάνω κοινωνό ανάλογη μερίδα από το όφελος που αυτός αποκόμισε και το οποίο συνίσταται στην αξία της χρήσης του κοινού.

Ειδικότερα, προκειμένου περί αστικού ακινήτου, το όφελος αυτό συνίσταται στην κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσης μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός χρήσης κοινωνών, η οποία δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα, ως αποζημίωση, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, ωφέλεια.

Η ωφέλεια αυτή προσδιορίζεται από τη μισθωτική αξία του κοινού πράγματος, δηλαδή του ποσού του μισθώματος που θα κατέβαλε ο κοινωνός που το χρησιμοποιεί για τη χρήση άλλου όμοιου ακινήτου με βάση τις εν γένει μισθωτικές συνθήκες της περιοχής που επικρατούν κατά τον κρίσιμο χρόνο και της κατάστασης που βρίσκεται το κοινό πράγμα (ΑΠ1208/2018, ΑΠ 232/2004, ΑΠ 74/2004).

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 794 ΑΚ, που ορίζει ότι κάθε κοινωνός ενέχεται απέναντι στους λοιπούς, κατά την αναλογία της μερίδας του, για τα έξοδα της συντήρησης, της διοίκησης και της χρησιμοποίησης του κοινού, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 785,788, 789, 790, 730 επ. , 904 επ. , 1101,1107 και 1113 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι ο συγκύριος που κατέβαλε έξοδα πέραν της μερίδας του, δικαιούται να αναζητήσει από τους λοιπούς, κατ` αναλογία των μερίδων τους, τη δαπάνη στην οποία υποβλήθηκε, τα έξοδα και τα βάρη που κατέβαλε, πέραν της αναλογίας του.

Κατά την αληθή έννοια της διάταξης του άρθρου 794 ΑΚ, στα έξοδα διοίκησης και χρησιμοποίησης περιλαμβάνονται και τα βάρη του κοινού πράγματος, δηλαδή, όλες οι τακτικές επιβαρύνσεις ενός πράγματος ανάλογα με τη φύση του, όπως είναι, μεταξύ άλλων, φόροι, τέλη και οι πληρωμές σε υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, ενώ δεν περιλαμβάνονται τα έξοδα, στα οποία υποβάλλεται ο κοινωνός, όταν χρησιμοποιεί προσωπικά - αποκλειστικά - το πράγμα.

Η αναζήτηση των παραπάνω εξόδων γίνεται απ` ευθείας, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 794 ΑΚ, εφόσον πρόκειται για έξοδα που έγιναν με τις προϋποθέσεις των άρθρων 788-790 ΑΚ, δηλαδή κατόπιν απόφασης όλων των συγκυρίων ή της πλειοψηφίας αυτών ή του δικαστηρίου ή αφορούν μέτρα που λήφθηκαν για την αποτροπή επικείμενου κινδύνου.

Εάν όμως δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, οι εν λόγω δαπάνες αναζητούνται κατά τις διατάξεις περί διοίκησης αλλότριων ή του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εφόσον βεβαίως πληρούνται οι όροι εφαρμογής των τελευταίων αυτών διατάξεων (ΑΠ 825/ 2014, ΑΠ 251/2014). Ειδικότερα, εάν η αναζήτηση των δαπανών γίνεται κατά τις περί διοίκησης αλλότριων διατάξεις, απαιτείται να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις, οι οποίες και πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση:

α) ότι εκείνος που υποβλήθηκε στα έξοδα και τα βάρη ανέλαβε αυτοβούλως τη διοίκηση αλλότριας υπόθεσης, χωρίς, δηλαδή, τη ρητή εντολή του κυρίου της β) ότι ο διοικητής διαχειρίζεται την υπόθεση, εν γνώσει του ότι είναι ξένη. Το γεγονός ότι με τη διαχείριση της ξένης υποθέσεως εξυπηρετείται συγχρόνως έμμεσα ή εν μέρει και το συμφέρον του διοικητή, έστω και αν τούτο προέχει, δεν εμποδίζει την εφαρμογή των διατάξεων περί διοικήσεως αλλότριων.

Αν, όμως, η υπόθεση είναι ταυτόχρονα εν μέρει ξένη και εν μέρει του διοικητή, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του συγκυρίου που διεξάγει τις υποθέσεις του κοινού πράγματος, τότε υπάρχει διοίκηση αλλότριων μόνον ως προς το μη ανήκον σε αυτόν μέρος γ) ότι η πρόθεση αυτού ήταν να διοικήσει την αναληφθείσα υπόθεση σαν ξένη δ) ότι ο τελευταίος διεξήγαγε την εν λόγω υπόθεση κατά το συμφέρον και κατά την πραγματική ή την εικαζόμενη θέληση του κυρίου της και ε) ότι γίνεται αναφορά των δαπανών, στις οποίες υποβλήθηκε ο διοικητής κατά την διεξαγωγή της υπόθεσης (ΑΠ 1604/2013, ΑΠ 1024/2009).

Η αξίωση του διοικητή για απόδοση των δαπανών περιλαμβάνει τις δαπάνες που έκανε αυτός για την κανονική διεξαγωγή της υποθέσεως, θεωρώντας δικαιολογημένα με βάση τις ιδιαίτερες συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως ότι αυτές ήταν εύλογες (ΑΠ 825/2014). Σε αυτές περιλαμβάνεται, ειδικότερα, κάθε δαπάνη που ο διοικητής έκρινε χρήσιμη και επωφελή για την υπόθεση, συνυπολογιζομένων όμως των συναλλακτικών συνηθειών, των συντρεχουσών περιστάσεων και των επιδιώξεων του κυρίου(ΑΠ 1208/ 2018).

Εξ άλλου, από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο. Στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες (κύριες ή επικουρικές) και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνο από αυτές οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (Ολ.ΑΠ 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Η εναγομένη με προφορική δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου της στο ακροατήριο του δικάσαντος Ειρηνοδικείου, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ίδιου Δικαστηρίου και με τις νομοτύπως κατατεθειμένες έγγραφες προτάσεις της προέβαλε, έναντι της απαίτησης του αναιρεσίβλητου για την αποζημίωση χρήσης για το ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου της συγκυριότητάς του επί των επικοίνων οριζοντίων ιδιοκτησιών, την ένσταση συμψηφισμού λόγω δαπανών κοινοχρήστων και ανακαίνισης τις οποίες πραγματοποίησε στο επίδικο ακίνητο, συνολικού ποσού 1.551,39 ευρώ, εκ των οποίων στον ενάγοντα αντιστοιχεί ποσό 775,70 ευρώ.

Συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ότι από το έτος 2013, που απέκτησε το επίδικο μερίδιο, έχουν γίνει διάφορες εργασίες στην πολυκατοικία, όπου στεγάζεται το επίδικο ακίνητο, προκειμένου να συντηρηθεί αυτό και να αποφευχθούν τυχόν κίνδυνοι για τους ενοίκους ή τους ιδιοκτήτες από την κακή συντήρηση αυτών, για τις οποίες(εργασίες)κατέβαλε τα εξής ποσά :α)...,β)...,γ)...δ)...ε)...

και στ)..., άρα συνολικά η εναγομένη, κατά τους ισχυρισμούς της, για δαπάνες ανακαίνισης που ήταν άκρως επιβεβλημένες να γίνουν για λόγους ασφαλείας και συντήρησης του επίκοινου και της πολυκατοικίας όπου αυτό στεγάζεται, ξόδεψε το ποσό των 1.551,39 ευρώ, στον ενάγοντα αναλογεί ποσό 775,70 ευρώ και τα ποσά αυτά ζήτησε να συμψηφιστούν και να αφαιρεθούν από τα ποσά που αξιώνει ο ενάγων με την αγωγή του.

Το Ειρηνοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την ένσταση αυτή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, για το λόγο ότι η εναγομένη δεν εξέθετε τα προσδιοριστικά στοιχεία για το ύψος κάθε δαπάνης και περαιτέρω με επάλληλη αιτιολογία ως αβάσιμη με την ακόλουθη αιτιολογία: "Η δαπάνη ποσού 12,50 ευρώ για την αλλαγή του μηχανισμού επαναφοράς της πόρτας εισόδου φέρεται ότι έγινε Απρίλιο-Μάιο 2013 πριν από την εκ μέρους του ενάγοντος απόκτηση της κυριότητας κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου που έγινε τον Ιούλιο του 2013 και ως εκ τούτου η εν λόγω δαπάνη δεν βαρύνει τον ίδιο αλλά τον προηγούμενο συνιδιοκτήτη της εναγομένης, οι φερόμενες δαπάνες:

ποσού 100,00 ευρώ, μηνός Νοεμβρίου 2013 για την τσιμεντόστρωση δαπέδου πυλωτής, ποσού 191,67 ευρώ και 76,50 ευρώ, αντίστοιχα, των μηνών Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου 2015, για αγορά νέου λέβητα για εργασίες αποξύλωσης παλαιού λέβητα και τοποθέτηση νέου λέβητα και καυστήρα, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε ενημερωθεί γι' αυτές, ως και για την αναγκαιότητά τους, από την εναγομένη ή από τη διαχείριση της πολυκατοικίας και ούτε εκλήθη να συμμετάσχει σε αυτές, καίτοι είχε καταστεί γνωστό ότι ήταν συνιδιοκτήτης του επιδίκου κοινού διαμερίσματος μετά της εναγομένης και τέλος, ως προς τις επικαλούμενες από την εναγομένη δαπάνες ανακαίνισης του επιδίκου κοινού διαμερίσματος, ποσού 203,52 ευρώ και 967,20 ευρώ, αντίστοιχα, για την επισκευή του δαπέδου και της ντουλάπας για την κόρη της, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι από τη φύση τους ήταν αναγκαίες, ήτοι προς αποτροπή επικείμενου κινδύνου καταστροφής ή βλάβης του επίκοινου ακινήτου, ενώ εξάλλου και η ίδια η εναγομένη ουδόλως ισχυρίζεται στην ανωτέρω ένστασή της ότι έγιναν, σύμφωνα με την πραγματική ή της εικαζόμενη θέληση του ενάγοντος, συγκυρίου, συγκοινωνού, ώστε, ως επωφελείς ή πολυτελείς να μπορεί να τις αξιώσει η εναγομένη, σύμφωνα με τις διατάξεις περί διοίκησης αλλοτρίων, αλλά ούτε και ισχυρίζεται, ούτε αποδεικνύει ότι με τις εν λόγω δαπάνες επήλθε αδικαιολόγητος πλουτισμός του ενάγοντος.

Ενόψει των ανωτέρω, και η ένσταση αυτή της εναγομένης αποβαίνει απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη". Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, γιατί το Ειρηνοδικείο απέρριψε την ένστασή της για συμψηφισμό των επικαλούμενων δαπανών της με την ένδικη αξίωση κατ' αυτής του αντιδίκου της αναιρεσιβλήτου, ως αβάσιμη και ειδικότερα, ενώ δέχθηκε ότι κάποιες από αυτές ήταν αναγκαίες, εν τούτοις τις απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμες με την αιτιολογία ότι δεν είχε ενημερωθεί σχετικά ο αναιρεσίβλητος, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας εσφαλμένα την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 794 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 788, 789, 790 και 730 ΑΚ.

Ο λόγος, όμως, αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αλυσιτελής. Και τούτο διότι, όπως προεκτέθηκε, η εν λόγω ένσταση απορρίφθηκε και με επάλληλη αιτιολογία ως αόριστη, η οποία αιτιολογία δεν επλήγη με λόγο αναίρεσης και στηρίζει αυτοτελώς το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87/23-7-2015), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ορίζει: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου...

Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ'αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 894/2018, ΑΠ 60/2019). Στην προκειμένη περίπτωση ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος, κατά το πρώτο και δεύτερο συναφή σκέλη αυτού, είναι απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, γιατί αν και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλειες περί εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και παραβίασης των διδαγμάτων κοινής πείρας, καθώς και περί ανεπάρκειας και ασάφειας των αιτιολογιών της, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο και στους άνω πρόσθετους λόγους, που αφορούν την απόρριψη της ενστάσεως της αναιρεσείουσας περί εικονικότητας της σύμβασης, που καταρτίστηκε με το συμβόλαιο και της εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου κτήσης ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου των επικοίνων ακινήτων α) ποιες διατάξεις παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή, β) σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλαδή ποια είναι τα επιπλέον περιστατικά, που ήταν αναγκαία για την πληρότητα των αιτιολογιών αυτής, και γιατί είναι ασαφείς οι αιτιολογίες της γ) οι πραγματικοί ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας και τα πραγματικά περιστατικά που πρότεινε για τη θεμελίωση της ένστασής της εικονικότητας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και η σύνδεσή τους με το διατακτικό, και δ)ποια ήταν τα διδάγματα εκείνα της κοινής πείρας και της λογικής που κατά τους ισχυρισμούς της (αναιρεσείουσας) το δικαστήριο δεν εφάρμοσε, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν πράγματι η αναιρεσιβαλλόμενη υπέπεσε στις αποδιδόμενες σε βάρος της ως άνω πλημμέλειες.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης απόφασης, το δικαστήριο της ουσίας σε σχέση με την απόρριψη της άνω ένστασης εικονικότητας, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας προκύπτει από το γεγονός ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητη δεν κατέβαλε το τίμημα στον πωλητή, πρώτη σύζυγο της ενάγουσας, και ήδη αναιρεσείουσας κατά την υπογραφή του συμβολαίου, αλλά εκτός γραφεί...δέχτηκε τα ακόλουθα: "...το γεγονός ότι το τίμημα της αγοραπωλησίας καταβλήθηκε εκτός συμβολαίου, δεν στοιχειοθετεί αυτό καθεαυτό εικονικότητα της επίδικης συμβάσεως και ως εκ τούτου ακυρότητα αυτής.

Σε κάθε δε, περίπτωση ο ενάγων προσκόμισε μετ' επικλήσεως την από 1-10-2013 εξοφλητική απόδειξη με θεωρημένο το γνήσιο των υπογραφών, ποσού 38.262,37 ευρώ, ήτοι το ισόποσο του τιμήματος πώλησης και μεταβίβασης σε αυτόν του επιδίκου ποσοστού από το δικαιοπάροχό του και πρώην σύζυγο της εναγομένης, Ε. Μ.". Μ' αυτά που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας και απέρριψε την εκ μέρους της αναιρεσείουσας υποβληθείσα ένσταση εικονικότητας της σύμβασης αγοραπωλησίας εκ μέρους του αναιρεσίβλητου του ποσοστού 50% επί των επικοίνων ακινήτων δεν παραβίασε τις διατάξεις περί εικονικότητας (αρθ.138 ΑΚ) τις οποίες, άλλωστε, δεν επικαλείται η αναιρεσείουσα, ευθέως, αλλ'ούτε εκ πλαγίου, καθόσον περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, απορριπτομένων των εντεύθεν περί του αντιθέτου προβαλλομένων αιτιάσεων της αναιρεσείουσας με τους δεύτερο λόγο της αναίρεσης και δεύτερο πρόσθετο λόγο.

Κατά τα λοιπά, οι ίδιοι ως άνω λόγοι καθό μέρος με αυτούς, υπό την επίκληση των άνω παραβιάσεων πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο 9αρθ.561 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι απαράδεκτοι. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται στην απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγομένη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού αλλά απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσης για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεων διαγραφομένων ορίων.

Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του δια την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλΑΠ 17/1995).

Το δε ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ασκήσεως του δικαιώματός του. Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή, κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική.

Περαιτέρω η νομική αοριστία της αγωγής, κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, διάταξη προς την οποία εννοιολογικώς ταυτίζεται εκείνη του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, που αναφέρεται σε αναίρεση κατ' αποφάσεως ειρηνοδικείου ή πρωτοδικείου που εκδόθηκε επί εφέσεως κατ' αποφάσεως ειρηνοδικείου, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής ή της ενστάσεως κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία των εν λόγω διαδικαστικών πράξεων, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή τους, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.14 ή 8 ΚΠολΔ.

Τέλος, κατά μεν τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που όπως προεκτέθηκε ταυτίζεται εννοιολογικώς με εκείνο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου υπάρχει όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου καίτοι ήταν εφαρμοστέος στην συγκεκριμένη περίπτωση βάσει των παραδοχών του ή εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου που με βάση τις ίδιες παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμοστεί (ΑΠ 1099/2014, ΑΠ 251/2014).Κατά δε τον αριθμό 5 του ίδιου ως άνω άρθρου 560 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεων της αναιρεσείουσας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι αυτή, αμυνόμενη κατά της ένδικης αγωγής του ενάγοντος, προέβαλε την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος ισχυριζόμενη ότι η από 16-1-2017 αγωγή διανομής που είχε ασκήσει κατ' αυτής ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, σε εκκρεμή άλλη αυτοτελή δίκη, με αίτημα να διαταχθεί η δικαστική διανομή και η δια δημοσίου εκουσίου πλειστηριασμού εκποίηση του επικοίνου, επιδίκου ακινήτου και να διανεμηθεί μεταξύ τους το πλειστηρίασμα που θα επιτευχθεί, ασκήθηκε καταχρηστικά, χωρίς ωστόσο με την εν λόγω ένστασή της να επικαλείται περιστατικά που να αφορούν την παρούσα (υπό κρίση) ένδικη αξίωση του ενάγοντος, συγκυρίου, συγκοινωνού, περί απόδοσης της ωφέλειας(αποζημίωσης χρήσης), που αναλογεί στο ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου της συγκυριότητάς του στα επίκοινα, επίδικα ακίνητα, την οποία ωφέλεια αποκόμιζε η εναγομένη από την αποκλειστική χρήση και κάρπωση των ακινήτων αυτών, και που να θεμελιώνουν καταχρηστική άσκηση του εν λόγω δικαιώματός του.

Επομένως το Ειρηνοδικείο, που απέρριψε αυτήν δεχόμενο ότι είναι αόριστη, δεν έσφαλε, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, αλλ' ούτε και υπέπεσε στην εκ του άρθρου 560 αρ.5 ΚΠολΔ πλημμέλεια(μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν). Συνακόλουθα ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά τα αντίστοιχα σκέλη αυτού, είναι κατ' ουσίαν αβάσιμος και απορριπτέος.

Με τον ως άνω πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτεται, επίσης, στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ πλημμέλεια περί έλλειψης αιτιολογίας, επειδή η κρίση της για την απόρριψη ως κατ' ουσίαν αβάσιμης της εν λόγω ένστασής της με την παραδοχή ότι "Εξάλλου ουδόλως αποδείχθηκε ότι η άσκηση της ένδικης αγωγής συνιστά κατάχρηση δικαιώματος κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, αφού δεν προέκυψε ότι η συμπεριφορά του ενάγοντος, συγκοινωνού, προς την εναγομένη υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του σχετικού δικαιώματος, ώστε να καθίσταται καταχρηστική" είναι γενικόλογη και δεν επιχειρείται με αυτήν η υπαγωγή συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών στο ρυθμιστικό πεδίο της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.

Ο λόγος όμως αυτός, κατά το ως άνω σκέλος του είναι αλυσιτελής .Και τούτο διότι, όπως προεκτέθηκε, η εν λόγω ένσταση απορρίφθηκε με επάλληλη αιτιολογία και ως αόριστη, η οποία αιτιολογία δεν επλήγη κατά τα αμέσως παραπάνω αναφερόμενα αποτελεσματικώς με λόγο αναίρεσης και στηρίζει αυτοτελώς το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003).

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της στο σύνολό τους, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16.01.2019 αίτηση αναίρεσης και τους από 17.10.2019 πρόσθετους λόγους κατά της 577/2018 τελεσίδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Πειραιά.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ