Supreme Court dismisses appeal on labor law grounds regarding executive director's overtime pay rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment in a labor dispute involving an executive director. The appellant argued that her position as an executive director exempted her from standard labor law limits on working hours and overtime pay, while the respondent maintained that the employment contract remained valid and enforceable. The court ruled that the appellant's arguments regarding the inapplicability of labor law provisions were legally unfounded and rejected the claim for additional compensation.
Legislator headnote
AI generatedArt. 281 of the Civil Code; Art. 23a of Law 2190/1920: An executive director's position does not automatically exempt them from standard labor law provisions regarding working hours and overtime pay, and the validity of the employment contract must be assessed based on the specific terms and the nature of the duties performed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 316 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 316/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Μαρτίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Π. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Παύλου Γιωγιού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων:1)Της υπό εκκαθάριση ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ ΑΕΓΑ", όπως εκπροσωπείται από τον εκκαθαριστή της, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ασπασίας Αποστόλου, που κατέθεσε προτάσεις. 2) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης Από Ατυχήματα Αυτοκινήτων" όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ασπασίας Αποστόλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-5-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 26-9-2008 παρεμπίπτουσα αγωγή-προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν η 2500/2009 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 699/2013 απόφαση του Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 11-4-2016 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 735/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης εωσότου εκδοθεί απόφαση της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για το ζήτημα αυτό.
Εκδόθηκε η 10/2018 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και την υπόθεση επανέφερε για συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 17-9-2018 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η από 11-4-2016 και με αριθμό κατάθεσης 47/2016 αίτηση αναίρεσης κατά της 699/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ... , που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από την ενάγουσα έφεσης κατά της 2500/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί των α) από 8-5-2007 (με αριθμό κατάθεσης 25149/2007) αγωγής και β) της συνεκδικασθείσας με αυτή από 25-9-2008 παρεμπίπτουσας αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).
2. Η διαδικαστική πορεία της παρούσας υπόθεσης έχει ως εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, με την από 8-5-2007 αγωγή της ιστορούσε ότι προσλήφθηκε τον Ιούνιο του έτους 1987 από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, η οποία πλέον τελεί δυνάμει της Κ3-9118/25,7.2006 ΥΑ του, Υφυπουργού Ανάπτυξης σε καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθάρισης, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως οικονομική διευθύντρια, παρείχε δε έκτοτε την εργασία της, με αυξημένες αποδοχές, που το έτος 2006 ανήλθαν σε 5.500 ευρώ μηνιαίως.
Ότι στις 25/7/2006 μετά την έκδοση της παραπάνω υπουργικής απόφασης σφραγίστηκαν τα γραφεία της εναγομένης Και ότι στις 14/9/2006 της επιδόθηκε η από 5/9/2006 καταγγελία της σύμβασης εργασίας, λόγω διακοπής λειτουργίας της επιχείρησης. Ότι εργαζόταν κατά τις αναφερόμενες στο αγωγικό δικόγραφο ημέρες και ώρες, πλέον του νομίμου ωραρίου της, πλην όμως η εναγομένη δεν της κατέβαλε τις νόμιμες αποδοχές της για τις ώρες εργασίας της πέραν του νομίμου ωραρίου, για εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, αποζημίωση για μη λήψη αδείας, για διαφορές επιδομάτων αδείας, δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα των ετών από 2001 μέχρι 2006 και την αποζημίωση απόλυσης.
Ζήτησε δε επικαλούμενη έγκυρη σύμβαση εργασίας, μετά το νόμιμο περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι υποχρεούται η υπό εκκαθάριση τελούσα εναγομένη εταιρία να της καταβάλει για τις παραπάνω αιτίες νομιμοτόκως το συνολικό ποσό των 694.476,16 ευρώ. Επί της αγωγής αυτής, που συνεκδικάστηκε με την από 25-9-2008 παρεμπίπουτουσα αγωγή της εναγομένης κατά του Ε.Κ, εκδόθηκε η 2500/2009 απόφαση του Μον Πρωτ. ..., η οποία απέρριψε τις αγωγές αυτές.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από την ενάγουσα η από 27-1-2012 έφεση και ο από 11-2-2013 πρόσθετος λόγος και ακολούθως εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, που δέχτηκε την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και ακολούθως δέχτηκε εν μέρει την αγωγή.
3. Κάθε αξίωση του μισθωτού (εργαζομένου) για την καταβολή ή τη συμπλήρωση της αποζημίωσης που οφείλεται κατά το ν. 2112/1920 ή το β. δ, της 10/18.7.1920, είναι απαράδεκτη, του απαράδεκτου λαμβανομένου υπόψη αυτεπαγγέλτως υπό του δικαστηρίου (άρθρο 280 ΑΚ) αν η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί εντός εξαμήνου, αφότου η αξίωση έγινε απαιτητή (άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 3198/1955).
Και στην αποσβεστική προθεσμία έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί παραγραφής (άρθρο 279 ΑΚ) και συνεπώς η προθεσμία, μεταξύ άλλων, αναστέλλεται για όσο διάστημα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της, ο υπόχρεος απέτρεψε με δόλο το δικαιούχο να ασκήσει την αξίωση (άρθ. 255 ΑΚ) και διακόπτεται με την επίδοση της επιταγής πληρωμής, την αναγνώριση της αξίωσης από τον υπόχρεο, με την αναγγελία για επαλήθευση σε πτώχευση, με την αναγγελία για κατάταξη σε πλειστηριασμό και με την υποβολή ένστασης συμψηφισμού ( αρθ 264). 4.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ ,με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 3198/1955. Ειδικότερα, κατά τη συζήτηση της αγωγής με δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων της εναγομένης, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με τις έγγραφες προτάσεις της, αυτή ισχυρίστηκε ότι η αξίωση της ενάγουσας για λήψη αποζημίωσης απόλυσης έχει αποσβεσθεί λόγω παρόδου της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 3198/55, διότι από την επομένη της λύσης της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας με καταγγελία, δηλαδή από τις 15/9/2006 μέχρι την επίδοση της αγωγής που έγινε στις 29/5/2007 είχε συμπληρωθεί η προβλεπόμενη από το νόμο (άρθρο 6 παρ. 2 ν. 3193/1955) εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία.
Σχετικά με τον λόγο αυτό το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: Από την επομένη της κατά την αγωγή λύσης της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας στις 14/9/2006 με την καταγγελία, δηλαδή από τις 15/9/2006 μέχρι την επίδοση της αγωγής που έγινε στις 29/5/2007 (βλ. την υπ' αριθμ. 2872/29.5.2007 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο ...
Π. Β.) είχε συμπληρωθεί η προβλεπόμενη από το νόμο (άρθρο 6 παρ. 2 ν. 3193/1955) εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία. Επομένως, εφόσον δεν προέκυψε περίπτωση αναστολής ή διακοπής της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας στην οποία υπόκειται η ένδικη αξίωση της ενάγουσας, η αγωγή κατά το ως άνω κεφάλαιο αυτής για αποζημίωση απολύσεως υπέκυψε, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, σ' αυτήν και ως εκ τούτου είναι ουσιαστικά αβάσιμη και απορριπτέα....".
5. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 3198/1955, την οποία ουδόλως παραβίασε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, είναι αβάσιμα.
6. Περαιτέρω με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στο Εφετείο πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα την προταθείσα κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας αντένσταση διακοπής της αποσβεστικής προθεσμίας.
Ο λόγος αυτός απαραδέκτως προβάλλεται, εφόσον η αναιρεσείουσα, ανεξαρτήτως της βασιμότητας ή μη της επικαλούμενης με το αναιρετήριο αντένστασης διακοπής της ως άνω αποσβεστικής προθεσμίας αν και η αξίωσή της για αποζημίωση απόλυσης απορρίφθηκε με την πρωτόδικη απόφαση ως απαράδεκτη, ως εκπροθέσμως ασκηθείσα, ήτοι μετά την παρέλευση της προβλεπόμενης από το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 3198/1955 εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, δεν επανέφερε με σχετικό λόγο εφέσεως, την φερόμενη ως αγνοηθείσα από το εφετείο αντένσταση διακοπής της παραγραφής.
Ενόψει τούτων, της μη επαναφοράς δηλ. με σχετικό λόγο έφεσης του ως άνω ισχυρισμού, περί διακοπής της ως άνω αποσβεστικής προθεσμίας, προς απόδειξη της οποίας επικαλείται η αναιρεσείουσα ότι προσκόμισε την ως άνω αναγγελία, αφ' ενός μεν αβασίμως προβάλλεται με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί διακοπής της αποσβεστικής προθεσμίας, με την αναγγελία της σχετική απαίτησής της στον εκκαθαριστή, τον οποίο σε κάθε περίπτωση το Εφετείο έκρινε ως μη νόμιμο, δεχόμενο ότι η αναγγελία της ως άνω αξίωσης της ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας στο εκκαθαριστή της εναγομένης δεν αποτελούσε διακοπτικό της παραγραφής αυτής γεγονός, αφ ετέρου δε, αλυσιτελώς με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., διότι δεν έλαβε υπόψη την από 27-11- 2006 αναγγελία της προς τον εκκαθαριστή της εναγομένης. Ούτε άλλωστε , η αναιρεσείουσα, εμποδιζόταν λόγω της θέσης της εναγομένης εταιρίας σε εκκαθάριση, να ασκήσει τη σχετική αγωγή για το ως άνω δικαίωμα της, αφού με τη θέση της ασφαλιστικής εταιρίας σε εκκαθάριση υπό τις προϋποθέσεις του Ν.Δ 400/1970 , όπως στην περίπτωση της αναιρεσίβλητης, μόνο οι δικαιούχοι ασφαλίσματος περιορίζονται ως προς το δικαίωμά τους να ασκήσουν κατά της επιχείρησης αγωγές, ενώ δεν δεσμεύονται οι τρίτοι κατά της επιχείρησης ούτε βέβαια η ίδια η επιχείρηση έναντι τρίτων.
Και τούτο διότι ο ανωτέρω εκτεθείς σκοπός της αναστολής των ατομικών διώξεων καλύπτεται μεν ως προς τις αγωγές των τρίτων κατά της επιχείρησης με την αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της, ενώ δεν έχει κανένα νόημα ως προς τις αγωγές της ίδιας της επιχείρησης κατά των τρίτων, που δεν τείνουν παρά στην εξασφάλιση των ίδιων των δικαιωμάτων και απαιτήσεων της υπό εκκαθάριση εταιρείας και δεν συμπλέκονται άμεσα με τη συλλογική διαδικασία ικανοποίησης των δικαιούχων ασφαλίσματος.
Το συμπέρασμα αυτό, εξάλλου, συνάγεται αβίαστα και από τη ρητή διατύπωση της παρ. 9 του άρθρου 12α του ως άνω ΝΔ 400/1970, κατά την οποία η εκκαθάριση των δοσοληψιών εκτός του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου συνεχίζεται κατά τις διατάξεις που διέπουν την εκκαθάριση του νομικού προσώπου της επιχείρησης, δηλαδή κατά την κοινή εκκαθάριση των ανωνύμων εταιρειών.
Οι εκτός του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου δοσοληψίες, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και οι απαιτήσεις της εταιρείας κατά τρίτων αλλά και κατά των ίδιων των μελών του διοικητικού της συμβουλίου, διέπονται από τις διατάξεις της κοινής εκκαθάρισης, ανεξάρτητα από τη θέση της επιχείρησης σε καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθάρισης και από τη γέννηση των διαφορών αυτών πριν ή μετά την έναρξη της διαδικασίας της ασφαλιστικής εκκαθάρισης.
7. Κατά το άρθρο 23α §§ 1 και 2 του ν. 2190/1920, που προστέθηκε με το άρθρο 4 του ν. 5076/1931 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν.δ. 4237/1962 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 του π.δ. 409/1986 και το άρθρο 2 του π.δ. 498/1987: "Δάνεια της εταιρείας προς ιδρυτάς, μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, Γενικούς Διευθυντάς ή Διευθυντάς αυτής συγγενείς αυτών μέχρι και του τρίτου βαθμού εξ αίματος ή αγχιστείας συμπεριλαμβανομένου ή συζύγους των ανωτέρω ως και η παροχή πιστώσεων προς αυτούς καθ' οιονδήποτε τρόπον ή παροχή εγγυήσεων υπέρ αυτών προς τρίτους απαγορεύονται απολύτως και είναι άκυρα.
Επίσης δάνεια της εταιρείας σε τρίτους, καθώς και η παροχή πιστώσεων σ' αυτούς με οποιονδήποτε τρόπο ή παροχή εγγυήσεων υπέρ αυτών με σκοπό την απόκτηση απ' αυτούς μετοχών της εταιρείας απαγορεύονται απολύτως και είναι άκυρα. Οιαιδήποτε άλλαι συμβάσεις της εταιρείας μετά των άνω προσώπων είναι άκυροι άνευ προηγούμενης ειδικής εγκρίσεως αυτών υπό της γενικής συνελεύσεως των μετόχων.
Η έγκρισις δεν παρέχεται αν εις την απόφασιν αντετάχθησαν μέτοχοι εκπροσωπούντες τουλάχιστον το 1/3 του εν τη συνελεύσει εκπροσωπουμένου μετοχικού κεφαλαίου. Η απαγόρευσις αυτή δεν ισχύει προκειμένου περί συμβάσεως μη εξερχόμενης των ορίων της τρεχούσης συναλλαγής της εταιρείας μετά των πελατών της".
Όπως προκύπτει από το παραπάνω άρθρο, που, κατά τη δηλούμενα και στην εισηγητική έκθεση του ν. 4237/1962, θεσπίστηκε για την πρόληψη ενδεχομένων καταχρήσεων εκ μέρους των ιθυνόντων προσώπων μιας ανώνυμης εταιρείας, άκυρες είναι όχι μόνο οι αναφερόμενες στην § 1 συμβάσεις, που απαγορεύονται απολύτως, αλλά και οποιεσδήποτε άλλες με τα ίδια ως άνω πρόσωπα, συμβάσεις, οι οποίες, ανεξαρτήτως του επωφελούς ή μη αυτών για την εταιρεία, αφού τέτοιο κριτήριο δεν τάσσεται από το νόμο, έγιναν χωρίς προηγούμενη ειδική έγκριση από τη γενική συνέλευση των μετόχων, εξαιρουμένων, όμως, απ' αυτές εκείνων που δεν εξέρχονται των ορίων της τρέχουσας συναλλαγής μετά των πελατών της εταιρείας.
Ο όρος "πελατών", που αναφέρεται στην ως άνω διάταξη, δε χρησιμοποιείται από το νομοθέτη κυριολεκτικώς, αλλά προς υποδήλωση του συνήθως συμβαίνοντος. Δεν περιορίζεται, συνεπώς, η με την εν λόγω διάταξη, εξαίρεση από την απαγόρευση μόνο στις συμβάσεις που συνάπτουν τα αναφερόμενα πρόσωπα ως πελάτες της εταιρείας, αλλά εκτείνεται και σε κάθε άλλη σύμβαση των εν λόγω προσώπων μετά της εταιρείας, που δεν εξέρχεται των ορίων της τρέχουσας συναλλαγής.
Εξάλλου, ως σύμβαση των άνω προσώπων μετά της εταιρείας, που δεν εξέρχεται των ορίων της τρέχουσας συναλλαγής, νοείται εκείνη, που βάσει του αντικειμένου της εμπίπτει στις συμβάσεις που καταρτίζονται στα πλαίσια της καθημερινής δράσης της εταιρείας και που κατά το περιεχόμενό της, ήτοι τους όρους αυτής, συμφωνεί με τους συνήθεις όρους των συμβάσεων που η εταιρεία συνάπτει με τους λοιπούς συναλλασσόμενους μ' αυτή.
Η απόδειξη ότι το αντικείμενο της συγκεκριμένης σύμβασης δεν εξέρχεται από τα όρια της τρέχουσας συναλλαγής, βαρύνει αυτόν που μάχεται υπέρ του κύρους της σύμβασης. Ως εκ τούτου, σύμβαση που το αντικείμενο της διαφέρει από το αντικείμενο των συμβάσεων που καταρτίζονται στα πλαίσια της καθημερινής δράσης της εταιρείας ή που κατά το περιεχόμενό της και ειδικότερα τους όρους της υπερβαίνει το σύνηθες για τη συγκεκριμένη περίπτωση μέτρο, όπως αυτό προσδιορίζεται από τη δραστηριότητα της εταιρείας, την οικονομική της ευρωστία και τα ειθισμένα στις συναλλαγές για συμβάσεις του αυτού είδους, εξέρχεται από τα όρια της τρέχουσας συναλλαγής και είναι άκυρη, αv δεν προηγηθεί της κατάρτισης αυτής, η από το ως άνω άρθρο αξιούμενη ειδική έγκριση της γενικής συνέλευσης (ΑΠ 1802/2001, ΑΠ 842/1999, ΑΠ 1393 και 248/1998).
Απ' όλα τα παραπάνω, προκύπτει ότι σύμβαση προσλήψεως ως διευθυντή ανώνυμης εταιρείας προσώπου ήδη μέλους του Δ.Σ. αυτής, καθ' εαυτή, δεν θεωρείται ως πράξη μη εξερχόμενη των ορίων τρέχουσας συναλλαγής, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 23α Ν. 2190/1920 και δεν εξαιρείται από την απαγόρευση της ανωτέρω διατάξεως, διότι συνιστά σύμβαση προσλήψεως ορισμένου προσώπου, το οποίο λόγω της ιδιότητάς του ως μέλους του Δ.Σ.
και της θέσεώς του εις την εταιρεία ως διευθυντού, είναι δυνατόν να συντελέσει αποφασιστικώς εις τη σύναψη συμβάσεων επιζήμιων για την εταιρεία προς ίδιο όφελος. Ο ισχυρισμός ότι η επίδικη σύμβαση εντάσσεται στα όρια της τρέχουσας συναλλαγής, δεν αποτελεί στοιχείο της βάσεως της αγωγής, αλλά αντένσταση κατά της προβαλλόμενης ακυρότητας της συμβάσεως λόγω καταρτίσεως με κάποιο από τα πρόσωπα του άρθρου 23α του Ν. 2190/1920 χωρίς την προηγούμενη έγκριση από τη γ.σ.
των μετόχων της α.ε. Η ΑΚ 281 δεν εφαρμόζεται επί προτάσεως ισχυρισμού για ακυρότητα συμβάσεως επελθούσα λόγω παραβάσεως του νόμου, διότι η άκυρη σύμβαση δεν καθίσταται έγκυρη, έστω και εάν η πρόταση της ακυρότητας είναι καταχρηστική. 8. Με τον δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο από τους λόγους αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος τους, αποδίδεται πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο έσφαλε, κρίνοντας ότι η ένδικη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας της ενάγουσας εξέρχεται των ορίων της τρέχουσας συναλλαγής της εταιρίας και χρειάζεται έγκριση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων.
Το Εφετείο δέχτηκε, σχετικά με τους παραπάνω λόγους, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: Στις 25/7/2006 με την υπ' αριθμ. Κ39118/25.7.2006 ΥΑ του Υφυπουργού Ανάπτυξης, περίληψη της οποίας δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 123550/25.7.2006, ανακλήθηκε οριστικά η άδεια σύστασης και λειτουργίας σε όλους τους κλάδους της ασφαλιστικής επιχείρησης της εναγομένης εταιρίας, με την επωνυμία. "ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στη ..., τέθηκε σε ασφαλιστική εκκαθάριση και διορίστηκε εκκαθαριστής.
Περαιτέρω, από το υπ' αριθμ. 128/4.3.1985 πρακτικό συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης προκύπτει ότι η ενάγουσα διορίστηκε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης, προς αντικατάσταση του αποχωρούντος από αυτό μέλους Λ. Α. και η θητεία της ορίστηκε με τον παραπάνω διορισμό από 4/3/1985 μέχρι 30/6/1985.
Στη συνέχεια, κατά την υπ' αριθμ. 14/5.10.1986 συνεδρίαση της Γενικής Συνέλευσης της εναγομένης, η ενάγουσα εκλέχθηκε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της τελευταίας για την περίοδο από 5/2/1986 μέχρι 30/6/1991.Στις 17/6/1987, μεταγενέστερα δηλαδή της συμμετοχής της ενάγουσας για πρώτη φορά στο Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης, η τελευταία ανήγγειλε στον ΟΑΕΔ πρόσληψη της ενάγουσας από 10/6/1987, ως υπάλληλο γραφείου και στη συνέχεια αυτή εργάστηκε, όπως και η ίδια εκθέτει στην αγωγή της, αλλά και αποδεικνύεται από τα στοιχεία της δικογραφίας (μισθοδοτικές καταστάσεις, βεβαιώσεις αποδοχών, εκκαθαριστικό μισθοδοσίας, πίνακας προσωπικού, κλπ) ως οικονομική διευθύντρια.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα από 1/7/2003 και μέχρι την καταγγελία της σύμβασης της στις 14/9/2006 συμμετείχε στο Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης ως Αντιπρόεδρος, όπως προκύπτει από το από 8/9/2003 τεύχος ανωνύμων εταιριών που δημοσιεύθηκε στο 9410/8.9.2003 ΦΕΚ, ήταν σύζυγος του τότε Προέδρου της εναγομένης Σ.
Κ., κατείχε το μεγαλύτερο, μετά το σύζυγο της αριθμό μετοχών της εναγομένης, ήτοι σε σύνολο 2.400.000 μετοχών της εναγομένης ο σύζυγός της κατείχε 1.237.328 μετοχές και η ενάγουσα 746.860 μετοχές, και συνολικά και οι δύο κατείχαν 1.984.188 μετοχές (= 1.237.328 +746.860) ενώ τον υπόλοιπο αριθμό μετοχών 416.812 (=2.400.000 1.984.188) κατείχαν 160 άτομα, και λόγω των αυξημένων αρμοδιοτήτων και ευθυνών τους το ύψος των αποδοχών τους καθοριζόταν από τη Γενική Συνέλευση (βλ.
αντίγραφα πρακτικών αριθμ. 37/23.6.2004 και 39/24.6.2005). Η έννομη αυτή σχέση των διαδίκων της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας εξέρχεται των ορίων της τρέχουσας συναλλαγής της εναγομένης εταιρίας, μη εμπίπτουσα κατ' αντικείμενο στις καθημερινές δραστηριότητες αυτής και ως εκ τούτου υπάγεται σ' εκείνες τις συμβάσεις, για τη σύναψη των οποίων ήταν, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στις παραπάνω νομικές σκέψεις, υποχρεωτική η προηγούμενη άδεια της γενικής συνελεύσεως των μετόχων, η οποία, στην περίπτωση της ενάγουσας, δεν υπήρχε και έτσι η σύμβαση αυτή ήταν εξαρχής άκυρη, απορριπτόμενου ως αβασίμου κατ' ουσία του πρώτου λόγου της έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.
Η ενάγουσα με το δεύτερο λόγο ισχυρίστηκε ότι η Ετήσια Γενική Συνέλευση των Μετόχων κατ' επανάληψη ενέκρινε και επιβεβαίωσε την εργασιακή της σύμβαση, εγκρίνοντας και αναπροσαρμόζοντας τους όρους της και μάλιστα τον βασικότερο όλων, που είναι το ύψος των αποδοχών της, όπως προκύπτει από τα πρακτικά των Γενικών Συνελεύσεων που έλαβαν χώρα στις 30.6.2000, 31.5.2001, 28.6.2002, 30.6.2003, 23.6.2004, 24.6.2005 και 12.6.2006, στα οποία απέκτησε πρόσβαση μόλις την 27.1.2012, και ως εκ τούτου καταρτίστηκε νέα ισχυρή, μετά την έγκρισή της από την Ετήσια Τακτική Γενική Συνέλευση των Μετόχων της 30.6.2000, σύμβαση εργασίας, η οποία έκτοτε παρήγαγε κανονικά όλα τα αποτελέσματά της μέχρι την καταγγελία της στις 14.9.2006.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι όπως προεκτέθηκε, για την εγκυρότητα της σύμβασης η από το άρθρο 23α παρ. 2 του ν. 2190/1920 αξιούμενη έγκριση της γενικής συνέλευσης πρέπει να είναι ειδική, τέτοια όμως ειδική έγκριση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ενυπάρχει σε απόφαση της γενικής συνέλευσης που αναπροσαρμόζει τις αποδοχές των συμβούλων.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο μηνιαίος μισθός της συμφωνήθηκε για το έτος 2001 σε 2.167,84 ευρώ, το έτος 2002 σε 2.674,42 ευρώ, για το έτος 2003 σε 3.036,85 ευρώ, για το έτος 2004 σε 4.766,27 ευρώ, για το έτος 2005 σε 5.245,09 ευρώ και για το έτος 2006 σε 5.500 ευρώ, δηλαδή αμείβονταν με μισθό σημαντικά ανώτερο από εκείνον με τον οποίο αμείβονταν οι άλλοι υπάλληλοι.
Το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις αρμοδιότητες της ενάγουσας, το ύψος της αμοιβής της, τους οικονομικούς εν γένει όρους της σύμβασης, τη δραστηριότητα της εναγομένης εταιρίας, την οικονομική ευρωστία της, τις ανάγκες που ικανοποιούνται με τη σύναψη της συγκεκριμένης σύμβασης και τις συνήθειες που κρατούν για τέτοιου είδους συμβάσεις στις οικείες συναλλαγές, κρίνει ότι οι συνομολογηθέντες με αυτήν μεταξύ των ανωτέρω διαδίκων όροι υπερβαίνουν το σύνηθες, για τη συγκεκριμένη περίπτωση, μέτρο.
Επομένως, η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας, που υπερβαίνει το σύνηθες μέτρο και δεν εγκρίθηκε από τη γενική συνέλευση των μετόχων της εναγομένης, είναι άκυρη ως αντιβαίνουσα στη διάταξη το άρθρο 23α του ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών" που προστέθηκε με το ν. 5076/1931 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 ν.δ. 4237/1962 ".
Σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, έτσι που έκρινε ο Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 23 Α του ν.2190/1920, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 180 και 183 Α.Κ. και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα με τους ως άνω λόγους είναι αβάσιμα.
9. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδεται στο Εφετείο πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας ότι απέδειξε ότι η σύμβαση εργασίας που συνήψε με την εταιρία τον Ιούνιο του 1986 δεν παρουσίαζε καμία ιδιαιτερότητα λόγω της ιδιότητας της ως μέλους του Δ.Σ., ώστε να κριθεί ότι εκφεύγει των άνω ορίων.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι τα παραπάνω δεν συνιστούν "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αλλά επιχειρήματα, υπέρ των απόψεών της, σχετικά με το αποδεικτικό πόρισμα που εξάγεται από την εκτίμηση των αποδείξεων και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα είναι αβάσιμα. 10.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο κρίσιμων εγγράφων και συγκεκριμένα των πρακτικών της Γ.Σ της εναγομένης της 30.6.2000, 31.5.2001, 28.6.2002, 30.6.2003, 23.6.2004, 24.6.2005 και 12.6.2006, και των επαναληπτικών τους, που επικαλέστηκε και προσκόμισε, για να θεμελιώσει τον ισχυρισμό της για τουλάχιστον εκ των υστέρων έγκριση της ένδικης σύμβασης εργασίας.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του αναφορικά με την ακυρότητα της σύμβασης εργασίας, κατόπιν συνεκτίμησης όλων των επικαλούμενων και προσκομιζόμενων από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων και όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από τα φερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα και επί πλέον διότι η προσβαλλομένη απόφαση έχει αποδώσει στα ως άνω έγγραφα το αληθινό τους περιεχόμενο χωρίς διαγνωστικά λάθη.
11. Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του,
αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι η προσβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από αυτήν, κατέληξε στην κρίση της περί διευθύνουσας θέσης της ενάγουσας στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης από τα αναφερόμενα στις παραδοχές της αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν οι διάδικοι.
Συνεπώς ο λόγος αναίρεσης για πλημμέλεια της προσβαλλομένης απόφασης από το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. 12. Με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έσφαλε απορρίπτοντας την ένσταση της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής προβολής από την αναιρεσίβλητη της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ δεν εφαρμόζεται επί προτάσεως ισχυρισμού για ακυρότητα συμβάσεως που επήλθε λόγω παραβάσεως του νόμου, διότι η άκυρη σύμβαση δεν καθίσταται έγκυρη, έστω και αν η πρόταση της ακυρότητας είναι καταχρηστική (ΑΠ 1791/2006, ΑΠ 349/2004). Επομένως, το Εφετείο που απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό έστω και με διαφορετική αιτιολογία αφού δέχτηκε τα παρακάτω και ειδικότερα: " Πρέπει να σημειωθεί ότι η επίκληση της ακυρότητας
της σύμβασης από την εναγόμενη, δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος της και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός της ενάγουσας-εκκαλούσας, που προβλήθηκε νόμιμα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρεται νόμιμα και ως λόγος έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζει ότι η επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας της από την εναγόμενη υπερβαίνει προφανώς ταόρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματός της" δεν έσφαλε.
13. Από το άρθρο 2 εδάφ. α της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας της Ουάσιγκτον, που κυρώθηκε με το ν. 2269/1920 , κατά την οποία το νόμιμο καθ' ημέρα και εβδομάδα ωράριο εργασίας των μισθωτών δεν εφαρμόζεται επί προσώπων που κατέχουν θέση εποπτείας και διεύθυνσης ή εμπιστευτική, προκύπτει ότι δεν υπόκεινται στις περί χρονικών ορίων διατάξεις του νόμου οι υπάλληλοι μεγάλων επιχειρήσεων, οι οποίοι, λόγω των εξαιρετικών προσόντων και της προς αυτούς εμπιστοσύνης του εργοδότη, ασκούν καθήκοντα γενικότερης διεύθυνσης των υποθέσεων της επιχείρησης του εργοδότη ή σημαντικού τομέα αυτής, κατά τρόπον ώστε να επηρεάζουν αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχείρησης, και να διακρίνονται σαφώς από τους άλλους υπαλλήλους.
Ειδικότερα, ασκούν έναντι των άλλων υπαλλήλων πολλά από τα δικαιώματα του εργοδότη, όπως είναι το δικαίωμα πρόσληψης και απόλυσης του προσωπικού της επιχείρησης ή η ανάληψη ποινικών ευθυνών για την τήρηση των εργατικών νόμων, επέχουν έναντι αυτού θέση εργοδότη και συνήθως αμείβονται με μισθό σημαντικά ανώτερο από εκείνον με τον οποίο αμείβονται οι άλλοι υπάλληλοι.
Τα πρόσωπα αυτά, αφού δεν υπόκεινται στα ισχύοντα όρια για το χρόνο παροχής της εργασίας, δεν δικαιούνται αμοιβή και προσαυξήσεις για υπερεργασιακή ή υπερωριακή απασχόληση (ΑΠ 117/2006 δημ. Νόμος, ΑΠ 1511/2004 ΕλλΔνη 2005.776, Εφ.θεσ 246/2006 Αρμ 2006.604). Εξάλλου, επί παροχής εργασίας από άκυρη, για οποιονδήποτε λόγο, σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολόγητα πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε (από την εργασία του μισθωτού), η οποία συνίσταται στον μισθό (αποδοχές) που αυτός θα κατέβαλλε, αν ήταν έγκυρη η σύμβαση, για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του ακύρως απασχοληθέντος και υπό τις αυτές συνθήκες ( ΑΠ 768/2018, ΑΠ 790/2017, ΑΠ 950/2014, ΑΠ 5/2012).
Περαιτέρω το Εφετείο αναφορικά με τις αξιώσεις της ενάγουσας για ιδιόρρυθμη και μη νόμιμη υπερωριακή εργασία, αποδοχές και επίδομα αδείας δέχθηκε τα ακόλουθα αφού η σύμβαση εργασίας της είναι άκυρη, η ενάγουσα διατελεί με την εργοδότιδά της σε απλή σχέση εργασίας και θα μπορούσε κατ' αρχήν να αξιώσει τις απαιτήσεις της κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ).
Από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η σύμβαση της ενάγουσας διήρκεσε, όπως προαναφέρθηκε, μέχρι τις 14.9.2006, που η εναγόμενη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της, λόγω διακοπής της λειτουργίας της εναγόμενης. Η εναγόμενη από 1/7/2003 και εφεξής είχε αναθέσει στην ενάγουσα, ως Αντιπρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της καθήκοντα γενικότερης διεύθυνσης της επιχείρησής της και η δράση της, από κοινού με τον Πρόεδρο σύζυγο της, επηρέαζε αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχείρησης.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω και με βάση τους κανόνες της καλής πίστης, της κοινής πείρας και της λογικής η ενάγουσα κατείχε στην επιχείρηση της εναγομένης θέση εμπιστοσύνης, εποπτείας και διεύθυνσής και παρότι εξακολουθούσε να είναι μισθωτός, εξαιρείται από την εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί των χρονικών ορίων εργασίας, περί εβδομαδιαίας αναπαύσεως, περί αποζημιώσεως ή προσαυξήσεως για την υπερωριακή ή κατά τις Κυριακές και εορτές εργασία, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες προς την εξέχουσα θέση της και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβε με τη σύμβαση της.
Επομένως, εάν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας της, η ενάγουσα δεν θα δικαιούτο αμοιβής και προσαύξησης για την ιδιόρρυθμη και μη νόμιμη υπερωριακή εργασία που πραγματοποίησε, αποδοχές και επίδομα αδείας και αποζημίωσης λόγω υπαίτιας μη χορήγησης της ετήσιας άδειας ανάπαυσης και για το λόγο αυτόν η αγωγή κατά τα σχετικά κονδύλιά της είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσία, κατά τη βάσιμη ένσταση της εναγόμενης.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του αρθ 281 ΑΚ, την οποία ουδόλως παραβίασε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα με το πρώτο σκέλος του έκτου λόγου αναίρεσης, είναι αβάσιμα.
14. Με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την αντένσταση της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής προβολής της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας εκ μέρους της εναγομένης που συνίστατο στο ότι είχε δημιουργηθεί στην ενάγουσα εύλογη πεποίθηση ότι συνδέονταν με την εναγομένη με έγκυρη σύμβαση εργασίας. Ο λόγος αυτός ενόψει όσων αναφέρθηκαν στον αμέσως προηγούμενο λόγο αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος εφόσον η φερόμενη ως αγνοηθείσα αντένσταση της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής προβολής της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας της, δεν συνιστά νόμιμη αντένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ κατά της προβληθείσας από την αναιρεσείουσα ένστασης από το άρθρο 23α του ν. 2190/1920, πέραν του ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε ρητά ως αβάσιμο τον ως άνω ισχυρισμό έστω και με διαφορετική αιτιολογία.
15. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11-4-2016 αίτηση περί αναιρέσεως της 699/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου .... -Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οχτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων.
ΚΡΙΘΗΚΕ αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 28 Ιανουαρίου 2020. -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στην Αθήνα, στις 30 Μαρτίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ