316/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό τη διαπνέουσα ολόκληρο το εργατικό δίκαιο γενικότερη αρχή της προστασίας των μισθωτών, με την εφαρμογή της οποίας αποτρέπεται η σύγκρουση των όρων εργασίας που διαμορφώνονται από περισσότερες πηγές, διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, συνάγεται ότι η αποτελούσα ειδική μορφή αυτής αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, προβλεπομένη ήδη από το άρθρο 680 ΑΚ και τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990 (ΦΕΚ Α’ 27), κατά την οποία οι ευνοϊκότεροι για τους εργαζομένους όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των συλλογικών συμβάσεων, εφαρμόζεται όχι μόνο στη σχέση συλλογικής και ατομικής σύμβασης εργασίας, αλλά και στην σχέση περισσοτέρων πηγών (νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, κανονισμού, ατομικής σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας (ΟλΑΠ 26/2007).
Legislator headnote
AI generated316/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 316 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 316/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Ροζάκη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" με το διακριτικό τίτλο … Α.Ε., που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Νομικού, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/12/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2441/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 841/2013 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2/3/2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 16/10/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τη διαπνέουσα ολόκληρο το εργατικό δίκαιο γενικότερη αρχή της προστασίας των μισθωτών, με την εφαρμογή της οποίας αποτρέπεται η σύγκρουση των όρων εργασίας που διαμορφώνονται από περισσότερες πηγές, διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, συνάγεται ότι η αποτελούσα ειδική μορφή αυτής αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, προβλεπομένη ήδη από το άρθρο 680 ΑΚ και τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990 (ΦΕΚ Α’ 27), κατά την οποία οι ευνοϊκότεροι για τους εργαζομένους όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των συλλογικών συμβάσεων, εφαρμόζεται όχι μόνο στη σχέση συλλογικής και ατομικής σύμβασης εργασίας, αλλά και στην σχέση περισσοτέρων πηγών (νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, κανονισμού, ατομικής σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας (ΟλΑΠ 26/2007).
Για την εφαρμογή, όμως, της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών κατά την συσχέτιση ΣΣΕ ή άλλης πηγής, ως ρυθμιστικού παράγοντα της εργασιακής σχέσης, και ατομικής σύμβασης εργασίας και γενικότερα κατά την συσχέτιση διαφόρων πηγών μεταξύ τους οι αποδοχές συγκρίνονται ως μία ενότητα, αφού (εκτός αντίθετης ειδικής ρύθμισης) δεν είναι δυνατή η επιλεκτική αναζήτηση τμήματος αποδοχών από τη μία πηγή και άλλου από διαφορετική πηγή, διότι δεν είναι επιτρεπτή η σύγχρονη εφαρμογή όλων των πηγών αυτών ως προς την έννοια των αποδοχών (τούτο ειδικά ως προς την συσχέτιση περισσοτέρων ΣΣΕ αποτυπώνεται ρητά στο άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 1876/1990).
Κατά τη συσχέτιση περισσοτέρων πηγών της αυτής ιεραρχικής βαθμίδας δεν εφαρμόζεται η ως άνω αρχή της εύνοιας, ούτε η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 ν. 1876/1990 (που ρυθμίζει την σχέση νόμου και ΣΣΕ), αλλά οι νεότεροι και ειδικοί κανόνες αποκλείουν την εφαρμογή των παλαιοτέρων και γενικών και αυτοί εφαρμόζονται, όταν ρυθμίζουν το ίδιο γενικά θέμα κατά τρόπο αντίθετο και σε κάθε περίπτωση διαφορετικό και ασυμβίβαστο προς τη ρύθμιση των παλαιότερων κανόνων, είτε ευνοϊκότερο είτε δυσμενέστερο σε σχέση με αυτούς (άρθρο 2 ΑΚ).
Σε σχέση και συνάφεια προς τα προαναφερθέντα για τη συσχέτιση διαφόρων πηγών, ως προς τους Κανονισμούς Εργασίας που καταρτίσθηκαν και κυρώθηκαν υπό την ισχύ και με τη διαδικασία του ν.δ. 3789/1957 (ΦΕΚ Α’ 210), ορίζεται με τις διατάξεις αυτού ότι: Επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις ή εργασίες εν γένει, ανεξάρτητα από τη νομική μορφή αυτών ή του φυσικού ή νομικού προσώπου (δημόσιο, νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, οργανισμοί κλπ.), στο οποίο ανήκουν, εφόσον απασχολούν προσωπικό μεγαλύτερο των 70 προσώπων, οφείλουν να καταρτίσουν, κατά τη διαδικασία του παρόντος, κανονισμό εργασίας, ρυθμίζοντα, σύμφωνα με τους κείμενους νόμους, τις διαμορφούμενες κατά την εκτέλεση της εργασίας σχέσεις μεταξύ αυτών και του πάσης φύσεως προσωπικού τους, που συνδέεται με αυτές με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (άρθρο 1 παρ. 1 εδ.
α’ ). Οι κανονισμοί εργασίας δεν αποτελούν συμπλήρωση της ατομικής σύμβασης εργασίας, εάν δεν έχουν εγκριθεί κατά τη διαδικασία του ως άνω ν.δ. και δεν είναι ανά πάσα στιγμή αναρτημένοι σε εμφανή και προσιτά για τους εργαζομένους σημεία του τόπου εργασίας (άρθρο 1 παρ. 2). Η κύρωση των Κανονισμών Εργασίας γίνεται για τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις κλπ.
που ασκούνται από το Δημόσιο ή για λογαριασμό αυτού, τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) κλπ με κοινή απόφαση του Υπουργού Εργασίας και του εποπτεύοντος σε κάθε περίπτωση Υπουργού, η κυρωτική δε αυτή απόφαση εκδίδεται μετά προηγουμένη γνωμοδότηση του συσταθέντος με το αυτό ν.δ. Τμήματος Κανονισμών Εργασίας του Εθνικού Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Κοινωνικής Πολιτικής, η οποία είναι υποχρεωτική για τους Υπουργούς, εφόσον ανάγεται στην τήρηση διατάξεων νόμων και των σε εκτέλεση αυτών διαταγμάτων και υπουργικών αποφάσεων, ενώ οι Κανονισμοί που είχαν εκδοθεί, με β.δ.
ή υπουργικές αποφάσεις, κατ’ εξουσιοδότηση των ν. 3752/1929, 3221/1955, 3430/1955 και κάθε άλλου ειδικού νόμου, εξακολουθούν να ισχύουν, πλην, όμως, για κάθε σύνταξη, ανασύνταξη ή τροποποίηση Κανονισμών, για τους οποίους προβλέπουν οι παραπάνω νόμοι, ισχύουν οι διατάξεις των νόμων αυτών, καθόσον μέρος τους δεν αντιτίθενται στα οριζόμενα από τα άρθρα 1 και 2 αυτού του παρόντος νομοθετικού διατάγματος (άρθρο 2 παρ. 1 και 2).
Σημειώνεται ότι με το άρθρο 3 παρ. 2 του ν.δ 385/1969 (ΦΕΚ Α’ 279) ορίσθηκε στη συνέχεια, ότι οι κατά το ν.δ. 3789/1957 Κανονισμοί Εργασίας προκειμένου περί του προσωπικού του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ΝΠΔΔ κυρώνονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εργασίας και του κατά περίπτωση αρμόδιου, που εκδίδεται μετά από γνώμη του ΑΣΔΥ (Ανωτάτου Συμβουλίου Δημοσίων Υπηρεσιών).
Από τις παραπάνω διατάξεις του ν.δ. 3789/1957 (το οποίο δεν κατάργησαν οι ν. 1876/1990 και 1767/1988, περιόρισαν, όμως, σημαντικά το πεδίο εφαρμογής του (άρθρα 3 παρ. 5, 6 παρ. 1στ’ , 15 παρ. 1 και 16 παρ. 1 ν.1876/1990, 12 παρ. 4 ν. 1767/1988) προκύπτει, ότι οι Κανονισμοί Εργασίας που καταρτίσθηκαν υπό την ισχύ του ως άνω ν.δ., με το οποίο το θέμα των Κανονισμών Εργασίας ρυθμίζεται με τρόπο ενιαίο για όλες τις επιχειρήσεις κλπ.
ανεξάρτητα από τη νομική μορφή τους ή από το σε ποιόν ανήκουν (Δημόσιο, νομικά πρόσωπα ιδιωτικού ή δημόσιου δικαίου κλπ., το δίκαιο, δηλαδή, που εισάγεται με αυτό είναι γενικό και αποκλειστικό για τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις κλπ. που υπάγονται στις διατάξεις του) έχουν κανονιστική νομική μορφή, δηλαδή ισχύ ουσιαστικού νόμου και η θέσπισή τους αποτελεί άσκηση "νομοθετικής" εξουσίας από την πλευρά του εργοδότη, που απορρέει από την εξουσιοδότηση του ως άνω ν.δ. 3789/1957.
Όμως, οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις της κοινής (γενικής) εργατικής νομοθεσίας υπερισχύουν, εφόσον περιέχουν ρυθμίσεις, στο σύνολό τους λαμβανόμενες, ευνοϊκότερες για τους εργαζομένους ως διατάξεις ανώτερης βαθμίδας, των διατάξεων των εχόντων ισχύ ουσιαστικού νόμου διατάξεων Κανονισμών Εργασίας, που καταρτίσθηκαν και κυρώθηκαν υπό την ισχύ και κατά τη διαδικασία του ν.δ. 3789/1957, ανεξάρτητα από την τυχόν πρόβλεψη παλαιοτέρων αυτού νόμων της δυνατότητας της κατ’ εξουσιοδότηση αυτών κατάρτισης τέτοιων κανονισμών, αφού, όπως προαναφέρθηκε, με το ως άνω ν.δ.
ρυθμίσθηκε με τρόπο ενιαίο και αποκλειστικό το θέμα των Κανονισμών Εργασίας για όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις κλπ ανεξάρτητα από τη νομική μορφή τους ή από το εάν ανήκουν στο Δημόσιο, σε ΝΠΔΔ ή ΝΠΙΔ κλπ. Αντίθετα, υπερισχύουν οι διατάξεις των Κανονισμών Εργασίας, εάν, με την αυτή προϋπόθεση, είναι ευνοϊκότερες των αντίστοιχων της κοινής εργατικής νομοθεσίας (Ολ ΑΠ 5/2011, ΑΠ 1159/2014).
Περαιτέρω, ο Γενικός Κανονισμός Προσωπικού της "Ο.Λ.Π. Α.Ε." αποτελεί Κανονισμό Εργασίας, ο οποίος εκδόθηκε κατόπιν νομοθετικής εξουσιοδότησης, που δόθηκε με το ν. 2688/1999 (άρθρα 2 και 3) και εγκρίθηκε με την 5115.01/02/2004 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών - Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Εμπορικής Ναυτιλίας (ΦΕΚ Β’ 390/26-2-2004), όπως διορθώθηκε (ΦΕΚ Β’ 1002/6-7-2004).
Στα άρθρα 50 έως 54 του Κανονισμού ρυθμίζονται τα γενικά θέματα σχετικά με το χρόνο εργασίας και την υπερωριακή απασχόληση του προσωπικού της "Ο.Λ.Π. Α.Ε.". Συγκεκριμένα, στο άρθρο 54 παρ. 1 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ορίζεται ότι ‘ ‘ Σχετικά με την υπερωριακή εργασία και γενικά την πέρα του κανονικού ημερήσιου και εβδομαδιαίου ωραρίου απασχόληση και κάθε είδους πρόσθετη εργασία, εφαρμόζονται οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας και του παρόντος Κανονισμού’ ‘ .
Δηλαδή, ο ως άνω Κανονισμός παραπέμπει στα ειδικότερα συμφωνηθέντα με τις ισχύουσες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας και ειδικότερα στη Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και Υπαλληλικού Προσωπικού (στο εξής Σ.Σ.Ε.Υ.Π.) της "Ο.Λ.Π. Α.Ε.", που ήδη ίσχυε και υπεγράφη στις 17-4-2000 μεταξύ της διοίκησης της επιχείρησης αυτής και των σωματείων των εργαζομένων της, όπως τροποποιήθηκε με τις μεταγενέστερες ...., που αφορούν στα έτη 2002 - 2003 (με την από 23-10-2002 Σ.Σ.Ε.), 2004 - 2005 (με την από 14-7-2004 Σ.Σ.Ε.), 2006 (με την από 24-10-2006 Σ.Σ.Ε.) και 2007 (με την από 4-12-2007 Σ.Σ.Ε.), καθώς και από το ν. 2065/2002.
Αναλυτικότερα, το άρθρο 10 της .... του 2000, έχει ως εξής: "...Οι ώρες κανονικής ημερήσιας εργασίας του προσωπικού ορίζονται σε επτά και μισή (7,5) και εβδομαδιαίας κανονικής εργασίας σε τριάντα επτά και μισή (37,5).... Το ημερήσιο ωράριο εφαρμόζεται με σταθερές ή με εναλλασσόμενες βάρδιες εργασίας, εφόσον αυτό επιβάλλει η ομαλή λειτουργία του λιμένα και οι ανάγκες της Εταιρίας".
Σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν.δ. 515/1970 "Περί των χρονικών ορίων εργασίας μισθωτών" (ΦΕΚ Α’ 95 ), όπως αυτός έχει συμπληρωθεί με την παράγραφο 2 του άρθρου 18 του ν. 1082/1980 (ΦΕΚ Α’ 250) και αντικατασταθεί με το άρθρο 16 του ν. 2874/2000 (ΦΕΚ Α’ 286), που εφαρμόζεται αδιακρίτως όχι μόνο στον ιδιωτικό, αλλά και στο δημόσιο τομέα, κάθε εργοδότης υπαγόμενος στις διατάξεις του ως άνω νόμου υποχρεούται όπως μία φορά το χρόνο και κατά το χρονικό διάστημα από 15 Σεπτεμβρίου έως 15 Νοεμβρίου καταθέτει στην αρμόδια υπηρεσία του ΣΕΠΕ- Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης, πίνακα, στον οποίο, εκτός των άλλων, πρέπει να αναφέρονται τα στοιχεία ενός εκάστου των απασχολούμενων σε αυτή μισθωτών και η διάρκεια εργασίας τους.
Εφόσον δε η, πέραν του νομίμου ωραρίου εργασίας, λειτουργία της επιχείρησης εξασφαλίζεται δια διαδοχικής εναλλαγής περισσότερων της μιας ομάδων (βάρδιες) ή σε περίπτωση επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων συνεχούς λειτουργίας με εναλλασσόμενες ομάδες (βάρδιες) επιβάλλεται η κατάθεση προγράμματος δύο φορές κατ’ έτος ( μία τουλάχιστον ανά εξάμηνο).Περαιτέρω, στο άρθρο 8 παρ. 4 του ν.δ. 515/1970, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 264/1973 και ήδη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 74 παρ. 11 του ν 3863/2010, ορίζεται ότι ‘ ‘ Με αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, που εκδίδονται κάθε φορά μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, δύναται να χορηγείται κατά περίπτωση άδεια υπερωριακής απασχόλησης των μισθωτών όλων των επιχειρήσεων και εργασιών εν γένει, καθώς και του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ επί πλέον των για κάθε κατηγορία επιτρεπόμενων ανωτάτων ορίων υπερωριακής απασχόλησης, στις περιπτώσεις:
α) επείγουσας φύσης εργασίας, η εκτέλεση της οποίας κρίνεται απολύτως επιβαλλόμενη ως μη επιδεχόμενη αναβολή και β) εξαιρετικά επείγουσας εξυπηρέτησης των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, αν ο αρμόδιος Υπουργός χορηγήσει άδεια υπερωριακής εργασίας πέραν από το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο, η απασχόληση των μισθωτών καθίσταται νόμιμη σε όλη τη χρονική έκτασή της, χωρίς να απαιτείται η εκ μέρους του εργοδότη επίδοση εγγράφου αναγγελίας στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας.
Οι εν λόγω αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης είναι ατομικές, αφορούν σε συγκεκριμένη επιχείρηση ή υπηρεσία του Δημοσίου ή των ΝΠΔΔ και στην εξυπηρέτηση περιοριστικώς αναφερόμενων αναγκών, εκδίδονται σε κάθε περίπτωση ύστερα από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας και δεν δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης.
Οι αποφάσεις αυτές πρέπει να αναφέρουν τη συγκεκριμένη επιχείρηση ή υπηρεσία, τον αριθμό των εργαζομένων, για τους οποίους επιτρέπεται η εργασία πέραν του νομίμου, μέγιστου ωραρίου ημερήσιας απασχόλησης, τον αριθμό των ωρών κατά μήνα υπερωριακής απασχόλησης και το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο θα ισχύει η απόφαση του Υπουργού.
Δεν απαιτείται δε να προσδιορίζονται στην απόφαση ονομαστικώς οι εργαζόμενοι που θα εργασθούν υπερωριακώς, καθ’ όσον ανάγεται στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη να ορίσει, τηρώντας τους όρους της απόφασης ως προς τον αριθμό των μισθωτών και τις ώρες υπερωριακής απασχόλησης, ποιοι από τους μισθωτούς του θα εργασθούν, νομίμως, υπερωριακά (ΑΠ 699/2013, 1807/2011, 1160/2011, 1546/2011).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 12 της ...., στην οποία παραπέμπει ο Γενικός Κανονισμός Προσωπικού της "Ο.Λ.Π. Α.Ε." (άρθρο 54), "Στο προσωπικό που απασχολείται πέραν του κανονικού ημερησίου και εβδομαδιαίου ωραρίου (συμβατικού) θα καταβάλλεται για κάθε ώρα πρόσθετης εργασίας, υπερεργασίας και υπερωρίας, αμοιβή ίση με το βασικό ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%.
Για τον υπολογισμό του βασικού ωρομισθίου θα λαμβάνονται υπόψη ο βασικός μισθός και το επίδομα χρόνου υπηρεσίας. Ο υπολογισμός για την εξεύρεση του βασικού ωρομισθίου θα γίνεται ως εξής: {(Βασικός Μισθός + Χρονοεπίδομα) Χ 6/25 : 37,5 ώρες}. Για κλάσμα ώρας μεγαλύτερη των 30 λεπτών υπολογίζεται αμοιβή για ολόκληρη ώρα.
Για κάθε ώρα πρόσθετης νυκτερινής εργασίας, το παραπάνω βασικό ωρομίσθιο προσαυξάνεται κατά 25%". Για την εργασία κατά την ημέρα της Κυριακής (όπως και την ημέρα του Σαββάτου και τις αργίες), εξάλλου, ο Γενικός Κανονισμού Προσωπικού της "… Α.Ε." παραπέμπει στις .... και ειδικότερα στο άρθρο 11 της ...., με το οποίο ορίζονται τα εξής: "Στους απασχολούμενους, πέραν από την πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία, κατά Σάββατο, Κυριακή ή εξαιρετέες ημέρες καταβάλλεται ειδική αμοιβή ίση με το ένα δέκατο πέμπτο (1/15) των τακτικών μηνιαίων αποδοχών ή χορηγείται μία (1) ημέρα ανάπαυσης μέσα στην επόμενη εβδομάδα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 67 του ν. 2065/1992....
Η αμοιβή αυτή δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό των επιδομάτων εορτών και αδείας. Η αμοιβή αυτή αντιστοιχεί σε εργασία 7,5 ωρών. Σε περίπτωση που ο εργαζόμενος απασχοληθεί πέραν των 7,5 ωρών καταβάλλεται για κάθε επιπλέον ώρα το 1/7,5 της αμοιβής αυτής. Για κλάσμα ώρας μεγαλύτερη των 30 λεπτών υπολογίζεται αμοιβή για ολόκληρη ώρα".
Το καθεστώς της εργασίας κατά τις άνω ημέρες, επιπροσθέτως, διέπεται από το άρθρο 67 του ν. 2065/1992, το οποίο αποτελεί ειδική ρύθμιση για το προσωπικό του Ο.Λ.Π. και του Ο.Λ.Θ. προς το σκοπό της αύξησης της παραγωγικότητας και βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας των λιμένων, και όχι από την εργατική νομοθεσία. Αυτός ο τρόπος αμοιβής διατηρήθηκε και μετά την ψήφιση του ν. 2470/1997 (Ενιαίο Μισθολόγιο Δημοσίων Υπαλλήλων) όταν ο ….
ήταν ακόμη Ν.Π.Δ.Δ. και εξακολούθησε και μετά τη μετατροπή του σε Α.Ε. την 1-5-1999 (ν. 2688/1999) και προβλέφθηκε και στο άρθρο 11 της Σ.Σ.Ε. Οι δε διατάξεις των παρ. 1 έως 5 του άρθρου 67 του ν. 2065/1992 είναι ειδικές, καθόσον αυτές αφορούν αποκλειστικά την παρεχόμενη εργασία κανονικού ωραρίου κατά τις ημέρες του Σαββάτου, της Κυριακής ή εξαιρέσιμης ημέρας, ενώ η ειδική αμοιβή που θεσπίστηκε με τις παραπάνω διατάξεις ενέχει τη μορφή ειδικής υπερωριακής αποζημίωσης, αποκλείουσα κατά τον τρόπο αυτό περαιτέρω υπερωριακή αποζημίωση ή προσαύξηση.
Περαιτέρω, στα πλαίσια της κοινής εργατικής νομοθεσίας τα ανωτέρω ζητήματα της υπερεργασίας, υπερωριακής απασχόλησης κλπ ρυθμίζονται, για το επίδικο χρονικό διάστημα, με τους ν, 2874/2000 και 3385/2005. Ειδικότερα, με το άρθρο 4 του ν. 2874/2000 (όπως ίσχυε έως 30-9-2005), σε επιχειρήσεις για τις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας 40 ωρών την εβδομάδα, καταργείται η κατά την κρίση του εργοδότη υποχρέωση του μισθωτού για υπερεργασιακή απασχόληση πέντε (5) ωρών την εβδομάδα.
Κατά συνέπεια, καταργούνται οι 44η, 45η, 46η, 47η και 48η ώρες υπεργασιακής απασχόλησης, εφόσον στις επιχειρήσεις αυτές ανώτατα νόμιμο εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας ήταν μέχρι τις 31-3-2001, το 48ωρο. Στις ως άνω επιχειρήσεις ο εργοδότης διατηρεί την ευχέρεια υπερωριακής απασχόλησης του μισθωτού και ο μισθωτός αντίστοιχα υποχρεούται να παρέχει την εργασία του για τρεις (3) ώρες πέραν του συμβατικού ωραρίου (41η, 42η και 43η ώρα) την εβδομάδα.
Η τρίωρη αυτή πέραν των 40 ωρών απασχόληση από 1-4-2001 ονομάζεται ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση. Η πέραν των 43 ωρών απασχόληση του μισθωτού των ως άνω επιχειρήσεων θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης.
Συνεπώς, για τους εργαζόμενους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας μετά την ισχύ του ν. 2874/2000, ως υπερωριακή εργασία θεωρείται η απασχόληση πέραν των 9 ωρών ημερησίως. Από 1-4-2000 οι μισθωτοί που απασχολούνται υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης, καθώς και για κάθε ώρα νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης και μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως, αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%.
Για την πέραν των 120 ωρών ετησίως υπερωριακή απασχόληση εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 435/1976. Ο μισθωτός, σε κάθε περίπτωση μη νόμιμης (παράνομης) υπερωριακής απασχόλησης, για κάθε ώρα τέτοιας απασχόλησης, δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου (δηλαδή προσαύξηση 150% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου), σύμφωνα με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου.
Για τις επιχειρήσεις που εφαρμόζεται μικρότερο ωράριο εργασίας από αυτό των 40 ωρών εβδομαδιαίως, όπως στην ‘ ‘ …ΑΕ’ ‘ , οι ώρες απασχόλησης μέχρι τις 40 ώρες συνιστούν πρόσθετη (χρονικά) εργασία. Επομένως, οι ώρες από το συμβατικό ωράριο (37 1/2 ώρες) μέχρι και τις 43 εβδομαδιαίως συνιστούν πρόσθετη (χρονικά) εργασία (οι 2 και 1/2 ώρες) και ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση (οι 3 ώρες), οι οποίες δεν υπόκεινται σε διατυπώσεις νομιμότητας (πχ άδεια της αρχής ή αναγγελία ).
Στη συνέχεια, με το άρθρο 1 του ν. 3385/2005 αντικαταστάθηκε το άρθρο 4 του ν. 2874/2000 (η ισχύς αυτού άρχισε από την 1-10-2005) ως εξής: ‘ ‘ Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία).
Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόληση... (παρ. 1). Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης...(παρ. 2).
Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%. Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 75% (παρ. 3).
Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής κατ’ εξαίρεση υπερωρία (παρ. 4). Για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100% (παρ. 5).
Στην αναιρεσίβλητη εταιρεία, που το συμβατικό ωράριο εργασίας είναι μικρότερο των 40 ωρών την εβδομάδα, οι ώρες απασχόλησης μέχρι τις 40 συνιστούν, κατά τα προεκτεθέντα, πρόσθετη (χρονικά) εργασία και από τις 40 μέχρι τις 45 υπερεργασία, για τις οποίες δεν απαιτείται η τήρηση των διατυπώσεων νομιμότητας. Εξάλλου, από τις διατάξεις της 8.900/1946 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας ‘ ‘ περί καθορισμού αυξημένης αμοιβής εις τους εργαζομένους εν γένει κατά τας Κυριακάς και εορτάς’ ‘ , όπως ερμηνεύθηκε με την 25825/1951 ομοία και άρθρο 2 του ν. 435/1976, προκύπτει ότι στους εργαζόμενους κατά τις Κυριακές και τις μη εργάσιμες εορτές καταβάλλεται, ανεξαρτήτως του κύρους για την απασχόληση, προσαύξηση του ημερομισθίου, η οποία υπολογίζεται επί του νομίμου μισθού και ισούται με το 75% ενός ημερομισθίου, εφόσον η εργασία εξαντλήσει το κανονισμένο ημερήσιο ωράριο.
Εάν υπολείπεται του νομίμου ωραρίου μειώνεται ανάλογα και αν υπερβαίνει αυτό αυξάνεται ανάλογα. Σε περίπτωση δε που στερείται και την εβδομαδιαία ανάπαυση ο εργαζόμενος δικαιούται και το 1/25 του καταβαλλόμενου μισθού του ως αποζημίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, δηλαδή καθετί που ο εργοδότης θα κατέβαλε στον ίδιο εργαζόμενο αν εργαζόταν σε ημέρα μη αναπαύσεως, χωρίς την προσαύξηση της υπερεργασίας άλλων ημερών και της αναλογίας επιδομάτων άδειας και εορτών.
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, παράβαση ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα.
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης(ΟλΑΠ 7/2014, 2/2013). Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 683/2015, 1819/2014).
2. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο Πειραιά, ύστερα από άσκηση εφέσεων εκ μέρους αμφοτέρων των διαδίκων πλευρών και πρόσθετων λόγων έφεσης εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, επί αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος, με αντικείμενο, μεταξύ άλλων, την καταβολή των εκεί αναφερόμενων ποσών για διαφορές αποδοχών από παράνομη υπερωριακή απασχόληση και αναλογούντων δώρων εορτών και επιδόματος αδείας, καθώς και για διαφορές για την κατά Κυριακές εργασία του και αποζημίωση λόγω στέρησης αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης των ετών 2004 έως 2007, με την προσβαλλόμενη απόφασή του 841/2013, όπως από αυτή προκύπτει, ερμηνεύοντας στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 2 και 3, 10 παρ. 1 του ν. 1876/1990, των άρθρων 50 έως 54 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της ‘ ‘ …ΑΕ’ ‘ , τις σχετικές διατάξεις των ...
των ετών 2002-2007, το άρθρο 67 παρ. 1-3 του ν. 2065/1992, την ΥΑ 8.900/1946 και το άρθρο 2 του ν. 435/1976, έκρινε ότι τα κύρια αιτήματα της αγωγής περί καταβολής: α)διαφορών για παράνομη υπερωριακή απασχόληση, κατά το διάστημα από το μήνα Ιανουάριο του έτους 2004 έως και το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2007, συνολικού ποσού τριάντα επτά χιλιάδων εκατόν τριάντα ενός ευρώ και εβδομήντα έξι λεπτών (37.131,76 ευρώ) και β) διαφορών αναλογούντων δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας, για τα έτη 2004 έως και 2007, ποσού έξι χιλιάδων τριακοσίων ογδόντα τεσσάρων ευρώ και πενήντα έξι λεπτών (6.384,56 ευρώ), οι οποίες προκύπτουν επειδή στα δώρα αυτά και στο επίδομα άδειας, τα οποία έχουν ήδη καταβληθεί στον ενάγοντα, δεν συνυπολογίστηκαν οι προσαυξήσεις βάσει των πιο πάνω ωρών παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, είναι νόμιμα, διότι για τις προσαυξήσεις που ο ενάγων φέρεται, κατά την αγωγή, να δικαιούται εξαιτίας της παράνομης υπερωριακής απασχόλησής του και οι οποίες αποτελούν τη βάση αμφοτέρων των εν λόγω κύριων αγωγικών αιτημάτων, δεν εφαρμόζεται ο Γενικός Κανονισμός Προσωπικού της εναγομένης "… Α.Ε.", ο οποίος, παραπέμποντας στο άρθρο 12 της ...., προβλέπει ειδική αμοιβή για την περίπτωση που ο εργαζόμενος απασχολείται πέραν του κανονικού ημερήσιου και εβδομαδιαίου ωραρίου (συμβατικού), η αμοιβή δε αυτή ισούται με το βασικό ωρομίσθιο, όπως αυτό ειδικότερα υπολογίζεται, προσαυξημένο κατά 50%.
Η ειδική αυτή αμοιβή, όμως, που είναι ευνοϊκότερη για τους εργαζόμενους, αφού αμείβονται με προσαύξηση οι ώρες απασχόλησής του αμέσως μετά τη συμπλήρωση του συμβατικού ωραρίου (37 και 1/2 ώρες), ήτοι οι ώρες πρόσθετης εργασίας, καθώς και εκείνες που, ανάλογα με το νομοθετικό καθεστώς που κατά περίπτωση ίσχυε, συνιστούσαν ώρες ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης ή υπερεργασίας, δεν αφορά στην παράνομη υπερωριακή απασχόλησή του, για την οποία η αμοιβή - αποζημίωση ορίζεται αποκλειστικά από την κοινή εργατική νομοθεσία και ισούται με αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου για κάθε ώρα μη νόμιμης υπερωριακής απασχόλησής του, δηλαδή με αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο "προσαυξημένο" κατά 150%, για το προ της 1-10-2005 χρονικό διάστημα, και με αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100% για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωρίας, για το μετά την 1-10-2005 διάστημα.
Αντίθετα, ότι το αίτημα της αγωγής περί καταβολής σε αυτόν διαφορών για εργασία κατά την ημέρα της Κυριακής και αποζημίωση λόγω στέρησης της αναπληρωματικής εβδομαδιαίας ανάπαυσης, συνολικού ποσού 4.429,23 ευρώ, είναι μη νόμιμο, διότι στην προκείμενη περίπτωση εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις των ..., στις οποίες παραπέμπει ο Γενικός Κανονισμός Προσωπικού της ‘ ‘ … ΑΕ’ ‘ και ειδικότερα το άρθρο 11 της ..., το άρθρο 2 της συμπληρωματικής ΣΣΕ και το άρθρο 67 του ν. 2065/1992.
Στη συνέχεια το Εφετείο, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των ως άνω δύο (2) πρώτων κονδυλίων, δέχθηκε τα εξής: Ότι ο ενάγων κατά την επίμαχη περίοδο εργάστηκε στην επιχείρηση της εναγομένης, με την ιδιότητα του χειριστή ανυψωτικών μηχανημάτων, με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, με ωράριο ημερήσιας απασχόλησης, σε σταθερές ή εναλλασσόμενες βάρδιες, τις 7 1/2 ώρες , και εβδομαδιαίο ωράριο τις 37,5 ώρες.
Ότι, κατά το διάστημα από το μήνα Ιανουάριο του έτους 2004 έως και το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2007 εργάστηκε, πέραν των πρόσθετων ωρών μέχρι τη συμπλήρωση των 40 ωρών εβδομαδιαίως και εκείνων που, ανάλογα με το νομοθετικό καθεστώς που κατά περίπτωση ίσχυε (άρθρο 4 ν. 2874/2000, όπως ίσχυε πριν και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν.3385/2005 συνιστούσαν ώρες ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης ή υπερεργασίας, και επιπλέον ώρες, και δη εκείνες που αναφέρονται στην αγωγή του.
Ότι οι επιπλέον αυτές ώρες, μολονότι κατά τον ενάγοντα συνιστούν παράνομη υπερωριακή απασχόληση, λόγω μη λήψης των απαιτούμενων διατυπώσεων και διαδικασιών έγκρισης για τη διενέργειά τους, αποδεικνύεται ότι στην πραγματικότητα αποτελούν νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, καθώς η εναγομένη είχε τηρήσει όλες τις απαιτούμενες διατυπώσεις και διαδικασίες και είχε λάβει τις οικείες κάθε φορά εγκρίσεις από το αρμόδιο, κατά περίπτωση, όργανο.
Ότι, ειδικότερα, η εναγομένη, για τα Α’ και Β’ εξάμηνα καθενός από τα επίμαχα έτη 2004, 2005, 2006 και 2007 προέβη εμπρόθεσμα στις απαραίτητες ενέργειες αφενός για τη χορήγηση των ανωτάτων ορίων υπερωριακής απασχόλησης από την Επιθεώρηση Εργασίας και αφετέρου για την κατ’ εξαίρεση, πέραν των ανωτάτων νομίμων ορίων, έγκριση υπερωριακής απασχόλησης από το Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας.
Ότι, ειδικότερα, επειδή υπήρχαν οι προϋποθέσεις, ζήτησε την έγκριση υπερωριακής απασχόλησης τουλάχιστον 110.000 ωρών για κάθε εξάμηνο, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 515/1970 "περί χρονικών ορίων εργασίας μισθωτών". Ότι, συγκεκριμένα: 1)Για το Α’ εξάμηνο του έτους 2004 (για 1.219 άτομα) εγκρίθηκαν ανώτατα όρια υπερωριακής απασχόλησης: 60 ώρες για κάθε διοικητικό υπάλληλο (401 άτομα) και 30 ώρες για κάθε τεχνικό (818 άτομα) (σχετική η 555/10-2-2004 άδεια Επιθεώρησης Εργασίας Πειραιώς) και πέραν των ανωτάτων νομίμων ορίων για 1.219 άτομα διαφόρων ειδικοτήτων μέχρι 67.045 ώρες συνολικά (σχετική η 3133/19-5-2004 απόφαση του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας). 2) Για το Β’ εξάμηνο του έτους 2004 (για 1.191 άτομα) εγκρίθηκαν ανώτατα όρια υπερωριακής απασχόλησης: 60 ώρες σε κάθε διοικητικό υπάλληλο (406 άτομα) και 30 ώρες σε κάθε τεχνικό (785 άτομα) (σχετική η 2209/2-7-2004 άδεια Επιθεώρησης Εργασίας Πειραιώς) και πέραν των ανωτάτων νομίμων ορίων για 1.191 άτομα διαφόρων ειδικοτήτων μέχρι 65.505 ώρες συνολικά (σχετική η 4296/2-11-2004 απόφαση του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας). 3) Για το Α’ εξάμηνο του έτους 2005 (για 1.207 άτομα) εγκρίθηκαν ανώτατα όρια υπερωριακής απασχόλησης: 60 ώρες για κάθε διοικητικό υπάλληλο (429 άτομα) και 30 ώρες για κάθε τεχνικό (778 άτομα) (σχετική η 228/28-1-2005 άδεια Επιθεώρησης Εργασίας Πειραιώς) και πέραν των ανωτάτων ορίων για 1.207 άτομα διαφόρων ειδικοτήτων, μέχρι 66.385 ώρες συνολικά (σχετική η 3226/4-4-2005 απόφαση του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας). 4) Για το Β’ εξάμηνο του έτους 2005 (για 1.199 άτομα) εγκρίθηκαν ανώτατα όρια υπερωριακής απασχόλησης: 60 ώρες σε κάθε διοικητικό υπάλληλο (414 άτομα) και 30 ώρες σε κάθε τεχνικό (785 άτομα) (σχετική η .../19-7-2005 άδεια Επιθεώρησης Εργασίας Πειραιώς) και πέραν των ανωτάτων νομίμων ορίων για 1.199 άτομα διαφόρων ειδικοτήτων μέχρι 65.945 ώρες συνολικά (σχετική η 4303/8-11-2005 απόφαση του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας). 5) Για το Α’ εξάμηνο του έτους 2006 (για 1.166 άτομα) εγκρίθηκαν ανώτατα όρια υπερωριακής απασχόλησης: 60 ώρες για κάθε διοικητικό υπάλληλο (425 άτομα) και 30 ώρες για κάθε τεχνικό (761 άτομα) (σχετική η …/9-1-2006 άδεια Επιθεώρησης Εργασίας Πειραιώς) και πέραν των ανωτάτων νομίμων ορίων για 1.186 άτομα διαφόρων ειδικοτήτων μέχρι 78.276 ώρες συνολικά (σχετική η 3067/17-2-2006 απόφαση του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας). 6) Για το Β’ εξάμηνο του έτους 2006 (για 1.168 άτομα) εγκρίθηκαν ανώτατα όρια υπερωριακής απασχόλησης: 60 ώρες σε κάθε διοικητικό υπάλληλο (406 άτομα) και 30 ώρες σε κάθε τεχνικό (762 άτομα) (σχετική η .../17-7-2006 άδεια Επιθεώρησης Εργασίας Πειραιώς) και πέραν των ανωτάτων νομίμων ορίων για 1.168 άτομα διαφόρων ειδικοτήτων μέχρι 70.664 ώρες συνολικά (σχετική η 3984/16-10-2006 απόφαση του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας). 7) Για το Α’ εξάμηνο του έτους 2007 (για 1.146 άτομα) εγκρίθηκαν ανώτατα όρια υπερωριακής απασχόλησης: 60 ώρες για κάθε διοικητικό υπάλληλο (376 άτομα) και 30 ώρες για κάθε τεχνικό (770 άτομα) (σχετική η ...22-1-2007 άδεια Επιθεώρησης Εργασίας Πειραιώς) και πέραν των ανωτάτων νομίμων ορίων για 1.146 άτομα διαφόρων ειδικοτήτων, μέχρι 56.727 ώρες συνολικά (σχετική η 3215/30-4-2007 απόφαση του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας). 8) Για το Β’ εξάμηνο του έτους 2007 (για 1.112 άτομα) εγκρίθηκαν ανώτατα όρια υπερωριακής απασχόλησης: 60 ώρες σε κάθε διοικητικό υπάλληλο (316 άτομα) και 30 ώρες σε κάθε τεχνικό (753 άτομα) (σχετική η .../27-7-2007 άδεια Επιθεώρησης Εργασίας Πειραιώς) και πέραν των ανωτάτων νομίμων ορίων για 1.112 άτομα διαφόρων ειδικοτήτων μέχρι 61.160 ώρες συνολικά (σχετική η 4046/22-11-2007 απόφαση του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας).
Ότι στις ώρες αυτές υπερωριακής εργασίας που, κατά τα παραπάνω, εγκρίθηκαν, υπάγονται και εκείνες που πραγματοποίησε ο ενάγων, καθώς από κανένα διαφορετικό στοιχείο δεν προκύπτει, ούτε ενισχύεται κρίση περί του αντιθέτου. Ότι για τις επίμαχες, επιπρόσθετες ώρες εργασίας του, ο ενάγων δεν δικαιούται την αιτούμενη αποζημίωση για μη νόμιμες υπερωρίες, κατά το προ της 1-10-2005 διάστημα (άρθρο 4 παρ. 5 του ν. 2874/2000, όπως ίσχυε προ της αντικατάστασής του με το άρθρο 1 ν. 3385/2005), ή για κατ’ εξαίρεση υπερωρίες, για τη μετά την 1-10-2005 χρονική περίοδο (άρθρο 4 παρ. 5, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 ν. 3385/2005).
Και τούτο, διότι για την απασχόλησή του αυτή ο ενάγων δικαιούται την ειδικά ρυθμιζόμενη, με βάση τις ρυθμίσεις του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της εναγομένης και των οικείων Σ.Σ.Ε., αμοιβή ωρών νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης και για της οποίας τον υπολογισμό βάση αποτελεί το καθοριζόμενο με ειδικό τρόπο βασικό ωρομίσθιο.
Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει ως νομικά αβάσιμα τα κεφάλαια αυτά και ακολούθως τα απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμα. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις, κρίνοντας ότι η ειδική αμοιβή που προβλέπουν οι διατάξεις του ..., των ...
και του άρθρου 67 του ν. 2065/1992 για την εργασία κατά τις Κυριακές και για την στέρηση της αναπληρωματικής εβδομαδιαίας ανάπαυσης είναι, στο σύνολό τους λαμβανόμενες, ευνοϊκότερες για τους εργαζόμενους σε σχέση με αυτές της κοινής εργατικής νομοθεσίας και αποκλείουν τη διαφορετική ή περαιτέρω αποζημίωση και ότι δεν είναι επιτρεπτή η σύγχρονη επιλεκτική εφαρμογή διαφορετικών πηγών δικαίου.
Επίσης το Εφετείο, εφόσον εφάρμοσε την αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών και έκρινε ότι βάσει της αρχής αυτής για τον υπολογισμό των αμοιβών του αναιρεσείοντος από μη νόμιμες υπερωρίες έχουν εφαρμογή οι προαναφερόμενες διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας (άρθρο 4 του ν.2874/2000, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3385/2005) και ότι η αναιρεσίβλητη εργοδότρια τήρησε τις απαιτούμενες διατυπώσεις και διαδικασίες και έλαβε για τα έτη 2004-2007 τις οικείες κάθε φορά εγκρίσεις από τα αρμόδια όργανα του Δημοσίου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ν.δ. 515/1970, δηλαδή έλαβε για τη χορήγηση των ανωτάτων ορίων υπερωριακής απασχόλησης άδεια από την Επιθεώρηση Εργασίας και για την κατ’ εξαίρεση, πέραν των ανωτάτων νομίμων ορίων, έγκριση υπερωριακής απασχόλησης από το Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, ορθά εφάρμοσε και τις διατάξεις αυτές και ορθά έκρινε ότι για το κονδύλιο των παράνομων υπερωριών δεν μπορεί συγχρόνως να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις του ν. 2874/2000, όπως τροποποιήθηκε, και οι σχετικές διατάξεις των ..., όπως ζητεί ο αναιρεσείων με την αγωγή.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
3. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόστηκε.
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ15/2006, 1/1999).
Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ως προς το αίτημα του ενάγοντος για επιδίκαση σ’ αυτόν χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, εξ αιτίας της επικαλούμενης υπαίτιας και παράνομης παραγκώνισής του και της επιβολής άδικης πειθαρχικής ποινής σ’ αυτόν από τα αρμόδια όργανα της εναγομένης, τα εξής:
Ότι δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη, μέσω των αρμοδίων οργάνων της, πράγματι παραγκώνισε τον ενάγοντα, αναθέτοντάς του καθήκοντα υποδεέστερα των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του, ότι μετέπειτα τον μεταχειρίστηκε άδικα, τιμωρώντας τον πειθαρχικά για πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του, μολονότι ο ίδιος είχε ασκήσει τα καθήκοντά του αυτά προσηκόντως, και ότι, τέλος, τον μετέθεσε αναιτιολόγητα και δυσμενώς, με αποτέλεσμα να προσβληθεί βαρύτατα η προσωπική και επαγγελματική τιμή και υπόληψή του ως εργαζομένου και ανθρώπου.
Ότι, ειδικότερα, ναι μεν, αυτές οι επιπρόσθετες επιμέρους ενέργειες των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης, έτσι όπως ιστορούνται στο αγωγικό δικόγραφο από τον ενάγοντα, συνιστούν καταρχήν αδικοπραξία, αφού τέτοιες πράξεις και δη η παρεμπόδιση εξέλιξης του εργαζομένου με τη μη ανάθεση σ’ αυτόν εργασίας ανάλογης με τα προσόντα του, η μονομερώς επιχειρουμένη από τον εργοδότη βλαπτική μετάθεση ή μετακίνηση του μισθωτού από μία θέση σε άλλη, καθ’ υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, και η αβάσιμη απόδοση μομφής και άδικη τιμωρία για πλημμελή άσκηση των καθηκόντων του εργαζομένου, συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτού και θεμελιώνουν, με την συνδρομή των λοιπών κατά νόμο προϋποθέσεων, αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, όμως δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη επέδειξε, μέσω των αρμοδίων οργάνων της, την αδικοπρακτική αυτή συμπεριφορά.
Ότι, πιο αναλυτικά, η μη τοποθέτησή του, αμέσως μετά την πρόσληψή του στο χειρισμό γερανογεφυρών, μολονότι διέθετε σχετική άδεια Μηχανοδηγού Χειριστή Ηλεκτροκίνητων Μηχανημάτων Ομάδας Γ’ και είχε γνωστοποιήσει προφορικά στην εναγομένη ότι διέθετε σχετική προϋπηρεσία, δεν συνιστούσε καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραγκωνισμό του, διότι οι χειριστές τόσο γερανογεφυρών όσο και Ο.Σ.Μ.Ε.
ή άλλων μηχανημάτων υπάγονται, κατά τον Κανονισμό της επιχείρησης της εναγομένης, στην ίδια και ενιαία κατηγορία προσωπικού και δη στην κατηγορία "Ειδικότητας Χειριστών Γερανογεφυρών, Χειριστών Ηλεκτροκίνητων Γερανών, Χειριστών Αυτ/νων Γερανών, Χειριστών Ανυψωτικών Μηχανημάτων και Μηχανημάτων Στοιβασίας και διαφόρων άλλων οχημάτων κλπ.", που ανήκει στο προσωπικό τεχνικών υπηρεσιών.
Ότι από τη σύσταση του Σταθμού Διακίνησης Εμπορευματοκιβωτίων, οι χειριστές προσλαμβάνονται μεν σύμφωνα με τα τυπικά τους προσόντα (σχετικά διπλώματα, άδειες χειρισμού κλπ.), αλλά στη συνέχεια εκπαιδεύονται για αρκετό χρονικό διάστημα στα συγκεκριμένα μηχανήματα του Σταθμού, των οποίων ο χειρισμός σε καμία περίπτωση δεν έχει ομοιότητα με οποιωνδήποτε άλλων μηχανημάτων, στα οποία έχουν εργασθεί οι νεοπροσληφθέντες χειριστές και έχουν λάβει σχετική άδεια χειρισμού.
Ότι ακολούθως επανδρώνουν μηχανήματα στα οποία έχουν εκπαιδευτεί και έχουν επιδείξει ικανότητα και επάρκεια, τα οποία είναι απαραίτητα, πέραν του διπλώματος που διαθέτουν, για την αποτελεσματική και ασφαλή εκτέλεση των εργασιών φορτοεκφόρτωσης. Ότι η τοποθέτηση του χειριστή κατά περίπτωση σε γερανογέφυρα, Ο.Σ.Μ.Ε., τράκτορα κλπ., εφόσον συντρέχουν οι προς τούτο τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις (άδεια χειρισμού, επάρκεια) αποτελεί συνήθη πρακτική στην επιχείρηση της εναγομένης, προβλεπόμενη και από το Γενικό Κανονισμό του Προσωπικού της (άρθρο 22 παρ. 2) και δεν δύναται να θεωρηθεί "παραγκωνισμός" ή άνιση μεταχείριση.
Ότι, περαιτέρω, σε ό,τι αφορά στην επικαλούμενη από τον ενάγοντα άδικη πειθαρχική μεταχείρισή του, δεν αποδείχθηκε από κάποιο πειστικό στοιχείο ότι αυτός τιμωρήθηκε αδίκως για πλημμελή άσκηση των καθηκόντων του, δηλαδή ότι τιμωρήθηκε ενώ δεν είχε εκτελέσει πλημμελώς τα εν λόγω καθήκοντά του, και ενώ άλλοι συνάδελφοί του αδικαιολογήτως τιμωρήθηκαν επιεικέστερα ή δεν υπέστησαν οποιαδήποτε τιμωρία.
Ότι, συγκεκριμένα, ο ενάγων κλήθηκε σε απολογία και τιμωρήθηκε εν τέλει πειθαρχικά, με την ποινή της έγγραφης επίπληξης, επειδή, όπως πράγματι προέκυψε, εργαζόμενος ως χειριστής Γερανογέφυρας πλέον, καθ’ όλη τη διάρκεια της πρωινής του βάρδιας της 5-8-2008, είχε πραγματοποιήσει μόνο 28 κινήσεις και η απόδοσή του αυτή, που αντιστοιχεί σε απόδοση 2 ωρών μέσης απόδοσης ενός χειριστή, κρίθηκε ιδιαιτέρως και αδικαιολογήτως χαμηλή.
Ότι η πιο πάνω ποινή που του επιβλήθηκε δεν αποδείχθηκε ότι ήταν δυσμενέστερη σε σχέση με άλλες ποινές που επιβλήθηκαν σε άλλους χειριστές για ίδιο ή ουσιωδώς παρόμοιο παράπτωμα. Ότι, τέλος, δεν δύναται να κριθεί δυσμενής και δη καθ’ υπέρβαση των ορίων της ΑΚ 281 ως προς το δικαίωμα της εναγομένης να μετακινήσει τον ενάγοντα - μισθωτό, η μετάθεσή του, στις 10-4-2009, από το Τμήμα των Γερανογεφυρών, όπου κατά τα ανωτέρω είχε πλέον μετακινηθεί, στο Τμήμα των Ο.Σ.Μ.Ε.
και τούτο, προεχόντως διότι μια τέτοια μετακίνηση αποτελεί σύμφωνη με τον Γενικό Κανονισμό Προσωπικού και συνήθη τακτική. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, προβάλλει αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι στερείται αιτιολογίας η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως προς το ουσιώδες ζήτημα ότι η αδικαιολόγητη, κατά τα ανωτέρω, μετακίνησή του και η επιβολή της πειθαρχική ποινής της έγγραφης επίπληξης συνιστούν αδικοπραξία και δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, διότι δεν έλαβε υπόψη ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα οι ημερήσιες κινήσεις και άλλων συναδέλφων αυτού δεν υπερέβαιναν τις 30 έως 35 ημερησίως λόγω απεργιακών κινητοποιήσεων και ότι σε κάθε βάρδια εργάζονται δύο εργαζόμενοι, οπότε ο χρόνος εργασίας κάθε εργαζόμενου είναι 3 ώρες και 45 λεπτά.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών, σχετικά με την ανάλυση και ατάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν τα πιο πάνω κρίσιμα ζητήματα, και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται, κατά τον αναιρεσείοντα, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που πρόβαλε στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, πέραν του ότι το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων που προεκτέθηκαν, οι παραπάνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, μέσω των προαναφερόμενων επιχειρημάτων, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που δεν υπόκειται αναιρετικό έλεγχο.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-3-2015 αίτηση για αναίρεση της 841/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ