Legislator Case Law & Legislation
316/2015 AI generated

316/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 316/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/12/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8795/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6330/2011 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 20/7/2012 ανακοπή ερημοδικίας, επί της οποίας εκδόθηκε η 3313/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των ανωτέρω, υπ' αριθ. 6330/2011 και 3313/2013 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/11/2013 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

316/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται εκτός των άλλων και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Αυτό, υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα ο οποίος ρυθμίζει βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 316 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 316/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Δημήτριο Γεώργα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Κ. Α.Ε. ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ - ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ υπό εκκαθάριση", που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Αλεξανδρή και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "COVIDIEN HELLAS A.E." (πρώην "TYCO HEALTHCARE HELLAS A.E.") που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ιωάννη Δεληκωστόπουλο και Ιωάννα Μιχαλοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/12/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8795/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6330/2011 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 20/7/2012 ανακοπή ερημοδικίας, επί της οποίας εκδόθηκε η 3313/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των ανωτέρω, υπ' αριθ. 6330/2011 και 3313/2013 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/11/2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Γεώργας ανέγνωσε την από 26/8/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αναίρεση κατά της 3313/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και να γίνει δεκτή ως προς την 6330/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται εκτός των άλλων και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Αυτό, υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα ο οποίος ρυθμίζει βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.

Εσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθώς η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια όμως, δεν εφαρμόσθηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτόν. (Ολ.

ΑΠ. 36/1988, Ολ ΑΠ 4/2006). Τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει, επαγγελματική ενασχόληση μπορούν να χρησιμοποιηθούν, είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της αποδείξεως (αρ. 336 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, μετά τη διαπίστωση της βασιμότητάς τους, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (άρθρ. 559 αριθ. 1 εδ.

β' ΚΠολΔ, Ολ. ΑΠ 10/2005, ΑΠ 377/1998), και μπορούν να αποτελέσουν λόγο αναιρέσεως μόνο κατά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου. (Ολ. ΑΠ 23/1988, ΑΠ 750/2003). Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παραγ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, Ολ.

ΑΠ 1/1999). Στην προκειμένη περίπτωση και σχετικά με την προσβαλλόμενη απόφαση 3313/2013 του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την ασκηθείσα ανακοπή ερημοδικίας, το Δικαστήριο δέχθηκε ανελέγκτως τα κάτωθι: Με το μοναδικό λόγο της ανακοπής, η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι η μη παράστασή της ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, κατά τη δικάσιμο της 6-10-2011, οπότε συζητήθηκαν ερήμην της η έφεσή της και η αντέφεση της καθ' ης η ανακοπή κατά της με αριθμό8795/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί των οποίων εκδόθηκε η με αριθμό 6330/2011 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, οφείλεται σε ανωτέρα βία, συνιστάμενη σε αιφνίδια ασθένεια του πληρεξουσίου δικηγόρου της (Αντωνίου Αλεξανδρή), ο οποίος την προηγουμένη ημέρα της δικασίμου εμφάνισε οξύ άλγος δεξιού λαγονίου βόθρου, με πολλαπλούς εμετούς και πυρετούς μέχρι 39οC και του συνεστήθη ανάρρωση κατ' οίκον για τρεις ημέρες, λόγω δε ακριβώς αυτής της κατάστασης της υγείας του, δεν μπόρεσε να παρασταθεί στο Δικαστήριο, επιπλέον δε δεν κατόρθωσε να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες για τη σχετική ενημέρωση του εκκαθαριστή νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας ώστε ο τελευταίος να μεριμνήσει για την αντικατάστασή του από άλλο δικηγόρο, αντικατάσταση, άλλωστε, η οποία θα ήταν εξαιρετικά δυσχερής, λόγω της φύσεως της υπόθεσης.

Η επικαλούμενη ως άνω αιφνίδια ασθένεια του πληρεξουσίου δικηγόρου της ανακόπτουσας, εξαιτίας της οποίας δεν μπόρεσε να παραστεί και να την εκπροσωπήσει στο πιο πάνω δικαστήριο ή να μεριμνήσει για την αντικατάστασή του, συνιστά νόμιμο λόγο ανακοπής, ήτοι περίπτωση ανώτερης βίας, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, καθόσον τα επικαλούμενα περιστατικά αληθινά υποτιθέμενα, παρεμπόδιζαν την ανακόπτουσα να παραστεί στο Δικαστήριο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της καθής.

Ωστόσο, από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία, δεν πιθανολογήθηκε η βασιμότητα του λόγου αυτού. Συγκεκριμένα δεν πιθανολογήθηκε ότι η μη παράσταση της ανακόπτουσας στο Εφετείο Αθηνών, κατά τη δικάσιμο της 6-10-2011 και ώρα 11.00', κατά την οποία συζητήθηκαν η έφεσή της και η αντέφεση της καθής η ανακοπή κατά της με αριθμό 8795/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οφειλόταν σε ανώτερη βία συνιστάμενη σε αιφνίδια ασθένεια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Αντωνίου Αλεξανδρή, που εμπόδισε αυτόν να μεριμνήσει για την αντικατάστασή του.

Ειδικότερα, αναφορικά με την κατάσταση αυτή της υγείας του ως άνω δικηγόρου, η ανακόπτουσα επικαλείται και προσκομίζει την από 5-10-2011 ιατρική βεβαίωση του Διευθυντή Χειρουργικής του Χειρουργικού Τμήματος του Γενικού Νοσοκομείου Αθήνας "ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ", Σ. Β., στην οποία ο ιατρός αυτός γνωματεύει ότι ο ασθενής Αλεξανδρής Αντώνιος, που εξέτασε σήμερα (5-10-2011) πάσχει από οξύ άλγος δεξιού λαγονίου βόθρου, εμφανίζει πολλαπλούς εμετούς και πυρετό 39οC και έχει ανάγκη ανάρρωσης κατ' οίκον για τρεις ημέρες.

Η ασθένεια όμως αυτή του πληρεξουσίου δικηγόρου της ανακόπτουσας δεν συνιστά ανώτερη βία με την έννοια που αναφέρθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας. Τούτο δε διότι, ενόψει του ότι η συζήτηση της υπόθεσης (έφεσης και αντέφεσης), είχε οριστεί για την 6-10-2011, επόμενη ημέρα της εμφάνισης της ως άνω ασθένειας, για την 11.00' ώρα και ο εν λόγω πληρεξούσιος δικηγόρος της ανακόπτουσας βρισκόταν στην οικία του, έχοντας κανονικό επίπεδο συνείδησης με το περιβάλλον, αυτός είχε την ευχέρεια να ειδοποιήσει έγκαιρα την εντολέα του -ανακόπτουσα για την αδυναμία παράστασής του στο Δικαστήριο και έτσι η τελευταία να προβεί στις δέουσες ενέργειες για ανάθεση σε άλλο δικηγόρο της εκπροσώπησής της, προκειμένου να εμφανιστεί στο δικαστήριο και να ζητήσει τουλάχιστον την αναβολή της συζήτησης για τον παραπάνω λόγο, δεδομένου ότι επρόκειτο για υπόθεση, η συζήτηση της οποίας είχε προσδιοριστεί το πρώτον για τον άνω χρόνο.

Σημειώνεται ότι από την πιο πάνω ιατρική βεβαίωση δεν επιβεβαιώνεται ότι ο δικηγόρος Αντώνιος Αλεξανδρής υποβλήθηκε σε εξετάσεις (ακτινογραφία και υπερηχογράφημα) και την επόμενη ημέρα, ήτοι την ημέρα της δικασίμου, οπότε διαπιστώθηκε ότι είχε όλα τα συμπτώματα της οξείας κρίσης (κολικού) σκωληκοειδίτιδος-περιτονίτιδας, όπως ισχυρίζεται η ανακόπτουσα με την κρινόμενη ανακοπή ερημοδικίας καθώς:

α) δεν προσκομίζονται από αυτή οι εξετάσεις που αναφέρει ότι έγιναν, ούτε αναγράφεται στη βεβαίωση αυτή σύσταση για την υποβολή του δικηγόρου της, στις άνω παρακλινικές εξετάσεις. Ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος της, δεν κατόρθωσε να έρθει σε επικοινωνία με αυτή, λόγω του ότι η ίδια τελεί σε εκκαθάριση, δεν διαθέτει γραφεία και προσωπικό και οι εκκαθαριστές της Ν.

και Χ. Κ., οι οποίοι είναι πρόσωπα μεγάλης ηλικίας, έχουν αποσυρθεί από την ενεργό επιχειρηματική δράση και δεν κατέστη δυνατό να βρεθούν στα σταθερά τηλέφωνα των οικιών τους, δεν πιθανολογείται βάσιμος. Και ναι μεν η ανακόπτουσα, τελεί πράγματι υπό εκκαθάριση, κατόπιν της από 24-1-2002 απόφασης της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της για τη λύση της και τη θέση της σε εκκαθάριση, που καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών, στις 28-3-2002, πλην όμως αυτή εκπροσωπείται από τρεις εκκαθαριστές, οι οποίοι διορίστηκαν με την άνω απόφαση, ήτοι εκτός από τους άνω αναφερόμενους, Ν.

και Χ. Κ. και από τον Ε. Μ., κάποιος από τους οποίους θα μπορούσε να ειδοποιηθεί από τον άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, για την αδυναμία παράστασης του στο Δικαστήριο στο κινητό του έστω τηλέφωνο. Σε κάθε περίπτωση, ο άνω πληρεξούσιος δικηγόρος της ανακόπτουσας, είχε τη δυνατότητα να επικοινωνήσει, με κάποιον άλλο δικηγόρο, συνεργάτη του ή μη, προκειμένου να εμφανιστεί στο ακροατήριο του εν λόγω Δικαστηρίου, να αναφέρει το κώλυμά του και να ζητήσει τουλάχιστον την αναβολή της συζήτησης (ΑΠ 546/2011) πράγμα το οποίο, όμως αυτός δεν έπραξε.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η ανακόπτουσα, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, είχε εκπροσωπηθεί, εκτός από τον άνω πληρεξούσιο δικηγόρο Αντώνιο Αλεξανδρή και από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αννίτα Τετριμέλη". Δεχόμενο, το Δικαστήριο τ' ανωτέρω αναφερόμενα το μεν περιέλαβε τις προσήκουσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 501 επ.

ΚΠολΔ), στις οποίες υπήγαγε ορθώς με επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες τα πραγματικά περιστατικά και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος ο σχετικός λόγος της αναίρεσης που αφορά την 3313/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Επί των λόγων αναιρέσεως κατά της 6330/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, λεκτέα τα κάτωθι:

Από τη διάταξη του άρθρου 523 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 16 παρ. 2 Ν.2915/2001 και την εκ νέου τροποποίησή της με το άρθρο 8 παρ. 2 του Ν.3043/2002 και η οποία εφαρμόζεται εν προκειμένω, κατ' άρθρο 12 του Εισ. Ν. ΚΠολΔ, δοθέντος ότι οι διατυπώσεις της αντέφεσης ως διαδικαστικής πράξης, κρίνονται με το νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο άσκησής της (Σ.

Σ.). Η έφεση έκδοση Ε' σελ. 248 παρ. 608), συνάγεται ότι η αντέφεση ασκείται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και, αφού συνταχθεί έκθεση κάτω απ' αυτό, κοινοποιείται στον εκκαλούντα τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτησή της, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 523 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι ο εφεσίβλητος μπορεί και αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης να ασκήσει αντέφεση ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την έφεση και ως προς εκείνα που συνέχονται αναγκαστικά με αυτά και αν ακόμη αποδέχθηκε την απόφαση ή παραιτήθηκε από την έφεση.

Από το συνδυασμό της παραπάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 522 του ίδιου Κώδικα συνάγεται, ότι η αντέφεση για να είναι παραδεκτή πρέπει να αφορά τα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την έφεση ή τα αναγκαίως με αυτά συνεχόμενα, δηλαδή το περιεχόμενό τους πρέπει να βρίσκεται μέσα στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, αφού με την έφεση δεν μεταβιβάζεται στο σύνολό της η υπόθεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αλλά μόνο κατά τα καθοριζόμενα σ' αυτήν όρια.

Διαφορετικά, αν δηλαδή το κεφάλαιο που πλήττεται με την αντέφεση δεν έχει εκκληθεί, η αντέφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Ως κεφάλαια δε κατά την έννοια του παραπάνω άρθρου (αρ. 532 παρ. 2 ΚΠολΔ) θεωρούνται εκείνα που ανάγονται σε αυτοτελείς αιτήσεις για παροχή προστασίας, ενώ συνέχονται με εκείνα που έχουν εκκληθεί όσα:

α) αφορούν παρεπόμενα ή παρακολουθήματα της κυρίας απαίτησης, β) αποτελούν προκριματικό ζήτημα της παραδοχής της έννομης προστασίας, γ) όταν οι διατάξεις της εκκαλουμένης έχουν τέτοια συνάφεια προς τα εκκληθέντα κεφάλαια, ώστε η επ' αυτών διαφορετική κρίση του δικαστηρίου να επηρεάζει την κρίση και στα κεφάλαια που έχουν εκκληθεί με την έφεση και δ) πηγάζουν από την ίδια ιστορική και νομική αιτία. (ΑΠ 396/2012, ΑΠ 212/2006).

Σε περίπτωση απόρριψης της έφεσης λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, η απόρριψη γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους (Ολ. ΑΠ2008/2009). Τέλος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 524 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση με το άρθρο 44 παρ. 1 Ν. 3994/2011 και εφαρμόζεται εν προκειμένω, λόγω του ότι η συζήτηση της υπό κρίση εφέσεως και αντεφέσεως έλαβε χώρα μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (25-7-2011 ΦΕΚ 165 Α) κατά το άρθρ. 77 παρ.

α του νόμου αυτού σε συνδυασμό με το άρθρ. 72 παρ. 4 εδάφιο τελευταίο του άνω νόμου, ο παριστάμενος διάδικος υποχρεούται μέσα σε πέντε ημέρες από τη συζήτηση να προσκομίσει αντίγραφα του εισαγωγικού δικογράφου και των προτάσεων του αντιδίκου του, που κατατέθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη, καθώς και τα πρακτικά και τις εκθέσεις που λήφθηκαν κατ' αυτήν.

Διαφορετικά κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση. (ΑΠ 1523/2002).

Εν προκειμένω με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι έπρεπε κατ' άρθρ. 559 αριθμό 14 ΚΠολΔ να κηρυχθεί απαράδεκτη η αντέφεση καθόσον δέχθηκε ότι η αντέφεση ασκήθηκε ενώ διαρκούσε η προθεσμία της έφεσης, εφόσον από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει επίδοση της απόφασης. 'Όμως τ' ανωτέρω δεχθέντα δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα καθόσον από την επισκόπηση των προσκομιζομένων και επικαλουμένων εγγράφων έγινε επίδοση της πρωτοβάθμιας απόφασης με επίσπευση της ενάγουσας όπως τούτο προκύπτει από την 9749/23-6-2010 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελητρίας στο Πρωτοδικείο Α.

Κ. Μ., ασκήθηκε δε έφεση εκ μέρους της ενάγουσας-εκκαλούσας που κατατέθηκε στις 22-7-2010 (αριθ. κατ. 6476/2010) ήτοι εμπροθέσμως και αντέφεση εκ μέρους της εναγομένης "COVIDIEN HELLAS A.E.", που κατατέθηκε στις 25-8-2010 (αριθ. καταθ. 530/2010) ήτοι εκπρόθεσμη αφού ασκήθηκε μετά την παρέλευση της προθεσμίας ασκήσεως εφέσεως. Η συζήτηση τόσο της εφέσεως και αντεφέσεως έγινε με επίσπευση της εφεσιβλήτου-αντεκκαλούσης η οποία επέδωσε κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 6-10-2010, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση 9781Ε' και 9782 Ε' /26-6-2010 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Π.

Γ. και όχι τις αναφερόμενες (εκ προφανούς παραδρομής του δικαστηρίου) στην απόφαση 8713 στ και 8714 στ/18-3-2010 του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Ε. Ψ., που αφορούν προφανώς άλλη υπόθεση, διότι δεν είναι νομικά εφικτό και λογικό να επιδίδονται πράξεις πριν από την άσκησή τους. Το Δικαστήριο παραδεκτώς έκρινε λόγω της ερημοδικίας της εκκαλούσης ότι έπρεπε να απορριφθεί η έφεση, χωρίς περαιτέρω έρευνα αυτής.

Ως προς την αντέφεση όμως, επειδή αυτή ασκήθηκε μετά την παρέλευση της προθεσμίας της εφέσεως, έσφαλε το δικαστήριο εκτιμώντας αυτή ως αυτοτελή έφεση. Η ως άνω έφεση, όπως από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει (αγωγή-απόφαση-έφεση) αφορούσε τα απορριφθέντα με την πρωτόδικη απόφαση δεύτερο και τρίτο αιτήματα, ενώ είχε με αυτή γίνει δεκτό το πρώτο αίτημα, που όλα όμως τα κονδύλια έχουν την ίδια νομική και ιστορική αιτία ήτοι την από Ιουλίου 1999 σύμβαση εκχωρήσεως δικαιωμάτων από την από 8-1-1992-/6-3-1992 αρχική σύμβαση διανομής.

Με την αντέφεση παραπονείτο η αντεκκαλούσα για το δεχθέν (πρώτο) αίτημα, δηλαδή του ποσού των 190.855,25 Ευρώ, που αποτελούσε υπόλοιπο τιμήματος του έτους 2002, που αφορά την ίδια ως άνω ιστορική και νομική αιτία με το αίτημα της εφέσεως. 'Επρεπε επομένως να μη θεωρηθεί ως αυτοτελής έφεση αλλά να κριθεί ως μόνο αντέφεση πλην όμως για να κριθεί και εκδικασθεί έπρεπε η παριστάμενη αντεκαλλούσα λόγω της ερημοδικίας της αντεφεσείουσας (ΑΦΟΙ Κ.

ΑΕ) να προσκομίσει αντίγραφα του εισαγωγικού δικογράφου και των προτάσεων της αντιδίκου της, που κατατέθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη καθώς και τα πρακτικά και τις εκθέσεις που λήφθηκαν κατ' αυτήν. Τέτοια προσαγωγή όμως δεν προκύπτει ότι έγινε, από την επισκόπηση των προτάσεων αυτής επί των οποίων δεν υπάρχει προσθήκη προσαγωγής των ως άνω εγγράφων.

Εξαιτίας της παραλείψεως αυτής είχε ως αποτέλεσμα, κατά τον λόγο αναιρέσεως, να αχθεί το Δικαστήριο στην παραδοχή της αντεφέσεως και εν συνεχεία στην απόρριψη ως ουσιαστικά αβασίμου όλης της αγωγής δηλαδή και για το πρώτο αίτημα και να υποστεί η αναιρεσείουσα αντίστοιχη και μη αναστρέψιμη δικονομική βλάβη, δεδομένου ότι η προσαγωγή και η λήψη υπόψη των προτάσεων της αναιρεσείουσας θα μπορούσε να προκαλέσει αντίθετη έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός αποδεικνύεται ως κατ' ουσίαν βάσιμος διότι από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα ως ενάγουσα είχε πρωτοδίκως καταθέσει προτάσεις με τους ισχυρισμούς και τη θέση της επί των θεμάτων που έκρινε κατ' ουσίαν το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, προτάσεις όμως που δεν προσκόμισε η αναιρεσίβλητη στην έκκλητη δίκη, όπως προκύπτει από τη μη αναφορά στις προτάσεις της, με συνέπεια να μη ληφθούν αυτές υπόψη και να υποστεί η αναιρεσείουσα βλάβη συνιστάμενη στη δυσμενή γι' αυτήν έκβαση της δίκης, αφού από το υλικό της δεν προκύπτει αδιστάκτως πως η έκβασή της θα ήτο η αυτή και αν λαμβάνονταν υπόψη οι προτάσεις της αναιρεσείουσας, η βλάβη δε αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας κατ' άρθρ. 159 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το αρ. 524 παρ. 4 ΚΠολΔ.

Γι' αυτό πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων αυτής και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού είναι εφικτή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.

Η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, και για τις προτάσεις που κατέθεσε, κατά το διατακτικό (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) και τέλος να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως προς την 3313/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 6330/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς το μέρος της που αφορά την αντέφεση μόνο.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω σκέλος της προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές.

Διατάζει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην καταθέσασα, και Επιβάλλει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας και για τις προτάσεις που κατέθεσε την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ