Legislator Case Law & Legislation
316/2014 AI generated

316/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 316/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Επειδή με τη κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά τη τακτική διαδικασία 6646/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, [μετά την έκδοση και της με αριθμό 3640/2009 μη οριστικής απόφασης του ίδιου δικαστηρίου που διέταξε τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης] η οποία δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της 2106 /2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση[που είχε δεχθεί ακριβώς τα αντίθετα], απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος και έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή του αναιρεσίβλητου, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο [αναιρεσείοντα],να του καταβάλλει το ποσό των 95.130 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως υπόλοιπο οφειλόμενης εργολαβικής αμοιβής. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και συνεπώς είναι παραδεκτή [άρθρα 552,553, 556, 558,564,566 παρ.1ΚΠολΔικ].Πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ].

Legislator headnote

AI generated

316/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερµηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Οι γενικοί ερµηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, εφαρµόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύµβαση και γενικά στην δικαιοπραξία ή γεννιέται αµφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης.

Keywords

AI generated
construction policy modification of maintenance suspension of unemployment benefits construction contribution stop-work order contractor remuneration
AI generated
1651/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
504/2018
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
77/2011
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
1184/2021
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
930/2024
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 316 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 316/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη και Δημήτριο-Στέφανο Βόσκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φωτεινή Λαδά.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Π. του Α., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βούλγαρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 8-11-2005 και 30-6-2005 αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2106/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 6646/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 5-4-2012 αίτησή του και τους από 17-7-2013 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος-Στέφανος Βόσκας, ανέγνωσε την από 3-9-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης και των προσθέτων λόγων.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή με τη κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά τη τακτική διαδικασία 6646/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, [μετά την έκδοση και της με αριθμό 3640/2009 μη οριστικής απόφασης του ίδιου δικαστηρίου που διέταξε τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης] η οποία δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της 2106 /2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση[που είχε δεχθεί ακριβώς τα αντίθετα], απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος και έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή του αναιρεσίβλητου, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο [αναιρεσείοντα],να του καταβάλλει το ποσό των 95.130 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως υπόλοιπο οφειλόμενης εργολαβικής αμοιβής. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και συνεπώς είναι παραδεκτή [άρθρα 552,553, 556, 558,564,566 παρ.1ΚΠολΔικ].Πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ].

2. Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερµηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Οι γενικοί ερµηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, εφαρµόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύµβαση και γενικά στην δικαιοπραξία ή γεννιέται αµφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης.

Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση, που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έµµεση, κενού ή αµφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ'αυτές, για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγµατικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρµογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρµογή τους.

Όταν όµως η δηλωθείσα βούληση είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπεται αµφιβολία για το περιεχόµενό της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόµενους κανόνες. Η διαπίστωση πάντως από το δικαστήριο της υπάρξεως ή µη κενού ή αµφιβολίας ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 681 ΑΚ, με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή. Τα άρθρα 696-697 του Α.Κ. ρυθμίζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων, όταν το ύψος της αμοιβής του εργολάβου καθορίσθηκε επί τη βάσει προϋπολογισμού.

Σε αμφότερες τις διατάξεις ο προϋπολογισμός αποτελεί περιεχόμενο της συμβάσεως, η διαφορά όμως έγκειται στο ότι στην Α.Κ. 696 ο εργολάβος εγγυήθηκε ρητά την ακρίβεια του προϋπολογισμού, ενώ στην Α.Κ.697 ο εργολάβος συνέταξε απλώς ενδεικτικό προϋπολογισμό και δεν εγγυήθηκε την ακρίβεια αυτού. Ο προϋπολογισμός είναι πίνακας (έγγραφος, αλλά μπορεί να είναι και προφορικός) που καταρτίζεται πριν από την εκτέλεση του έργου και περιέχει υπολογισμό του κόστους αυτού, λεπτομερή έκθεση των εργασιών που πρέπει να εκτελεσθούν και των υλικών που θα χρησιμοποιηθούν για την κατασκευή του έργου και που καθορίζει τις κατ'ιδίαν αξίες αυτών σε συμβατικώς καθορισμένες κατηγορίες μονάδων μήκους, επιφάνειας, όγκου, κ.λ.π.

Στις αξίες αυτές περιλαμβάνονται τόσο οι δαπάνες, όσο και η καθαρή αμοιβή του εργολάβου. Η συνολική εκτίμηση για το κόστος του έργου δεν αρκεί και δεν συνιστά προϋπολογισμό κατά την έννοια των άνω διατάξεων [ΑΠ 1773/2006].

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα:"Ο εναγόμενος-ενάγων και ήδη εφεσίβλητος Γ. Κ., είναι ιδιοκτήτης ενός αγροτεμαχίου επιφανείας 1.760 τ.µ., που βρίσκεται στη θέση … ... του Δήµου …. Με τη µε αριθµό 229/2003 οικοδοµική άδεια της Υπηρεσίας Πολεοδοµίας της Νοµαρχίας Μαγνησίας, του επιτράπηκε η ανέγερση ενός οικοδοµικού συµπλέγµατος κατοικίας στο παραπάνω οικόπεδο, αποτελούµενο από δύο αυτοτελή κτίρια, τα οποία συνδέονται µεταξύ τους µε γυάλινο υπόστεγο...

Με το από 30-6-2003 εργολαβικό συµβόλαιο που κατήρτισε εγγράφως µε τον ενάγοντα - εναγόµενο και ήδη εκκαλούντα Δ. Π., πολιτικό µηχανικό, ο τελευταίος ανέλαβε ως εργολάβος το συνολικό έργο ανέγερσης του παραπάνω οικοδοµικού συµπλέγµατος κατοικίας, µε βάση την αρχιτεκτονική και στατική µελέτη του επιβλέποντος το έργο αρχιτέκτονα µηχανικού Ι.

Κ., µε βάση τις οποίες εκδόθηκε η οικοδοµική άδεια και τις προδιαγραφές της Γενικής Συγγραφής Υποχρεώσεων (Γ.Σ.Υ Κατά τους όρους της σύµβασης αυτής ο προϋπολογισµός αποπεράτωσης ολόκληρου του έργου ορίστηκε στο ποσό των 300.000 ευρώ, συµπεριλαµβανοµένων των εισφορών στο ΙΚΑ, του ΦΠΑ,, κάθε άλλων κρατήσεων προς τρίτους και της αµοιβής του εργολάβου.

Ο προϋπολογισµός ορίστηκε ως δεσµευτικός για τον εργολάβο. Τυχόν ποσοτικές ή ποιοτικές µεταβολές της κατασκευής ή αρχιτεκτονικές παρεµβάσεις που συµφωνηθούν εγγράφως και από τα δύο συµβαλλόµενα µέρη ενδέχεται να επηρεάσουν τον προϋπολογισµό. Το έργο συµφωνήθηκε να ξεκινήσει µέσα στον lούλιο του έτους 2003 και να παραδοθεί ολοκληρωµένο στον επιβλέποντα µηχανικό, για λογαριασµό του ιδιοκτήτη, το αργότερο την 30-7-2004,επιµεριζόµενο σε έξι (6) φάσεις, παραδοτέες σε τέσσερις χρονικές στιγµές και συγκεκριµένα στις 30-11-2003 οι εκσκαφές, το µπετό τα τούβλα και η σκεπή, στις 28-2-2004 τα ηλεκτρικά, υδραυλικά, θέρµανση, ψευτόκασσες, στις 31-5-2004 τα δάπεδα και οι χρωµατισµοί και στις 31-7 -2004 οι λιθοδοµές,η πισίνα και ο περιβάλλον χώρος.

Το προβλεπόµενο τίµηµα προϋπολογισµού για κάθε φάση που θα ολοκληρώνεται θα εξοφλείται απολογιστικά µετά την έγγραφη σύσταση του επιβλέποντος. Ορίστηκε ποινική ρήτρα 0,3% επί του προϋπολογισµού των παραδοτέων φάσεων για κάθε ηµερολογιακή ηµέρα καθυστέρησης, η οποία δεν θα επιβάλλεται για έργα που ο ιδιοκτήτης ενδεχοµένως να παραγγείλει επιπρόσθετα και τα οποία, κατά την έγγραφη εκτίµηση του εργολάβου, θα παραδοθούν αργότερα από την 30-7-2004.

Ο ιδιοκτήτης διατήρησε το δικαίωµα να αποσύρει το ανεκτέλεστο έργο, αν υπάρξουν δύο συνεχόµενες καθυστερήσεις παράδοσης, ή αν προκύψουν µη εξουσιοδοτηµένες ποιοτικές ή ποσοτικές παρεκκλίσεις από τις συµφωνηµένες προδιαγραφές. Στη περίπτωση αυτή συµφωνήθηκε, αθροιστικά, επιπλέον ειδική ποινική ρήτρα ποσοστού10% του προϋπολογισµού του έργου, δηλαδή 30.000 ευρώ.

Από τις χρονικές δεσµεύσεις παράδοσης του έργου αφαιρέθηκε κάθε ηµέρα βροχόπτωσης ή χιονόπτωσης, πέρα από τις 60 ηµέρες που ήδη είχαν προβλεφθεί, σύµφωνα µε τα επίσηµα στοιχεία της Ε.Μ.Υ. για την περιοχή που εκτελείται το έργο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το έργο άρχισε να εκτελεί ο εργολάβος από τα µέσα Ιουλίου 2003.Ενώ οι εργασίες βρίσκονταν στην πρώτη φάση εκτέλεσης, ο εργοδότης πρότεινε στον εργολάβο και αυτός το αποδέχθηκε, ποσοτικές και ποιοτικές µεταβολές στο έργο, για τις εργασίες που είχαν αρχικά συµφωνηθεί και περιλαµβάνονταν στη Γενική Συγγραφή Υποχρεώσεων και στα σχέδια του οικοδοµικού συγκροτήµατος.

Έτσι δεν εκτελέστηκαν οι εργασίες κατασκευής της κεντρικής θέρµανσης, η κατασκευή και τοποθέτηση ντουλαπιών στα υ- πνοδωµάτια και στην κουζίνα. Επίσης περιορίστηκε ο όγκος ορισµένων εργασιών και µετα βλήθηκε ο τρόπος κατασκευής άλλων ... Αντίθετα κατασκευάστηκαν πρόσθετες εργασίες και ειδικότερα ...

Οι πρόσθετες αυτές εργασίες και βελτιώσεις, τις οποίες αξίωνε εξακολουθητικά ο εργοδότης, κατέστησαν αδύνατη την περάτωση και παράδοση του έργου στον αρχικά προβλεπόμενο συμβατικό χρόνο της 30-7-2004,διότι,αφενός καθυστερούσαν τα επόμενα στάδια εκτέλεσης και αφετέρου απαιτούσαν επί πλέον εργατοώρες. Ακόμη επαύξησαν τον προϋπολογισμό του έργου.

Στις 15-6-2005 και ενώ το έργο είχε φθάσει στο πέμπτο στάδιο εκτέλεσης (προ τελευταίο),ο εργοδότης με την ταυτόχρονη εξώδικη δήλωσή του που επιδόθηκε στον εργολάβο στις 16-6-2005,κατήγγειλε την από 3-6-2003 επίδικη σύμβαση, επικαλούμενος αδικαιολόγητη καθυστέρηση αποπεράτωσης μέρους των 3ης, 4ης και 5ης φάσεων και την εκτέλεση της 6η?τελικής,φάσης του έργου, αδικαιολόγητη υπέρβαση του προϋπολογισμού κατά 70.000 ευρώ και μη καταβολή οφειλών προς το Ι.ΚΑ.

Την καταγγελία αυτή απέκρουσε ο εργολάβος με την από 17-6-2005 εξώδικη απάντησή του, που επιδόθηκε αυθημερόν στον εργοδότη, ο οποίος, όμως, απαγόρευσε σε αυτόν να συνεχίσει το έργο. Μέχρι τότε είχε καταβάλει, τμηματικά, στον εργολάβο, το ποσό των 345.000 ευρώ, όπως ο τελευταίος συνομολογεί. Η καθυστέρηση αποπεράτωσης του έργου μέχρι του χρόνου της παραπάνω καταγγελίας, πλήρως αποδείχθηκε ότι δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργολάβου, στον οποίο μάλιστα ο εργοδότης όφειλε σημαντικό υπόλοιπο της αμοιβής του, αλλά στις πιο πάνω πρόσθετες και βελτιωτικές εργασίες, που ήταν τέτοιας έκτασης, ώστε ο χρόνος δεν επαρκούσε να έχουν ολοκληρωθεί νωρίτερα.

Επομένως, ελλείπουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις κατάπτωσης των ποινικών ρητρών που αξιώνει ο εργοδότης... Από την προσήκουσα συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων και ιδιαίτερα από την έκθεση του δικαστικού πραγματογνώμονα Γ. Λ., αποδεικνύεται ότι η αξία των εργασιών, που με συμφωνία των διαδίκων δεν εκτελέστηκαν, ανέρχεται στο ποσό των 62.138 ευρώ.

Για την αξία των πρόσθετων εργασιών η πραγματογνωμοσύνη είναι διφορούμενη, περιέχουσα δύο εκτιμήσεις και συγκεκριμένα: α) σε σχέση με πίνακα με τίτλο "προϋπολογισμός ολόκληρου του έργου" που επισυνάπτεται στη Γενική Συγγραφή Υποχρεώσεων (ΓΣΤ) υπολογίζει την αξία των πρόσθετων εργασιών στο ποσό των 202.268 ευρώ και β) σε σχέση με ορθή προσμέτρηση της "μελέτης του Ι.

Κ. και σύμφωνα με την εκδοθείσα οικοδομική άδεια 229/2003",δηλαδή την μελέτη του επιβλέποντος μηχανικού του εργοδότη, υπολογίζει την αξία αυτών στο ποσό των 143.030 ευρώ. Ο ίδιος ο πραγματογνώμονας όμως, αvαφέρει ότι υπάρχει ασάφεια ως προς τον ορισμό του αντικειμένου της εργολαβίας κατά την μελέτη της ΓΣΥ και ότι ενώ αναφέρεται ρητά σε αυτήν ότι η προσμέτρηση - προϋπολογισμός βασίζεται "στα συγκεκριμένα σχέδια της μελέτης του Ι.

Κ. και σύμφωνα με την εκδοθείσα οικοδομική άδεια 229/2003",οι ποσότητες που παρουσιάζονται τελικά στο συνημμένο σε αυτή πίνακα, δεν το επιβεβαιώνουν. Για το λόγο αυτό το Δικαστήριο κρίνει ότι στα πράγματα, σχετικά με τις πρώτες εργασίες ανταποκρίνεται η πρώτη εκδοχή, δηλαδή η αξία τους ανέρχεται σε 202.268 ευρώ, μείον 62.138 ευρώ οι εργασίες που δεν εκτελέστηκαν ίσον 140.130 ευρώ, ποσό που είναι πλησιέστερο και στην από 23-6-2005 επιμέτρηση της πολιτικού μηχανικού Γ.

Γ. και μάρτυρα του εκκαλούντος εργολάβου. Άρα η απαίτηση αμοιβής του ανέρχεται στο ποσό των 300.000 ευρώ αρχικός προϋπολογισμός, συν 140.130 ευρώ οι τελικές πρόσθετες εργασίες, ίσον 440.130 ευρώ, μείον 345.000 ευρώ που του έχουν κατά βληθεί ίσον 95.130 ευρώ. Η εκκαλουμένη απόφαση που απέρριψε την αγωγή του και δέχθηκε την αγωγή του εργοδότη εσφαλµένα εκτίµησε τις αποδείξεις.

Πρέπει εποµένως, κατά ουσιαστική παραδοχή των σχετικών λόγων της έφεσης να εξαφανιστεί. Η υπόθεση πρέπει να κρατηθεί από το Δικαστήριο τούτο και αφού ερευνηθούν στην ουσία τους οι ένδικες αγωγές (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) να απορριφθεί η από 8-11-2005 αγωγή και να γίνει µερικά δεκτή η από 30-6-2005 αγωγή, ως προς το παραπάνω ποσό, του επιπλέον αιτουµένου απορριπτοµένου ως αβάσιµου.

Άρα, πρέπει να υποχρεωθεί ο εναγόµενος να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 95.130 ευρώ, µε το νόµιµο τόκο ...

Από τις παραδοχές αυτές του δικαστηρίου της ουσίας προκύπτει η ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του ότι δεν υπήρξε [έστω και έμμεσα] κενό ή αμφιβολία για την έννοια της δικαιοπραξίας που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων ώστε παρά τη διαπίστωση αυτή, που καθιστά αναγκαία την προσφυγή του δικαστηρίου της ουσίας στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αυτό παρέλειψε να πράξει τούτο.

Προκύπτει επίσης η ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του ότι η ανωτέρω σύμβαση έργου δεν καταρτίσθηκε και η αμοιβή του εργολάβο δεν καθορίσθηκε με βάση προϋπολογισμό του οποίου την ακρίβεια εγγυήθηκε ρητά ο εργολάβος, [υπό την εκτεθείσα στη μείζονα σκέψη έννοια],ούτε ήταν περιεχόμενο της σύμβαση αυτής η ύπαρξη ενδεικτικού προϋπολογισμού, του οποίου την ακρίβεια δεν εγγυήθηκε ο εργολάβος [υπό την ίδια ως άνω έννοια].Στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται απλή μνεία του σχετικού όρου της σύμβασης ότι ο προϋπολογισμός του έργου είναι "δεσμευτικός" όρος που δεν παραπέμπει υποχρεωτικά στην έννοια του εγγυημένου προϋπολογισμού, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων.

Άλλωστε ο ίδιος στην αγωγή του, αναφέρει κατά λέξη ότι ο προϋπολογισμός "συμφωνήθηκε να είναι δεσμευτικός για τον εργολάβο με τη ρητή διευκρίνιση ότι οι αναγραφόμενες σ'αυτόν τιμές είναι δεσμευτικές και δεν πρόκειται να αναπροσαρμοστούν".Από τις παραδοχές αυτές του δικαστηρίου της ουσίας, προκύπτει σαφώς ότι δεν υπήρξε ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών ώστε να εφαρμοσθούν στη συγκεκριμένη σύμβαση έργου οι διατάξεις των άρθρων 696-697 Α.Κ.

όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων.

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της περ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

3. Επειδή με το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. 'Eλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προ κύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.[ΟλΑΠ 15/2006].Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική αλλά πλήρη αιτιολογία αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι και ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Συνακόλουθα τα επιχειρήµατα του δικαστηρίου, που σχετίζονται µε την εκτίµηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαµορφωτικές του αποδεικτικού πορίσµατός του και εποµένως αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά µε τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήµατα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισµούς τους [ΑΠ 324/2012,ΑΠ 221/2012).Στη προκειµένη περίπτωση, το Εφετείο, με το να δεχθεί ως αποδεδειγμένα τα πραγματικά περιστατικά, που πιο πάνω αναφέρθηκαν, και να καταλήξει στο ρηθέν αποδεικτικό του πόρισμα, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 361 και 681 επ ΑΚ, στις οποίες θεμελιώνεται η αγωγή του αναιρεσίβλητου, δεδομένου ότι στην απόφαση υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων, που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις, και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού.

Εξ άλλου, η αγωγή του αναιρεσίβλητου που έγινε εν μέρει δεκτή, περιείχε τα ουσιώδη στοιχεία του άρ-θρου 681 ΑΚ, που την καθιστούσαν ορισμένη κατ'άρθρο 216 ΚΠολΔικ και είναι αντίστοιχα αυτών που έγιναν δεκτά από το Εφετείο, ήτοι την κατάρτιση της σύμβασης, το έργο που συμφωνήθηκε να εκτελεσθεί [κύριο και πρόσθετο],την εκτέλεση και παράδοσή του μέχρι την καταγγελία και την δικαιούμενη από τον εργολάβο αμοιβή για κάθε επί μέρους πρόσθετη εργασία.

Περιείχε δηλαδή τα περιστατικά που απαρτίζουν τη ιστορική της βάση και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης και συνεπώς το Εφετείο που δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη και ορισμένη, δεν αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα από εκεί να που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος.

Ενόψει αυτών, ο πρώτος και ο τρίτος αναιρετικός λόγος καθώς και οι πρώτος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1,8,14 και 19 ΚΠολΔικ, είναι αβάσιμοι.

4. Επειδή κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔικ,ο δικαστής υποχρεούται προς μόρφωση της πεποιθήσεώς του περί των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών να λαμβάνει υπόψη όλα τα από τους διαδίκους επικαλούμενα σχετικώς και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων κατ' άρθρο 339 ΚΠολΔ και η διεξαχθείσα πραγματογνωμοσύνη, η οποία αποτελεί ξεχωριστό αποδεικτικό μέσο, που σαφώς διαστέλλεται από τα λοιπά.

Συνεπώς το Δικαστήριο της ουσίας οφείλει να την λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει με τις λοιπές αποδείξεις κατά την στο άρθρο 360 παρ.1 ΚΠολΔικ την διεξαχθείσα πραγματογνωμοσύνη εφόσον έγινε επίκληση και προσκομιδή αυτής από οποιονδήποτε διάδικο [ΑΠ 1594/ 2007].Στη προκείμενη περίπτωση το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του ρητά αναφέρει ότι έλαβε υπόψη του την διεξαχθείσα πραγματογνωμοσύνη, εκτιμώντας αυτήν ελεύθερα, με ξεχωριστή μνεία από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, όπως δε προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, αυτός την επικαλέσθηκε και την προσκόμισε νομότυπα.

Συνεπώς επιτρεπτώς ελήφθη υπόψιν από το δικαστήριο της ουσίας, είναι δε αδιάφορο αν δεν την προσκόμισε παρά την επίκλησή της και ο αντίδικός του, αφού σύμφωνα με τα προεκτεθέντα αρκεί η εκ μέρους οιουδήποτε από τους διαδίκους επίκληση και προσκομιδή της. Ενόψει αυτών ο δεύτερος πρόσθετος λόγος, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και με τον οποίο αποδίδεται, στο δικαστήριο της ουσίας η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11β ΚΠολΔικ είναι αβάσιμος.

Τέλος οι δεύτερος και τρίτος λόγος αναίρεσης και τρίτος πρόσθετος λόγος κατά το μέρος που με αυτούς ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων στο Εφετείο, καθώς και για την σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων στα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα είναι απαράδεκτοι αφού αποδίδουν στη προσβαλλόμενη απόφαση, πλημμέλειες μη ελεγχόμενες αναιρετικά.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας τους στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου,[άρθρο 176 ΚΠολΔικ].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5-4-2012 αίτηση του Γ. Κ. για αναίρεση της 6646/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2.700] ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ