Legislator Case Law & Legislation
316/2012 AI generated

316/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 316/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 316 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 316/2012

Legislator headnote

AI generated

316/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 316 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 316/2012

Keywords

AI generated
public domain land extent of easement increased public use public road expansion building land municipal land
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 316 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 316/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ (Ο.Τ.Α. Α' βαθμού) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΠΑΛΑΙΟΥ ΦΑΛΗΡΟΥ", που εκπροσωπείται νόμιμα από το Δήμαρχο αυτού και εδρεύει στο Π. Φάληρο Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Κατσέλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Φ. χα Π. Κ., 2. Β. Κ. του Π. και 3. Μ. Κ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αργυρή Χαραλαμποπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-8-1994 αγωγή των αρχικών διαδίκων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3512/1995 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών λόγω καθ' ύλην αρμοδιότητας, 3252/2007 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 5013/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-7-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 7-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το συνδυασμό των άρθρων 966-968 και 971 ΑΚ προκύπτει ότι τα κοινόχρηστα πράγματα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι οδοί, εφόσον δεν ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα, ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο Δημόσιο, είναι δε πράγματα εκτός συναλλαγής, εκτός αν απέβαλαν την ιδιότητά τους αυτή, γιατί έπαυσε ο προορισμός τους για κοινή χρήση, από τότε όμως η κυριότητά τους εξακολουθεί να ανήκει κατά περίπτωση στο Δημόσιο, σε δήμο ή σε κοινότητα και υπάγεται στην ιδιωτική τους περιουσία. Κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 12 και 13 ν. ΔΝΖ/1912 και του άρθρου 241 παρ.1δ' του Π.Δ/τος 410/1995 περί Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 968 και 970 ΑΚ, τα κοινόχρηστα ακίνητα που βρίσκονται στην περιφέρεια Δήμου ή Κοινότητας περιέρχονται στην κυριότητά τους. Τέλος, κατά το άρθρο 4 του Ν. 3155/1955 περί κατασκευής και συντηρήσεως οδών, δημοτικές και κοινοτικές οδοί είναι εκείνες που εξυπηρετούν τις κάθε φύσεως ανάγκες ενός Δήμου ή μιας Κοινότητας εντός των διοικητικών τους ορίων. Οι ανωτέρω δημοτικές και κοινοτικές οδοί αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου α) με πράξη της διοικήσεως για ρυμοτομία και τη συντέλεσή της σύμφωνα με τους νόμους περί σχεδίων πόλεων και αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, β) με τη βούληση του ιδιοκτήτη που θέτει στην κοινή χρήση συγκεκριμένο ακίνητο, είτε με νομότυπη δικαιοπραξία (διαθήκη ή δωρεά υπό τρόπο), είτε με παραίτηση από την κυριότητα, που πρέπει να περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο και να μεταγραφεί κατ' άρθρ. 369 και 1192 εδάφ. 1 ΑΚ και γ) με την από το β.ρ.δ. (ν.3 παν. 43.7) προβλεπομένη αμνημόνευτου χρόνου αρχαιότητα (vetustas), δηλαδή με την άσκηση της κοινής χρήσεως επί τόσο χρόνο, ώστε η παρούσα γενεά από δική της αντίληψη και από πληροφορίες της προηγουμένης έτσι γνώρισε την παρούσα κατάσταση στα τελευταία 80 χρόνια. Ενόψει, όμως, του ότι ο θεσμός αυτός δεν αναγνωρίζεται από τον ΑΚ, για την εφαρμογή του πρέπει οι παραπάνω προϋποθέσεις να είχαν ολοκληρωθεί μέχρι την εισαγωγή του ανωτέρω Κώδικα (23-2-1946). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 ΝΔ 690/1948 και 2 παρ.1 εδάφ. α' , 3 παρ. 2, 7 παρ.1 και 2 Ν.Δ. της 17-7/16-8-1923 περί σχεδίων πόλεων, συνάγεται, ότι οι εδαφικές εκτάσεις που αφέθηκαν από τους ενδιαφερομένους ιδιοκτήτες τους με σκοπό να καταστούν κοινόχρηστοι χώροι (άλση, πλατείες, οδοί κ.λ.) και χαρακτηρίζονται ως τοιούτοι από το αρχικό ή κατά τροποποίηση σχέδιο ρυμοτομίας οικισμού που εγκρίθηκε με επίσπευση των ιδιοκτητών, από και δια της εγκρίσεώς του περιέρχονται στην προβλεπομένη κοινή χρήση και στον κατά το νόμο κύριο των κοινοχρήστων, χωρίς ανάγκη συντάξεως σχετικής συμβολαιογραφικής πράξεως και μεταγραφής της. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 28 του ν.1337/1983, ιδιωτικοί δρόμοι, πλατείες και χώροι κοινής χρήσεως που έχουν σχηματισθεί με οποιοδήποτε τρόπο, έστω και κατά παράβαση των κειμένων πολεοδομικών διατάξεων και που βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, θεωρούνται ως κοινόχρηστοι χώροι, που ανήκουν στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα. Για τους χώρους αυτούς δεν οφείλεται καμία αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας. Σε περίπτωση, όμως, που οι χώροι αυτοί καταργούνται με το σχέδιο πόλεως, προσκυρώνονται κατά τις κείμενες διατάξεις. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, σε αντιστοιχία και με τα προαναφερόμενα, τα ιδιωτικά ακίνητα αποκτούν ιδιότητα κοινοχρήστου πράγματος εντός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως χωρίς καταβολή αποζημιώσεως, εφόσον α) έχουν καταστεί κοινόχρηστα με (ρητή ή σιωπηρή) βούληση του ιδιοκτήτη τους και β) προβλέπονται ως κοινόχρηστοι χώροι και από το εγκεκριμένο σχέδιο, διαφορετικά πρέπει να εφαρμοσθεί αναλόγως ο προαναφερόμενος συμψηφισμός τους σε σχέση με τη μεγαλύτερη ή μικρότερη έκταση που χαρακτηρίσθηκε κοινόχρηστη από αυτό, ώστε να μη επέλθει ακούσια αφαίρεση της ιδιοκτησίας χωρίς αποζημίωση, κατ' αντίθεση προς το προαναφερόμενο άρθρο 17 του Σ/τος (Ολ.ΣτΕ. 744/1987).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την .../1971 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Σγουμποπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Παλ. Φαλήρου (τόμος ... με αριθμό 440), σε συνδυασμό με την .../1993 διορθωτική πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων. Μητρέλη, που μεταγράφηκε νόμιμα (τόμος ..., με αριθμό 90) στα ίδια βιβλία, περιήλθαν στους αρχικούς ενάγοντες και στη μητέρα τους Α. Κ., που απεβίωσε στη συνέχεια, κατά ποσοστό 8/72 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, τα ακίνητα που τους άφησε ο σύζυγος και πατέρας τους Α. Κ.. Ο τελευταίος, που απεβίωσε στις 25-2-1969, με την .../18-7-1962 δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Πολυδ. Βαρδουλάκη και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την συνεδρίασή του της 20-3-1969 με το 2559/1969 πρακτικό αυτού, άφησε στους κληρονόμους του, εκτός των άλλων, και ένα αγρό (ήδη οικόπεδο) στη θέση "Βουρλοπόταμος" της περιφέρειας του Δήμου Παλαιού Φαλήρου, εμβαδού 2475 τετρ. μέτρων, όπως αυτό εμφαίνεται, με τα στοιχεία ΑΒΓΔΑ, στο από 1-7-1993 προσαρτώμενο στην παραπάνω διορθωτική πράξη τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Κ. Δ.. Το επίδικο είχε περιέλθει, σε μεγαλύτερη έκταση 2.990 τετρ. μέτρων, στη νομή του δικαιοπαρόχου των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, Α. Κ., με το .../18-3-1932 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ευαγγ. Κουλουριώτου λόγω πωλήσεως από τον Γ. Μ. του Κ. κατά ένα τμήμα 1495 τετρ. μέτρων και με το .../1932 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου λόγω πωλήσεως από τη Φ. Π. κατά το υπόλοιπο τμήμα των 1495 τετρ. μέτρων. Τα παραπάνω συμβόλαια δεν αποδείχθηκε ότι μεταγράφηκαν, αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν προσκομίζουν ούτε επικαλούνται πιστοποιητικά μεταγραφής τους. Στους προαναφερόμενους απώτερους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων περιήλθαν τα ως άνω συνεχόμενα τμήματα του επίδικου ακινήτου με το .../1921 διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ευαγγέλου Κουλουριώτη, το οποίο όμως δεν αποδείχθηκε, ότι μεταγράφηκε, αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν επικαλούνται ούτε προσκομίζουν σχετικό πιστοποιητικό. Όπως αναφέρεται στο τελευταίο συμβόλαιο, τα παραπάνω τμήματα περιήλθαν στους Γ. Μ. του Κ. και Φ. Π., το γένος Κ. Μ. από κληρονομιά της μητέρας τους Κ. Μ., η οποία απεβίωσε το έτος 1896 και στην κληρονομιά της οποίας υπεισήλθαν αυτοί και αναμείχθηκαν με την άσκηση πράξεων νομής. Εξάλλου, ο πραγματογνώμονας Π. Γ., αφού εφάρμοσε τους προαναφερόμενους τίτλους κατά τη θέση, έκταση και σε συσχετισμό με τους όμορους ιδιοκτήτες, γνωμοδοτεί, στην από 16-12-2003 έκθεσή του, ότι το επίδικο ταυτίζεται με τα περιγραφόμενα στο εν λόγω διανεμητήριο συνεχόμενα τμήματα, καθώς και με αυτά που περιγράφονται στα παραπάνω συμβόλαια του έτους 1932. Επίσης, ο ίδιος πραγματογνώμονας, μετά από φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών της Γ.Υ.Σ. και του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. των ετών 1929, 1933, 1937, 1939, 1940, 1953, 1959, 1962, 1965, 1970, 1974, 1978 και 1979, αποφαίνεται, ότι η θέση του επίδικου μέχρι το έτος 1979 παραμένει αμετάβλητη και ότι κατά το έτος 1979 παρατηρούνται τα πρώτα κρασπεδόρειθρα της λεωφόρου Ελ. Βενιζέλου. Εξάλλου, και ο τεχνικός σύμβουλος των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων Κ. Δ., στις από 30-10-1991, 26-2-2003 και 25-6-2003 τεχνικές εκθέσεις του, γνωμοδοτεί, ότι το επίδικο συμπεριλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας των αναιρεσιβλήτων, ενώ επισημαίνει ότι από τη φωτοερμηνεία της αεροφωτογραφίας του έτους 1970, φαίνεται καθαρά (και δια γυμνού οφθαλμού), ότι η έκταση αυτή είναι καλλιεργημένη με εμφανή ίχνη άροσης από βορρά προς νότο. Με βάση τα όσα αποδείχθηκαν, οι ανωτέρω απώτατοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων, που αναμείχθηκαν στην κληρονομιά της μητέρας τους Κ. Μ., η οποία πέθανε το έτος 1896, ασκώντας πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη για τριάντα χρόνια τουλάχιστον στο επίδικο, κυρίως με την καλλιέργεια δημητριακών, είχαν αποκτήσει την κυριότητα αυτού με έκτακτη χρησικτησία, όταν το έτος 1932 μεταβίβασαν αυτό στον πατέρα των αναιρεσιβλήτων. Ο τελευταίος συνέχισε να ασκεί πράξεις νομής στο επίδικο, καλλιεργώντας αυτό μέχρι το θάνατό του στις 25-2-1969. Κατόπιν, συνέχισαν να το καλλιεργούν και να ασκούν τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής μέχρι την άσκηση της αγωγής το έτος 1994, οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι (τέκνα του), οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά, που περιήλθε σ' αυτούς από τον πατέρα και μητέρα τους, με τις παραπάνω σχετικές συμβολαιογραφικές πράξεις. Έτσι, απέκτησαν την κυριότητα τόσο με παράγωγο όσο και με πρωτότυπο τρόπο (χρησικτησία). Μετά το θάνατο του Β. Κ. (τέταρτου από τους αρχικούς ενάγοντες) υπεισήλθε στη θέση του, ως καθολικός του διάδοχος, ο Π. Κ., ο οποίος απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τη σύζυγο του Φ. Κ. και τα τέκνα του Β. Κ. και Μ. Κ., ήδη αναιρεσιβλήτους. Οι τελευταίοι αποδέχτηκαν την κληρονομιά του συζύγου και πατέρα τους, με την .../12-12-2000 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Μητρέλη, την οποία μετέγραψαν νόμιμα στον Τόμο ... με αριθμό 81 και συνεχίζουν την προκείμενη δίκη. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι, κατά την ένταξη της περιοχής, στην οποία βρίσκεται το επίδικο, στο σχέδιο πόλης του Δήμου Παλαιού Φαλήρου, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του από 18-2-1969 π.δ/τος, απαλλοτριώθηκε λόγω ρυμοτομίας το ανατολικό τμήμα του επίδικου ακινήτου, που εμφαίνεται στα από 27-1-1971 και από 27-1-1973 τοπογραφικά διαγράμματα της Υπηρεσίας Πολεοδομίας Αθηνών και Διαμερίσματος Πειραιώς αντίστοιχα, που συνοδεύουν τις 30/1971 και 2/1973 πράξεις τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης λόγω ρυμοτομίας αλλά και στο από 1-7-1993 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Κ. Δ., στο τελευταίο με τα στοιχεία Α'ΔΓΒΆ'. Στη συνέχεια, οι αρχικοί ενάγοντες, με την 783021/761/1988 αίτησή τους ζήτησαν τη σύνταξη πράξης αναλογισμού αποζημίωσης λόγω ρυμοτομίας για το τμήμα του ακινήτου τους εμβαδού 1262,64 τετρ. μέτρων που φαίνεται με τα στοιχεία 1-2-3-8-7-6-5-1 στο από 7-2-1990 τοπογραφικό διάγραμμα του υπαλλήλου του Πολεοδομικού Γραφείου Αργυρούπολης Αττικής ..., που συνοδεύει την 9/1990 πράξη αναλογισμού αποζημίωσης, αλλά και με τα στοιχεία Α'Β'ΒΑΑ' στο από 1-7-1993 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Κ. Δ.. Επί της παραπάνω αίτησης εκδόθηκε η 9/1990 Πράξη αναλογισμού αποζημίωσης λόγω ρυμοτομίας του Γραφείου Πολεοδομίας Αργυρούπολης, με την οποία ορίστηκε, εκτός των άλλων, να αποζημιώσει ο εκκαλών - εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων τους ενάγοντες για τις με στοιχεία -1-2-3-4-5-1-. -3-4-7-8-3- και -4-5-6-7-4- εκτάσεις, εμβαδού 347,50, 370,30 και 544,84 τετρ. μέτρων αντίστοιχα (συνολικά 1262,64 τετρ. μέτρων). Κατά της παραπάνω πράξης ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων Δήμος Παλ. Φαλήρου υπέβαλε ένσταση, με την οποία ισχυρίστηκε, ότι κατά τη σύνταξη της πράξης δεν λήφθηκε υπόψη η ύπαρξη προ αμνημονεύτων χρόνων (50ετίας) δημοτικής οδού (καρόδρομου) στη θέση του επίδικου. Τον ίδιο ισχυρισμό πρόβαλε ο αναιρεσείων και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και τον επαναφέρει ως λόγο έφεσης. Επί της ένστασης αυτής εκδόθηκε η με αριθμό π.345157/Κ-4/1992 απόφαση της Νομαρχίας Πειραιά (Δ/νση Πολεοδομίας), η οποία ακύρωσε την παραπάνω με αριθμό 9/1990 πράξη αναλογισμού. Η απόφαση αυτή ακυρώθηκε, στη συνέχεια, μετά την από 8-5-1992 προσφυγή των εναγόντων προς τον Υπουργό ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., με την 76812/4789/1992 απόφαση του τμήματος κρίσεως προσφυγών του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. Ακολούθως, με την 1189362/Κ308/92/19-2-1993 απόφαση του Νομάρχη Πειραιά ακυρώθηκε εκ νέου η με αριθμό 9/1990 πράξη αναλογισμού, με το σκεπτικό ότι η κυριότητα των παραπάνω εδαφικών τμημάτων είχε περιέλθει στον αναιρεσείοντα Δήμο Παλ. Φαλήρου, λόγω της ύπαρξης στης θέση αυτή κοινόχρηστης οδού επί μακρό χρονικό διάστημα με την ανοχή των ιδιοκτητών. Ο εν λόγω ισχυρισμός, όμως, είναι ουσιαστικά αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως αποδείχθηκε, η θέση του επιδίκου παρέμενε αμετάβλητη μέχρι το έτος 1978, ενώ μόλις το έτος 1979 άρχισαν να τοποθετούνται τα κρασπεδόρειθρα της Λεωφόρου Ελευθερίου Βενιζέλου μέσα στο περίγραμμα της ιδιοκτησίας των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα και με την ερμηνεία των αεροφωτογραφιών των ετών 1970, 1974, 1978 και 1979 από τον πραγματογνώμονα Π. Γ.. Εξάλλου, και αν ακόμη ήταν αληθινός ο παραπάνω ισχυρισμός, δεν μπορεί να θεμελιώσει την ένσταση της περί αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας, αφού απαιτείται χρονικό διάστημα ογδόντα και όχι πενήντα ετών στην κοινή χρήση, στην προκείμενη περίπτωση δεν αποδείχθηκε, ότι η επίδικη έκταση των 1262,64 τετρ. μέτρων υπήρξε κοινόχρηστη οδός, που είχε αφεθεί στην κοινή χρήση με τη βούληση των ιδιοκτητών της, αναιρεσιβλήτων ή των δικαιοπαρόχων τους, που να δηλώθηκε με διαθήκη ή δωρεά και με την τήρηση των νόμιμων διατυπώσεων. Εξάλλου, ούτε από το νόμο απέκτησε την ιδιότητα του κοινόχρηστου η επίδικη έκταση, δηλαδή με την κήρυξη της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, αφού αυτή δεν συντελέστηκε, διότι δεν καταβλήθηκε η αποζημίωση". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε, ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι απέκτησαν την κυριότητα της επίδικης εδαφικής έκτασης τόσο με παράγωγο, όσο και με πρωτότυπο τρόπο (χρησικτησία) και ότι ουδόλως αποδείχθηκε, ότι η επίδικη έκταση υπήρξε κοινόχρηστη οδός, ούτε ότι απέκτησε την ιδιότητα του κοινόχρηστου με την κήρυξη της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, διότι αυτή δεν συντελέστηκε, αφού δεν καταβλήθηκε η αποζημίωση και ακολούθως έκρινε αβάσιμη την ένσταση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου, ότι το επίδικο ακίνητο κατέστη κοινόχρηστος χώρος, και δέχτηκε ως βάσιμη την ένδικη αναγνωριστική περί κυριότητας ακινήτου αγωγή, επικυρώνοντας την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που έκρινε ομοίως. Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1041, 1045 ΑΚ και 28 του ν. 1337/1983, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τους αναιρεσιβλήτους με παράγωγο αλλά και πρωτότυπο τρόπο, καθώς και περί του ότι τούτο δεν κατέστη ποτέ κοινόχρηστο κατά το άρθρο 28 του ν. 1337/1983, καθόσον ουδόλως αποδείχθηκε, ότι η επίδικη έκταση υπήρξε κοινόχρηστη οδός, που είχε αφεθεί στην κοινή χρήση με τη βούληση των ιδιοκτητών της αναιρεσιβλήτων ή των διαιοπαρόχων τους, που να δηλώθηκε με διαθήκη ή δωρεά και με την τήρηση των νόμιμων διατυπώσεων, ή ότι απέκτησε ποτέ από το νόμο την ιδιότητα του κοινοχρήστου με την κήρυξη της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, αφού αυτή δεν συντελέστηκε, διότι δεν καταβλήθηκε η αποζημίωση. Ειδικότερα, δεν υφίσταται αντίφαση από την παραδοχή του Εφετείου, ότι "η θέση του επιδίκου παρέμεινε αμετάβλητη μέχρι το έτος 1978, ενώ μόλις το έτος 1979 άρχισαν να τοποθετούνται κρασπεδόρειθρα της Λεωφόρου Ελευθερίου Βενιζέλου μέσα στο περίγραμμα της ιδιοκτησίας των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων", και τις παραδοχές ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων από το έτος 1896 ασκούσαν πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί τριάντα τουλάχιστον χρόνια στο επίδικο με την καλλιέργεια διαφόρων δημητριακών, ώστε το 1932 που μεταβίβασαν αυτό στον πατέρα των αναιρεσιβλήτων είχαν αποκτήσει την κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία και, έτσι, ο άμεσος δικαιοπάροχος αυτών Α. Κ. απέκτησε την κυριότητά του παρά αληθινού κυρίου, ότι ο πατέρας τους καλλιεργούσε το επίδικο μέχρι το θάνατό του το 1969 και ότι οι ίδιοι, οι οποίοι αποδέχτηκαν την κληρονομία και μετέγραψαν το 1971 την αναφερόμενη πράξη αποδοχής, συνέχισαν να καλλιεργούν και να ασκούν όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του επιδίκου πράξεις νομής, μέχρι την άσκηση της αγωγής το έτος 1994, και έτσι απέκτησαν τη κυριότητα με παράγωγο αλλά και με πρωτότυπο τρόπο. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 1, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων Δήμος με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη, ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων ασκούσαν στο επίδικο πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη τουλάχιστον επί τριάντα χρόνια με την καλλιέργεια διαφόρων δημητριακών και, έτσι, απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, καίτοι οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν ισχυριστεί, ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοί τους καλλιεργούσαν στο επίδικο διάφορα δημητριακά. Σύμφωνα, όμως, με τα εκτεθέντα ανωτέρω, ο λόγος αυτός είναι είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από το δικόγραφο της αγωγής και τις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων προκύπτει, ότι αυτοί είχαν ισχυριστεί, ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοί τους, όπως και ο άμεσος δικαιοπάροχός τους Α. Κ., καλλιεργούσαν το επίδικο με "σπορά δημητριακών και εδώδιμων".

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-7-2010 αίτηση του Δήμου Παλαιού Φαλήρου για αναίρεση της 5013/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Δήμο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ