316/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΛόγος αναιρέσεως για υπέρβαση δικαιοδοσίας ιδρύεται όταν το δικαστήριο αποφάνθηκε επί υποθέσεως που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του. Συμβασιούχος εργάτης καθαριότητας, τραυματισμός κατά την εργασία του, χρηματική ικανοποίηση. Η υπόθεση λόγω του αντικειμένου της δεν αποτελεί διοικητική διαφορά ουσίας αλλά είναι έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου και υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Το Εφετείο δεν παραβίασε, τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 662 ΑΚ και εκείνες που εφάρμοσε.
Legislator headnote
AI generated316/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η ένδικη υπόθεση λόγω του παραπάνω αντικειμένου της. δεν αποτελεί διοικητική διαφορά ουσίας αλλά είναι έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου, δηλαδή έριδα των διαδίκων μερών, ως προς την καταβολή της αποζημίωσης, λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων του αναιρεσείοντος και υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 316 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση δικαιοδοσίας ιδρύεται όταν το δικαστήριο αποφάνθηκε επί υποθέσεως που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του. Συμβασιούχος εργάτης καθαριότητας, τραυματισμός κατά την εργασία του, χρηματική ικανοποίηση. Η υπόθεση λόγω του αντικειμένου της δεν αποτελεί διοικητική διαφορά ουσίας αλλά είναι έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου και υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Το Εφετείο δεν παραβίασε, τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 662 ΑΚ και εκείνες που εφάρμοσε.
Ο λόγος ο αιτιώμενος τη μη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προς διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, είναι απαράδεκτος.
Αριθμός 316/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δήμου Αθηναίων, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωνσταντόπουλο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Π. του Α., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κατερίνα Συγγενιώτου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-10-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 592/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2961/2008, όπως αυτή διορθώθηκε με την 1522/2009, του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των δύο εφετειακών αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-9-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 18-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 1, 2 του ισχύοντος Συντάγματος "Στο Συμβούλιο Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές όπως ο νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Στα πολιτικά δ/ρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές καθώς και της εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως ο νόμος ορίζει".Κατά το άρθρο 1 στοιχ.
α ΚΠολΔ τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία προς εκδίκαση ιδιωτικών διαφορών, ιδιωτική δε διαφορά υφίσταται όταν το αντικείμενο της δίκης είναι έννομη σχέση του ιδιωτικού δικαίου, δηλαδή αμφισβήτηση ή έριδα των διαδίκων περί την ύπαρξη, την έκταση, το περιεχόμενο ή τα υποκείμενα βιοτικής σχέσης συγκεκριμένου προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα.Τέλος, από τον συνδυασμό των άρθρων 4, 559 αρ. 4 και 580 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση δικαιοδοσίας ιδρύεται όταν το δ/ριο αποφάνθηκε επί υποθέσεως που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του.Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή του ο ενάγων (και ήδη αναιρεσίβλητος) ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε από τον εναγόμενο (και ήδη αναιρεσείοντα) Δήμο Αθηναίων, στις 15.7.2004, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ορισμένου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως εργάτης καθαριότητας και ότι εργάστηκε μέχρι την 17-7-2004, κατά την οποία, από αποκλειστική υπαιτιότητα των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου, υπέστη εργατικό ατύχημα, ζήτησε δε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλεΐ, ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 90.000 ευρώ.
Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η ένδικη υπόθεση λόγω του παραπάνω αντικειμένου της. δεν αποτελεί διοικητική διαφορά ουσίας αλλά είναι έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου, δηλαδή έριδα των διαδίκων μερών, ως προς την καταβολή της αποζημίωσης, λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων του αναιρεσείοντος και υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, εκ του αρ. 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο δεν είχε δικαιοδοσία προς εκδίκαση της ένδικης αγωγής, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 7 του ΠΔ 395/94 "Στα πλαίσια της εκπαίδευσης των εργαζομένων, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, ο εργοδότης διασφαλίζει ότι : 1) οι εργαζόμενοι στους οποίους έχει ανατεθεί η χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας εκπαιδεύονται επαρκώς, ιδιαίτερα για τους κινδύνους που, ενδεχομένως, δημιουργούνται κατά την χρησιμοποίηση τους και 2) οι εργαζόμενοι που απασχολούνται σε εργασίες επισκευής, μετατροπής, προληπτικού ελέγχου και συντήρησης του εξοπλισμού εργασίας λαμβάνουν επαρκή ειδική εκπαίδευση για τις εν λόγω εκτελούμενες εργασίες".
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 3 του ΠΔ 396/94, "για την εφαρμογή του παρόντος στο Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ και ΟΤΑ ισχύουν και οι ιδιαίτερες ρυθμίσεις της ΚΥΑ 88555/3293/88 (721Β) "Υγιεινή και ασφάλεια του προσωπικού του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ", που κυρώθηκε με το άρθρο 39 του ν. 1836/89, ενώ από το άρθρο 7 παρ. 2 αυτού προβλέπεται η υποχρέωση του εργοδότη να διασφαλίζει την επαρκή συντήρηση των εγκαταστάσεων και των μηχανισμών προστασίας, καθώς και ότι οι εργαζόμενοι πρέπει να έχουν πλήρη και σαφή γνώση των κινδύνων που παραμένουν καθώς και των τρόπων αντιμετώπισης τους.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 299, 300, 914, 932 ΑΚ, 1 και 16 του α.ν 551/1915 συνάγεται ότι χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Τέτοια αδικοπραξία μπορεί να υπάρχει και στην περίπτωση κατά την οποία δεν συντρέχει η ειδική αμέλεια του ανωτέρου άρθρου 16 παρ. 1 του αν. 551/1915, όταν δηλαδή το ατύχημα οφείλεται στη μη τήρηση όρων οι οποίοι, ναι μεν δεν προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου, επιβάλλονται όμως από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση προνοίας και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, όπως όταν ο εργοδότης παρέλειψε να επιστήσει την προσοχή του εργαζομένου ως προς τον τρόπο εκτελέσεως της ανατεθείσης σ' αυτόν εργασίας, προκειμένου να αποφευχθεί ο εγκείμενος στην εκτέλεση αυτής κίνδυνος για τη ζωή ή την υγεία του.
Τέτοια υποχρέωση του εργοδότη δεν υφίσταται, όταν ο εργαζόμενος γνωρίζει, όπως στην περίπτωση της μακροχρονίου απασχολήσεως του με το συγκεκριμένο είδος εργασίας, τον ασφαλή τρόπο εκτελέσεως αυτής, τα μέτρα τα οποία πρέπει να λάβει και τους κανόνες τους οποίους πρέπει να ακολουθήσει κατά την εκτέλεση της, ώστε να αποτραπεί ο κίνδυνος ατυχήματος κατ' αυτή, οπότε η ανωτέρω εκ μέρους του εργοδότη γνωστοποίηση παρίσταται άνευ αντικειμένου.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμό. 97296/15-7-2004 απόφαση του Δημάρχου Αθηναίων προσελήφθησαν στη Δ/νση Καθαριότητας του εργάτες, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, διάρκειας τεσσάρων μηνών, για την αντιμετώπιση κατεπειγουσών και πρόσκαιρων αναγκών κατά την προετοιμασία και τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων, μεταξύ δε των προσληφθέντων ήταν και ο ενάγων.
Στις 17-7-2004 και ώρα 06.00 εξήλθε από το αμαξοστάσιο της Δ/σης Καθαριότητας το υπ' αριθ. ... απορριμματοφόρο όχημα του Δήμου Αθηναίων για αποκομιδή στην περιοχή πέριξ του 2ου Κοιμητηρίου Αθηνών, με πλήρωμα του τον Ζ. Γ. (οδηγό), Χ. Π. (εργάτη μόνιμο), Κ. Γ. (εργάτη μόνιμο) και τον ενάγοντα (εργάτη συμβασιούχο). Από τους τρεις εργάτες ο μεν Π.
Χ. στεκόταν στο αριστερό σκαλοπάτι οι δε δύο άλλοι, ο Κ. Γ. και ο ενάγων, στέκονταν στο δεξιό σκαλοπάτι στο πίσω μέρος του απορριμματοφόρου, που συγκρατούνταν από τις υπάρχουσες χειρολαβές, μία στην κάθε πλευρά του οχήματος. Περί ώρα 08.00 π.μ. και ενώ το απορριμματοφόρο εκτελούσε μια δεξιά στροφή, ο μηχανισμός του οχήματος που ανεβοκατεβάζει τους κάδους απορριμμάτων (ψαλίδι) και με την κίνηση του οχήματος στις στροφές έχει τις ανάλογες κάμψεις δεξιά ή αριστερά, έκλινε προς τα δεξιά, συμπαρασύροντας τον ενάγοντα, που στεκόταν όρθιος στην πλευρά αυτή.
Ο τελευταίος έχασε την ισορροπία του και βρέθηκε να συγκρατείται από την χειρολαβή με το ένα χέρι αιωρούμενος και, παρά την προσπάθεια του συναδέλφου του να τον συγκρατήσει, έπεσε από το σκαλοπάτι, που στεκόταν, στο οδόστρωμα χτυπώντας με δύναμη, λόγω και της κίνησης του οχήματος, στο κεφάλι. Από την πτώση του στο έδαφος ο ενάγων παρέμεινε αναίσθητος και διακομίσθηκε από τους συναδέλφους του στο Νοσοκομείο "ΚΟΡΠΑΛΕΝΕΙΟ - ΜΠΕΝΑΚΕΙΟ Ε.Ε.Σ.", όπου διαγνώσθηκε ότι υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση.
Εμφάνισε εμετούς, κεφαλαλγία και περιτραυματική αμνησία, λόγω κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης. Ο γενόμενος έλεγχος με αξονική τομογραφία εγκεφάλου ανέδειξε μετατραυματική υπαραχνοειδή αιμορραγία, μικρό υποσκληρίδιο αιμάτωμα, μη χρήζον νευροχειρουργικής επέμβασης, κάταγμα κρανίου (αρ) κροταφικά ρωγμώδες.
Ο ασθενής εισήχθη και ετέθη σε συντηρητική αγωγή. Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του παρουσίασε ύφεση της συμπτωματολογίας του. Εξήλθε στις 26-7-2004 σε καλή γενικά κατάσταση και έλαβε οδηγίες για φαρμακευτική αγωγή και επανεξέταση. Μετά την έξοδο του από το νοσοκομείο ο ενάγων παρέμεινε εκτός εργασίας καθόλο το διάστημα της σύμβασης εργασίας του, κατόπιν ιατρικής εντολής.
Ο παραπάνω τραυματισμός του ενάγοντα οφείλεται στην αμέλεια των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου, που δεν τήρησαν τα αναγκαία προστατευτικά μέτρα για τους εργαζόμενους (ΠΔ 395/1994, ΠΔ 396/1994) και ειδικότερα διότι, δεν ελήφθη υπόψη από τα αρμόδια όργανα του δήμου η ηλικία του ενάγοντα, που ήταν 61 ετών και κατά συνέπεια με ελαττωμένες φυσικές δυνάμεις και τον τοποθέτησαν σε βάρδια της αποκομιδής απορριμμάτων, εργασία ιδιαίτερα επίπονη για άνθρωπο της ηλικίας του, που θα έπρεπε να ασχοληθεί σε πιο ελαφρά εργασία.
Επιπλέον δεν ελήφθησαν από τους εκπροσώπους του δήμου τα προαναφερόμενα μέτρα προστασίας των εργαζομένων τοποθετήσαντες τον ενάγοντα σε βάρδια αποκομιδής απορριμμάτων την πρώτη ημέρα ανάληψης των καθηκόντων του, χωρίς προηγούμενη εκπαίδευση του ή έστω στοιχειώδη ενημέρωση του για τους πιθανούς κινδύνους από την εργασία αυτή.
Το ατύχημα του ενάγοντα οφείλεται στην ειδική αμέλεια που επέδειξαν τα αρμόδια όργανα του εναγομένου ως προς την μεταχείριση του ενάγοντα, την οποία αν δεν είχαν επιδείξει δεν θα είχε συμβεί το ατύχημα. Αντίθετα τον ενάγοντα δεν βαρύνει οποιαδήποτε υπαιτιότητα ή συνυπαιτιότητα στην επέλευση του ατυχήματος του, αφού η θέση που τοποθετήθηκε δεν ήταν δικής του επιλογής ούτε ο ίδιος πραγματοποίησε οποιαδήποτε ελιγμό ή ενέργεια που να συνιστά πρόσφορη αιτία στην επέλευση του (ατυχήματος), η πτώση του δε οφείλεται στην δεξιά στροφή του απορριμματοφόρου και στη δεξιά κάμψη του ψαλιδιού του κάδου, που συμπαρέσυρε τον ενάγοντα ο οποίος, λόγω της απειρίας του και της έλλειψης εκπαίδευσης, έχασε την ισορροπία του, έπεσε στο έδαφος και τραυματίστηκε.
Δεν αποδείχτηκε δε ότι τα αρμόδια όργανα του εναγομένου έδωσαν εντολή στον ενάγοντα να παραμείνει μέσα στο κουβούκλιο του απορριμματοφόρου, αλλά και ότι ο ίδιος βεβαίωσε ότι γνωρίζει από βαριές εργασίες και έτσι ασχολήθηκε με την αποκομιδή των απορριμμάτων. Το εναγόμενο συνομολογεί ότι η ημέρα εργασίας για τον ενάγοντα ήταν πρώτη και ότι αυτός ήταν εκπαιδευόμενος.
Αλλά και αληθής να ήταν ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι ο ενάγων βεβαίωσε ότι μπορεί να κάνει βαριές δουλειές και πάλι δεν θα έπρεπε να του επιτραπεί η εργασία στην άνω θέση όπου τραυματίστηκε, η οποία απαιτεί πολύχρονη εμπειρία. Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, από τον τραυματισμό του ο ενάγων, ο οποίος, κατά τον χρόνο του ατυχήματος του, ήταν 61 ετών, υγιής και έγγαμος, υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, μετά την οποία παρουσίασε μετατραυματική υπαραχνοειδή αιμορραγία, μικρό υποσκληρίδιο αιμάτωμα, μη χρήζον νευροχειρουργικής επέμβασης, κάταγμα κρανίου (αρ) κροταφικά ρωγμώδες.
Αυτός σήμερα είναι 64 ετών και δεν εργάζεται, παρουσιάζει οπωσδήποτε βελτίωση, αλλά εξακολουθεί να έχει ενοχλήσεις (κεφαλαλγία και ιλίγγους με αστάθεια) οφειλόμενες στον τραυματισμό του, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται δυσμενώς η καθημερινή του ζωή λαμβανομένων, επομένως, υπόψη των άνω συνθηκών, της ταλαιπωρίας που υπέστη από τον τραυματισμό του, της αποκλειστικής ευθύνης των υπευθύνων του εναγομένου σ1 αυτόν (τραυματισμό) και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών η εύλογη χρηματική ικανοποίηση που πρέπει να του επιδικαστεί για την ηθική βλάβη που υπέστη από την άνω αιτία το Δικαστήριο κρίνει ότι ανέρχεται σε 40.000 ΕΥΡΩ.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε την έφεση του εναγομένου και δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος, ακολούθως δε, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη με αριθμό 592/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχθηκε την αγωγή κατά ένα μέρος. Έτσι πού έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 662 ΑΚ και εκείνες που προαναφέρθηκαν, είναι δε αβάσιμος ο από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναιρέσεως.
Τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της αποδείξεως (ΚΠολΔ 336 § 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΚΠολΔ 559 αριθ. 1). Αν, στην πρώτη περίπτωση, χρησιμοποιώντας τα διδάγματα κοινής πείρας ή τα πορίσματα της επιστήμης αντίθετα προς τις αρχές της λογικής, το δικαστήριο διαγνώσει εσφαλμένως ότι συνέτρεξαν ή όχι τα περιστατικά που στηρίζουν το δικαίωμα, δεν υπάρχει παράβαση κανενός νόμου και, άρα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Αν πάλι το δικαστήριο παραλείψει εντελώς να τα χρησιμοποιήσει, η παράλειψη αυτή δεν ελέγχεται ως πλημμέλεια από το εδάφιο 11 του άρθρου 559, καθόσον, όπως συνάγεται από τα άρθρα 336 § 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα κοινής πείρας δεν καταλέγονται στα αποδεικτικά μέσα. (ΟΛ.ΑΠ. 8/2005).
Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, πλήττεται η προσβαλλομένη για πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1εδ.β. στις οποίες φέρεται ότι υπέπεσε το Εφετείο, με το να αρνηθεί αναιτιολογήτως να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να διαγνώσει ότι σε περιπτώσεις ιδιαίτερα βίαιων κλίσεων και ελιγμών του απορριμματοφόρου οχήματος ούτε η πολύχρονη εμπειρία μπορεί να βοηθήσει ένα εργαζόμενο να αποφύγει ενδεχόμενη πτώση ακριβώς λόγω της επικίνδυνης φύσεως της εν λόγω εργασίας, αφού ουσιαστικά οι εργάτες κατά την κίνηση του απορριμματοφόρου οχήματος βρίσκονται εκτός αυτού συγκροτούμενοι μόνο από τις υπάρχουσες χειρολαβές. Ο λόγος αυτός, αιτιώμενος για τη μη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προς διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, είναι απαράδεκτος. Κατ1 ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων Δήμος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, μειωμένα όμως, κατ' άρθρο 281 του ν. 3463/2006 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-9-2009, αίτηση του Δήμου Αθηναίων, για αναίρεση των 2961/2008 και 1522/2009 (διορθωτικής της πρώτης) αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του την 1η Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ