Supreme Court allows appeal against dismissal for violation of labor regulations regarding salary scale and seniority calculation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the Second Instance Court's decision dismissing the plaintiff's claim for unpaid salary differences. The plaintiff argued that the defendant, OTE, violated labor regulations by incorrectly calculating his salary scale and seniority based on a later date instead of his actual employment start date. The court held that the lower court erred in characterizing the claim as a tort rather than a violation of the specific OTE regulations governing salary scales and seniority. Consequently, the case was remitted for retrial with the defendant ordered to bear the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; A claim based on violation of specific labor regulations regarding salary scales and seniority calculation is admissible on appeal even if dismissed as a tort claim, provided the lower court misapplied the substantive law governing the employment relationship.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 316 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 316/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 12η Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Επαμεινώνδα Κουφογιάννη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ (ΟΤΕ ΑΕ)", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σωτηροπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1453/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5467/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-3-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας διάβασε την από 30-12-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο και την αιτίαση, ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο, σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.
Περαιτέρω, ο ΓΚΠ/ΟΤΕ, που έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 εδ. στ' του ΑΝ 301/1968, δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Β/568/8-9-1969, κυρώθηκε δε με το άρθρο 54 παρ. 1 του Ν.Δ. 165/1973 και τέλος τροποποιήθηκε με την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ), ορίζει α) στο άρθρο 7 παρ.1 και 2 ότι η γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα (Γ.Υ.Α.) του προσωπικού καθορίζεται από το χρόνο της υπό δοκιμή προσλήψεώς του στον Οργανισμό, προσμετράται δε σ' αυτήν και ο χρόνος τυχόν προϋπηρεσίας του με σχέση εξαρτημένης εργασίας στον ΟΤΕ.
β) στο άρθρο 8 παρ. 2 ότι το προσωπικό από την ημερομηνία της μονιμοποιήσεώς του εντάσσεται στον εισαγωγικό βαθμό που αντιστοιχεί στον τίτλο σπουδών που απαιτείται κατά την πρόσληψή του, ως εξής : α. ... β. ... ε. Δευτεροβάθμιας Εκπαιδεύσεως (ΔΕ) στο βαθμό Δ στον οποίο πρέπει να παραμείνει επί επτά (7) έτη, γ) στο άρθρο 12 Β' ότι το προσωπικό εντάσσεται και εξελίσσεται σε Μισθολογικές Βαθμίδες με σύστημα και όρους που καθορίζονται με ε.σ.σ.ε.
Οι προαγωγές του προσωπικού στην επόμενη Μισθολογική Βαθμίδα διενεργούνται αυτοδίκαια από την Υπηρεσία και ανατρέχουν από την 1η Ιανουαρίου εκάστου έτους, εφόσον κατά την ως άνω ημερομηνία το προσωπικό έχει συμπληρώσει τον κατά περίπτωση απαιτούμενο για την ένταξη στην επόμενη Μισθολογική Βαθμίδα ελάχιστο χρόνο.
Και δ) στο ίδιο άρθρο περίπτ. Γ' ότι στο προσωπικό χορηγείται επίδομα χρόνου υπηρεσίας (χρονοεπίδομα) το οποίο κλιμακώνεται σε ποσοστό επί του βασικού μισθού, ανάλογα με το χρόνο πραγματικής υπηρεσίας, όπως αυτή έχει καθοριστεί με τις εκάστοτε Ε.Σ.Σ.Ε, ως ακολούθως: 1 έτος πραγματικής υπηρεσίας, ποσοστό 10%, 3 ετών 18%, 5 ετών 26%, 7 ετών 34%, 10 ετών 42% κ.ο.κ. .
Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι τόσο για την ένταξη του προσωπικού σε μισθολογικά κλιμάκια όσο και για τον καθορισμό του χρονοεπιδόματος, λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος πραγματικής υπηρεσίας του μισθωτού, δηλαδή η γενική υπηρεσιακή του αρχαιότητα, η οποία προσδιορίζεται από το χρόνο προσλήψεώς του στον ΟΤΕ και στην οποία προσμετράται και ο χρόνος προϋπηρεσίας του στον Οργανισμό με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ως εκτάκτου καθώς και αυτός της υπό δοκιμή.
Χρόνος δε πραγματικής υπηρεσίας του εργαζομένου αποτελεί και αυτός κατά τον οποίο ο εργοδότης τελεί σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του. Εξάλλου, η από τον ΟΤΕ μη ένταξη του μισθωτού στο αρμόζον μισθολογικό κλιμάκιο, για την οποία (ένταξη) απαιτείται, κατά τα προαναφερόμενα, η συνδρομή μόνο τυπικών προϋποθέσεων (δηλ.
η παρέλευση ορισμένου χρόνου), καθώς και ο εσφαλμένος υπολογισμός του χρονοεπιδόματος, συνιστά παραβίαση συμβατικής υποχρεώσεως και όχι αδικοπραξία. Στην προκειμένη περίπτωση, με την αγωγή του, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, ο αναιρεσείων, αφού εξέθετε ότι κατόπιν της επιτυχούς συμμετοχής του στον προκηρυχθέντα με απόφαση του ΔΣ της αναιρεσίβλητης και διενεργηθέντα στις 17 και 18-3-1980 διαγωνισμό για την πρόσληψη, μεταξύ άλλων, και τεχνιτών Δικτύου, καταρτίστηκε μεταξύ αυτών σχετική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας δυνάμει της οποίας προσλήφθηκε ως έκτακτος τεχνίτης δικτύου, ότι η κατάρτιση της εν λόγω συμβάσεως εργασίας, την οποία αμφισβητούσε η αναιρεσίβλητη, αναγνωρίστηκε, μετά από προσφυγή του στα πολιτικά δικαστήρια αμετακλήτως με την υπ' αριθμ, 8133/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο έκρινε με δύναμη δεδικασμένου, ότι μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης υφίσταται σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από 1-8-1994, ότι αν και ακολούθησε και η κατάρτιση πρακτικού συμβιβασμού, με το οποίο η μεν αναιρεσίβλητη αναγνώρισε την ύπαρξη συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου από 1-8-1994, εκείνος δε παραιτήθηκε των αξιώσεών του για καταβολή μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1-8-1994 μέχρι 22-4-1999, η αναιρεσίβλητη δε συμμορφώθηκε προς την ως άνω αμετάκλητη δικαστική απόφαση και τον επακολουθήσαντα συμβιβασμό αλλά προσέλαβε αυτόν στις 16-6-1999 και ότι, ενώ κατά τις σχετικές διατάξεις του ΓΚΠ/ΟΤΕ καθώς και των οικείων Ε.Σ.Σ.Ε από 14-3-1985 και 21-3-1989, που υπεγράφησαν μεταξύ Ο.Τ.Ε και Ο.Μ.Ε Ο.Τ Ε, έπρεπε αυτή να τον κατατάξει διαδοχικά στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια (τα οποία προσδιορίζονται) και να υπολογίσει το καταβαλλόμενο, σύμφωνα με το άρθρο 12 Γ1 του ΓΚΠ/ΟΤΕ, χρονοεπίδομα με εναρκτήριο χρονικό σημείο την 1-8-1994.
που θεωρείται ως συντελεσθείσα η πρόσληψή του, τον κατέταξε σε μικρότερο μισθολογικό κλιμάκιο και υπολόγισε εσφαλμένα το χρονοεπίδομα λαμβάνοντας υπόψη ως χρόνο προσλήψεως αυτού την 1-1-1999 και όχι, όπως έπρεπε, την 1-8-1994. Με βάση δε τα περιστατικά αυτά, ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει το ποσό των 9.949 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι του οφείλει ακόμη 8.032 ευρώ, ως διαφορά αποδοχών που προκύπτει από τη μη ένταξή του στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια και τον μη ορθό υπολογισμό του χρονοεπιδόματος του χρονικού διαστήματος από 23-4-1999 μέχρι 31-12- 2004.
Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή, με την οποία προβάλλεται αξίωση πηγάζουσα, κατά τα προαναφερόμενα, από παραβίαση συμβατικής υποχρεώσεως της αναιρεσίβλητης Ο.Τ.Ε. ΑΕ, στηρίζεται ευθέως στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού και όχι σ' αυτές περί αδικοπραξιών. Το Εφετείο, συνεπώς, που απέρριψε την εν λόγω αγωγή ως μη νόμιμη, υπολαμβάνοντας εσφαλμένα ότι με αυτήν προβάλλονται αξιώσεις από αδικοπραξία, παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις του έχοντος ισχύ νόμου ΓΚΠ/ΟΤΕ και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., μοναδικός λόγος αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5467/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ