Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of mutual fund investor's claim due to insufficient fault analysis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision dismissing the mutual fund company's complaint. The lower court failed to prove the investors knew the required procedures or to assess their specific negligence regarding the illegal payment. Consequently, the court found the lower court violated Article 300 of the Civil Code by lacking a proper basis for its ruling.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914, 297, 298 of the Civil Code; Article 300 of the Civil Code: Liability for damages requires proof of fault and causation; a lower court violates the law if it dismisses a complaint without establishing the plaintiff's knowledge of legal procedures or assessing their specific negligence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 316 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 316/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΙNTERTRAST ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ- ΙΝΤΕΡΤΡΑΣΤ ΑΕΔΑΚ", η οποία συγχωνεύθηκε δι'απορροφήσεως από την Ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία EFG EUROBANK ERGASIAS AE" που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα ως καθολική διάδοχος της πρώτης. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Χαραλαμπέα ο οποίος δήλωσε και στο ακροατήριο την παραπάνω συγχώνευση.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Χ1, κατοίκου ......, 2. Χ2, κατοίκου ....., 3. Χ3, κατοίκου ......, 4. Χ4, κατοίκου ......, 5. Χ5, κατοίκου ......, ως ειδικού διαδόχου του Χ5-Α, κατοίκου ......, 6. Χ6, κατοίκου ......, ως ειδικού διαδόχου του Χ6-Α, κατοίκου ......, 7. Χ7, κατοίκου ......, 8. Χ8, κατοίκου ......, 9. Χ9, κατοίκου ......, 10. Χ10, κατοίκου ......, 11. Χ11, κατοίκου ......, 12. Χ12, κατοίκου ......, 13. Χ13, κατοίκου ......, 14. Χ14, κατοίκου ......, 15. Χ15, κατοίκου ......, 16. Χ16, κατοίκου ......, 17. Χ17, κατοίκου ......, 18. Χ18, κατοίκου ...... και 19. Χ19, κατοίκου ...... . Οι μεν 1ος,2ος 4ος 7ος ,9ος , 10ος 14ος και 15ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μουλά, οι δε 3ος, 8ος, 12ος, 13ος, 16, 17ος, 18ος και 19ος παραστάθηκαν με τον ίδιο πιο πάνω πληρεξούσιο δικηγόρο. Ο δε 6ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Νεκταρία Μυγιακή, ενώ οι 5ος και 11η παραστάθηκαν με την ίδια πληρεξούσια δικηγόρο τους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3759/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 6210/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 22-9-2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 2-10-2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου αυτού, ήδη Αντιπροέδρου Ιωάννη Παπανικολάου, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της αναίρεσης όπως στο σκεπτικό.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση, η οποία προήλθε από υπαίτια και παράνομη πράξη ή παράλειψη, είναι και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας. Τέτοια συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή παράλειψη, κατά τον χρόνο και υπό τους όρους που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει και επέφερε πράγματι τη ζημία.
Εξ άλλου, κατά την έννοια της ΑΚ 922, "προστηθείς", για την αδικοπραξία του οποίου ευθύνεται, κατά τους όρους της διατάξεως αυτής, το πρόσωπο που δέχεται τις υπηρεσίες του, είναι εκείνος που με τη βούληση του εν λόγω προσώπου ως "προστήσαντος", απασχολείται, διαρκώς ή παροδικώς, στη διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικά στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του προσώπου αυτού, υπό τον έλεγχο ή την επίβλεψη ή κάτω από τις οδηγίες και τις εντολές τούτου ως προς τον τρόπο εκπληρώσεως των καθηκόντων του, προς τις οποίες και είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται.
Η υπόθεση στην οποία ο προστηθείς απασχολείται μπορεί να αποτελεί εκπλήρωση ενοχικής υποχρεώσεως του προστήσαντος έναντι τρίτου και είναι αδιάφορος ο τρόπος παροχής των οδηγιών και εντολών του προστήσαντος. Από την ίδια διάταξη συνάγεται ότι ο προστήσας ευθύνεται για τη ζημία που προξένησε ο προστηθείς σε τρίτον όχι μόνον κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σε αυτόν υπηρεσίας, αλλά και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε μεν εντός των ορίων των καθηκόντων που του ανατέθηκαν η επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που δόθηκαν σε αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων.
Δηλαδή ο προστήσας ευθύνεται και για κάθε πράξη αυτού, της οποίας η εκτέλεση κατέστη δυνατή στο προστηθέντα λόγω ακριβώς της ένεκα της προστήσεως θέσεώς του αυτής, των ευκαιριών τις οποίες αυτή (πρόστηση) έδωσε σ' αυτόν προς χρησιμοποίηση για άλλον σκοπόν των στη διάθεση του τεθέντων μέσων και εν γένει όταν η υπηρεσία του προστηθέντος απετέλεσε το αναγκαίο μέσο προς επιχείρηση της ζημιογόνου πράξεως.
Από την αυτή διάταξη (ΑΚ 922) προκύπτει ότι εάν ο προστήσας παρέσχε την εξουσία στον προστηθέντα να χρησιμοποιεί τρίτους (υποπροστηθέντες) στην διεκπεραίωση της υποθέσεώς του, αυτός (αρχικώς προστήσας) ευθύνεται και για τις αδικοπραξίες του υποπροστηθέντος, χωρίς να προσαπαιτείται να ασκεί έλεγχο ή να δίνει οδηγίες και εντολές σ' αυτόν.
Επίσης από τα άρθρα 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συνυπαιτιότητας του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το αν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα συγκροτούν ή όχι την έννοια της συνυπαιτιότητας.
Εξ άλλου κατά τα οριζόμενα στην παρ.1 του άρθρου 20 του ν.1969/1991 για την απόκτηση μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου απαιτούνται: α) γραπτή αίτηση προς την ΑΕ Διαχειρίσεως, β) αποδοχή του Κανονισμού του αμοιβαίου κεφαλαίου και γ) ολοσχερής καταβολή στο θεματοφύλακα της τιμής διαθέσεως των μεριδίων σε μετρητά ή κινητές αξίες, εφ' όσον η ΑΕ Διαχειρίσεως δεχθεί τις τελευταίες.
Κατά τα οριζόμενα δε στην παρ.4 του άρθρου 20 του ν.1969/1991, όπως ισχύει, η ΑΕ Διαχειρίσεως μπορεί να διαθέτει τα μερίδια του αμοιβαίου κεφαλαίου και μέσω αντιπροσώπων της. Δύνανται να ενεργούν ως αντιπρόσωποι μόνο Τράπεζες, Ασφαλιστικές εταιρείες και Επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Επίσης, κατά το άρθρο 21 του ν.1969/1991 η αποδοχή αιτήσεων συμμετοχής στο αμοιβαίο κεφάλαιο αποφασίζεται από την ΑΕ Διαχειρίσεως.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ.1 του Ν.1569/1985, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 11 παρ.2 του Ν.2170/1993, ασφαλιστικός πράκτορας είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει ως αποκλειστικό έργο την ανάληψη με σύμβαση, έναντι προμηθείας, ασφαλιστικών εργασιών στο όνομα και για λογαριασμό μιας ή περισσοτέρων ασφαλιστικών επιχειρήσεων.
Ο ασφαλιστικός πράκτορας παρουσιάζει, προτείνει, προπαρασκευάζει, προσυπογράφει ή συνάπτει ο ίδιος ή δια μέσου άλλων διαμεσολαβητών ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό ασφαλιστικής επιχείρησης, και επίσης παρέχει στον ασφαλισμένο κάθε αναγκαία συνδρομή κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής σύμβασης και ιδιαίτερα μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης.
Τους αντίστοιχους ορισμούς για τον παραγωγό ασφαλίσεων, μετονομασθέντα σε ασφαλιστικό σύμβουλο, περιλαμβάνει η διάταξη του άρθρου 16 παρ.1 του άνω νόμου (ως ισχύει τροποποιηθείσα με το άρθρο 36 παρ.24 Ν.2496/1997). Ειδικότερα κατά την τελευταία αυτή διάταξη "Ασφαλιστικός σύμβουλος είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο μελετά την αγορά, παρουσιάζει και προτείνει λύσεις ασφαλιστικής κάλυψης των αναγκών των πελατών με ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό των ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή ασφαλιστικών πρακτόρων ...
Η σχέση που συνδέει τον ασφαλιστικό σύμβουλο με τους ως άνω είναι σύμβαση έργου. Ο ασφαλιστικός σύμβουλος δεν έχει δικαίωμα υπογραφής ασφαλιστηρίων ούτε εκπροσώπησης ασφαλιστικής επιχείρησης ή ασφαλιστικού πράκτορα ή μεσίτη ...". Η νομική φύση της σχέσης του ασφαλιστικού πράκτορα ή συμβούλου με την ασφαλιστική εταιρεία και η δυνατότητα εκπροσωπήσεως ή όχι αυτής κατά την κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων, εντεύθεν δε η δέσμευση της ασφαλιστικής εταιρείας και η παράλληλη τυχόν ευθύνη αυτού έναντι τρίτων εκ των συμβάσεων αυτών δεν αποκλείουν, εξ ορισμού, τη σχέση προστήσεως με την ασφαλιστική εταιρεία, την ευθύνη αυτού εξ αδικοπραξίας για την επ' ευκαιρία της άνω δράσης του προξενηθείσα σε τρίτο ζημία, συνεπώς δε και την εις ολόκληρο ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρείας εάν in concreto αποδεικνύεται σχέση προστήσεως.
Τέλος, με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ενώ κατά την έννοια της ΚΠολΔ 559 αριθ.19, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα εξής: Η τρίτη εναγόμενη και τώρα αναιρεσείουσα εταιρεία με την επωνυμία "INTERΤΡΑΣΤ Ανώνυμη Εταιρεία Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων", διαχειρίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.1969/1991, αμοιβαία κεφάλαια με τον τίτλο ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ, είναι θυγατρική της δεύτερης εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΩΗΣ ΑΕ" και συστήθηκε ειδικά για το ανωτέρω σκοπό.
Η άνω εταιρεία διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων σύμφωνα και με την διάταξη του άρθρου 20 παρ.4 του άνω νόμου, κατά την οποία στην διάθεση των μεριδίων της μπορεί να προβαίνει και μέσω αντιπροσώπων, ως αντιπρόσωποι δε μπορούν να ορισθούν μόνον, τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες κλπ, ανέθεσε στην άνω μητρική ασφαλιστική εταιρεία ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ τη διάθεση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων δια των φυσικών προσώπων που η τελευταία χρησιμοποιούσε για την εξυπηρέτηση του δικού της λειτουργικού σκοπού.
Ο εναγόμενος Α, με την ιδιότητα του ασφαλιστικού συμβούλου, είχε ενταχθεί στο δίκτυο των προσώπων τα οποία απασχολούσε η Ιντεραμέρικαν για την προώθηση των προϊόντων της και ειδικώς είχε ανατεθεί σ' αυτόν η διάθεση των τίτλων αμοιβαίων κεφαλαίων "Ιντεραμέρικαν" της θυγατρικής εταιρίας Ιντερτράστ ΑΕ δυνάμει εξουσιοδοτήσεως προς τούτο από την τελευταία.
Με την ιδιότητα του αυτή απησχολείτο στο περιφερειακό κατάστημα της Ιντεραμέρικαν ΑΕ στο ......, είχε δε εφοδιασθεί από την τελευταία και με τα σχετικά έντυπα πωλήσεων τίτλων αμοιβαίων κεφαλαίων που είχε παραχωρήσει στην πρώτη η εταιρία Ιντερτράστ ΑΕ. Οι ενάγοντες και τώρα αναιρεσίβλητοι, μετά από έρευνα της αγοράς, θέλοντας να επενδύσουν τις οικονομίες τους σε τίτλους αμοιβαίων κεφαλαίων της Ιντερτράστ ΑΕ, είχαν προφορική επικοινωνία με την Ιντεραμέρικαν ΑΕ και εκείνη τους παρέπεμπε στον Α.
Ο τελευταίος είχε προσωπική ενημερωτική επικοινωνία με τους ενάγοντες είτε στο γραφείο του στο άνω κατάστημα (......) της Ιντεραμέρικαν ΑΕ είτε επισκεπτόμενος αυτούς στο σπίτι τους. Οι ενάγοντες, πεισθέντες ότι ήταν επωφελής η τοποθέτηση των χρημάτων τους σε τίτλους αμοιβαίων κεφαλαίων της Ιντερτράστ ΑΕ κατά το χρονικό διάστημα από 10-4-1998 έως 23-9-1999 κατέβαλαν ο καθένας στον Α τα εις την αγωγή χρηματικά ποσά (ο χρόνος και το ποσό της καταβολής δεν αμφιβητούνται) για την αγορά ανάλογου αριθμού τίτλων.
Τα από τον καθένα ενάγοντα καταβληθέντα ποσά είτε εισέπραττε αμέσως ο Α, εκδίδοντας προσωπικές χειρόγραφες αποδείξεις, είτε καταβάλλονταν με έμβασμα σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό αυτού. Το ποσόν που εισέπραξε από τον καθένα ενάγοντα και συνολικά 142.662.000 δραχμές ο πρώτος εναγόμενος δεν το κατέθεσε στην τρίτη εναγομένη εταιρεία ούτε τελικά αγόρασε για λογαριασμό των εναγόντων αμοιβαία κεφάλαια αλλά το παρακράτησε και το ιδιοποιήθηκε παράνομα ζημιώνοντας τους ενάγοντες.
Και ναι μεν ο ασφαλιστικός σύμβουλος, κατά τις αναφερθείσες στη μείζονα σκέψη διατάξεις, συνδέεται με την ασφαλιστική εταιρεία με σύμβαση έργου, αμειβόμενος με προμήθεια για τις παρεχόμενες υπηρεσίες, στην προκειμένη όμως περίπτωση δεν πρόκειται για παροχή, αορίστως, υπηρεσιών ασφαλιστικού συμβούλου.
Είχε ειδικώς δοθεί στον Α η εντολή να διαμεσολαβεί στην πώληση αμοιβαίων κεφαλαίων της θυγατρικής εταιρίας (τρίτη εναγομένη). Εν σχέσει πάντοτε με την πώληση των αμοιβαίων κεφαλαίων, είχε διαπλασθεί ένα πλέγμα δεσμευτικών καθηκόντων από τα οποία αυτός δεν μπορούσε να αποκλίνει. Ετσι, ειδικότερα, δεν μπορούσε να δεσμεύεται απέναντι στον επενδυτή για την τιμή κτήσεως του μεριδίου αμοιβαίου κεφαλαίου και τις μελλοντικές αποδόσεις του, κατάρτιζε δε συμβάσεις πωλήσεως αμοιβαίων κεφαλαίων με βάση τα σχετικά έντυπα που τον είχε εφοδιάσει η Ιντεραμέρικαν ΑΕ που περιείχαν την ρήτρα ότι α) η αίτηση του επενδυτή για την αγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων έπρεπε να γίνει με τον ανωτέρω τύπο β) το τίμημα για την αγορά δεν μπορούσε να καταβληθεί στα χέρια αυτού αλλά σε τραπεζικό λογαριασμό στο όνομα της εταιρείας διαχείρισης και γ) όφειλε υποχρεωτικά να χρησιμοποιεί το έντυπο της αίτησης όπου αναφέρονταν τα ανωτέρω.
Συνεπώς, ναι μεν ο πρώτος εναγόμενος Α είχε δικαίωμα να ενεργεί ελεύθερα και κατά την κρίση του ως προς τον χρόνο, τόπο και τρόπο ανεύρεσης επενδυτών, πλην όμως για την υλοποίηση αποφάσεως αυτών να αγοράσουν αμοιβαία κεφάλαια όφειλε να κινηθεί μέσα στα ανωτέρω πλαίσια. Κατά κατάχρηση δε της υπηρεσίας του και του ανατεθέντος καθήκοντος πώλησης αμοιβαίων κεφαλαίων, δεν κατέθεσε τα υπό τα των εναγόντων καταβληθέντα σ' αυτόν χρηματικά ποσά σε τραπεζικό λογαριασμό της τρίτης εναγόμενης εταιρείας. Παράλληλα, η υπηρεσία του ως ασφαλιστικού συμβούλου της Ιντεραμέρικαν ΑΕ και η υπηρεσιακή του εγκατάσταση στα γραφεία της, απετέλεσε το αναγκαίο μέσο για την επιχείρηση της ζημιογόνου πράξεως εις βάρος των εναγόντων γιατί ήταν τα στοιχεία εκείνα στα οποία εκείνοι στηρίχθηκαν και πείστηκαν στις υποσχέσεις του προκειμένου να καταβάλουν τα τελικώς υπεξαιρεθέντα χρηματικά ποσά, τα οποία, άλλως δεν θα κατέβαλαν, εάν ο πρώτος εναγόμενος εμφανιζόταν ως απλός ασφαλιστικός σύμβουλος, χωρίς την προβολή και τη σύνδεση του με τη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία.
Συνεπώς υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της υπηρεσίας αυτού και της ζημιογόνου πράξεως η οποία δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς την πρώτη. Με τα δεδομένα αυτά υφίσταται σχέση προστήσεως μεταξύ του πρώτου εναγομένου και της δεύτερης εναγομένης αλλά και της τρίτης εναγομένης εταιρείας διαχειρίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων, έναντι της οποίας ο ζημιώσας είναι υποπροστηθείς, αφού αυτή είχε αναθέσει την πώληση των αμοιβαίων κεφαλαίων της στην μητρική δεύτερη εναγομένη εταιρεία.
Ο με τον τρίτο λόγο εφέσεως προβαλλόμενος ισχυρισμός της Ιντεραμέρικαν ΑΕ ότι από τη διάθεση αμοιβαίων κεφαλαίων της Ιντερτράστ ΑΕ αυτή προσωπικά δεν καρπούται κάποια ωφέλεια και συνεπώς δεν ενέχεται εις ολόκληρο μετά της τελευταίας, στερείται εννόμου επιρροής αφού, προϋπόθεση της εις ολόκληρο ευθύνης προς αποζημίωση κατά το άρθρο 922 ΑΚ δεν είναι το περιουσιακό όφελος του προστήσαντος αλλά η μεταξύ αυτού και του προστηθέντος ύπαρξη σχέσης προστήσεως.
Το πρωτόδικο δικαστήριο, που έστω με συνεπτυγμένη αιτιολογία δέχθηκε την ύπαρξη σχέσης προστήσεως και με την παραδοχή αυτή αναγνώρισε υποχρέωση πάντων των εναγομένων να καταβάλουν στους ενάγοντες ως αποζημίωση το από καθένα απ' αυτούς αιτούμενο χρηματικό ποσό, δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και καλώς τις αποδείξεις εκτίμησε, η δε έφεση με τους πρώτο και τρίτο λόγους της οποίας υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμη και απορριπτέα.
Οι εναγόμενες εταιρείες προέβαλαν πρωτοδίκως και με τον δεύτερο λόγο εφέσεως επαναφέρουν τον απορριφθέντα ισχυρισμό τους ότι οι ενάγοντες γνώριζαν ότι ο Α κατά την είσπραξη των χρημάτων τους ενήργησε κατά κατάχρηση της εξουσίας που του είχε ανατεθεί και συνεπώς ευθύνονται και οι ίδιοι για την επελθούσα ζημία τους κατά ποσοστό 99%, αφού δεν υπέγραψαν το έντυπο αγοράς αμοιβαίων κεφαλαίων και κατέβαλαν τα χρήματά τους στα χέρια Α αντί να τα καταθέσουν σε τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας διαχείρισης των κεφαλαίων, καθώς στο ειδικό έντυπο δηλώνεται.
Όμως, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο προκύπτει ότι οι ενάγοντες γνώριζαν την τυπική διαδικασία που έπρεπε να ακολουθηθεί για την αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων ούτε αποδεικνύεται ότι ο Α έθεσε στη διάθεσή τους το ειδικό έντυπο της αίτησης αγοράς αμοιβαίων κεφαλαίων, ώστε αυτοί να λάβουν γνώση του περιεχομένου του και να πληροφορηθούν ότι δεν ήταν επιτρεπτή η εις χείρας του ανωτέρω καταβολή χρημάτων.
Οι ενάγοντες, επιθυμούντες, κατά τα ανωτέρω, να επενδύσουν τις οικονομίες τους σε αμοιβαία κεφάλαια της Ιντερτράστ ΑΕ ήλθαν σε επαφή με τον Α και κατέβαλαν σ' αυτόν τα χρήματά τους, με την πεποίθηση ότι αυτά θα διαθέτονταν για την αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων και ότι εν καιρώ θα τους παραδινόταν ο σχετικός τίτλος.
Δεν έσφαλε, επομένως, η προσβαλλομένη απόφαση που απέρριψε κατ' ουσία την κατά το άρθρο 300 ΑΚ ένσταση και η έφεση κατά το τρίτο σχετικό της λόγο είναι αβάσιμη και απορριπτέα.
Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμους τους λόγους έφεσης της αναιρεσείουσας, που έπλητταν τις παραδοχές της εκκαλουμένης περί υπάρξεως εν προκειμένω α) σχέσης πρόστησης μεταξύ της δεύτερης εναγομένης και του πρώτου εναγομένου Α, β) σχέσης υποπρόστησης μεταξύ αυτής (αναιρεσείουσας) και της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ Ελληνική Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής ΑΕ" και γ) αιτιώδους συνάφειας που γεννά υποχρέωση της αναιρεσείουσας να αποζημιώσει τους αναιρεσιβλήτους.
Ετσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως καμιά από τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 16 παρ.1 ν.16569/1985, όπως αντικ. με την παρ.24 του άρθρου 36 ν.2496/1997, 20 παρ.1 και 4 (όπως η τελευταία ισχύει) και 21 του ν.1969/1991, 10 παρ.4 της 8422/1998 απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιοαγοράς και 922 ΑΚ, ούτε στέρησε σχετικώς την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξ αιτίας ελλείψεως αιτιολογίας ή ελαττώματος σ' αυτήν, αφού εξέθεσε αντιστοίχως στην προσβαλλόμενη απόφασή του, με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο κατέληξε και τα πραγματικά γεγονότα που εκείνο δέχθηκε και τα οποία ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων τούτων, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε κατά τα αναλυτικώς προεκτιθέμενα.
Κατ' ακολουθίαν τούτων οι περί των αντιθέτων από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 πρώτος έως και όγδοος λόγοι αναιρέσεως (1α έως 1ε και 2α έως και 2γ) είναι αβάσιμοι. Με το να απορρίψει, όμως, το Εφετείο κατ' ουσίαν την ένσταση συνυπαιτότητας των εναγόντων, που πρόβαλε η αναιρεσείουσα με τις πρωτόδικες προτάσεις της και επανέφερε με λόγο εφέσεως στο εφετήριό της (επειδή είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη με την εκκαλουμένη), με την ανωτέρω παραδοχή, ότι, δηλαδή, δεν απεδείχθη ότι οι ενάγοντες γνώριζαν την τυπική διαδικασία που έπρεπε να ακολουθηθεί για την αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων ούτε ότι ο Α έθεσε στη διάθεσή τους το ειδικό έντυπο της αίτησης αγοράς αμοιβαίων κεφαλαίων, ώστε αυτοί να λάβουν γνώση του περιεχομένου του και να πληροφορηθούν ότι δεν ήταν επιτρεπτή η εις χείρας του ανωτέρω καταβολή χρημάτων, παραβίασε ευθέως την διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ απαιτώντας για την εφαρμογή της λιγότερα νόμιμα στοιχεία από εκείνα που πληρούν το πραγματικό της, ήτοι μόνο γνώση σχετικώς των εναγόντων, ενώ αρκεί και η υπαίτια άγνοιά τους (αμέλεια) σε σχέση με την τήρηση της επιβαλλόμενης σ' αυτούς κατά τις περιστάσεις και ιδίως από την συναλλακτική, εν προκειμένω, εμπειρία συμπεριφοράς.
Έτσι, το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ΑΚ 300. Επίσης, εν όψει αυτών των πραγματικών γεγονότων που έκανε δεκτά το Εφετείο, ότι, δηλαδή, τα χρήματα δόθηκαν από τους αναιρεσιβλήτους είτε σε μετρητά, είτε με κατάθεση στον τραπεζικό λογαριασμό του Α και με τη λήψη προσωπικών αποδείξεων του τελευταίου, θα έπρεπε, προκειμένου να προχωρήσει νομίμως σε απόρριψη της κατ' άρθρο 300 ΑΚ ένστασης της αναιρεσείουσας, να περιλάβει παραδοχές σε σχέση με την ηλικία, την παιδεία και το επάγγελμα, καθώς και την κοινωνική και εν γένει συναλλακτική εμπειρία καθενός από τους αναιρεσιβλήτους.
Παραλείποντας το Εφετείο να αναφέρει τα ως άνω στοιχεία, τα οποία αφορούν άμεσα, ως προς την ύπαρξή του ή μη, το συντρέχον πταίσμα, υπό τη μορφή της αμέλειας των αναιρεσιβλήτων, στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως εξ αιτίας ανεπαρκούς αιτιολογίας στο ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της συνδρομής ή μη συνυπαιτιότητας των αναιρεσιβλήτων, ενώ μεταξύ των εν λόγω στοιχείων δεν μπορεί να περιληφθεί η παραδοχή του Εφετείου ότι οι ενάγοντες είχαν την πεποίθηση ότι τα χρήματά τους θα διαθέτονταν για την αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων και ότι εν καιρώ θα τους παραδίδονταν οι σχετικοί τίτλοι.
Με τον τρόπο αυτό το Εφετείο παραβίασε και εκ πλαγίου την διάταξη της ΑΚ 300 και εξ αυτού του λόγου η αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του κατέστη και είναι αναιρετέα σύμφωνα με τους αριθ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον βάσιμο σχετικό υπό στοιχεία 2.δ' λόγο του αναιρετηρίου, όπως συμπληρώθηκε από τον Εισηγητή άρθρο 562 παρ.4 ΚΠολΔ).
Ακολούθως πρέπει, κατόπιν αποδοχής της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον ως προς την αναιρεσεόυσα και ως προς το κεφάλαιο αυτής περί απορρίψεως της ένστασης της ΑΚ 300, σε συσχετισμό και με τα επιδικασθέντα στους ενάγοντες - αναιρεσίβλητους ποσά, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αρθ. 6210/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών μόνον ως προς την αναιρεσείουσα, και κατά το αναιρούμενο στο σκεπτικό μέρος αυτής.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ