Legislator Case Law & Legislation
315/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on abuse of right claim regarding funeral service fees and state funding delay.

Case Number 315/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of the abuse of right defense. The appellant argued the appellee unreasonably delayed claiming funeral costs after the Ministry of Culture refused state funding, but the court found the delay insufficient to create a reasonable expectation of non-payment. Consequently, the court ruled the defense was substantively unfounded and upheld the lower court's decision to order payment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281, 559, 560 of the Civil Code; The court held that a claim for remuneration is not an abuse of right merely because the claimant initially sought public funding that was subsequently denied, provided the claimant did not remain passive for an excessive period.

Keywords

AI generated
abuse of right defense funeral service fees state funding refusal remuneration claim Civil Code Article 281 appeal dismissal delayed payment

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 560 number 6 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 315 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 315/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Φ. του ..., κατοίκου Ά. ... Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μυταλούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Σ. - Χ., συζύγου Χ. Δ., με επαγγελματική κατοικία στην Α.. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Σούλτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-4-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5393/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 11032/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-1-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη Σ. - Χ. Δ., με την από 3.4.2015 αγωγή, που άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου ..., κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Π. Φ., εξέθετε ότι η ίδια διατηρεί ατομική επιχείρηση γραφείου τελετών στην Α.. Ότι στις 28.11.2010 απεβίωσε ο γνωστός ηθοποιός ... Φ. και εν όψει τούτου επικοινώνησε μαζί της ο εναγόμενος (γιος του) και της ανέθεσε προφορικά την τελετή της κηδείας του θανόντος στο ..., συμφώνησαν δε ότι το κόστος της κηδείας θα ανερχόταν το ποσό των 8.310,50 ευρώ.

Ότι την επομένη ημέρα της συμφωνίας ο εναγόμενος την ενημέρωσε ότι με απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού η κηδεία θα γινόταν δημοσία δαπάνη, γεγονός που η ίδια δεν είχε λόγο να αμφισβητήσει. Ότι η τελετή έγινε στις 30.11.2010, πλην όμως παρότι αυτή προέβη σε όλες τις ενέργειες δεν βρήκε απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού σχετική με την κάλυψη των εξόδων της τελετής από το Υπουργείο.

Ότι στην συνέχεια όχλησε τηλεφωνικά και με εξώδικη όχληση τον εναγόμενο για την πληρωμή των εξόδων της τελετής, τα οποία αναλυτικά εκθέτει στην αγωγή της, πλην όμως ο τελευταίος αρνείται να το πράξει. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το συνολικό ποσό των (2.830,50 ευρώ για την αμοιβή του γραφείου της + 5.480 ευρώ για τις δαπάνες που διενήργησε κατ' εντολή και για λογαριασμό του εναγόμενου) 8.310,50 ευρώ.

Επί της ανωτέρω αγωγής, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 5393/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και ως ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το άνω ποσό των 8.310,50 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε ο εναγόμενος την από 19.12.2018 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 11032/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως ουσία αβάσιμη.

Την απόφαση αυτή προσβάλλει ο εναγόμενος με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία, εφόσον ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α` ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αίτησης αναιρέσεως (24-1-2022), η οποία είναι ταυτόσημη με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 681 και 694 του ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο αντισυμβαλλόμενος, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου, δηλαδή ο εργολάβος, κατ` εξαίρεση όσων με τις γενικές διατάξεις ορίζονται για τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, υποχρεούται σε προεκπλήρωση της κύριας παροχής του, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, όπως συμβαίνει όταν ορίσθηκε τμηματική παράδοση του έργου με αντίστοιχη τμηματική καταβολή της οφειλόμενης αμοιβής, αφού η υποχρέωση της προεκπλήρωσης αποτελεί ρύθμιση ενδοτικού δικαίου.

Ως έργο νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρ. 694 του ΑΚ τη συμφωνημένη αμοιβή του (ΑΠ 139/2021, ΑΠ 286/2020, ΑΠ 1142/2019).

Η αμοιβή του εργολάβου μπορεί κατά την κατάρτιση της σύμβασης να ορισθεί κατ' αποκοπή, κατά μονάδα, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικώς, χρονικώς ή και να μείνει ακαθόριστη ως προς το ποσό και τον τρόπο υπολογισμού της, οπότε θα προσδιορισθεί κατά τα άρθρα 371-373 ΑΚ (ΑΠ 1454/2022, ΑΠ 286/2020, ΑΠ 1487/2017). Εξάλλου, κατά το άρθρο 415 ΑΚ, αυτός που υποσχέθηκε σε άλλον ότι τρίτος θα καταβάλει κάποια παροχή, εφόσον δεν προκύπτει κάτι άλλο από τη σύμβαση, οφείλει αποζημίωση αν ο τρίτος αρνηθεί την καταβολή.

Η σύμβαση περί παροχής τρίτου, η οποία ρυθμίζεται από την ως άνω διάταξη, προστίθεται κατά κανόνα σε μια άλλη σύμβαση, που είναι η κύρια, συνάπτεται δε ατύπως, ακόμη και αν η υπόσχεση συνδέεται με κύρια σύμβαση που υποβάλλεται σε τύπο και παράγει αποτελέσματα μόνο μεταξύ του δέκτη της υποσχέσεως και του υποσχεθέντος, ο οποίος υποχρεούται να αποκαταστήσει τη ζημία που υπέστη ο δέκτης, αν ο τρίτος αρνηθεί να εκπληρώσει την παροχή.

Ως ζημία, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται το διαφέρον εκπληρώσεως, δηλαδή ό,τι θα είχε ο δέκτης του υποσχέσεως, αν ο τρίτος προέβαινε στην καταβολή (ΑΠ 341/2021, ΑΠ 678/2020, ΑΠ 194/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο ... δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 28.11.2010 απεβίωσε ο ηθοποιός ... Φ., πατέρας του εναγόμενου. Ο εναγόμενος επικοινώνησε, τηλεφωνικώς, με τον υιό της ενάγουσας (μάρτυρας αυτής στην ένδικη δίκη) και ανέθεσε στο γραφείο τελετών που διατηρεί η ενάγουσα την οργάνωση της τελετής της κηδείας του εκλιπόντος.

Κατά την τηλεφωνική επικοινωνία συμφωνήθηκε προφορικά και έγινε αποδεκτό από όλα τα συμβαλλόμενα μέρη να τελεσθεί η κηδεία στο ... Νεκροταφείο ..., καθώς και το κόστος της τελετής, το οποίο θα ανερχόταν στα 8.300 ευρώ, τα οποία καθορίσθηκαν με βάση τις σχετικές λεπτομερείς οδηγίες του εναγομένου αναφορικά με κάθε στοιχείο της τελετής (επιλογή κοιμητηρίου, φερέτρου, ανθοστολισμού και γενικώς κάθε κονδυλίου που αναφέρεται στην με αριθμό .../30.11.2010 απόδειξη παροχής υπηρεσιών, ποσού 8.310,50 ευρώ,....

Η επικοινωνία της ανάθεσης της τελετής του εναγομένου προς την ενάγουσα έλαβε χώρα αποκλειστικώς τηλεφωνικώς εξαιτίας των επί σειράς ετών πολύ στενών φιλικών και επαγγελματικών σχέσεων του εναγομένου και της συζύγου του με την ενάγουσα και τον υιό της... Την επομένη ημέρα, δηλ. την 29.11.2010, ο εναγόμενος επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον υιό της εναγούσης και του ανακοίνωσε ότι η τελετή θα γινόταν δημοσία δαπάνη.

Η ενάγουσα δεν προέβαλε καμία αντίρρηση στην ανακοίνωση αυτή, καθ' ότι πέραν της φιλικής σχέσης είχε και κατά το παρελθόν αναλάβει κηδεία γνωστού ηθοποιού, η οποία, του είχε ανακοινωθεί από την οικογένεια του εκλιπόντος, πως θα τελείτο δημοσία δαπάνη και ως προς την οποία είχε ακολουθηθεί η ίδια διαδικασία, δηλ.

η ενάγουσα είχε λάβει την σχετική δαπάνη από το Υπουργείο Πολιτισμού, χωρίς να έχει λάβει χώρα προηγουμένη επικοινωνία με τους αρμοδίους υπαλλήλους... Ωστόσο, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν απεδείχθη ότι συμφωνήθηκε ή ότι δημιουργήθηκε η εντύπωση σε κάποιον εκ των συμβαλλομένων, ακόμα και του ίδιου του εναγομένου, πως με την αναφορά αυτή, ότι η τελετή θα γινόταν δημοσία δαπάνη, μοναδικός υπόχρεος για την εξόφληση των δαπανών της κηδείας θα ήταν πλέον το Υπουργείο Πολιτισμού και ως εκ τούτου ο εναγόμενος θα απαλλάσσετο από κάθε υποχρέωση καταβολής της αμοιβής της εναγούσης, σε περίπτωση μη εξοφλήσεως του ποσού αυτού από το Υπουργείο Πολιτισμού, ως το ανωτέρω αποδεικτικό συμπέρασμα ενισχύεται από το γεγονός ότι η συμφωνία σχετικά με τις λεπτομέρειες και το ύψος της δαπάνης της τελετής είχε λάβει χώρα την προηγουμένη ημέρα, ενώ, ως κατωτέρω εκτεθεί, ουδέποτε το Υπουργείο Πολιτισμού είχε εκδηλώσει κατά τρόπο δεσμευτικό την πρόθεσή του να αναλάβει το κόστος της τελετής του εκλιπόντος ηθοποιού.

Η τελετή της κηδείας πραγματοποιήθηκε στις 30.11.2010 στο ... Νεκροταφείο ..., και η οποία έλαβε χώρα ακριβώς με τον τρόπο, τον οποίον είχε συμφωνήσει προφορικώς ο εναγόμενος με τον υιό της εναγούσης, και η ενάγουσα εξέδωσε στο όνομα του εναγομένου την με αριθμό ...... απόδειξη παροχής υπηρεσιών, ποσού 8.310,50 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του αναλογούντος ΦΠΑ, την οποία, ωστόσο, δεν υπέγραψε ο εναγόμενος, διότι, ως προελέχθη, την προηγούμενη ημέρα της κηδείας του εκλιπόντος, είχε ανακοινώσει στην ενάγουσα ότι η κηδεία θα τελείτο δημοσία δαπάνη.

Η ενάγουσα μετά την τέλεση της κηδείας απευθύνθηκε στο ΥπουργεΙο Πολιτισμού, προκειμένου, και σύμφωνα με την ενημέρωση που είχε από τον εναγόμενο, να πληρωθεί τα έξοδα της τελετής, πλην όμως παρότι στην αρχή οι υπάλληλοι του Υπουργείου την προέτρεπαν, προφορικώς, να περιμένει, διότι αυτές οι διαδικασίες καθυστερούν, στην συνέχεια, μετά την παρέλευση τριών ετών περίπου και συγκεκριμένα περί τα τέλη του 2014, της δήλωσαν ότι το Υπουργείο Πολιτισμού δεν θα εξοφλούσε το τιμολόγιο, παράλληλα, δέ, η ενάγουσα καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα είχε τακτική επικοινωνία με τον εναγόμενο ενημερώνοντάς τον σχετικά με την στάση αυτή του Υπουργείου.

Εξάλλου, και ο ίδιος ο ενάγων, κατόπιν της ενημερώσεώς του από την ενάγουσα, είχε απευθυνθεί πολλές φορές για το ζήτημα αυτό στο εν λόγω Υπουργείο, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Κατόπιν της οριστικής αρνήσεως του Υπουργείου Πολιτισμού να αναλάβει τα έξοδα της κηδείας, ο υιός της ενάγουσας ενημέρωσε τον εναγόμενο ότι το Υπουργείο Πολιτισμού δεν ανέλαβε και δεν εξόφλησε το κόστος της τελετής ζητώντας του να εξοφλήσει ο ίδιος την οφειλή και στη συνέχεια λόγω της αρνήσεως του εναγομένου η ενάγουσα του απέστειλε την από 17.3.2015 εξώδικη όχληση.

η οποία του κοινοποιήθηκε στις 19.3.2015 ..., με την οποία του ζητούσε την εξόφληση του τιμολογίου εντός 10 ημερών από την παραλαβή αυτής, πλην όμως ο εναγόμενος εξακολούθησε να αρνείται την εξόφληση αυτού. Ο εναγόμενος αρνούμενος την αγωγή και προβάλλοντας σχετικό λόγο με την υπό κρίση έφεσή του, ισχυρίζεται ότι ουδέποτε συμφώνησε με την ενάγουσα για τις λεπτομέρειες της κηδείας, όσο και το κόστος της, καθώς την οργάνωση και το κόστος αυτής είχε αναλάβει το Υπουργείο Πολιτισμού, με το οποίο συμφώνησε η ενάγουσα για τις λεπτομέρειες της κηδείας και το κόστος της.

Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν κρίνεται πειστικός από το Δικαστήριο, διότι α) ως προελέχθη, η συμφωνία σχετικά με όλες τις λεπτομέρειες της τελετής και με το ακριβές ύψος των δαπανών αυτής (τελετής) είχαν συμφωνηθεί προφορικώς κατά την τηλεφωνική επικοινωνία του εναγομένου με τον υιό της εναγούσης 28.11.2010, δηλ.

μια ημέρα πριν την τηλεφωνική επικοινωνία ότι η τελετή θα γίνει δημοσία δαπάνη (29.11.2010), χωρίς ο εναγόμενος να εκφράσει καμία αντίρρηση και β) από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι το Υπουργείο Πολιτισμού, δια των νομίμων εκπροσώπων του, είχε αναλάβει ή είχε κατά τρόπο νομικώς δεσμευτικό ανακοινώσει προς τους συμβαλλομένους και ιδίως προς την ενάγουσα κατά τον χρόνο συνάψεως της επιδίκου συμβάσεως έργου, ήτοι την 28.10.2021, ότι η κηδεία του εκλιπόντος θα γινόταν δημοσία δαπάνη, καθ' ότι δεν προέκυψε ότι υπήρχε απόφαση του αρμοδίου οργάνου του, ούτε είχε ανακοινωθεί επίσημα δια των αρμοδίων φορέων του Υπουργείου ότι είχε αναληφθεί από αυτό η διεξαγωγή της τελετής με δαπάνες του και γ) από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν απεδείχθη πως οι συμβαλλόμενοι είχαν συμφωνήσει ότι μόνος υπόχρεος για την εξόφληση του τιμολογίου θα ήταν το Υπουργείο Πολιτισμού και ότι σε περίπτωση αρνήσεως ο εναγόμενος θα απαλλάσσετο της καταβολής της αμοιβής της εναγούσης.

Αναφορικά, δέ, με το θέμα της δημοσίας δαπάνης ο μάρτυρας του εναγόμενου κατέθεσε ότι έγινε ευρέως γνωστό ότι η κηδεία θα γινόταν δημοσία δαπάνη λόγω της προσφοράς του εκλιπόντος στον πολιτισμό και συγκεκριμένα στο σινεμά και το θέατρο, πλην όμως δεν γνώριζε αν αυτό είχε γνωστοποιηθεί επίσημα, δια των αρμοδίων φορέων του Υπουργείου και από ποιον.

Εξάλλου, ο ίδιος ο εναγόμενος είχε απευθυνθεί πολλές φορές στο Υπουργείο Πολιτισμού λόγω της αρνήσεως αυτού να εξοφλήσει το επίδικο τιμολόγιο, κατόπιν της σχετικής ενημερώσεώς του από την ενάγουσα, χωρίς όμως να βρει κανένα αρμόδιο πρόσωπο για το σχετικό θέμα. Εάν ο εναγόμενος είχε ενημερωθεί από το αρμόδιο όργανο του Υπουργείου Πολιτισμού ότι η κηδεία θα γινόταν δημοσία δαπάνη, τότε θα γνώριζε και το όργανο αυτό, τα στοιχεία του οποίου θα γνωστοποιούσε και στην ενάγουσα, ώστε αυτή να απευθυνθεί στο συγκεκριμένο πρόσωπο και να εξοφληθεί, πλην όμως ούτε ο εναγόμενος είχε συγκεκριμένη ενημέρωση ότι το Υπουργείο Πολιτισμού είχε αναλάβει δια του αρμοδίου οργάνου του την εξόφληση της δαπάνης στην συνέχεια αρνήθηκαν την εξόφληση του τιμολογίου, ούτε τέτοια δέσμευση απεδείχθη από το αποδεικτικό υλικό.

Με βάση τα ανωτέρω απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος τυγχάνει ο 1ος λόγος της ενδίκου εφέσεως ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρ. 173 και 200 Α.Κ., όσον αφορά την συμφωνία αναφορικά με τις λεπτομέρειες καθώς και το ύψος της δαπάνης της τελετής, αφού δεν απεδείχθη πως προσέφυγε στις διατάξεις αυτές για την ερμηνεία της δήλωσης των συμβληθέντων μερών, ούτε άλλωστε τούτο απαιτείτο, αφού δεν υπήρξε κανένα σημείο αυτής χρήζον ερμηνείας.

Μόνο, δέ, το γεγονός, αφ' εαυτού, ότι την επομένη της συμφωνίας, ήτοι την 29.11.2010, ο εναγόμενος επικοινώνησε με τον υιό της εναγούσης και του ανέφερε ότι η κηδεία θα τελείτο δημοσία δαπάνη, χωρίς η ενάγουσα να εκφέρει καμία αντίρρηση ή παρατήρηση, δεν είναι αρκετό να θεωρηθεί ότι σιωπηρώς είχε συναφθεί μεταξύ των συμβαλλομένων συμφωνία πως αποκλειστικός υπόχρεος για την κάλυψη της αμοιβής της εναγούσης θα ήταν το Υπουργείο Πολιτισμού και παράλληλα ο εναγόμενος θα απαλλάσσετο οιασδήποτε υποχρεώσεώς του, ούτε τέτοια σιωπηρή συμφωνία απεδείχθη από κανένα αποδεικτικό μέσο, ούτε άλλωστε δύναται να εξαχθεί με βάση τα άρθρ. 173, 200 και 288 Α.Κ..

Επιπλέον, το γεγονός ότι η ενάγουσα επί τρία έτη επεδίωξε την ικανοποίησή της από το Υπουργείο Πολιτισμού και όχι από ή και από τον εναγόμενο, επίσης, δεν άγει στο αποδεικτικό συμπέρασμα πως υπήρχε συμφωνία, αρχική ή επιγενόμενη, περί απαλλαγής του τελευταίου από την συμφωνηθείσα αμοιβή, ούτε άλλωστε δύναται να εξαχθεί τούτο με βάση τα άρθρ. 173, 200 και 288 Α.Κ., ως αβασίμως διατείνεται ο εκκαλών με την ένδικη έφεσή του, αλλ' αντιθέτως η συμπεριφορά της αυτή ήταν αποτέλεσμα των προφορικών διαβεβαιώσεων των υπαλλήλων του Υπουργείου Πολιτισμού ότι η δαπάνη τελικά θα καλυφθεί από το Υπουργείο σε συνδυασμό με τις στενές φιλικές και επαγγελματικές σχέσεις αυτής με τον εναγόμενο και την πρόθεσή της να μην τις διαρρήξει, όσο χρονικό διάστημα η ενάγουσα πίστευε πως θα ικανοποιηθεί από το Υπουργείο Πολιτισμού.

Περαιτέρω, ο εναγόμενος αρνείται τα επιμέρους κονδύλια της ανωτέρω αποδείξεως ισχυριζόμενος ότι αυτά είναι υπέρογκα και ότι δεν συμφώνησε για το ύψος τους, πλην όμως η εν λόγω άρνησή του είναι γενική και αντικρούεται από την κατάθεση του μάρτυρα της εναγούσης, η οποία κατάθεση δεν αναιρέθηκε από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο και προέρχεται από ιδία αντίληψη του μάρτυρος, ο οποίος κατέθεσε ότι το κόστος της κηδείας και τα επιμέρους κονδύλια είχαν συμφωνηθεί κατά τα ανωτέρω κατόπιν σχετικών εντολών του εναγομένου, επιπλέον, δέ, ο εναγόμενος ουδέποτε (μέχρι τον χρόνο αρνήσεως καταβολής της δαπάνης) προέβαλε καμία αντίρρηση αναφορικά με τις λεπτομέρειες ή το ύψος των κονδυλίων της τελετής, τα οποία ήταν σύμφωνα με όσα είχε ζητήσει ο εναγόμενος.

Ειδικότερα, ο εναγόμενος ισχυρίζεται πως κατά την επικοινωνία του με τον υιό της εναγούσης είχε συμφωνήσει η τελετή να λάβει χώρα στο κοιμητήριο της ..., όπου είναι η κατοικία του, και το ύψος της κηδείας να ανέλθει σε ποσό όχι μεγαλύτερο των 1.400 ευρώ, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού ο εναγόμενος επέλεξε η ταφή να γίνει στο ...

Νεκροταφείο, όπου μόνο τα δικαιώματα ταφής (στο ... Νεκροταφείο) ανήλθαν στο ποσό των 1.816,72 ευρώ.... Εξάλλου, εάν ήσαν βάσιμοι οι ισχυρισμοί αυτοί του εναγομένου, τότε μετ' απολύτου βεβαιότητος ο εναγόμενος θα είχε διαμαρτυρηθεί προς την ενάγουσα αναφορικά με το ύψος της αμοιβής της, ότι δεν ήταν η συμφωνηθείσα, αμέσως μόλις λάμβανε γνώση του ύψους της αμοιβής, ήτοι την ημέρα της τελετής (30.11.2011), και από τότε θα εξέφραζε την σταθερή άρνησή του να την εξοφλήσει.

Αντιθέτως, το ύψος της αμοιβής της εναγούσης διαμορφώθηκε από τις σχετικές εντολές του εναγομένου αναφορικά με το τι θα περιελάμβανε η τελετή καθώς και την επιλογή του κοιμητηρίου του ..., το οποίο κατά τα προλεχθέντα έχει πολύ υψηλότερα δικαιώματα ταφής, αντί του κοιμητηρίου της ..., όπου ήταν η κατοικία του, και ειδικότερα ο εναγόμενος επιθυμούσε η κηδεία του εκλιπόντος πατρός του να είναι η κατά το δυνατόν προσήκουσα στην προσωπικότητα και στην μακροχρόνια και σημαντική συνεισφορά του στον κινηματογράφο, το θέατρο και τον πολιτισμό εν γένει καθώς και στην συνακόλουθη δημοσιότητα της τελετής με την συμμετοχή επιφανών προσώπων των τεχνών και του δημοσίου βίου και του απλού κόσμου, ο οποίος θα επιθυμούσε να αποτίσει φόρο τιμής στον εκλιπόντα, καθώς και την κάλυψη της τελετής από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης...

Κατόπιν τούτων, ο σχετικός λόγος εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361 και 681 επ. ΑΚ αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, και είχε υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην τελευταία το ποσό των 8.310,50 ευρώ.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361 και 681 επ. ΑΚ και δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361 και 415 ΑΚ, αφού τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των άνω διατάξεων των άρθρων 361 και 681 επ.

ΑΚ και όχι αυτών των άρθρων 361 και 415 ΑΚ, δεδομένου ότι, ειδικότερα, σύμφωνα με τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, α) η αναιρεσίβλητη, η οποία διατηρεί γραφείο τελετών, δυνάμει προφορικής συμφωνίας που συνήψε με τον αναιρεσείοντα στις 28-10-2010, ανέλαβε την οργάνωση της τελετής της κηδείας του εκλιπόντος Γ.

Φ., πατέρα του αναιρεσιβλήτου, στο ... Νεκροταφείο ..., αντί συμφωνηθείσας αμοιβής, μαζί με το ΦΠΑ, 8.310,50 ευρώ, πράγματι δε αυτή εκτέλεσε και παρέδωσε προσηκόντως το συμφωνηθέν έργο, ήτοι την τέλεση της κηδείας του πατέρα του αναιρεσιβλήτου στο ..., και β) με τη γενομένη, την επόμενη ημέρα της κατάρτισης της συμφωνίας, ανακοίνωση του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη, ότι η τελετή θα γινόταν δημοσία δαπάνη, χωρίς η τελευταία να προβάλει κάποια αντίρρηση, δεν συνήφθη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εις βάρος τρίτου και δη του Ελληνικού Δημοσίου και, σε κάθε περίπτωση, δεν συμφώνησαν οι διάδικοι ότι μόνος υπόχρεος για την εξόφληση του τιμολογίου θα ήταν το Υπουργείο Πολιτισμού και ότι σε περίπτωση αρνήσεως ο εναγόμενος θα απαλλασσόταν της καταβολής της αμοιβής της ενάγουσας, με συνέπεια, βάσει αυτών των περιστατικών, εφόσον συνέτρεξαν οι νόμιμες προϋποθέσεις, δηλαδή η εκτέλεση και παράδοση από την αναιρεσίβλητη του συμφωνηθέντος έργου, να υποχρεούται ο αναιρεσείων να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη την πιο πάνω συμφωνηθείσα αμοιβή της, την οποία όμως αρνείται να καταβάλει, παρά την οριστική άρνηση του Υπουργείου να αναλάβει τα έξοδα της κηδείας και την από 17.3.2015 εξώδικη όχληση της αναιρεσίβλητης.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, αληθώς από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ και όχι τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο ... για ευθεία παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων του ΑΚ, ισχυριζόμενος ότι με βάση τις άνω παραδοχές συνήφθη σιωπηρά μεταξύ αυτού και της ενάγουσας σύμβαση εις βάρος τρίτου και συνεπώς η τελευταία είχε εις βάρος του μόνο την αξίωση αποζημίωσης εκ του άρθρου 415 ΑΚ, καθόσον με τη συνομολόγηση της σύμβασης εις βάρος τρίτου επήλθε τροποποίηση της σύμβασης έργου ως προς το κεφάλαιό της για την καταβολή της αμοιβής και αντικαταστάθηκε η ενοχή καταβολής εργολαβικής αμοιβής από τη σύμβαση έργου με την αποζημιωτική εγγυητική αξίωση του άρθρου 415 ΑΚ, είναι αβάσιμος.

Εξάλλου, από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, ως προς ότι συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω διατάξεων των άρθρων 361 και 681 επ. του ΑΚ, ώστε να δικαιολογείται η παραδοχή της ένδικης αγωγής ως προς το προαναφερόμενο αίτημά της.

Ειδικότερα, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις δέχεται το Εφετείο, α) ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε την 29.10.2010 σύμβαση έργου, δυνάμει της οποίας η ενάγουσα ανέλαβε όλη τη διαδικασία τέλεσης της κηδείας του θανόντος πατέρα του εναγομένου, β) ότι συμφωνήθηκε προφορικά και έγινε αποδεκτό από όλα τα συμβαλλόμενα μέρη να τελεσθεί η κηδεία στο ..., καθώς και το κόστος της τελετής, το οποίο καθορίσθηκε με βάση τις σχετικές λεπτομερείς οδηγίες του εναγομένου αναφορικά με κάθε στοιχείο της τελετής (επιλογή κοιμητηρίου, φερέτρου, ανθοστολισμού κλπ...), γ) ότι την επομένη ημέρα, δηλ.

την 29.11.2010, ο εναγόμενος επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον γιό της εναγούσης και του ανακοίνωσε ότι η τελετή θα γινόταν δημοσία δαπάνη, πλην όμως δεν συμφωνήθηκε, ούτε δημιουργήθηκε η εντύπωση σε κάποιον εκ των συμβαλλομένων, ακόμα και του ίδιου του εναγομένου, πως με την αναφορά αυτή, ότι δηλαδή η τελετή θα γινόταν δημοσία δαπάνη, μοναδικός υπόχρεος για την εξόφληση των δαπανών της κηδείας θα ήταν πλέον το Υπουργείο Πολιτισμού και ως εκ τούτου ο εναγόμενος θα απαλλασσόταν από κάθε υποχρέωση καταβολής της αμοιβής της ενάγουσας, σε περίπτωση μη εξοφλήσεως του ποσού αυτού από το Υπουργείο Πολιτισμού, δ) ότι σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής η τελετή της κηδείας πραγματοποιήθηκε στις 30.11.2010 στο ...

και έλαβε χώρα ακριβώς με τον τρόπο, τον οποίον είχε συμφωνήσει προφορικώς ο εναγόμενος με τον γιό της ενάγουσας, η οποία και εξέδωσε στο όνομα του εναγομένου την με αριθμό ...... απόδειξη παροχής υπηρεσιών, ποσού 8.310,50 ευρώ,, ε) ότι η ενάγουσα μετά την τέλεση της κηδείας απευθύνθηκε στο Υπουργείο Πολιτισμού, προκειμένου, και σύμφωνα με την ενημέρωση που είχε από τον εναγόμενο, να πληρωθεί τα έξοδα της τελετής, πλην όμως παρότι στην αρχή οι υπάλληλοι του Υπουργείου την προέτρεπαν, προφορικώς, να περιμένει, στην συνέχεια, μετά την παρέλευση τριών ετών περίπου και συγκεκριμένα περί τα τέλη του 2014, της δήλωσαν ότι το Υπουργείο Πολιτισμού δεν θα εξοφλούσε το τιμολόγιο, και στ) ότι, κατόπιν της οριστικής αρνήσεως του Υπουργείου Πολιτισμού να αναλάβει τα έξοδα της κηδείας, η ενάγουσα απέστειλε στον εναγόμενο την από 17.3.2015 εξώδικη όχληση, με την οποία του ζητούσε την εξόφληση του τιμολογίου εντός 10 ημερών από την παραλαβή αυτής, πλην όμως ο εναγόμενος αρνείται την εξόφληση αυτού.

Δεν ήταν δε αναγκαία η παράθεση και άλλων περιστατικών και δη δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρονται αναλυτικά οι επί μέρους εργασίες, το κόστος αυτών, η τιμή πώλησης κινητών, οι δαπάνες και τα κονδύλια της κηδείας, αφού ρητά γίνεται δεκτό ότι η συνολική αμοιβή της ενάγουσας συμφωνήθηκε κατ' αποκοπήν στο άνω ποσό.

Καμία δε αντίφαση δεν υπάρχει μεταξύ της αρχικής αναφοράς στο συμφωνηθέν συνολικό ποσό των 8.300 ευρώ και στο επιδικασθέν ποσό των 8.310,50 ευρώ, προεχόντως διότι η αναφορά του ποσού των 8.300 ευρώ οφείλεται σε προφανή παραδρομή του Δικαστηρίου, αφού στην αρχή της απόφασης ρητά αναφέρεται ότι το συμφωνηθέν κόστος της κηδείας ανερχόταν στο ποσό των 8.310,50 ευρώ, και, σε κάθε περίπτωση, ρητά αναφέρεται ότι η ενάγουσα εξέδωσε στο όνομα του εναγομένου την με αριθμό ......

απόδειξη παροχής υπηρεσιών, ποσού 8.310,50 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του αναλογούντος ΦΠΑ και ότι ο εναγόμενος ουδέποτε (μέχρι τον χρόνο αρνήσεως καταβολής της δαπάνης) προέβαλε αντίρρηση αναφορικά με τις λεπτομέρειες ή το ύψος των κονδυλίων της τελετής, τα οποία ήταν σύμφωνα με όσα είχε ζητήσει.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, αληθώς από τον αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ και όχι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ (αντίστοιχο του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997). Επομένως, "πράγματα" κατά την έννοια αυτή, αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (ΑΠ 1514/2018, ΑΠ 1781/2017), όπως και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 25/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγο αναιρέσεως, αληθώς από τον αριθ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ και όχι από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), προβάλλει την αιτίαση, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο ..., επιδικάζοντας στην αντίδικό του το ποσό των 8.310,50 ευρώ ως αποζημίωση του άρθρου 415 ΑΚ, παρά το νόμο έλαβε υπόψη τη νομική βάση της αποζημίωσης λόγω σύμβασης εις βάρος τρίτου, ενώ η αγωγή στηρίζονταν μόνο στην αξίωση από εργολαβική σύμβαση.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος, καθόσον, από τις ως άνω εκτενώς αναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης, σαφώς συνάγεται ότι το ποσό των 8.310,50 ευρώ επιδικάσθηκε στην ενάγουσα ως αμοιβή της από την καταρτισθείσα μεταξύ αυτής και του εναγομένου σύμβαση έργου, στην οποία και στηρίζονταν η ένδικη αγωγή και όχι ως αποζημίωση με βάση τη διάταξη του άρθρου 415 ΑΚ, αφού, αντιθέτως, ρητά γίνεται δεκτό ότι δεν είχε συναφθεί μεταξύ των συμβαλλομένων σιωπηρώς συμφωνία πως αποκλειστικός υπόχρεος για την κάλυψη της αμοιβής της ενάγουσας θα ήταν το Υπουργείο Πολιτισμού και παράλληλα ο εναγόμενος θα απαλλάσσονταν οιασδήποτε υποχρεώσεώς του.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Οι εν λόγω ερμηνευτικοί κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στην σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς την δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων.

Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται ρητά στην απόφαση είτε να προκύπτει έμμεσα από αυτήν, γεγονός που συμβαίνει όταν, καίτοι δεν γίνεται ρητή αναφορά για διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας ή ακόμη περιέχεται ρητή αναφορά ότι δεν υπάρχει κενό ή αμφιβολία, το δικαστήριο προχωρεί σε ερμηνεία της συμβάσεως, από την οποία ερμηνεία αποκαλύπτεται ότι αυτό αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία ως προς την δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων που το υποχρέωσαν να προβεί στην ερμηνευτική αναζήτησή της.

Οι προαναφερόμενες διατάξεις παραβιάζονται, όταν το δικαστήριο, παρά την άμεση ή έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας ως προς την έννοια δικαιοπρακτικής δηλώσεως, δεν προσφεύγει σ` αυτές, για να αναζητήσει και να διαπιστώσει την αληθινή έννοιά της ή για να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μέσω της ερμηνείας κατέληξε, δεν συμφωνεί με τα κριτήρια της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών (Ολ.ΑΠ 26/2004, ΑΠ 912/2021, ΑΠ 898/2019).

Οι ίδιοι ως άνω κανόνες παραβιάζονται και εκ πλαγίου, με την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και άρα είναι αναιρετέα κατά τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΑΠ 84/2020).

Όταν όμως η δηλωθείσα βούληση είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπεται αμφιβολία για το περιεχόμενό της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 1597/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τους αρ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας τον πρώτο λόγο της έφεσής του, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καθόσον, παρά το ότι δέχθηκε ότι δεν υπάρχει σημείο χρήζον ερμηνείας της σύμβασης που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και της ενάγουσας, ως προς τη μη ύπαρξη συμφωνίας απαλλαγής του από την αμοιβή της ενάγουσας, κατέφυγε τελικά σ' αυτούς για την ανεύρεση της πραγματικής βούλησης των μερών, λαμβάνοντας υπόψη και τα συμφέροντα των μερών, για να καταλήξει στο πόρισμα ότι δεν απεδείχθη πως οι συμβαλλόμενοι είχαν συμφωνήσει ότι μόνος υπόχρεος για την εξόφληση του τιμολογίου θα ήταν το Υπουργείο Πολιτισμού και ότι σε περίπτωση αρνήσεως ο εναγόμενος θα απαλλάσσετο της καταβολής της αμοιβής της ενάγουσας, δεχόμενο έτσι έμμεσα την ύπαρξη κενού στη δικαιοπραξία αναφορικά με το ποιος θα ήταν υπόχρεος στην καταβολή της εργολαβικής αμοιβής, ιδίως στην περίπτωση που δεν πλήρωνε το Δημόσιο.

Ωστόσο, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, οι παραδοχές της οποίας έχουν ήδη εκτενώς αναπτυχθεί, δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων για το απαιτητό και ληξιπρόθεσμο της επίδικης αμοιβής της αναιρεσίβλητης και συνακόλουθα δεν προέβη σε ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των διαδίκων.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε σαφώς, όπως προαναφέρθηκε, α) ότι η συμφωνία σχετικά με όλες τις λεπτομέρειες της τελετής και με το ακριβές ύψος των δαπανών αυτής (τελετής) είχε καταρτιστεί προφορικώς κατά την τηλεφωνική επικοινωνία του εναγομένου με τον γιό της ενάγουσας την 28.11.2010, δηλαδή μια ημέρα πριν την τηλεφωνική επικοινωνία ότι η τελετή θα γίνει δημοσία δαπάνη (29.11.2010), χωρίς ο εναγόμενος να εκφράσει καμία αντίρρηση, β) ότι την επομένη ημέρα, δηλ.

την 29.11.2010, ο εναγόμενος επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον γιό της ενάγουσας και του ανακοίνωσε ότι η τελετή θα γινόταν δημοσία δαπάνη, και γ) από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι συμφωνήθηκε ή ότι δημιουργήθηκε η εντύπωση σε κάποιον εκ των συμβαλλομένων, ακόμα και του ίδιου του εναγομένου, πως με την αναφορά αυτή, ότι η τελετή θα γινόταν δημοσία δαπάνη, μοναδικός υπόχρεος για την εξόφληση των δαπανών της κηδείας θα ήταν πλέον το Υπουργείο Πολιτισμού και ως εκ τούτου ο εναγόμενος θα απαλλασσόταν από κάθε υποχρέωση καταβολής της αμοιβής της ενάγουσας, σε περίπτωση μη εξοφλήσεως του ποσού αυτού από το Υπουργείο Πολιτισμού.

Ούτε, τέλος, διαπίστωσε το Εφετείο, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας όσον αφορά το ληξιπρόθεσμο και απαιτητό της επίδικης από τη μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσας σύμβασης έργου εργολαβικής αξίωσης της ενάγουσας, πολύ περισσότερο δε ως προς την επικαλούμενη συμφωνία απαλλαγής του εναγομένου, αφού δεν δέχθηκε ότι έλαβε χώρα έστω και σιωπηρά τέτοια συμφωνία και, ως εκ τούτου, δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τις διατάξεις των οποίων έτσι δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με τη μη εφαρμογή τους.

Επομένως, ο προκείμενος δεύτερος λόγος αναιρέσεως, αληθώς από τους αριθ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ και όχι από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 10/2012). Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ` αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 16/2016, Ολ.ΑΠ 7/2002, Ολ.ΑΠ 8/2001).

Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 711/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο ..., με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος και δη ως προς την προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, τα εξής: "Τέλος, όσον αφορά τον ισχυρισμό του εκκαλούντος, ότι η υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε καταχρηστικά καθ' υπέρβαση των ορίων που διαγράφει το άρ. 281 Α.Κ.

λεκτέα τα ακόλουθα. Κατά την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. ....

Εν προκειμένω, o εν λόγω ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθ' ότι η ενάγουσα αφ' ενός άσκησε νόμιμο δικαίωμα της να αναζητήσει την αμοιβή της για τις υπηρεσίες που παρείχε, ήτοι από την καταρτισθείσα μεταξύ τους σύμβαση έργου, την οποία εκτέλεσε χωρίς πλημμέλειες στο σύνολό της κατ' άρ. 681 Α.Κ., και αφ' ετέρου ούτε αδράνησε, καθ' όσον η ίδια, σύμφωνα με την ενημέρωση που είχε από τον εναγόμενο ότι η κηδεία ήταν δημοσία δαπάνη, προσπαθούσε αμέσως και με επανειλημμένες προσπάθειές της μετά την κηδεία να πληρωθεί από το Υπουργείο Πολιτισμού και μόνο όταν μετά την πάροδο τριών ετών περίπου της απάντησαν ότι τελικώς δεν θα πληρωνόταν από το Υπουργείο, τότε απευθύνθηκε στον εναγόμενο, τον ενημέρωσε ότι δεν έχει πληρωθεί και του ζήτησε την εξόφληση του τιμολογίου, ούτε, όμως, παρήλθε τόσο μακρύ χρονικό διάστημα, ώστε να δημιουργηθεί στον εναγόμενο η πεποίθηση ότι η ενάγουσα δεν θα προβεί στην άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων της, λαμβανομένου υπ' όψιν ότι ο εναγόμενος από την τακτική επικοινωνία που είχε με τον υιό της εναγούσης αλλά και από τις δικές του ενέργειες γνώριζε ότι το Υπουργείο Πολιτισμού δεν προέβαινε στην εξόφληση του ενδίκου τιμολογίου και κατ' ακολουθίαν ο ίδιος θα καλείτο να το εξοφλήσει, δοθέντος ότι ουδέποτε υπήρξε συμφωνία να απαλλαγεί σε περίπτωση αρνήσεως του Υπουργείου κατά τα προλεχθέντα, ούτε η παρέλευση του χρονικού διαστήματος των τριών ετών σε συνδυασμό με τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά έχουν αποδυναμώσει την αξίωση της εναγομένης να αξιώσει την αμοιβή της.

Επιπλέον, ο λόγος της μη καταβολής της δαπάνης εκ μέρους του Υπουργείου οφείλετο σε ουσιαστική εκτίμηση των αρμοδίων οργάνων αυτού και όχι σε οιαδήποτε συμπεριφορά ή παράλειψη της εναγούσης, όπως ότι η ενάγουσα καθ' όλο το χρονικό διάστημα αυτό επέδειξε ολιγωρία και απευθύνθηκε σε καθ' ύλην αναρμοδίους υπαλλήλους, ως αβασίμως υποστηρίζει ο εναγόμενος.

Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, ούτε ο εναγόμενος γνώριζε μετά βεβαιότητας ότι το Υπουργείο Πολιτισμού είχε αποφασίσει δια του αρμοδίου οργάνου του να αναλάβει τη δαπάνη της τελετής και κατ' ακολουθίαν δεν μπορούσε να έχει υποδείξει στην ενάγουσα τον αρμόδιο υπάλληλο να υποβάλει το αίτημα για την κάλυψη των εξόδων της κηδείας, ούτε απεδείχθη ότι το Υπουργείο Πολιτισμού είχε κατά τρόπο δεσμευτικό εκφράσει την βούλησή του να αναλάβει τις δαπάνες της κηδείας, ούτε, πάντως, απεδείχθη από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι αιτία της μη πληρωμής της εναγούσης από το Υπουργείο Πολιτισμού, υπήρξε η συμπεριφορά της εναγούσης, απορριπτομένων των προβαλλομένων ισχυρισμών του εκκαλούντος.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε τα ίδια δεν έσφαλε, αλλ' ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις.". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, το Εφετείο απέρριψε την προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης ως ουσία αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, ως προς το ζήτημα της προβληθείσας από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, αφού με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως του άρθρου 281 του ΑΚ, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η ενάγουσα αφενός άσκησε νόμιμο δικαίωμά της να αναζητήσει την αμοιβή της από την καταρτισθείσα σύμβαση έργου, την οποία εκτέλεσε χωρίς πλημμέλειες στο σύνολό της και αφετέρου ούτε αδράνησε, καθόσον η ίδια προσπαθούσε αμέσως και με επανειλημμένες προσπάθειές της μετά την κηδεία να πληρωθεί από το Υπουργείο Πολιτισμού και μόνο όταν μετά την πάροδο τριών ετών περίπου της απάντησαν ότι τελικώς δεν θα πληρωνόταν από το Υπουργείο, τότε απευθύνθηκε στον εναγόμενο, τον ενημέρωσε ότι δεν έχει πληρωθεί και του ζήτησε την εξόφληση του τιμολογίου, ούτε, όμως, παρήλθε τόσο μακρύ χρονικό διάστημα, ώστε να δημιουργηθεί στον εναγόμενο η πεποίθηση ότι δεν θα προβεί αυτή στην άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων της, και, ως εκ τούτου, έκρινε ότι είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη η προταθείσα από αυτόν ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο τέταρτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, αληθώς από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ και όχι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη την έλλειψη νόμιμης βάσης, ως προς την απόρριψη της προβληθείσας από αυτόν ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών.

Κατ` ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις με τις οποίες υποβάλλει σχετικό αίτημα, σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24 Ιανουαρίου 2022 αίτηση του Π. Φ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 11032/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Φεβρουαρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ