Legislator Case Law & Legislation
315/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court for admitting inadmissible new facts altering the case subject matter.

Case Number 315/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court of Piraeus, which had partially accepted the claim. The appellant argued that the lower court improperly admitted new facts regarding the ship's captain's authority to sign fuel delivery notes, which were not part of the original case file. The court ruled that introducing these new facts constituted an impermissible alteration of the case subject matter under Article 224 of the Code of Civil Procedure, resulting in a procedural error. Consequently, the appeal was granted, the case was remitted to the First Instance Court for retrial, and the respondent was ordered to pay the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 224, 559 of the Code of Civil Procedure; The introduction of new facts that alter the historical basis of the case constitutes an impermissible addition, rendering the lower court's decision voidable for procedural error.

Keywords

AI generated
alteration of case subject matter admissibility of new facts procedural error in civil litigation improper addition of evidence remittal for retrial

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 569 of the Code of Civil Procedure
Article 224 of the Code of Civil Procedure
Articles 211 et seq. of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 315 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 315/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα, Αναστασία Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "LIQUID PETROLEUM GAZ SHIPPING CO S.A.", που εδρεύει στην Δημοκρατία του Παναμά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ιατρίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΚΑΥΣΙΜΩΝ & ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΩΝ & ΕΦΟΠΛΙΣΤΙΚΩΝ & ΝΑΥΠΗΓΙΚΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΕΤΕΚΑ Α.Ε.", που εδρεύει στο Πέραμα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ζούρο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-02-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 280/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 148/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-04-2018 αίτησή της και τους από 19-03-2019 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[Ι] Με την κρινόμενη από 20-04-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 148/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, το οποίο δικάζοντας την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 280/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που είχε απορρίψει την από 20-02-2015 αγωγή της τελευταίας, έκανε δεκτή την έφεση αυτής, εξαφάνισε την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση και κρατώντας την υπόθεση έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή για το ποσό των 233.146 δολαρίων ΗΠΑ, με το συμβατικό τόκο υπερημερίας 2% μηνιαίως από 07-12-2014. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

[ΙΙ] Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ.2 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και ως προς εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους. Επίσης, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 569, 568 παρ. 3 και 571 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, ως χρόνος συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, πριν από τον οποίο πρέπει να ασκηθούν οι πρόσθετοι λόγοι, θεωρείται η δικάσιμος που αρχικά ορίσθηκε (ΚΠολΔ 568 παρ.2) και όχι η τυχόν μεταγενέστερη δικάσιμος, που ορίζεται ύστερα από ματαίωση ή αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης (ΚΠολΔ 575). Γι' αυτό, αν δεν τηρηθεί η ως άνω θεσπισμένη προθεσμία ως προς την κατάθεση και την επίδοση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, αυτοί απορρίπτονται ως απαράδεκτοι, για έλλειψη προδικασίας (Ολ ΑΠ 143/1984, ΑΠ 1122/2019, ΑΠ 1674/2018, ΑΠ 1458/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι, ενώ στο δικόγραφο της υπό κρίση από 20-04-2018 αίτησης αναίρεσης ορίστηκε κατά τις επιταγές του άρθρου 568 παρ. 2, 3 και 4 του ΚΠολΔ δικάσιμος προς εκδίκασή της η 18-02-2019 και μετ' αναβολή από το πινάκιο η αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος, οι από 19-03-2019 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης κατατέθηκαν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου την 01-04-2019, ήτοι εκπρόθεσμα σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, δηλαδή μετά την ορισθείσα αρχική δικάσιμο της εν λόγω αίτησης αναίρεσης (18-02-2019) και όχι τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη αρχική συζήτησή της και με κοινοποίηση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων πριν από την ίδια προθεσμία στην αναιρεσίβλητη. Επομένως, πρέπει οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου.

[ΙΙΙ] Aπό τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ συνάγεται ότι για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία, πρέπει αυτή να έχει συναφθεί είτε από το όργανο που το διοικεί, το οποίο να ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του, κατά τους όρους της συστατικής πράξης ή του καταστατικού του, είτε από φυσικό πρόσωπο στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο. Δικαιοπραξία που έχει καταρτιστεί επ' ονόματι νομικού προσώπου από φυσικό πρόσωπο, το οποίο δεν έχει εξουσία εκπροσώπησής του, δεν το δεσμεύει. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι επί αγωγής κατά νομικού προσώπου, η οποία έχει ως αντικείμενο την εκπλήρωση ανειλημμένης με σύμβαση υποχρέωσής του, ο ενάγων δεν υποχρεούται ν' αναφέρει στην αγωγή του το όνομα του φυσικού προσώπου, το οποίο το εκπροσώπησε κατά τη σύναψη της σύμβασης, μόνο δε σε περίπτωση αμφισβήτησης από το εναγόμενο νομικό πρόσωπο του κύρους αυτής, πρέπει ο ενάγων, συμπληρώνοντας παραδεκτώς την αγωγή με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτόδικης συζήτησης, να προτείνει και ακολούθως να αποδείξει τη συνδρομή των στοιχείων επί των οποίων θεμελιώνεται η αντιπροσωπευτική εξουσία του ενεργήσαντος αντιπροσώπου του, νομίμου ή εκούσιου (ΑΠ 630/2019, ΑΠ 1552/2018, ΑΠ 682/2015, AΠ 2064/2014, ΑΠ 1187/2000).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 211, 216, 217, 218, 222, 223 και 361 ΑΚ συνάγεται ότι η πληρεξουσιότητα αποτελεί δικαιοπραξία, που έχει ως αποτέλεσμα την παροχή από τον αντιπροσωπευόμενο σε τρίτο, δηλαδή τον πληρεξούσιο, της εξουσίας αντιπροσώπευσής του και ότι, όταν δοθεί πληρεξουσιότητα για χρόνο αόριστο, η εξουσία αντιπροσώπευσης διατηρείται μέχρι να συμβεί κάποιο γεγονός καταλυτικό της σχέσης μεταξύ αντιπροσωπευομένου και πληρεξουσίου, όπως είναι η ανάκληση ή η παύση της πληρεξουσιότητας.

Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 221 και 224 του ΑΚ προκύπτει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, μολονότι δεν υπάρχει πληρεξουσιότητα, εν τούτοις κρίνεται άξια προστασίας η εμπιστοσύνη του τρίτου στην ύπαρξή της. Με βάση τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 173, 200, 281 ΑΚ, καθώς και την αρχή της εμπιστοσύνης, διαπλάσθηκε η έννοια της "φαινομένης" πληρεξουσιότητας.

Πρόκειται για την περίπτωση που ο αντιπροσωπευόμενος, δεν παρέσχε μεν πληρεξουσιότητα ή την είχε παράσχει μεν κατά το παρελθόν, στη συνέχεια όμως την ανακάλεσε και ούτε ανέχθηκε, ούτε γνώριζε τη συμπεριφορά του φερόμενου "αντιπροσώπου" του, όμως θα μπορούσε να την γνωρίζει και να την είχε εμποδίσει, αν επεδείκνυε την επιβαλλόμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, ενώ από την άλλη πλευρά, ο συναλλαχθείς τρίτος δικαιούται, με βάση την καλή πίστη και τις αντιλήψεις των συναλλαγών, να πιστέψει ευλόγως, ότι στον εμφανιζόμενο ως αντιπρόσωπο, έχει παρασχεθεί πληρεξουσιότητα.

Προς τούτο όμως απαιτείται διαρκής ή επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά του φερόμενου "αντιπροσώπου" και καλή πίστη στο πρόσωπο του συναλλαγέντος τρίτου. Ο τελευταίος δε δεν προστατεύεται, αν γνώριζε την έλλειψη της πληρεξουσιότητας ή την αγνοούσε συνεπεία αμελείας. Εφόσον συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, καταλογίζεται στον "αντιπροσωπευόμενο", ότι με τη συμπεριφορά του δημιούργησε στους τρίτους την εύλογη πεποίθηση για την ύπαρξη πληρεξουσιότητας και, αν πρόκειται για σύμβαση, αυτή θεωρείται καταρτισθείσα, μέσω του "κατά φαινόμενο πληρεξουσίου", ο συναλλαχθείς δε τρίτος, έχει στην περίπτωση αυτή κατά του αντιπροσωπευόμενου, τις αξιώσεις που πηγάζουν από τέτοια σύμβαση.

Mε βάση τα παραπάνω συνάγεται ότι σιωπηρή (ή φαινομένη) είναι η πληρεξουσιότητα, η οποία συνάγεται από την έννομη σχέση που συνδέει τον εξουσιοδοτούντα και τον πληρεξούσιο είτε από τη συμπεριφορά του εξουσιοδοτούντος που δημιουργεί στους τρίτους την εύλογη πεποίθηση ότι έχει χορηγήσει σε κάποιον πληρεξουσιότητα (ΑΠ 776/2013, ΑΠ 554/2013, ΑΠ 1509/2011, ΑΠ 639/2004).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111, 216 παρ. 1, 224, 335, 337, 338 και 559 αρ. 1 και 8 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που επικαλούνται και αποδεικνύουν οι διάδικοι, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος ή υποχρέωσης).

Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α' ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Επίσης, κατά πάγια νομολογία, βάσει των άρθρων 224 και 236 ΚΠολΔ, ο ενάγων μπορεί με τις προτάσεις να θεραπεύσει την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, αλλά όχι και τη νομική αοριστία αυτής, η οποία υπάρχει όταν δεν περιέχεται στην αγωγή το βασικό περιστατικό που απαιτείται για τη νομική θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή της αγωγικής υποχρέωσης ή έννομης σχέσης.

Επιπλέον, η απαγόρευση, κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔ, της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής αναφέρεται μόνο σε ουσιώδες πραγματικό περιστατικό της ιστορικής βάσης της αγωγής, δηλαδή σε περιστατικό το οποίο, μόνο του ή από κοινού με άλλα, στηρίζει το αγωγικό αίτημα. Έτσι, είναι απαράδεκτη η υποκατάσταση ή η προσθήκη με τις προτάσεις νέων ουσιωδών γεγονότων (οψιγενών ή μη), τα οποία συνιστούν προϋπόθεση, χωρίς τη συνδρομή της οποίας θα ήταν αδύνατη η γένεση της διαγνωστέας έννομης σχέσης ή συνέπειας ή τα οποία μπορούν μόνο αυτά να θεμελιώσουν νέα αγωγή.

Αντίθετα, δεν συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής η συγκεκριμενοποίηση αόριστης νομικής έννοιας (όπως η αμέλεια, ο δόλος κλπ.) από τον ενάγοντα με τις προτάσεις του ή από το δικαστήριο με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν τη σχετική αόριστη νομική έννοια, ούτε η επίκληση από τον ενάγοντα και η παραδοχή από το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του και νέων γεγονότων, τα οποία διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αίτιας και δεν αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής.

Ακόμη, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 525 παρ. 2 και 526 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι αντικείμενο της πολιτικής δίκης και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας είναι η δικονομική αξίωση που έχει υποβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εκφράζεται με αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας για την προβαλλόμενη ιστορική αιτία, με απόφαση του δικαστηρίου σύμφωνη προς το υποβαλλόμενο αίτημα. Η έφεση δεν δημιουργεί νέο αντικείμενο της δίκης, αλλά αποτελεί, ανάλογα με το εάν η πρωτοβάθμια απόφαση ήταν δυσμενής ή ευνοϊκή για όποιον ζήτησε τη δικαστική προστασία, μέσο τελικής επίτευξης ή ματαίωσης της ικανοποίησης της δικανικής πιο πάνω αξίωσης με την υποβολή της σε νέα, δευτεροβάθμια, δικαστική κρίση (ΟλΑΠ 2/1994, ΑΠ 1867/2017, ΑΠ 314/2015, ΑΠ 1087/2014, ΑΠ 821/2010).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όχι μόνον όταν τα πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο της ουσίας τα έλαβε υπόψη, δεν προτάθηκαν σ' αυτό από τον αναιρεσίβλητο, αλλά και όταν προτάθηκαν μεν, αλλά απαραδέκτως, όπως στην περίπτωση της μη παραδεκτής μεταβολής της αγωγικής βάσης ή λήψης υπόψη γεγονότων μη περιεχομένων στην αγωγή ή πρότασης νέων ισχυρισμών, κατά παράβαση του άρθρου 526 ΚΠολΔ ή χωρίς τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ (ΑΠ 1867/2017, ΑΠ 394/2011, ΑΠ 130/2004, ΑΠ 1712/1991).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 8 άλλως 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι, παρά το ότι στην ένδικη αγωγή αναφέρεται ότι η ευθύνη της αναιρεσείουσας (εναγομένης) εδράζεται αποκλειστικά και μόνο στην υπογραφή των επίδικων δελτίων αποστολής καυσίμων από τον πλοίαρχο του πλοίου, ο οποίος και εκπροσωπεί νόμιμα την πρώτη, η εν λόγω απόφαση δέχθηκε ότι τα ως άνω δελτία υπεγράφησαν από τον Α' μηχανικό του πλοίου αυτής (αναιρεσείουσας) και ότι η ευθύνη της θεμελιώνεται στην αντιπροσώπευσή της απ' αυτόν, δηλαδή στις διατάξεις περί αντιπροσώπευσης του ΑΚ, ενώ τέτοιος ισχυρισμός δεν περιλαμβάνεται στην αγωγή της αναιρεσίβλητης, η οποία για πρώτη φορά με την προσθήκη των προτάσεών της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ανέφερε ότι η ευθύνη της στηρίζεται στην αντιπροσώπευσή της από τον Α' μηχανικό, λόγω της υπογραφής των επίδικων δελτίων αποστολής απ' αυτόν. Επίσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο εν λόγω ισχυρισμός, ο οποίος συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής κατ' άρθρ. 224 ΚΠολΔ, αποτέλεσε το δεύτερο λόγο της έφεσης της αναιρεσίβλητης και έγινε δεκτός από το Εφετείο κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 526 ΚΠολΔ.

Από την παραδεκτή δε επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι με αυτήν η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε τα εξής:

«| Ούτως, σε εκτέλεση των συμφωνηθέντων, η εταιρεία μας προέβη την 27η Οκτωβρίου στην παράδοση τετρακοσίων χιλιάδων (440.000) κιλών καυσίμων τύπου IFO 380 CST και τριάντα δύο χιλιάδων εκατόν είκοσι (32.120) κιλών καυσίμων τύπου Marine Gasoil 0,1% στο πλοίο, ενόσω αυτό βρισκόταν στην ράδα του λιμένα …, δια του δεξαμενόπλοιου "…", εκδοθέντων σχετικώς των οικείων υπ' αριθμ. ... /26.10.2014 και ... /26.10.2014 Δελτίων Αποστολής της εταιρείας μας, το οποίο υπέγραψε και σφράγισε με τη σφραγίδα του Πλοίου ο πλοίαρχος αυτού, ως εκ του Νόμου εκπρόσωπος της ήδη εναγομένης πλοιοκτήτριας...Όπως ήδη ελέχθη, κατά την παράδοση των καυσίμων στο πλοίο, η εναγομένη, νόμιμα εκπροσωπούμενη από τον πλοίαρχο του πλοίου, αποδέχθηκε πλήρως, δια της συνυπογραφής των οικείων υπ' αριθμ. ... /26.10.2014 και ... /26.10.2014 Δελτίων Αποστολής, τους όρους πώλησης που αναφέρθηκαν στην πίσω σελίδα αυτού, σύμφωνα με τους οποίους "από κοινούς και μεμονωμένα" υπεύθυνοι για την πληρωμή του τιμήματος πώλησης των παραδοθέντων καυσίμων είναι οι πλοιοκτήτες του πλοίου.

Επομένως, έννομη συνέπεια της συνυπογραφής από την εναγομένη των υπ' αριθμούς ... /26.10.2014 και ... /26.10.2014 Δελτίων Αποστολής ήταν η ίδρυση αυτοτελούς, εις ολόκληρον με εκείνην της αντισυμβαλλομένης μας "Power Oil S.A." συμβατικής υποχρέωσης της εναγομένης να καταβάλει προς εμάς το τίμημα των πωληθέντων καυσίμων, ήτοι της αξίας του σχετικώς εκδοθέντος υπ' αριθμ. ... /30.10.2014 Τιμολογίου της εταιρείας μας|».

Επίσης, ως προς το ζήτημα αυτό το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα:

«| Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι σε εκπλήρωση της σχετικής υποχρέωσής της από την ως άνω σύμβαση πώλησης, η ενάγουσα παρέδωσε στο ένδικο πλοίο, ενόσω αυτό βρισκόταν στην ράδα του λιμένα …, τις παραγγελθείσες ποσότητες καυσίμων και συγκεκριμένα 440.000 κιλά και 32.120 κιλά αντιστοίχως, με την φορτηγίδα "…", που παραλήφθηκαν από τον Πλοίαρχο, μέσω του αρμοδίου προς τούτο Α' Μηχανικού του πλοίου αυτού, ο οποίος υπέγραψε τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα από την ενάγουσα υπ' αριθμ. ... /25.10.2014 και ... /26.10.2014 Δελτία Αποστολής, που περιλαμβάνουν με κεφαλαία γράμματα ρητή και ανεπιφύλακτη δήλωση διατυπωμένη τόσο στην ελληνική όσο και στην αγγλική γλώσσα περί αποδοχής των αναγραφομένων στην πίσω όψη τούτων όρων πώλησης, μεταξύ των οποίων ότι "οι πλοιοκτήτες και/ή οι διαχειριστές και/ή οι ναυλωτές είναι από κοινού και μεμονωμένα υπεύθυνοι για την πληρωμή των καυσίμων, που παραδόθηκαν με το παρόν και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση του τιμολογίου τα καύσιμα παραμένουν περιουσιακό στοιχείο του προμηθευτή", θέτοντας επ' αυτών την έντυπη σφραγίδα του πλοίου και την υπογραφή του, ομοίως και επί του από 27-10-2014 Δελτίου Παράδοσης Καυσίμων στην οικεία θέση "Υπογραφή από τον Αντιπρόσωπο του πλοίου", που προσκομίζεται από την ενάγουσα, ενεργώντας έτσι έκδηλα στο όνομα και για λογαριασμό της εναγομένης πλοιοκτήτριας, ως άμεσος αντιπρόσωπός της, χωρίς να διατυπώσει οποιαδήποτε επιφύλαξη ή δήλωση περί του αντιθέτου.

Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι η υπογραφή των επίμαχων δελτίων αποστολής από τον Α' μηχανικό δεν την δεσμεύει, υποστηρίζοντας ότι η σχετική εξουσιοδότηση προς αυτόν, κατά την πάγια εντολή της, περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στην διαπίστωση της ποσότητας και ποιότητας των καυσίμων, καθόσον τούτο αφορά τις εσωτερικές σχέσεις της με τους προστηθέντες της και δεν κατέστη γνωστό στην ενάγουσα, ούτε μπορούσε να διαγνωστεί από τις περιστάσεις, εφόσον ο υπογράφων τα συγκεκριμένα δελτία αποστολής, όπως και το δελτίο παράδοσης των καυσίμων, που όπως ευχερώς διαπιστώνεται από την αντιπαραβολή τους υπογράφηκαν από το ίδιο πρόσωπο, ελλείψει άλλων πρόσφορων συγκριτικών στοιχείων, εμφανίστηκε, ως αντιπρόσωπος του πλοίου, ενεργώντας στο όνομα και για λογαριασμό της εναγομένης και δεν κατέστησε σαφές, ούτε μπορούσε να συναχθεί τυχόν περιορισμός της αντιπροσωπευτικής του εξουσίας, δεδομένου ότι στην περίπτωση που ο πλοίαρχος και τα μέλη του πληρώματος λειτουργούν, ως αντιπρόσωποι του πλοιοκτήτη, η παραλαβή από αυτούς των καυσίμων με ανεπιφύλακτη μάλιστα ρητή δήλωση αποδοχής των όρων πώλησης τους, ιδίως των αναγραφομένων επί των παραδοτέων οικείων παραστατικών, δεσμεύει τον πλοιοκτήτη έναντι του προμηθευτή των καυσίμων.

Εξάλλου, κατά την ισχύουσα διεθνή ναυτιλιακή πρακτική, που τελεί προφανώς σε γνώση της εναγομένης, όσον αφορά την προμήθεια καυσίμων σε πλοία, οι προμηθευτές για την καταβολή του πιστωθέντος τιμήματος αυτών, αποβλέπουν κυρίως στην υπεγγυότητα του πλοίου, ως του πλέον αξιόλογου περιουσιακού στοιχείου, ενόψει και της συνηθισμένης τακτικής των διαμεσολαβούντων μεταπρατών.

Την ίδια πρακτική ακολουθούσε στις συναλλαγές της η ενάγουσα εταιρεία και το είχε καταστήσει ευθύς εξαρχής γνωστό ήδη κατά την παραγγελία των επίδικων καυσίμων σημειώνοντας ότι οι πλοιοκτήτες είναι συνυπεύθυνοι για την καταβολή του τιμήματος πώλησής τους και το ίδιο διέλαβε και στα επίμαχα δελτία αποστολής, παραπέμποντας επιπρόσθετα και στους υπόλοιπους Γενικούς Όρους Πωλήσεώς της, που ήταν διαθέσιμοι ακόμη και διαδικτυακά.

Επομένως, προκειμένου να μην δεσμευόταν η εναγομένη πλοιοκτήτρια έναντι της προμηθεύτριας για την πληρωμή των καυσίμων, έδει, είτε να περιληφθεί ρητά επί των δελτίων αποστολής ή της απόδειξης παραλαβής τους, είτε να παραδοθεί στην προμηθεύτρια έγγραφη δήλωση από τον Πλοίαρχο ή τον υπεύθυνο για την παραλαβή των καυσίμων αξιωματικό του πλοίου, περί μη ευθύνης του πλοίου για την πληρωμή των καυσίμων (NO LIEN NOTICE), πλην όμως ουδέν των ανωτέρω έλαβε χώρα [...]».

Με βάση τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι η αναιρεσίβλητη, ενώ θεμελιώνει την αγωγή της στην κατάρτιση της ένδικης σύμβασης σωρευτικής αναδοχής χρέους με την αναιρεσείουσα αποκλειστικά στην υπογραφή του σχετικού δελτίου παράδοσης καυσίμων από τον πλοίαρχο, η ευθύνη του οποίου καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 84 ΚΙΝΔ, κατά το οποίο "ο πλοιοκτήτης ενέχεται εκ των δικαιοπραξιών ας επιχείρησεν ο πλοίαρχος κατά την εκτέλεσιν των ανατεθειμένων εις αυτόν καθηκόντων", με την από 4-11-2016 προσθήκη των προτάσεών της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που μάλιστα κατατέθηκαν μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο την 01-11-2016, για πρώτη φορά κάνει αναφορά για υπογραφή του δελτίου παράδοσης καυσίμων από τον Α' μηχανικό και για την ύπαρξη πληρεξουσιότητας αυτού να καταρτίζει για λογαριασμό και ως αντιπρόσωπος της αναιρεσίβλητης συμβάσεις και να αναλαμβάνει για λογαριασμό της υποχρεώσεις, εννοώντας προφανώς την ύπαρξη σιωπηρής ή φαινομένης πληρεξουσιότητας, επικαλούμενη και την ισχύουσα σχετική διεθνή ναυτιλιακή πρακτική, κατά την οποία οι προμηθευτές καυσίμων σε πλοία για την καταβολή του πιστωθέντος τιμήματος αυτών αποβλέπουν κυρίως στην υπεγγυότητα του πλοίου.

Τούτο όμως δεν αποτελεί απλώς διευκρίνιση ή συγκεκριμενοποίηση των ως άνω αγωγικών ισχυρισμών που αποτελούσαν τη βάση αυτής, αλλά συνιστά ανεπίτρεπτη κατ' άρθρ. 224 ΚΠολΔ προσθήκη νέων περιστατικών με τα οποία μεταβάλλεται η ιστορική βάση, η οποία μάλιστα θεμελιώνεται και σε διαφορετικές διατάξεις, δηλαδή αυτές των άρθρων 211 επ., 281, 173, 200 ΑΚ και ως εκ τούτου ο σχετικός ισχυρισμός αυτής (αναιρεσίβλητης - ενάγουσας) ήταν απαράδεκτος, ενώ επίσης ούτε και στην κατ' έφεση δίκη ήταν επιτρεπτή η μεταβολή αυτή.

Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης και στη συνέχεια, λαμβάνοντας υπόψη τον παραπάνω μη νομίμως προταθέντα απαράδεκτο ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης και χωρίς να τον απορρίψει ως δικονομικά απαράδεκτο, εφόσον έτσι μεταβαλλόταν ανεπίτρεπτα το αντικείμενο της παρούσας δίκης, εφαρμόζοντας, εκτός των άλλων, και τις διατάξεις περί αντιπροσώπευσης (άρθρ. 211 επ.

ΑΚ), έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 8 πλημμέλεια. Κατά συνέπεια τούτων είναι βάσιμος ο συναφής πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις. Περαιτέρω, η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των υπολοίπων κύριων λόγων αναίρεσης από τους αριθ. 1, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή κατά την παράγραφο 3 του αρθρ. 580 ΚΠολΔ και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 148/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, συγκροτούμενο από δικαστή άλλον από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ