Legislator Case Law & Legislation
315/2020 AI generated

315/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 315/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η διαδικαστική πορεία της παρούσας υπόθεσης έχει ως εξής: Με την από 29-7-2008 και με αρ. κατάθ. 156702 /4051/04-08-2008 αγωγή, η αναιρεσείουσα μαζί με άλλες 3 συνενάγουσες, οι οποίες δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, εξέθεσαν, ότι η εναγομένη δραστηριοποιείτο σε όλους τους κλάδους ασφαλίσεων (ασφαλίσεις κατά ζημιών, ασφαλίσεις ζωής, ασθένειας κ.λ.π.).

Legislator headnote

AI generated

315/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο δημόσιος τομέας οριοθετήθηκε με το άρθ.1 § 6 ν. 1256/1982, σ' αυτόν δε υπήγοντο και οι θυγατρικές κρατικών τραπεζών ανώνυμες εταιρείες, εφόσον οι τράπεζες κατείχαν την πλειοψηφία του εταιρικού τους κεφαλαίου. Με το άρθ. 51 ν. 1892/1990 έγινε επαναοριοθέτηση του δημόσιου τομέα, δεν επαναλήφθηκε, όμως, ότι ανήκουν στον δημόσιο τομέα οι θυγατρικές εταιρείες τραπεζών, ενώ με το ΠΔ 307/1996 ετέθη εκτός δημοσίου τομέα και η Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος.

Keywords

AI generated
non-renewal of contract continuous contract non-implementation of the offending agreements successive fixed-term contracts conventions concluded with third States notice period
AI generated
1714/2025
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62 και 63 ΚΠολΔ, τα οποία ρυθμίζουν, αντίστοιχα, την ικανότητα να είναι κανείς διάδικος και την ικανότητα παράστασης επί δικαστηρίου, προκύπτει ότι την ύπαρξη των άνω διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης (άρθρο 73 ΚΠολΔ), κρίσιμος, δε, είναι σχετικώς ο χρόνος της τελευταίας συζήτησης, στο ακροατήριο, κατά την οποία εκδίδεται η απόφαση (ΑΠ 443/2024, ΑΠ 399/2024, ΑΠ 1736/2023).
1724/2010
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
1624/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαϊου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/12/1996 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1741/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2858/2000 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/3/2003 αίτησή της και τους από 1/7/2003 πρόσθετους λόγους.
1671/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.
1966/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 315 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 315/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Μ. του Φ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αριστείδη Καζάκου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ..., ως καθολικής διαδόχου της "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε." και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντώνιου Γεωργαντίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-7-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας- και άλλων προσώπων που δεν είναι διάδικου στην παρούσα υπόθεση, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 330/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5175/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησαν οι αρχικώς αναιρεσείουσες με την από 7-1-2013 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 963/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την ανωτέρω απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο.

Εκδόθηκε η 994/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 14-3-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η διαδικαστική πορεία της παρούσας υπόθεσης έχει ως εξής: Με την από 29-7-2008 και με αρ. κατάθ. 156702 /4051/04-08-2008 αγωγή, η αναιρεσείουσα μαζί με άλλες 3 συνενάγουσες, οι οποίες δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, εξέθεσαν, ότι η εναγομένη δραστηριοποιείτο σε όλους τους κλάδους ασφαλίσεων (ασφαλίσεις κατά ζημιών, ασφαλίσεις ζωής, ασθένειας κ.λ.π.).

Ότι η εναγομένη συνήψε με τις ενάγουσες τις αναφερόμενες στην ως άνω αγωγή ψευδεπώνυμες συμβάσεις έργου ασφαλιστικού συμβούλου αορίστου χρόνου, και τα επ' αυτών συναφθέντα ταυτόχρονα "παραρτήματα - ειδικούς όρους συμβάσεων έργου" ως παρεπόμενα και αναπόσπαστα μέρη των ως άνω κύριων συμβάσεων έργου, κατά τις εκεί διακρίσεις, και συγκεκριμένα ότι συνήψε η ενάγουσα ...

την 1-4-1996 σύμβαση έργου ασφαλιστικού συμβούλου και το επ' αυτής παράρτημα κ.λπ. με την "Αγροτική ΑΑΕΖΥ", ότι η ανωτέρω σύμβασή της λειτούργησε μέχρι τις 18-11-1999, οπότε αυτή παραιτήθηκε, προσλήφθηκε δε εκ νέου τον Αύγουστο 2002, συνάψασα εκ νέου την 5-8-2002 σύμβαση έργου ασφαλιστικού συμβούλου και το επ' αυτής παράρτημα, στην συνέχεια δε την 25-7-2003 συνήψε νέα σύμβαση έργου ασφαλιστικού συμβούλου.

Ότι με τις προαναφερθείσες συμβάσεις οι ενάγουσες, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα, ανέλαβαν τυπικά την υποχρέωση να μεσολαβούν μεταξύ της εταιρείας και του κοινού για την σύναψη ασφαλίσεων ζωής στις περιφέρειες (αντίστοιχα) ..., ..., ... και ..., ότι οι συμβάσεις αυτές χαρακτηρίσθηκαν από την εναγομένη ως συμβάσεις έργου προς αποφυγή της εφαρμογής της εργατικής νομοθεσίας, ενώ στην πραγματικότητα αυτές ήσαν εξαρχής γνήσιες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, ότι οι ενάγουσες απασχολούνταν από την αρχή ως γραμματείς στα γραφεία πώλησης, που η εναγομένη διατηρεί στις ως άνω πόλεις (αντίστοιχα), για την εξυπηρέτηση και κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών αυτής (εναγομένης), υπό συνθήκες προσωπικής, νομικής, λειτουργικής και οικονομικής εξάρτησης, ότι οι φερόμενες συμβάσεις έργου ασφαλιστικού συμβούλου δεν λειτούργησαν ποτέ ουσιαστικά στην πράξη και παρέμειναν μόνο τυπικά σε ισχύ.

Ότι ειδικότερα (α) η εναγομένη ασκούσε, διά του εκάστοτε προϊσταμένου του οικείου γραφείου πώλησης, εποπτεία και έλεγχο στην εργασία των ως άνω εναγουσών σε σχέση με τον τρόπο, τόπο και τον χρόνο παροχής της, παρείχε σχετικές οδηγίες και ελάμβανε όλες τις αποφάσεις τις σχετικές με την εκτέλεση των καθηκόντων τους και ήλεγχε την συμμόρφωσή τους με τις δοθείσες εντολές, (β) από την πρώτη ημέρα της απασχόλησής τους οι ενάγουσες στεγάζονταν στις εγκαταστάσεις της εναγομένης, εργάζονταν σε δικά της γραφεία, χρησιμοποιούσαν τις δικές της τηλεφωνικές γραμμές και όλες τις εγκαταστάσεις και τον εξοπλισμό της, χωρίς περιορισμό ή δική τους επιβάρυνση, ενώ η εναγομένη διατηρούσε το δικαίωμα να τις κατανέμει στα επιμέρους γραφεία -υποκαταστήματά της και να τις μετακινεί σ' αυτά ανάλογα με τις ανάγκες της, (γ) ήταν υποχρεωτική η καθημερινή παρουσία τους στο αντίστοιχο γραφείο πώλησης, ενώ το ωράριο εργασίας τους, όπως παρατίθετο αναλυτικά για κάθε μία, καθοριζόταν από τον διευθυντή του γραφείου ανάλογα με τον φόρτο εργασίας, (δ) η απουσία τους από την εκτέλεση των καθηκόντων τους καθίστατο δυνατή μόνο ύστερα από χορήγηση άδειας αναψυχής, μετά από υποβολή σχετικού αιτήματος στους προϊσταμένους τους, η έγκριση του οποίου εναπόκειτο στην διακριτική ευχέρεια τούτων (προϊσταμένων), ότι οι 1η, 2η και 3η από τις ενάγουσες είχαν ζητήσει και λάβει άδειες κύησης και λοχείας, κατά τα στην αγωγή αναφερόμενα διαστήματα, κατά την διάρκεια των οποίων, όπως και των λοιπών αδειών, καταβάλλονταν οι μηνιαίες αποδοχές τους, ότι από την αρχή της απασχόλησής τους κάλυπταν με την εργασία τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, παρέχοντας τις υπηρεσίες τους ως γραμματείς στα αντίστοιχα ως άνω γραφεία αυτής, με ενδεικτικές αρμοδιότητες και κύρια καθήκοντά τους, κατά σύνοψη των αναλυτικά αναφερομένων στην αγωγή, τον προγραμματισμό των ραντεβού και την υποδοχή των πελατών, την επιμέλεια της αλληλογραφίας της εταιρείας, την ενημέρωση του πρωτοκόλλου εισερχομένων - εξερχομένων εγγράφων, την αρχειοθέτηση, την επικοινωνία με τους ασφαλισμένους και τις κεντρικές υπηρεσίες της εταιρείας, την δακτυλογράφηση, την παραλαβή δικαιολογητικών από συνεργάτες και πελάτες, την τήρηση αντιγράφων, την αποστολή αποζημιώσεων, μεταβολών και αιτήσεων ασφάλισης, την ενημέρωση των συνεργατών και του Διευθυντή για τυχόν συναντήσεις, εκπαιδεύσεις και λοιπές εκκρεμότητες, τον εφοδιασμό του γραφείου με αναλώσιμα υλικά κ.λπ., υπό τις οδηγίες πάντοτε και εντολές των αρμοδίων προϊσταμένων τους.

Ότι το αντικείμενο της παρεχομένης απ' αυτές στην εναγομένη εργασίας και οι συνθήκες παροχής της δεν διαφοροποιείτο από το αντικείμενο και τις συνθήκες παροχής της εργασίας των μονίμων υπαλλήλων της εταιρείας, οι οποίοι παρείχαν υπηρεσίες γραμματέως με τα ίδια ακριβώς καθήκοντα, ενώ περαιτέρω, γενικά, ήταν ενταγμένες πλήρως στην οργανωτική δομή της εναγόμενης, ότι από το 2001 και η 3η απ' αυτές από τον Αύγουστο του 2002 αμείβονταν με μηνιαίο μισθό ύψους 633,9 ευρώ, ότι με βάση τις αναφερόμενες εκεί οικείες ΣΣΕ η εναγομένη τους οφείλει για διαφορές νομίμων αποδοχών, επιδόματα εορτών και αδείας και λοιπά επιδόματα, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 (καθόσον οι πριν από την ημερομηνία αυτή αξιώσεις τους έχουν παραγραφεί) μέχρι και 31-12-2008, τα αναλυτικά παρατιθέμενα για κάθε μία ποσά, με βάση δε τα περιστατικά αυτά, αφού μετέτρεψαν στο σύνολό του σε αναγνωριστικό το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής τους, ζήτησαν κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου τους να αναγνωρισθεί (α) ότι συνδέονται με την εναγομένη δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, άλλως δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και (β) ότι η εναγομένη τους οφείλει συνολικά για τις παραπάνω αιτίες τα αναφερόμενα στο αγωγικό δικόγραφο ποσά νομιμότοκα από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό άλλως από την επίδοση της αγωγής, με βάση την σύμβαση, άλλως και επικουρικά σε περίπτωση ακυρότητας, για οποιονδήποτε λόγο, της σύμβασης, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

2. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ) η υπ' αρ. 330/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη, δέχθηκε αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη, αναγνώρισε α) ότι οι ενάγουσες ανήκουν στο τακτικό υπαλληλικό προσωπικό της εναγομένης, συνδεόμενες με αυτήν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κανονισμού Εργασίας του Προσωπικού της και (β) ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει για τις παραπάνω αιτίες τα αναφερόμενα ποσά με τον νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Ακολούθως η εναγομένη άσκησε κατά της απόφασης αυτής την από 25-5-2010 και με αρ. κατάθ. 4516/27-5-2010 έφεση. Επί της ως άνω εφέσεως εξεδόθη η υπ'αρ.5175/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ'αρ. 330/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κράτησε την υπόθεση και δίκασε κατ' ουσίαν επί της ως άνω από 29-7-2008 αγωγής και στη συνέχεια δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη κατά την επικουρική της βάση την ως άνω αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει σε καθεμιά από τις ενάγουσες το συνολικό ποσό των 21.338,70 ευρώ νομιμοτόκως κατά τα ειδικότερα στην απόφαση αυτή αναφερόμενα.

3. Κατά της ως άνω υπ'αρ. 5175/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών άσκησαν ενώπιον του Αρείου Πάγου : α) η μεν εναγομένη την από 20-9-2013 αίτηση αναιρέσεως, β) οι δε ενάγουσες την από 7-1-2013 αίτηση αναιρέσεως. Επί των ως άνω αιτήσεων αναιρέσεως εκδόθηκαν αντιστοίχως α) υπ'αρ. 962/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που απέρριψε στο σύνολό της την από 20-9-2013 αίτηση αναίρεσης της εναγομένης, και β) η υπ'αρ.963/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, δια της οποίας έγινε δεκτή η "από 7-1-2013 αίτηση αναιρέσεως των εναγουσών, αναιρέθηκε στο σύνολό της υπ'αρ. 5175/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο αυτό Δικαστήριο ( με άλλη σύνθεση), εκδοθείσας μετά την ως άνω παραπομπή της υπ' αριθμ. 994/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 330/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και απέρριψε την αγωγή ως προς την Τρίτη ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ....

4. Kατά μεν το άρθρο 579 τταρ.1 Κ.Πολ.Δ αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 581 παρ.1 και 2 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237.

Από τις τελευταίες διατάξεις προκύπτει ότι, αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της, αποβάλλει πλήρως την ισχύ της, μη παράγουσα δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή, οι δε διάδικοι επανέρχονται στην προ της εκδόσεως αυτής κατάσταση. Στο σύνολο της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση, όταν η αναιρετική, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη αυτού την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνον από τους διαδίκους.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το Δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, κατά το άρθρο 579 παρ.1 εδ. α' του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται, μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά το άρθρο 580 παρ.4 του άνω Κώδικα, οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με τη ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν και, τέλος, με το άρθρο 581 παρ.2 αυτού ορίζεται, ότι στο Δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση.

Από το συνδυασμό των διατάξεων τούτων προκύπτει, ότι οι αναιρετικές αποφάσεις είναι δεσμευτικές όχι μόνο για το Δικαστήριο της παραπομπής αλλά και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ' αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της αποφάσεως του Δικαστηρίου της παραπομπής, η δέσμευση δε αυτή περιορίζεται μόνο στα νομικά ζητήματα που έλυσε ο Άρειος

Πάγος, με την παραδοχή ή απόρριψη λόγων αναιρέσεως, τα οποία μπορεί να ανάγονται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 1659/2011 5. Με τον 1Ο λόγο της αίτησης η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 994/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.18 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη έπρεπε να προβεί στην κατ'ουσίαν εξέταση της υπόθεσης, αφού η νομιμότητα της αγωγής είχε κριθεί με ισχύ δεδικασμένου από την 963/2014 απόφαση του ΑΠ. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με αυτή κρίθηκε ότι: "από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της υπ'αρ. 963/2014 αποφάσεως του Αρείου Πάγου προκύπτει ότι η υπ'αρ. 5175/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου αναιρέθηκε εν όλω, καθόσον η ως άνω υπ'αρ. 963/2014 αναιρετική απόφαση, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει, με σχετική διάταξη, την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή σε μερικούς από τους διαδίκους.

Επομένως, αφού η προαναφερθείσα υπ'αρ. 5175/2011 απόφαση του παρόντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου αναιρέθηκε ολικώς, κατά τα αμέσως ανωτέρω εκτεθέντα, συνακόλουθα η αναιρεθείσα υπ'αρ. 5175/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών απέβαλε την ισχύ της και θεωρείται ως άκυρη, μη παράγουσα δεδικασμένο, επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε, στο σύνολό της, (αφού στο σύνολό της αναιρέθηκε), οι δε διάδικοι δικονομικώς, επανέρχονται στην πριν από την αναιρεθείσα αυτή απόφαση κατάσταση, ήτοι στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση .

Συνέπεια των προαναφερθέντων είναι ότι αναβιώνει η πρωτόδικη υπ'αρ. 330/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και η κατ' αυτής αίτηση παροχής έννομης προστασίας, ήτοι, εν προκειμένω, η από 25-5- 2010 και με αρ. καταθ. 4516/ 27-5-2010 έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας Α.Ε. με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", θα κριθεί πάλι από το Εφετείο, αφού η αναιρεθείσα υπ'αρ. 5175/2011 απόφαση εκδόθηκε στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας .

Συνακόλουθα, η από 25-5-2010 και με αρ. καταθ. 4516/ 27-5-2010 έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας, της οποίας επιλαμβάνεται το παρόν Δικαστήριο της παραπομπής μετά από την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης από 1-7-2014 και με αρ. πρωτ. προσδιορισμού δικογράφου 5709/1-7-2014 κλήση των καλουσών - εφεσιβλήτων - εναγουσών της από 29-7-2008 και με αρ.

κατάθ. 156702/4051/04-08- 2008 αγωγής, για την οποία (έφεση) έχουν κατατεθεί εμπρόθεσμα και νομότυπα έγγραφες προτάσεις (άρθρο 237 ΚΠολΔ) από όλους τους διαδίκους, [συγκεκριμένα υπό αμφοτέρων των διαδίκων κατατέθηκαν προτάσεις στις 5-10-2015 (ορ. την αντίστοιχη σχετική επισημείωση της Γραμματέως του Δικαστηρίου αυτού επί του σώματος αυτών), ήτοι την προτεραία της (αναφερόμενης στην αρχή της παρούσης) δικασίμου της 6-11-2015, κατά την οποία η υπόθεση συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων στο παρόν Δικαστήριο] πρέπει, σύμφωνα με όσα σχετικά εξετέθησαν ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την τυπική νομική και ουσιαστική βασιμότητά της, κατά την ίδια (ειδική) διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 έπ.

ΚΠολΔ)..." Σύμφωνα με τα παραπάνω αναλυτικώς αναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, ορθώς το Εφετείο προέβη στην εξέταση του παραδεκτού της έφεσης και ακολούθως στην εξέταση του νόμω βάσιμου της ένδικης αγωγής, ενόψει της ολικής αναίρεσης της 5175/2011 απόφασης του Εφετείου και συνεπώς ο 1ος λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος.

6. Ο δημόσιος τομέας οριοθετήθηκε με το άρθ.1 § 6 ν. 1256/1982, σ' αυτόν δε υπήγοντο και οι θυγατρικές κρατικών τραπεζών ανώνυμες εταιρείες, εφόσον οι τράπεζες κατείχαν την πλειοψηφία του εταιρικού τους κεφαλαίου. Με το άρθ. 51 ν. 1892/1990 έγινε επαναοριοθέτηση του δημόσιου τομέα, δεν επαναλήφθηκε, όμως, ότι ανήκουν στον δημόσιο τομέα οι θυγατρικές εταιρείες τραπεζών, ενώ με το ΠΔ 307/1996 ετέθη εκτός δημοσίου τομέα και η Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος.

Στο άρθρο μόνο, όμως, του ως άνω Π.Δ., αφού αναφέρεται ότι η Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος εξαιρείται από τις διατάξεις που αφορούν τον δημόσιο τομέα, όπως αυτός επαναοριοθετήθηκε με το άρθ. 51 § 1 ν. 1892/1990 και συμπληρώθηκε με το άρθ. 4 § 6 ν. 1943/1991, στο τέλος ορίζεται "...πλην των αναφερομένων στις προσλήψεις προσωπικού..." Από την τελευταία αυτή διάταξη σαφώς προκύπτει ότι η Α.Τ.Ε.

και οι θυγατρικές εταιρείες της, ως προς τις προσλήψεις προσωπικού, υπό το προαναφερόμενο νομοθετικό καθεστώς, υπάγονται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και επομένως εφαρμόζεται ως προς αυτές ο ν. 2190/1994. Ακολούθως, με την μεταβατικού χαρακτήρα, διάταξη του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004, με το οποίο (Διάταγμα) έγινε η προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας, "όσον αφορά στο προσωπικό του δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα, προς τις διατάξεις της οδηγίας 1999/70 ΕΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, που έχει συναφθεί μεταξύ των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα" προβλέπονται (μεταξύ άλλων) τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του παρόντος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη της ισχύος του παρόντος και είναι ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος (19-7-2004) του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις (3) τουλάχιστον ανανεώσεις, πέραν της αρχικής σύμβασης, κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο ανανέωσης απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου α' να έχει διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση, γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον, το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός, δ) ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει η .

παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά, που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση".

Συνεπώς, εφόσον με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συντρέχουν οι τιθέμενες ως άνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων σε αόριστης διάρκειας δεν μπορεί να γίνει.(ΑΠ 244/2015, ΑΠ 79/2013 ). Τέλος, ο ασφαλιστικός σύμβουλος, που είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο, κατά το άρθρο 16 του ν. 1569/1985, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 του ν. 2170/1993, μελετά την αγορά, παρουσιάζει και προτείνει λύσεις ασφαλιστικής κάλυψης των αναγκών των πελατών με ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή ασφαλιστικών πρακτορείων ή μεσιτών, με βάση σύμβαση, έναντι προμήθειας, για την πρόσκτηση εργασιών (ΑΠ 962/2014).

Ο ασφαλιστικός σύμβουλος δεν έχει δικαίωμα υπογραφής ασφαλιστηρίων. Η σχέση που συνδέει τον ασφαλιστικό σύμβουλο με την ασφαλιστική επιχείρηση ή τον ασφαλιστικό πράκτορα ή το μεσίτη ασφαλίσεων είναι σύμβαση έργου (ΑΠ 962/2014, ο.π.). Η ιδιότητα του ασφαλιστικού υπαλλήλου, κατ' άρθρο 19 § 3 ν. 1569/1985, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθ. 14 ν. 2170/1993, είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του ασφαλιστικού συμβούλου.

Η αμέσως παραπάνω διάταξη δεν απαγγέλλει ρητώς ακυρότητα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας που καταρτίζεται μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρείας και του μισθωτού της, ο οποίος παράλληλα έχει την ιδιότητα του ασφαλιστικού συμβούλου, ενώ ούτε από τον συναγόμενο από την ερμηνεία της ως άνω διάταξης σκοπό, που συνίσταται στην αποφυγή σύγχυσης των καταναλωτών, μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ότι η ρύθμιση αυτή αποβλέπει στην επαγωγή ακυρότητας της σύμβασης εργασίας, πράγμα άλλωστε που θα ήταν αντίθετο με το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και της συμμετοχής στην οικονομική ζωή της χώρας (άρθρο 5 § 1 του Συντάγματος, ΑΠ 962/2014, ΑΠ 905/2012, 1038/2011, 1040/2007).

7. Η αναιρεσείουσα με τον 2° και τον 3° από τους λόγους της αίτησης αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι στην περίπτωσή της δεν είχαν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 5 και 11 του Π.Δ. 164/2004, αλλά οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 8Α του ΠΔ 81/2003, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 4 του ΠΔ 180/2004, με έναρξη ισχύος την 23-08-2004, που εσφαλμένα η αναιρεσιβαλλόμενη δεν εφάρμοσε.

Η αναιρεσίβλητη, ούσα ήδη, κατά τον χρόνο της έναρξης ισχύος του ΠΔ 164/2004 (την 19-07-2004), εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, δεν υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του ΠΔ 164/2004, αλλά στο πεδίο εφαρμογής του ΠΔ 81/2003, όπως αυτό τροποποιήθηκε, αντικαταστάθηκε και συμπληρώθηκε από το π.δ. 180/2004, ώστε κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του τελευταίου, την 23-08-2004, πληρούνταν οι χρονικές προϋποθέσεις των διατάξεων του άρθρου 11 παρ. 1 περ.

σ του ΠΔ 164/2004, αφού η χρονική διάρκεια των συμβάσεων- σχέσεων εργασίας της με την αναιρεσίβλητη, σύμφωνα και με τις αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης, αναφορικά με τις ημεροχρονολογίες σύναψης των επίμαχων συμβάσεών της, που αναλυτικά εκθέτει και στην ένδικη αγωγή της, ανέρχονταν, από την 05-08-2002 (ημερομηνία σύναψης της επίμαχης αρχικής σύμβασής της με την εναγομένη, σύμφωνα και με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης) έως την έναρξη ισχύος του ΠΔ 180/2004 την 23-08- 2004, σε 24 μήνες και 18 ημέρες αδιάκοπης, συνεχούς και πραγματικής απασχόλησής της στην αναιρεσίβλητη.

Αντίθετα, η αναιρεσιβαλλόμενη, σύμφωνα με το σκεπτικό της, έκρινε ως βάση υπολογισμού της χρονικής διάρκειας των συμβάσεων της ενάγουσας και καταληκτική ημερομηνία εκείνη της δημοσίευσης και έναρξης ισχύος του ΠΔ 164/2004, αντί της ημερομηνίας δημοσίευσης και έναρξης ισχύος του ΠΔ 180/2004 και της εφαρμοστέας εδώ διάταξης του άρθρου 8Α του ΠΔ 81/2003 που προστέθηκε σε αυτό με το άρθρο 4 του ΠΔ 180/2004.

8. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το εφετείο δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "...ως προς την τρίτη των εναγουσών Μ. Α. αλυσιτελώς εκτίθεται με την υπό κρίση αγωγή ότι αυτή συνήψε την 1.4.1996 έγγραφη σύμβαση διορισμού παραγωγού ασφαλίσεων με την εταιρεία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΥΓΕΙΑΣ - ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΑΕΖΥ", ονομαζόμενη "σύμβαση έργου", η οποία όμως ήταν στην πραγματικότητα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, καθώς και ότι η ως άνω τρίτη ενάγουσα στα πλαίσια της συμβάσεως αυτής απασχολήθηκε στην εναγομένη, αμειβόμενη με μηνιαίο μισθό για την εργασία της αυτή, ενώ η ως άνω σύμβαση (έργου) ασφαλιστικού συμβούλου δεν λειτούργησε στην πραγματικότητα ποτέ και παρέμεινε τυπικά σε ισχύ.

Ειδικότερα, τα ανωτέρω εκτίθενται αλυσιτελώς για τον λόγο ότι διασαφηνίζεται ακολούθως με την ένδικη αγωγή α) ότι η ανωτέρω, συναφθείσα υπό της τρίτης ενάγουσας την 1-4-1996, σύμβαση έπαψε να λειτουργεί από τις 18/11/1999, οπότε αυτή (τρίτη ενάγουσα) παραιτήθηκε από την εργασία της στην προαναφερθείσα εταιρεία (ήδη εναγομένη), β) ότι η ως άνω 3η ενάγουσα έπαυσε έκτοτε (18/11/1999) να παρέχει τις υπηρεσίες της στην εναγομένη, λόγω του γεγονότος ότι διορίστηκε ως αναπληρώτρια καθηγήτρια στην Δευτεροβάθμια Τεχνική Επαγγελματική Εκπαίδευση ...

και γ) ότι η ως άνω 3η ενάγουσα Μ. Α. προσλήφθηκε εκ νέου από την εναγομένη μόλις τον Αύγουστο 2002 (ήτοι, σχεδόν 3 έτη μετά την προαναφερόμενη παραίτησή της από την εναγομένη), συνάπτοντας εγγράφως στις 5.8.2002 με την εναγομένη νέα σύμβαση που επιγράφεται "παράρτημα ειδικός όρος σύμβασης έργου", (έχουσα το ανωτέρω αναλυτικά αναφερθέν περιεχόμενο) και υπογράφοντας στις 25 Ιουλίου 2003 νέα σύμβαση έργου ασφαλιστικού συμβούλου.

Αφού λοιπόν, κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα, η προαναφερόμενη από 1.4.1996 σύμβαση της 3ης ενάγουσας, έληξε τυπικά και ουσιαστικά, στις 18/11/1999, με την οικειοθελή παραίτηση της 3ης ενάγουσας, συνακόλουθα, δεν είναι (ούτε μπορεί να εκτιμηθεί) ως διαδοχική σε σχέση με την συναφθείσα τον Αύγουστο 2002 (ήτοι σχεδόν 3 έτη μετά) από 5.8.2002 σύμβαση της 3ης ενάγουσας με την τώρα εναγομένη λόγω του εξαιρετικά μεγάλου χρονικού διαστήματος των δύο ετών, οκτώ μηνών και δεκαοκτώ ημερών (από 18.11.1999 μέχρι τις 5.8.2002), που μεσολάβησε μεταξύ της λήξης της από 1.4.1996 σύμβασης (18.11.1999) και της σύναψης νέας σύμβασης, (χρονικό διάστημα, κατά το οποίο η ως άνω 3η ενάγουσα, κατά τα στην αγωγή ιστορούμενα, δεν συνδεόταν με σύμβαση εργασίας με την εναγομένη εταιρεία, ούτε παρείχε την εργασία της σε αυτήν, όπως ανωτέρω αναλυτικά εξετέθη) απορριπτομένων ως μη νόμιμων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των εναγουσών.

Επομένως, αφού η από 1.4.1996 δεν είναι (κατά τα στην ένδικη αγωγή ιστορούμενα) διαδοχική σε σχέση με την μεταγενέστερη αυτής, συναφθείσα στις 5.8.2002 σύμβαση της 3ης ενάγουσας, συνακόλουθα, η σύναψή της ουδεμία επιρροή ασκεί στην ένδικη διαφορά και (άρα) αλυσιτελώς ιστορούνται όσα την αφορούν στην υπό κρίση αγωγή .

Περαιτέρω, η υπό κρίση αγωγή κατά το μέρος που αφορά την τρίτη των εναγουσών Μ. Α., η οποία, κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα, συνήψε με την εναγομένη μόνο δύο διαδοχικές συμβάσεις έργου και συγκεκριμένα τις από 5.8.2002 και από 25.7.2003 φερόμενες ψευδεπώνυμες συμβάσεις έργου ασφαλιστικού συμβούλου αορίστου χρόνου και το παρεπόμενο της πρώτης τούτων (και συναφθέν την ίδια ημέρα με αυτήν, ήτοι στις 5.8.2002) "παράρτημα - ειδικός όρος σύμβασης έργου" (όπως το περιεχόμενο αυτών αναλυτικά ανωτέρω, εξετέθη) είναι απορριπτέα (η ένδικη αγωγή) ως μη νόμιμη για τους εξής λόγους:

Οι από 5.8.2002 και από 25.7.2003 συμβάσεις έργου που (κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα) συνήψε εγγράφως με την εναγομένη η τρίτη ενάγουσα (και οι οποίες όπως αμέσως προηγούμενα αναφέρθηκε δεν είναι διαδοχικές σε σχέση με την προαναφερθείσα από 1.4.1996, συναφθείσα μεταξύ της τρίτης ενάγουσας και της εναγομένης, προγενέστερη σύμβαση λόγω του εξαιρετικά μεγάλου χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε ανάμεσα στην λήξη της από 1.4.1996 σύμβασης και της σύναψης της από 5.8.2002 σύμβασης) συνήφθησαν αμφότερες α) μετά την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (10-7-2001), β) μετά την έναρξη ισχύος των προαναφερθεισών παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν δε από τις 18-4-2001, με τις οποίες (κατά τα στην μείζονα σκέψη της παρούσης εκτεθέντα) απαγορεύεται η μονιμοποίηση του προσλαμβανόμενου και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (στον οποίο ανήκε κατά τον επίδικο χρόνο η εναγομένη) προσωπικού (με συμβάσεις έργου ή διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου), ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, έστω και αν αυτό συμβαίνει, ο εργοδότης δεν έχει την ευχέρεια για την σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, γ) επίσης

δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των ως άνω συμβάσεων έργου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού ο εργοδότης, βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχει πλέον ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης αορίστου χρόνου.

Εξάλλου δ) εν όψει και του ότι, κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα, οι ως άνω από 5.8.2002 και από 25.7.2003 συμβάσεις που η τρίτη ενάγουσα συνήψε εγγράφως με την εναγομένη συνήφθησαν αμφότερες πριν την έναρξη ισχύος του προαναφερθέντος ΠΔ 164/2004 (που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004), ήταν δε ενεργές έως την έναρξη ισχύος του ΠΔ 164/2004 (19-7-2004), συνακόλουθα στην περίπτωσή τους τυγχάνει εφαρμοστέα η αναφερθείσα ανωτέρω, μεταβατική διάταξη του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004.

Σύμφωνα με το περιεχόμενο της διάταξης αυτής, οι προαναφερθείσες από 5.8.2002 και από 25.7.2003 συμβάσεις, που (κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα) συνήψε η 3η ενάγουσα με την τώρα εναγομένη, δεν συγκεντρώνουν αθροιστικά τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, ώστε να είναι δυνατόν να εκτιμηθεί ότι συνιστούν εφεξής μία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.

Συγκεκριμένα (κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα) η ως άνω 3η ενάγουσα συνήψε με την εναγομένη μόνον δύο διαδοχικές συμβάσεις, εκ των οποίων την πρώτη τον Αύγουστο 2002 και την δεύτερη στις 25-7-2003, ως προς τις οποίες δεν συντρέχει η (αθροιστικά απαιτούμενη προς τις λοιπές) προϋπόθεση α) της συνολικής χρονικής διάρκειας διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος (19-7-2004), ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων, αφού αποδείχτηκε, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, ότι οι ως άνω συμβάσεις είχαν συνολική διάρκεια μικρότερη των 24 μηνών και συγκεκριμένα διάρκεια 23 μηνών και 5 ημερών (από 5.8. 2002 μέχρι 10- 7-2004), έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος ΠΔ 164/2004 (19-7-2004), ή β) των τριών τουλάχιστον ανανεώσεων πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του ως άνω διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση, αφού αποδείχτηκε, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, ότι είχε λάβει χώρα μόνο μία ανανέωση (στις 25-7-2003) πέραν της (από 5.8.2002) αρχικής σύμβασης της ως άνω 3ης ενάγουσας.

Συνακόλουθα, κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα, και δεκτού γενόμενου ότι ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας της 3ης ενάγουσας Μ. Α.ς από 5.8.2002 και εφεξής είχε διανυθεί στον ίδιο φορέα (εναγομένη), με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική από 5.8.2002 σύμβαση, ότι το αντικείμενο της σύμβασης αφορούσε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον, το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός, και ότι ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ωράριο εργασίας και με καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά, που αναγράφονται στην αρχική από 5.8.2002 σύμβαση, και πάλι, αφού δεν συντρέχουν στο πρόσωπο της ως άνω 3ης ενάγουσας οι προαναφερόμενες υπό της διάταξης του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004 απαιτούμενες αθροιστικά προϋποθέσεις, δεν είναι δυνατόν να εκτιμηθεί κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό ότι οι ως άνω δύο διαδοχικές συμβάσεις αυτής συνιστούν σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, αφού είχαν συναφθεί, κατά τα στην αγωγή ιστορούμενα, η μεν πρώτη τούτων στις 5.8.2002, η δε δεύτερη τούτων στις 25-7-2003, ήτοι είχαν συναφθεί αμφότερες μετά την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (10-7-2001), μετά την έναρξη ισχύος των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν δε από τις 18-4-2001, και δεν συντρέχουν επ' αυτών οι προαναφερθείσες διαγραφόμενες από τα άρθ. 5 και 11 προϋποθέσεις του ΠΔ 164/2004.

Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω αναλυτικά αναφερόμενα, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη ως προς την τρίτη των εναγουσών Μ. Α.. Το Πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο κατά το μέρος που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε άλλως και δέχθηκε ότι η υπό κρίση αγωγή είναι νόμιμη και ως προς την τρίτη των εναγουσών Μ.

Α., εσφαλμένα κατά τούτο ερμήνευσε και εφήρμοσε το Νόμο, δεκτών γενόμενων ως βάσιμων των σχετικών ισχυρισμών της εκκαλούσας - εναγομένης, τους οποίους αυτή επαναφέρει με την υπό κρίση έφεση. Πρέπει, λοιπόν, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση ως προς την ως άνω εσφαλμένη κρίση και διάταξη αυτής, και, αφού διακρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και στην συνέχεια εξεταστεί η υπό κρίση αγωγή ως προς την νομική βασιμότητά της, κατά την ίδια, ως άνω, διαδικασία, να απορριφθεί αυτή ως μη νόμιμη, ως προς την τρίτη των εναγουσών, Μ.

Α., με τις προαναφερθείσες σκέψεις.

9. Σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο λαμβάνοντας υπόψιν ότι η "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ" εξήλθε του δημοσίου τομέα με το ΠΔ 307/1996, όμως σύμφωνα με το άρθρο μόνο του ΠΔ αυτού ειδικά και μόνο για τις προσλήψεις του προσωπικού, η "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ" εξακολουθεί να υπάγεται στον δημόσιο τομέα, με πλήρη και σαφή αιτιολογία ορθώς εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004, σύμφωνα με το οποίο μετατροπή συμβάσεων έργου σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αποκλείεται, αν δεν συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του, που εν προκειμένω δεν συνέτρεχαν, σύμφωνα με το περιεχόμενο του αγωγικού δικογράφου για την υπαγόμενη στον δημόσιο τομέα εναγομένη.

Συνεπώς ο 2ος και ο 3ος από τους λόγους της αίτησης είναι αβάσιμος. 10. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί οι οποίοι θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση.

Επομένως πράγματα, με την έννοια αυτήν, αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής. Ιδρύεται συνεπώς ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν δεν ερευνήθηκε ορισμένη βάση της αγωγής (92/2006). 11. Με τους λοιπούς λόγους της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσβάλλει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με τα αγωγικά κονδύλια για τα επιδόματα εορτών και αδείας, και μισθολογικές διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών του επίδικου διαστήματος.

Ειδικότερα με τους λοιπούς αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με τα αγωγικά κονδύλια για τα επιδόματα εορτών και αδείας, και μισθολογικές διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών του επίδικου διαστήματος, ότι αν και τόσο από το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής (την ιστορική βάση αυτής) όσο και από τις επιμέρους παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, προκύπτει ότι απασχολείτο υπό καθεστώς εξαρτημένης εργασίας υπό τις αυτές συνθήκες και με τα αυτά καθήκοντα, που η αναιρεσιβαλλόμενη έκρινε για τις λοιπές τρεις ενάγουσες, εν τούτοις, μετά την απόρριψη της αγωγής ως προς την κύρια βάση της απέρριψε ως μη νόμιμα τα κονδύλια αυτά, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι απέρριψε στο σύνολο της την αγωγή του και συνακόλουθα και τα κονδύλια για τα επιδόματα εορτών και αδείας, που οφείλονται και επί απλής σχέσης εργασίας κατά τις οικείες νομοθετικές διατάξεις και για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών που ζητούσε με την επικουρική βάση της αγωγής της κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ακόμη και σε περίπτωση που κριθεί άκυρη η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας της, αφού κατέστη πλουσιότερη εξοικονομώντας δαπάνη σε βάρος της περιουσίας της και με ζημία της, χωρίς νόμιμη αιτία, τη στιγμή μάλιστα που οποιονδήποτε εργαζόμενο κι αν απασχολούσε τις ίδιες ώρες, υπό τις ίδιες συνθήκες και με το ίδιο ωράριο, θα κατέβαλλε υποχρεωτικά τα ίδια ως άνω ποσά." παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, 1 παρ. 1 και 2 της Υ.Α. 19040/1981 και 3 παρ. 16 του ν. 4504/1996, ως προς τα αιτούμενα επιδόματα εορτών και αδείας και των άρθρων 648 επ. 904 επ.

ΑΚ, ως προς τις διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών του επίδικου χρονικού διαστήματος, ενώ ακόμη διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με την απόρριψη των ως άνω κονδυλίων και υποπίπτοντας έτσι στις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Εντελώς επικουρικά, ακόμα και αν γινόταν δεκτό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι, παρά τα ιστορούμενα στην αγωγή, οι συμβάσεις που σύναψε δεν είχαν το χαρακτήρα παροχής εξαρτημένης εργασίας, και πάλι αυτή και μόνη η κρίση της θα συνιστούσε πλημμέλεια, εκτός από το άρθρο 559 αρ. 1 και από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. και θα επέβαλε την αναίρεσή της.

Τέλος, με τον έβδομο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αναφορικά με τις αιτούμενες με την ένδικη αγωγή διαφορές δεδουλευμένων αποδογών και τα αιτούμενα επιδόματα εορτών και αδείας, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, για την περίπτωση που θεωρηθεί από το Δικαστήριο ότι το Εφετείο δεν απέρριψε σιωπηρά ως μη νόμιμες τις ως άνω αγωγικές αιτήσεις της , την πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το αιτημά της για επιδίκαση των ως άνω αγωγικών αξιώσεων της.

Με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ορθώς από το Εφετείο απορρίφτηκε σιωπηρά η ως άνω επικουρική βάση της αγωγής. Και τούτο γιατί η εργασία, που προσφέρεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 101 Συντ και του Ν 2190 /1994 απαγορεύεται απόλυτα και ως τέτοια δεν δημιουργεί καμιά αξίωση αμοιβής, αφού σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να είναι έγκυρη και ειδικότερα δεν δημιουργεί αξίωση ούτε από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού τέτοιος πλουτισμός δεν προκύπτει για τον εργοδότη (Δημόσιο, ΟΤΑ, ΝΠΔΔ), ενόψει του ότι αυτός (εργοδότης) στη θέση του, παρά τις άνω διατάξεις, διατηρηθέντος προσωπικού, δεν θα προσελάμβανε άλλο, με έγκυρη σύμβαση εργασίας και δεν θα υποβαλλόταν έτσι αναγκαίως στις δαπάνες αμοιβής του (μισθούς κλπ.) με αντίστοιχη ωφέλεια, αφού μάλιστα ρητά προβλέπεται από το νόμο ότι τα καταβληθέντα στο προσωπικό αυτό που διατηρείται παράνομα, ποσά, καταλογίζονται σε βάρος των αρμοδίων για την εκκαθάριση των αποδοχών τους οργάνων. Συνακόλουθα, δεν προκύπτει η υποχρεωτική πρόσληψη άλλου προσωπικού, την οποία (πρόσληψη) να κατέστησε περιττή η προσφορά των υπηρεσιών της ενάγουσας με

αποτέλεσμα την αποφυγή της σχετικής δαπάνης από το Ελληνικό Δημόσιο και τον εντεύθεν αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Συνεπώς οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι.

12. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση. Τέλος πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα ως ηττημένη (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.), στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν. 3696/1957, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-3-2018 αίτηση περί αναιρέσεως της 994/2016 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. -Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην ..., στις 28 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην ..., στις 30 Μαρτίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ