Legislator Case Law & Legislation
315/2015 AI generated

315/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 315/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/3/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3821/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 63/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/9/2014 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

315/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ένορκη βεβαίωση, εάν ελήφθη μετά τη συζήτηση στον πρώτο βαθμό παραδεκτώς προσκομίζεται και λαμβάνεται υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατ'αρθρ.529 παρ.1α ΚπολΔ, εκτός εάν τούτο την αποκρούει ως απαράδεκτη κατά τη διάταξη του άρθρου 529 παρ.2 ΚΠολΔ. Η κλήτευση του αντιδίκου του εξετάζοντος παραδεκτώς γίνεται και με δήλωση που γίνεται στο ακροατήριο και καταχωρείται στα πρακτικά (ΑΠ 509/2011).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 315 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 315/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Δημήτριο Γεώργα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "ΠΡΩΤΕΥΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΠΡΩΤΕΥΣ Α.Τ.Ε.Ε.", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κωνσταντίνου και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Α.Τ.Ε. ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελευθέριο Λεβέντη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/3/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3821/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 63/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/9/2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Γεώργας ανέγνωσε την από 5/2/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 63/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 ΚΠολΔ παρέχεται λόγος αναίρεσης αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά το άρθρο 529 παρ.1 εδ.α'ΚΠολΔ στην κατ'έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, κατά δε την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται για πρώτη φορά σ'αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.

Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται ο δικονομικός κανόνας, ότι στην κατ'έφεση δίκη είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα εγγράφων, παρέχεται όμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η εξουσία να αποκρούσει ως απαράδεκτα τα έγγραφα, τα οποία προσάγονται για πρώτη φορά σε αυτό, εάν κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ο διάδικος δεν τα προσκόμισε στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.

Τα έγγραφα δε αυτά είναι παραδεκτά στην κατ'έφεση δίκη αν η νόμιμη επίκληση και προσκομιδή της γίνει με τις ενώπιον του εφετείου προτάσεις των διαδίκων (ΑΠ 1622/2009). Οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη κατά την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου διαδικασία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 270 παρ.2γ'ΚΠολΔ (αρθ. 28 Ν.3994/2011, αρθρ.9 Ν.4055/2012), αποτελούν ιδιαίτερο αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση.

Η ένορκη βεβαίωση, εάν ελήφθη μετά τη συζήτηση στον πρώτο βαθμό παραδεκτώς προσκομίζεται και λαμβάνεται υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατ'αρθρ.529 παρ.1α ΚπολΔ, εκτός εάν τούτο την αποκρούει ως απαράδεκτη κατά τη διάταξη του άρθρου 529 παρ.2 ΚΠολΔ. Η κλήτευση του αντιδίκου του εξετάζοντος παραδεκτώς γίνεται και με δήλωση που γίνεται στο ακροατήριο και καταχωρείται στα πρακτικά (ΑΠ 509/2011).

Πρέπει να σημειωθεί ότι κατά το άρθρο 270 παρ.2 εδ.γ'ΚΠολΔ ορίζεται ότι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρείς για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση. Οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις δεν μπορούν ν'αποκρουσθούν με την αιτιολογία ότι λήφθηκαν επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν στην κατ'έφεση δίκη και μόλις κατά την ημέρα της συζητήσεως (ΑΠ 184/2011, ΑΠ 897/2014, 509/2011 ΑΠ 570/99).

Στη προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμό 11α ΚΠολΔ καθόσον στην κατ'έφεση δίκη προσκόμισε η αναιρεσίβλητη με επίκληση την από 31-10-2013 και με αριθμό .../2013 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος Σ. Σ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, η οποία λήφθηκε μετά από νόμιμη κλήτευση της αναιρεσείουσας, όπως προκύπτει από την 2980 Δ/25-10-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Τ.. Από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι η με αριθμό .../2013 ένορκη βεβαίωση λήφθηκε στις 31-10-2013 και ώρα 9 π.μ. ήτοι προ της ώρας της συζητήσεως της εφέσεως και μετά από νόμιμη κλήτευση που έλαβε χώρα στις 25-10-2013, ήτοι προ δύο τουλάχιστον εργασίμων ημερών. Η προσκόμιση και επίκληση έγινε νομίμως της ανωτέρω ενόρκου βεβαιώσεως και δεν αποκρούσθηκε από το ουσιαστικό δικαστήριο ως απαράδεκτη, δηλαδή ότι δεν προσκομίσθηκε από στρεψοδικία ή από βαριά αμέλεια, όπως ανελέγκτως έκρινε το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, η δε ώρα που λήφθηκε (9 π.μ. της ημέρας της δικασίμου) δεν δημιουργεί ακυρότητα αυτής και ορθώς λήφθηκε υπόψη προς σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης του Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Είναι επομένως απορριπτέος ο σχετικός λόγος (πρώτος) αναιρέσεως ως αβάσιμος.

Περαιτέρω κατά μεν το άρθρο 339 ΚΠολΔ, αποδεικτικά μέσα είναι η ομολογία, η αυτοψία, η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, η εξέταση των διαδίκων, οι μάρτυρες, ο όρκος του διαδίκου και τα δικαστικά τεκμήρια, κατά δε το άρθρο 390 του ίδιου Κώδικα, γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν εκτιμώνται ελεύθερα από το Δικαστήριο.

Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι οι γνωμοδοτήσεις που αναφέρονται στη δεύτερη από αυτές, εφόσον συντάχθηκαν κατά τις νόμιμες προϋποθέσεις, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο, που υποβάλλεται στην ίδια ρύθμιση και εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο (ΑΠ 1182/2012).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β)για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ)για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφασης του Δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, λόγος, όμως, αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά του εν λόγω ισχυρισμού στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, πρέπει να γίνεται μόνο με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης. Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει ο ισχυρισμός να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 142/2013).

Τέλος για να ληφθεί υπόψη από τον Άρειο Πάγο ως αφορών τη δημόσια τάξη ισχυρισμός που δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να αποδεικνύεται από τα έγγραφα της δίκης ότι οι πραγματικές προϋποθέσεις που είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο και να γίνεται επίκληση της υποβολής τους αυτής ή να προκύπτουν από την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 285/1987, Ολ ΑΠ 15/2000).

Εν προκειμένω και σχετικά με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως που αφορά την από 10-10-2011 συμπληρωματική τεχνική έκθεση που συνέταξε ο Σ. Σ., αυτή εκτιμήθηκε ελεύθερα κατ'άρθρο 390 ΚΠολΔ από το Δικαστήριο, αφού ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας που είχε προτείνει παραδεκτά κατά τη δευτεροβάθμια δίκη ώστε να μη ληφθεί υπόψην, απορρίφθηκε ως μη οφειλόμενη σε πρόθεση στρεψοδικίας ή από εξαιρετικά βαριά αμέλεια.

Η δια του λόγου αυτού αναιρέσεως προβολή για πρώτη φορά ότι ο συντάκτης της τεχνικής εκθέσεως, έπαυσε να είναι μέλος του ΤΕΕ από 12-10-2009 και επομένως ως συνταξιούχος μηχανικός ακύρως και παρά το νόμο συνέταξε την τεχνική έκθεση, που πάσχει κατ'αυτήν από ακυρότητα ένεκα του λόγου τούτου και δεν έπρεπε να ληφθεί καθόλου υπόψη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Και τούτο διότι έπρεπε να είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, το ζήτημα δε για το οποίο αναφέρεται ο ανωτέρω τεχνικός σύμβουλος και αποτελούσε ουσιώδη ισχυρισμό για την έκβαση της δίκης, δηλαδή ποία ήτο η ένταση των ανέμων (άνω ή κάτω των 8 μποφόρ) δεν είναι ισχυρισμός που αφορά τη δημόσια τάξη.

Επίσης καθόσον αφορά την παράβαση του καθήκοντος αληθείας κατ'αρθρ.116 ΚΠολΔ, με προβολή των ιδίων ως άνω στοιχείων, ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι έπρεπε να είχε προταθεί ο ισχυρισμός κατά τρόπο ορισμένο και με επίκληση στο Δικαστήριο της ουσίας και όχι κατά την ενώπιον του Αρείου Πάγου διαδικασία για πρώτη φορά.

Επομένως το Δικαστήριο που με την προσβαλλόμενη απόφαση του, έλαβε υπόψη και εκτίμησε ελευθέρως, σε συνδυασμό με τ'άλλα αποδεικτικά μέσα και την συμπληρωματική τεχνική έκθεση, δεν έσφαλε και ο σχετικός λόγος είναι απορριπτέος, όπως και η αναίρεση στο σύνολό της.

Ενόψει των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση, κατά τη 63/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ, αρθ.12 Ν.4055/2012) και τέλος επιβληθεί η δικαστική δαπάνη σε βάρος της αναιρεσείουσας και υπέρ της αναιρεσιβλήτου που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (αρ. 176, 183 ΚΠολΔ) όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά της 63/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου και για τις προτάσεις που κατέθεσε, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ