Legislator Case Law & Legislation
315/2011 AI generated

315/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 315/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

315/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ υπάρχει όταν, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του εφαρμόζεται αυτός ή δεν εφαρμόζεται, ενώ συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις ή το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από αυτή που έχει.

Keywords

AI generated
bankruptcy official financial crisis mismanagement debt collection officer banking policy economic and monetary policy
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 315 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 315/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΤΕbank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Δημητροπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Β. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Μακρυγιάννη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-11-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2756/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5235/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-3-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 17-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1, εδ. α-γ, 102, 103, 104 παρ. 1 εδ. α, 106 παρ. 3 εδ. α και 107 του Οργανισμού της αναιρεσίβλητης Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α' 270/1973, κυρώθηκε με το ν.δ 213/1973 και έχει ισχύ νόμου, προκύπτει ότι οι προαγωγές από το βαθμό του Τμηματάρχη Α' στο βαθμό του Υποδιευθυντή, γίνονται κατ' απόλυτη εκλογή, από το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας, ύστερα από πρόταση του Διοικητή της.

Το Συμβούλιο αποφαίνεται, με ελεύθερη κρίση, αφού λάβει υπόψη τα στοιχεία που ειδικότερα αναφέρονται στα άρθρα 101-104 του Οργανισμού ΑΤΕ και είναι τα στοιχεία του ατομικού φακέλου των κρινομένων, τα οποία αφορούν το ήθος, τα τυπικά, επιστημονικά και επαγγελματικά προσόντα τους, τις ηθικές αμοιβές, τις εκθέσεις των προϊσταμένων τους στα σχετικά φύλλα ποιότητας, την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, την προσωπική γνώση ή ασφαλείς πληροφορίες των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, ρητώς διατυπούμενες στο σχετικό πρακτικό, και κάθε, κατά την κρίση του Συμβουλίου, χρήσιμο για την αξιολόγηση των κρινόμενων στοιχείο.

Ως προακτέοι κατ' απόλυτη εκλογή χαρακτηρίζονται οι υπάλληλοι εκείνοι που διακρίνονται μεταξύ των συναδέλφων τους για το ήθος και το χαρακτήρα τους και επέδειξαν, σε υψηλό βαθμό, διοικητική και υπηρεσιακή ικανότητα, έκτακτη δραστηριότητα και αφοσίωση στο καθήκον, προσόντα συνεκτιμώμενα πάντως με την αρχαιότητα τόσο τη γενική (χρόνος προσλήψεως) όσο και την ειδική (στον κατεχόμενο βαθμό), τις εκθέσεις και τη βαθμολογία τους, όπως αυτή απεικονίζεται στα φύλλα ποιότητας.

Η κρίση του ΔΣ ελέγχεται από τα δικαστήρια μόνο ως προς τη νομιμότητά της, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και ο έλεγχος της συμμόρφωσής του προς τις επιταγές του άρθ. 281 ΑΚ, που εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε άσκηση δικαιώματος, είτε τούτο απορρέει από το δημόσιο είτε από το ιδιωτικό δίκαιο. Έτσι, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση που υποβάλλεται στη δικαστική κρίση αποδειχθεί ότι το ΔΣ της ΑΤΕ παρέλειψε να προαγάγει υπάλληλό της, ο οποίος καταφανώς υπερείχε άλλου συναδέλφου του που κατά τις ίδιες κρίσεις προήχθη και έπρεπε, σύμφωνα με τις παραπάνω προϋποθέσεις, να προαχθεί, υπερβαίνοντας έτσι προφανώς τα όρια που το άρθρο 281 ΑΚ επιβάλλει στην άσκηση όλων των δικαιωμάτων, δηλαδή της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματός του, ως συλλογικού οργάνου κρίσεως, η απόφασή του είναι αντίθετη με το νόμο (άρθρ. 281 ΑΚ), θεωρείται άκυρη (άρθρ. 174, 180 ΑΚ) και θα αναγνωριστεί δικαστικώς ότι ο υπάλληλος έπρεπε να προαχθεί.

Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ υπάρχει όταν, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του εφαρμόζεται αυτός ή δεν εφαρμόζεται, ενώ συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις ή το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από αυτή που έχει.

Εξάλλου, κατά τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση είναι αναιρετέα, αν το Δικαστήριο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. "Πράγματα", κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, αν είναι ορισμένοι.

Όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό (ή λόγο εφέσεως) που προτάθηκε νομίμως και τον απέρριψε για οποιοδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο. Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συντρέχει περίπτωση ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν τα περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο δεν είναι αρκετά, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα αναιρετικού ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης, περί του εάν αυτά μπορούν να συγκροτήσουν την έννομη σχέση, την οποία στηρίζει το διατακτικό, καθώς επίσης και όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, για τη δικαιολόγηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.

Αντίφαση, εξάλλου, στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν δεν προκύπτει από την απόφαση, ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε, σε συνδυασμό με το διατακτικό, να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία, για την εφαρμογή της διατάξεως που εφαρμόσθηκε. Αντίθετα, δεν υπάρχει αντίφαση, όταν αυτή αναφέρεται στα νομικά επιχειρήματα της απόφασης ή αυτή σημειώνεται μεταξύ των νομικών συλλογισμών.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε τα εξής: Ο ενάγων δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου απασχολείται στην εναγόμενη τράπεζα από 17-10-1972 ως υπάλληλος οικονομικού κλάδου με τους βαθμούς: δόκιμου από 17-10-1972 μέχρι 16-10-1979, υπολογιστή από 17-10-1976 μέχρι 16-10-1979, λογιστή Γ' από 17-10-1979 μέχρι 30-12-1980, λογιστή Β' από 31-12-1980 μέχρι 16-10-1982, λογιστή Α' από 17-10-1982 μέχρι 30-12-1983, αρχιλογιστή από 31-12-1983 μέχρι 16-9-1985, τμηματάρχη Γ' από 17-9-1985 μέχρι 16-9-1987, τμηματάρχη Β' από 17-9-1987 μέχρι 26-9-1991 και τμηματάρχη Α' από 27-9-1991 μέχρι την παραίτηση του στις 28-11-2005.

Επίσης, ο ενάγων υπηρέτησε : Α)ως προϊστάμενος: το χρονικό διάστημα 1-10-1982 μέχρι 30-9-1984 στο γραφείο γεωργικών εφοδίων, το χρονικό διάστημα 1-10-1984 μέχρι 23-9-1985 στο γραφείο καταθέσεων, το χρονικό διάστημα 24-9-1985 μέχρι 19-12-1991 στο γραφείο δημοσίων σχέσεων και εξυπηρέτησης πελατών, το χρονικό διάστημα 3-8-1992 μέχρι 31-7-1995 στο γραφείο συναλλάγματος του καταστήματος … που είναι Α' κατηγορίας, Β)ως υποδιευθυντής το χρονικό διάστημα 1-8-1995 μέχρι 5-7-1998, ως αναπληρωτής διευθυντής το χρονικό διάστημα 6-7-1998 μέχρι 28-5-2000 και ως διευθυντής το χρονικό διάστημα 29-5-2000 μέχρι 28-11-2005 στο κατάστημα … που είναι Β' κατηγορίας.

Επίσης, ο ενάγων είναι απόφοιτος εξατάξιου Γυμνασίου με μέτρια γνώση της Αγγλικής Γλώσσας, έχει παρακολουθήσει 18 σεμινάρια μέχρι 8-12-2003, έχει μέσο όρο βαθμολογίας 377,63 με τον χαρακτηρισμό "άριστος" (υπερβαίνει το σχετικό όριο των 370 μονάδων), στα υπηρεσιακά φύλλα ποιότητας από 1982 έως 1996, χαρακτηρίζεται ως ικανό στέλεχος με ικανοποιητική απόδοση στα υπηρεσιακά δελτία αξιολόγησης και πέτυχε σταθμισμένο ποσοστό κάλυψης στόχων 103,26 % για το έτος 2001, 67,60 % για το έτος 2002 και 104,46 % για το έτος 2003.

Στις κατ' επιλογήν προαγωγικές κρίσεις στις 8-12-2003, ο ενάγων παραλείφθηκε και δεν προήχθη στο βαθμό του υποδιευθυντή, ενώ, αντίθετα, προήχθησαν στον ίδιο βαθμό, οι αναφερόμενοι στην αγωγή προς σύγκριση, Ν. Ν., Κ. Κ. και Φ. Σ. σύμφωνα με τα υπ' αριθμ. 17/8-12-2003 πρακτικά του Δ.Σ. της εναγομένης). Όμως, έναντι των δύο πρώτων συγκρινόμενων ο ενάγων καταφανώς υπερέχει ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και συγκεκριμένα :α) ως προς τη γενική και ειδική αρχαιότητα, καθώς οι Ν.

Ν. και Κ. Κ. προσλήφθηκαν στις 2-4-1973 και 13-7-1978, αντίστοιχα, και προήχθησαν στον βαθμό του τμηματάρχη Α' στις 20-12-1993 και 28-6-1995, αντίστοιχα, ήτοι πολύ μεταγενέστερα από τον ενάγοντα β) ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, καθώς ο μεν Ν. Ν. άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου από 10-4-1987 και διευθυντή καταστήματος Β' κατηγορίας από 6-4-2001, ο δε Κ.

Κ. άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου από 1-12-1988 και διευθυντή καταστήματος Β' κατηγορίας (…) από 10-12-2001, ενώ ο ενάγων είχε τοποθετηθεί σε αντίστοιχες θέσεις πολύ προγενέστερα, ήτοι ως προϊστάμενος από 29-4-1982, ως διευθυντής καταστήματος Β' κατηγορίας (…) από 29-3-2000, γ) ως προς την εργασιακή εμπειρία, καθώς ο ενάγων- σε αντίθεση με τους συγκρινόμενους -υπηρέτησε για μεγάλο χρονικό διάστημα, ήτοι από 1-10-1982 μέχρι 31-7-1995 ως προϊστάμενος σε κατάστημα Α' κατηγορίας (…) και σε πολλά διαφορετικά αντικείμενα (γραφεία γεωργικών εφοδίων, επιδοτήσεων, καταθέσεων, δημοσίων σχέσεων και εξυπηρέτησης πελατών, χορηγήσεων συναλλάγματος), επίσης του είχαν ανατεθεί ουσιαστικά διευθυντικά καθήκοντα (ως υποδιευθυντή από 1-8-1995 μέχρι 5-7-1998 και ως αναπληρωτή διευθυντή από 6-7-1998 μέχρι 28-5-200) σε κατάστημα Β' κατηγορίας (…) πολύ πριν τοποθετηθεί ως διευθυντής του ίδιου καταστήματος, ενώ το ίδιο χρονικό διάστημα οι δύο ως άνω συγκρινόμενοι ήταν διευθυντές καταστημάτων Γ' κατηγορίας και κατά συνέπεια με μικρότερο όγκο συναλλαγών (καταστήματα … και …, αντίστοιχα), δ) ως προς τον αριθμό σεμιναρίων και συγκεκριμένα, οι Ν.

Ν. και Κ. Κ. έχουν παρακολουθήσει 2 και 7 σεμινάρια, αντίστοιχα, έναντι 18 σεμιναρίων του ενάγοντος, ε)ως προς τη βαθμολόγηση, καθώς οι Ν. Ν. και Κ. Κ. έχουν βαθμό 370 και 375 αντίστοιχα (Φύλλα ποιότητας ετών 1997 και 1999 αντίστοιχα), έναντι μέσου όρου 377,63 του ενάγοντος. Οι ως άνω συγκρινόμενοι είναι ισότιμοι με τον ενάγοντα:

α) κατά το ότι χαρακτηρίζονται και αυτοί ως ικανά στελέχη με ικανοποιητική απόδοση στα υπηρεσιακά δελτία αξιολόγησης, β)ως προς τους τίτλους σπουδών, καθώς είναι απόφοιτοι εξαταξίου Γυμνασίου με μέτρια γνώση Γερμανικής γλώσσας ο Ν. Ν. και Αγγλικής γλώσσας ο Κ. Κ., γ)όσον αφορά σταθμισμένο ποσοστό κάλυψης στόχων που είναι για τον Ν.

Ν. 92,25% το έτος 2001, 86% το έτος 2002 και 106,55% το έτος 2003, και για τον Κ. Κ. 47,82% το έτος 2001, 82,18% το έτος 2002 και 103,36% το έτος 2003.

Συνεπώς, λόγω της καταφανούς υπεροχής του ενάγοντος έναντι των Ν. Ν. και Κ.Κ. (ιδίως στα ουσιωδέστερα κριτήρια της ανάληψης υπεύθυνων καθηκόντων και εργασιακής εμπειρίας) κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 8-12-2003, η τότε παράλειψη προαγωγής του ενάγοντα, συνιστά καταχρηστική άσκηση του αντίστοιχου διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης ήτοι άσκηση κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικοοικονομικός σκοπός του εν λόγω δικαιώματος, οπότε και θα πρέπει να αναγνωριστεί το δικαίωμα προαγωγής του ενάγοντος στον βαθμό του υποδιευθυντή από την 8-12-2003.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις περί προαγωγών του προσωπικού της εναγομένης καθώς και εκείνη του άρθρου 281 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια αληθώς από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι από τον αρ. 8 του ίδιου άρθρου, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από την τελευταία διάταξη, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος από το άρθρο 559 αριθ.8 περ. β' ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από την εκκαλούσα ήδη αναιρεσείουσα και συγκεκριμένα ισχυρισμούς της σχετικά με τις προαγωγές των υπαλλήλων της, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλους τους ισχυρισμούς αυτής.

Εξάλλου, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν πλήρως το ανωτέρω συμπέρασμα, στο οποίο οδηγήθηκε, και δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου περί προαγωγών του προσωπικού της εναγομένης καθώς και εκείνη του άρθρου 281 Α.Κ.

Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ τρίτος, δεύτερο μέρος, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά τον εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ λόγο, η απόφαση είναι αναιρετέα, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, κατά δε τον αριθ. 20 του ίδιου άρθρου, παρέχεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Κατά την έννοια της τελευταίας διατάξεως "παραμόρφωση" εγγράφου υπάρχει, όταν το δικαστήριο δέχθηκε ότι το έγγραφο έχει περιεχόμενο ολοφάνερα διάφορο από το αληθινό και κατέληξε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα, δηλαδή όταν υπήρξε διαγνωστικό σφάλμα ή λάθος στην ανάγνωση του εγγράφου.

Συνεπώς, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό στοιχείο, όπως πράγματι είναι το αληθινό περιεχόμενό του, έστω και κατά πλημμελή τρόπο, πείθεται για την ύπαρξη όλου ή μέρους των πραγματικών γεγονότων, προς απόδειξη των οποίων προσκομίζεται το έγγραφο, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου, η οποία, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 561 §1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, δεύτερο και τρίτο μέρη του, και με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, πρώτο και τρίτο μέρη του, από το άρθρο 559 αρ. 11β' και 20 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, προβάλλεται, αφενός ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το υπ' αριθμ. 21/2005 ειδοποιητήριο εσωτ. Υπηρ. της Δ/νσης Ανθρωπίνου Δυν/κού, η οποία αναλύει επακριβώς το σύστημα των προκηρύξεων θέσεων με ανάθεση σε Τμηματάρχες Α' καθηκόντων βαθμού Υποδ/ντή, το υπ' αριθμ. 32 Α/ 1713/15-3-06 εμπιστευτικό έγγραφο σε συνδυασμό με τις εγκυκλίους με αριθμ. 52/04 και 233/07 της άνω Δ/νσης και τα Δελτία Αξιολόγησης των ετών 2001 και 2002 για τον αναιρεσίβλητο και τους συγκρινομένους, που η αναιρεσείουσα προσκόμισε, αφετέρου, επικουρικώς, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών.

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ειδικότερα, ο από τον αριθμ. 11β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που ανωτέρω επικαλείται η αναιρεσείουσα, τα οποία και αξιολόγησε ως προς την αποδεικτική τους αξία κατά τα ανωτέρω.

Ο από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος, καθόσον από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι δεν υπάρχει λανθασμένη ανάγνωση των εγγράφων αυτών εκ μέρους του Εφετείου αλλά εκτίμηση του περιεχομένου του. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-3-2010 αίτηση της "ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5235/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Μαρτίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ