Supreme Court annuls appeal court decision for violating mandatory law on absent trial due to unpaid fees.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Thessaloniki Court of Appeal's decision of 484/2004, which had rejected the plaintiffs' lawsuit after they failed to pay the required court fee. The appellate court had accepted the appellant's counterclaim, thereby substituting itself for the original defendant, and subsequently tried the case in absentia of the plaintiffs. The Court ruled this procedure violated mandatory substantive law requiring parties to be present when the counterclaim is accepted, mandating a retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 2 of Law 70/1912; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: The acceptance of a counterclaim by the appellate court necessitates the presence of the original plaintiffs; a subsequent trial in their absence due to non-payment of fees violates mandatory substantive law and requires the case to be remitted for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 315 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 του ν. ΓΠΟΗ΄/1912 γιατί, θεωρώντας ότι απαραδέκτως είχε χωρήσει στον πρώτο βαθμό ο περιορισμός του αγωγικού αιτήματος, που έγινε με την προσθήκη των προτάσεων, εντός της προθεσμίας που χορήγησε το δικαστήριο και ότι οι ενάγοντες έπρεπε να δικαστούν ερήμην κατ΄ εκείνο το βαθμό, λόγω μη καταβολής του προσήκοντος τέλους ενσήμου, στη συνέχεια, απέρριψε για το λόγο αυτόν την αγωγή. Επομένως ο λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως του άρθρου 2 του ν. ΓΠΟΗ΄/1912 πρέπει να γίνει δεκτός.
Αριθμός 315/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 12η Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των καλούντων - αναιρεσειόντων: 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, κατοίκου ..., 3) Χ3, κατοίκου ..., 4) Χ4, κατοίκου ..., 5) Χ5, κατοίκου ..., 6) Χ6, κατοίκου ... και 7) Χ7, κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Λαγουβάρδου.
Της καθ' ου η κλήση - αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΕΓΕΚ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΕΓΕΚ ΑΕ", ως καθολικής διαδόχου, συνεπεία απόσχισης του κατασκευαστικού κλάδου της εταιρείας ΑΕΓΕΚ με απορρόφησή του από την άνω εταιρεία, σε συνέχεια της συγχώνευσης με απορρόφηση από την προαναφερθείσα ΑΕΓΕΚ της εταιρείας "ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΤΕ", επίσης ως οιονεί καθολικής διαδόχου, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΟΛΥΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε. - ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Τζαμαδάνη, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο τις ως άνω μεταβολές της αναιρεσίβλητης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34608/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 484/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 25-5-2004 αίτησή τους. Εκδόθηκε η 1939/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 14-1-2009 κλήση των καλούντων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 7-1-2008 έκθεση της Αρεοπαγίτου Ειρήνης Αθανασίου, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμων του πρώτου λόγου αναιρέσεως κατά το μέρος του κατά το οποίο αυτός κρίθηκε ως βάσιμος, καθώς και του δεύτερου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη τόσο του πρώτου λόγου αναιρέσεως κατά τα λοιπά μέρη του όσο και αμφοτέρων των λοιπών (τρίτου και τέταρτου) λόγων αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθεμιά δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΠΟH'/1912 "περί δικαστικών ενσήμων", όπως αυθεντικώς ερμηνεύτηκε με το ν.δ. 1544/1942 και τροποποιήθηκε με το ν.δ. 4189/1961,με εξαίρεση τις για προσωρινά μέτρα αγωγές, κάθε άλλη καταψηφιστική αγωγή, της οποίας το αντικείμενο είναι αξίας μεγαλύτερης των 15.000 δραχμών (και προκειμένου για εργατικές διαφορές, σύμφωνα με το άρθρο 71 του Εισ.Ν.ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 17 του ν.2479/1997, όταν το αίτημα της αγωγής υπερβαίνει το ποσό της εκάστοτε καθ' ύλην αρμoδιότητας του ειρηνoδικείoυ), υπoβάλλεται σε τέλος δικαστικoύ ενσήμoυ, εκείνoς δε ο υπόχρεος πoυ παραλείπει να καταβάλει το τέλος αυτό δικάζεται ερήμην.
Σαφώς από τη διάταξη αυτήν και το σκοπό της, σε συνδυασμό της μάλιστα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 71 του Eισ.N.ΚΠoλΔ και όπως αυτή αρχικώς ίσχυε αλλά και μεταγενεστέρως ισxύει, συνάγεται ότι στο προβλεπόμενο τέλος δικαστικoύ ενσήμoυ υποβάλλονται και οι εργατικές διαφορές, οι οποίες ήδη εκδικάζονται κατά την από τα άρθρα 663-676 ΚΠολΔ διαγραφόμενη ειδική διαδικασία.
Δεν είναι δε ασυμβίβαστη η εκδοχή αυτή προς τη διάταξη του άρθρου 672 του ΚΠολΔ, κατά την οποία, αν κατά τη συζήτηση στο ακρoατήριo δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει νόμιμα μέρος κάποιος από τους διαδίκους, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διότι η διάταξη αυτή δεν αφορά τη μη προκαταβολή των εξόδων και τελών της δίκης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το δικαστικό ένσημο, αλλά αφορά την από άλλους λόγους μη εμφάνιση ή μη προσήκουσα εμφάνιση κάποιου από τους διαδίκους.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 223 ΚΠολΔ, "όταν επέλθει η εκκρεμοδικία είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής. Κατ'εξαίρεση μπορεί ο ενάγων με τις προτάσεις, εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό, να περιορίσει το αίτημα της αγωγής ...". Ο περιορισμός του αιτήματος της αγωγής (και τέτοιο περιορισμό αποτελεί και η μετατρoπή του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό), θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 295 παρ.1 εδ.
β' του ίδιου Κώδικα, ως μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και μπορεί να γίνει, όχι μόνο με τις προτάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 223 του εν λόγω Κώδικα, αλλά κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 297 ΚΠολΔ, και με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ιδίως όταν πρόκειται για υπόθεση που δικάζεται κατά την ειδική διαδικασία, όπως είναι και εκείνη των εργατικών διαφορών, όπου δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων.
Είναι αληθές ότι η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 297 ΚΠολΔ, ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένοu, πλην όμως στην περίπτωση του περιορισμού του αιτήματος της αγωγής, ο οποίος θεωρείται ως μερική παραίτηση από το δικόγραφο αυτής, εφαρμόζεται η ειδική ρύθμιση της διατάξεως του άρθρου 223 ΚΠολΔ, με βάση την οποία ο περιορισμός αυτός μπορεί να γίνει και με τις προτάσεις ωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό και επομένως και με την προσθήκη στις προτάσεις αυτές, που γίνεται μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αλλά μέσα στη νόμιμη προθεσμία, εφόσον μέχρι τότε δεν έχει περατωθεί η δίκη στον εν λόγω βαθμό.
Το αναφερόμενο στο στοιχ.γ' της παρ. 1 του άρθρου 591 του ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην πρoκειμένη περίπτωση χρόνο, πριν δηλαδή από την αντικατάσταση της με το άρθρο 19 του ν.2915/2001, ότι προσθήκη στις προτάσεις γίνεται όπως ορίζει η παρ.5 του άρθρου 270, η οποία ειδικότερα όριζε (πριν από την αντικατάσταση του τελευταίου άρθρου με το άρθρο 12 του ως ανω ν.2915/2001 και ακολούθως της αντίστοιχης παραγράφου του 6 με το άρθρο 7 παρ. 5 του ν.3043/2002) ότι έως τη 12η ώρα της 3ης ημέρας από τη συζήτηση κλπ.
οι διάδικοι μπορούν να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις τους, η οποία περιορίζεται στην αξιολόγηση των αποδείξεων, δεν έχει την έννοια και της ελλείψεως δυνατότητας να γίνει περιορισμός του αιτήματος της αγωγής, εφόσον το γεγονός τούτο ρυθμίζεται από την ειδική διάταξη του άρθρου 223 ΚΠoλΔ, σύμφωνα με την οποία, ο περιορισμός αυτός μπορεί να γίνει με τις προτάσεις και επομένως και με την προσθήκη στις προτάσεις αυτές εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε με αυτήν τα ακόλουθα: Το αιτούμενο από καθένα από τους αναιρεσείοντες με την ένδικη αγωγή τους συνολικό ποσό υπερβαίνει εκείνο των 50.000 δραχμών. Καθένας από αυτούς δεν περιόρισε το καταψηφιστικό του αίτημα σε αναγνωριστικό με δήλωση του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, ούτε κατέθεσε έγγραφες προτάσεις επί της έδρας κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στις 4-11-2002.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έδωσε προθεσμία για προσθήκη και αντίκρουση προτάσεων μέχρι την 7-11-2002, οπότε οι αναιρεσείοντες για πρώτη φορά κατέθεσαν προτάσεις την 12.00 ώρα της 7-11-2002. Με τις εκπρόθεσμες αυτές προτάσεις, που κατατέθηκαν στην προθεσμία της προσθήκης-αντικρούσεως και οι οποίες δεν επιδόθηκαν στην πρώτη εναγομένη, της οποίας καθολική διάδοχος, δια συγχωνεύσεως, είναι η ήδη αναιρεσίβλητη, για πρώτη φορά οι αναιρεσείοντες ενάγοντες περιόρισαν το αίτημα της αγωγής τους από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, δηλαδή αφού είχαν διεξαχθεί οι αποδείξεις, προβλήθηκαν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί και ήδη ήταν σε θέση να πιθανολογήσουν την έκβαση της δίκης.
Η πρώτη εναγομένη, με την προσθήκη και αντίκρουση των προτάσεών της, προέβαλε αντίρρηση στη μεταβολή αυτήν και πιθανολόγησε έννομο συμφέρον να περατωθεί η δίκη με έκδοση οριστικής αποφάσεως. Δέχτηκε δε το Εφετείο ότι, ενόψει των ανωτέρω, αλλά και του ότι πιθανολογείται πράγματι το έννομο συμφέρον που επικαλέστηκε η πρώτη εναγομένη να εκδοθεί οριστική απόφαση με βάση το καταψηφιστικό αίτημα, που διατηρήθηκε και μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων, η παραίτηση αυτή των αναιρεσειόντων ήταν απαράδεκτη και ότι, κατόπιν τούτων, εφόσον δεν κατέβαλαν το προσήκον δικαστικό ένσημο, έπρεπε να δικαστούν ερήμην και ν' απορριφθεί η αγωγή τoυς.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείo δέχτηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με το να δεχτεί με την εκκληθείσα 34608/2002 απόφασή του, ότι οι αναιρεσείοντες παραδεκτώς είχαν περιορίσει το αίτημα της αγωγής τους από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό και στη συνέχεια, παρά το ότι αυτοί δεν είχαν καταβάλει το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου με τις προσαυξήσεις που αναλογούσαν σ'αυτό, θεώρησε αυτούς ως κατ'αντιμωλίαν δικαζομένους και δέχθηκε την ένδικη αγωγή τους, έστω και κατά ένα μέρος της ως ουσιαστικά βάσιμη, έσφαλε και ακολούθως, κατα παραδοχή ως βασίμου του σχετικού πρώτου λόγου της εφέσεως της αναιρεσίβλητης κατά της προαναφερόμενης πρωτόδικης αποφάσεως, δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση αυτήν και εξαφάνισε την εν λόγω απόφαση κατά το μέρος της που αφορούσε την πρώτη εναγομένη, στη θέση της οποίας υπεισήλθε η αναιρεσίβλητη, ύστερα δε από διακράτηση της υποθέσεως, δικάζοντας πλέον ερήμην των αναιρεσειόντων, λόγω μη καταβολής από αυτούς του προσήκοντος δικαστικού ενσήμου, απέρριψε την αγωγή, καθόσον αυτή απευθυνόταν κατά της παραπάνω, εναγομένης, της oπoίας, όπως προαναφέρθηκε, καθολική διάδοχος δια συγχωνεύσεως είναι η ήδη αναιρεσίβλητη.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε την άνω ουσιαστικού δικαίου(ΑΠ 111/1978) διάταξη του άρθρου 2 του ν. ΓΠOH'/1912, όπως αυτή ήδη, κατά τα πιο πανω ισχύει. Και αυτό γιατί, θεωρώντας ότι απαραδέκτως είχε χωρήσει στον πρώτο βαθμό ο περιορισμός του αγωγικού αιτήματος και ότι οι ενάγοντες έπρεπε να δικαστούν ερημην κατ'εκείνο το βαθμό, λόγω μη καταβολής του προσήκοντος τέλους ενσήμoυ, στη συνέχεια, αφoύ δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης (ως καθoλικού διαδόχου της 1ης εναγομένης), δικάζοντας ερήμην των αναιρεσειόντων επί της αγωγής τους καθόσον αυτή απευθυνόταν κατά της εναγομένης αυτής, λόγω μη καταβολής ανάλογου δικαστικού ενσήμου, απέρριψε για το λόγο αυτόν την αγωγή.
Ενώ θα έπρεπε να δεχτεί ότι επιτρεπτώς είχε χωρήσει ο περιορισμός του αιτήματος της αγωγής, έστω και αν αυτός είχε γίνει μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο, εφόσον είχε γίνει με τις προτάσεις που είχαν κατατεθεί μέσα στη νόμιμη προθεσμία από τη συζήτηση στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας και δη τη δωδέκατη ώρα της τρίτης ημέρας από τη συζήτηση αυτή.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολ.Δ, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως του άρθρου 2 του ν. ΓΠOH'/1912 πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Μετά ταύτα και επειδή παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστές άλλους πλην εκείνων που δίκασαν και να καταδικασθεί η παραστάσα ενώπιον του Αρείου Πάγου και υπεισελθούσα στη θέση της αναιρεσίβλητης, ως καθολική διάδοχος της, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΕΓΕΚ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΟΑ" στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 106, 176, 183 και 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 484/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει τη υπεισελθούσα στη θέση της αναιρεσίβλητης ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΕΓΕΚ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΊΑ" στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ