Supreme Court dismisses appeal against conviction for forgery and illegal passport possession, rejecting vague mitigation claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's conviction for forgery and illegal passport possession. The appellant argued for a specific mitigation circumstance under Article 84 of the Penal Code but failed to provide concrete factual circumstances to support it. The court ruled that the lower court correctly rejected this vague claim without needing detailed justification, as the appellant did not substantiate the legal argument with facts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 510(1)(D), (E) and 84(2)(b) of the Penal Code; A vague mitigation claim lacking factual basis is inadmissible and does not require specific judicial reasoning for rejection.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 314 / 2025 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 314/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Δημητρίου Μητρουλιά (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου E. S. του I., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπαγεωργόπουλο, ο οποίος διορίστηκε αυτεπαγγέλτως με την υπ'αριθμ. 2172/2022 απόφαση του Α'Πεντ. Εφετείου Αθηνών, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 631/2024 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16.10.2024 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 13-11-2024 πρόσθετους λόγους αυτής, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 954/2024.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τον διορισθέντα δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 16-10-2024 αίτηση αναίρεσης του (επ) S. (ον) E. του I., κατά της υπ' αριθμ. 631/17-4-2024 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που στις 26-9-2024 καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ, ειδικό βιβλίο που τηρείται από την γραμματεία του προαναφερθέντος δευτεροβαθμίου ποινικού Δικαστηρίου - με την οποίαν ο (πρώτος) κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων καταδικάσθηκε για τις αξιόποινες πράξεις α) της πλαστογραφίας κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση τετελεσμένης και σε απόπειρα, με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το χρηματικό ποσόν των 120.000 ευρώ, β) της παράνομης κατοχής γνησίων διαβατηρίων και άλλων ταξιδιωτικών εγγράφων κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση και γ) της παράνομης κατοχής πλαστών διαβατηρίων ή άλλων ταξιδιωτικών εγγράφων άλλου προσώπου κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση (άρθρα 216 παρ. 1, 3 ΠΚ και 29 παρ. 7 του Ν. 4251/2014) και αφού αναγνωρίσθηκαν σ' αυτόν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2, στοιχ.
α' και ε' ΠΚ, ακολούθως του επιβλήθηκε για την πρώτη πράξη ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών, για την δεύτερη πράξη ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών και για την τρίτη πράξη ποινή φυλάκισης επίσης έξι (6) μηνών, ενώ ακολούθως καθορίσθηκε εις βάρος του συνολική ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών και τεσσάρων (4) μηνών - ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως για λογαριασμό του εν λόγω (πρώτου) κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, με σχετική προς τούτο δήλωση του συνηγόρου υπεράσπισής του, ο οποίος παραστάθηκε στην συζήτηση της σχετικής υπόθεσης ενώπιον του ως άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, (δήλωση) που έλαβε χώρα στις 16-10-2024 ενώπιον της γραμματέως του ως άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462, 464, 466 παρ. 1, 2, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1, εδ.
α', 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1, περ. α' ΚΠΔ. Περαιτέρω, ο αυτός ως άνω πληρεξούσιος Δικηγόρος του αναιρεσείοντος με το από 13-11-2014 ιδιαίτερο δικόγραφο που κατέθεσε στην γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου νομίμως και εμπροθέσμως και συγκεκριμένα, στις 14-11-2024, δηλαδή δέκα πέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισθείσα δικάσιμο για την συζήτηση της ως άνω αναίρεσης, δηλαδή πριν από τις 4-12-2024 (άρθρο 509 ΚΠΔ), άσκησε προσθέτους λόγους αναίρεσης κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 631/2014 απόφασης του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αλλά και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι περιλαμβάνουν σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους, συνιστάμενους στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την περί ενοχής του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος κρίση της, για την παραπάνω πρώτη αξιόποινη πράξη και στην έλλειψη νόμιμης βάσης καθώς και στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και σε εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 84 παρ.2β του ΠΚ, (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' και Ε' ΚΠΔ αντιστοίχως) και συνεπώς, θα πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή τόσον η αίτηση αναίρεσης, όσον και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να εξετασθούν περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των σχετικών αυτών λόγων.
Κατά τις διατάξεις περί πλαστογραφίας του άρθρου 216 ΠΚ, όπως ίσχυαν μέχρι 30-6-2019, "1. Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίσταση. 2.
Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο. 3. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παράγραφοι 1 - 2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ.
Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ", ενώ οι αντίστοιχες διατάξεις του ίδιου άρθρου του ισχύοντος από 1-7-2019 νΠΚ (Ν. 4619/2019 - ΦΕΚ Α' 59/11.6.2019) ορίζουν ότι: "1.
Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο. 3.
Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παράγραφοι 1 - 2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή". Ήδη η παράγραφος 3 του άρθρου 216 ΠΚ έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 40 του Ν. 4855/2021 (ΦΕΚ Α' 215/12-11-2021) και πλέον ορίζεται ότι: "Αν ο υπαίτιος των πράξεων των παρ. 1 και 2 σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται:
α) εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή, β) εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει τις εκατόν είκοσι χιλιάδες (120.000) ευρώ, με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη και χρηματική ποινή". Από την αντιπαραβολή των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι οι διατάξεις του άρθρου 216 νΠΚ, που αναφέρονται στην κακουργηματική μορφή της πλαστογραφίας, είναι ευμενέστερες των προγενεστέρων διατάξεων, αφού δεν προβλέπεται πλέον κακουργηματική πλαστογραφία λόγω της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης της πράξης και η μόνη μορφή της κακουργηματικής πλαστογραφίας που προβλέπεται στηρίζεται στο ποσοτικό κριτήριο, δηλαδή όταν η ζημία που προκλήθηκε ή απειλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000,00 €) ευρώ (ΑΠ 836/2024, ΑΠ 787/2022, ΑΠ 1061/2020).
Από τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 216 ΠΚ, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, που είναι έγκλημα τυπικό, απαιτείται αντικειμενικώς, η από την αρχή κατάρτιση εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' ΠΚ) από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, με μεταβολή του τελευταίου.
Ως νόθευση εγγράφου νοείται η αλλοίωση της εννοίας του με την μεταβολή του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη, την εξάλειψη ή την αντικατάσταση λέξεων, αριθμών, σημείων και άλλων στοιχείων του γνήσιου εγγράφου, αλλά και με περιορισμό του αρχικού περιεχομένου του, ώστε να μεταβάλλεται η αποδεικτική δύναμή του (ΑΠ 802/2020).
Υποκειμενικώς, απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει την γνώση (έστω και με την έννοια της αμφιβολίας) και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη. Επί πλέον, απαιτείται και σκοπός του υπαίτιου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης και μπορεί να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση.
Οι ανωτέρω πράξεις της πλαστογραφίας προσλαμβάνουν κακουργηματικό χαρακτήρα κατά την διάταξη της παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου του ΠΚ, αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (της πλαστογραφίας και χρήσης πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου), σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000,00 €).
Για την στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξης της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου, αλλά αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη, ενώ με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα, έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επομένων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία.
Ειδικά όμως στην περίπτωση κατάρτισης πλαστών διαβατηρίων ή εν γένει ταξιδιωτικών εγγράφων ή επί νόθευσης γνησίων τοιούτων, υπάρχει βλάβη στις έννομες σχέσεις τρίτου, ήτοι τουλάχιστον του κράτους, το οποίο εμποδίζεται στην ενάσκηση του δημοσίου χαρακτήρα δικαιώματός του να ελέγχει τα εισερχόμενα και εξερχόμενα από την χώρα άτομα για λόγους ασφαλείας (ΑΠ 1256/1985, ΑΠ 456/1995, ΑΠ 1621/2007, ΑΠ 1126/2008).
Στην εν λόγω περίπτωση της πλαστογραφίας διαβατηρίων και άλλων ταξιδιωτικών εγγράφων, εφόσον η ανωτέρω ζημία του κράτους στις έννομες σχέσεις του είναι αδιατίμητη, η κακουργηματική φύση της πράξης, προφανώς θα προσδιορισθεί μόνο με βάση το ύψος του οφέλους που επιδίωξε ο δράστης. Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν όπως ήδη αναφέρθηκε, το πρόσφορο της πλαστογραφίας να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία την οποία επιδιώκει ο δράστης, αφού κατά την έννοια της ερμηνευόμενης διάταξης, για την θεμελίωση του αξιοποίνου, ο νόμος απέβλεπε όχι στην αμεσότητα της ενέργειας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου τον οποίο ενέχει αυτή καθ' εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας, έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επέλευσης του οφέλους ή της βλάβης.
Περί των ανωτέρω συνηγορεί και το γεγονός ότι στην πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου) η διαβάθμιση του αξιοποίνου της διαπλάσσεται στον νόμο ως έγκλημα σκοπού, ενώ με τη (συστηματική) ένταξή της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του ΠΚ σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των έγγραφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων (ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 814/2022, ΑΠ 421/2022, ΑΠ 1107/2020).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 ΠΚ "Αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικώς σύμπραξη κατά την εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικώς κοινός δόλος δηλαδή ότι κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με το δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος και να θέλει ή να αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράστη με εκείνη του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος.
Η σύμπραξη κατά την εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται στο ότι ο καθένας πραγματώνει με την επί μέρους πράξη του την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος πραγματώνεται με τις συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στη δικαστική απόφαση και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς (ΑΠ 760/2024, ΑΠ 1503/2023, 1079/2023, ΑΠ 131/2023).
Εξάλλου, στο άρθρο 42 παρ. 1 νΠΚ ορίζεται ότι "1. Όποιος, έχοντας αποφασίσει να τελέσει έγκλημα, αρχίζει να εκτελεί την περιγραφόμενη στο νόμο αξιόποινη πράξη, τιμωρείται, αν το έγκλημα δεν ολοκληρώθηκε, με μειωμένη ποινή (άρθρο 83)". Έτσι προσδιορίζεται ειδικότερα µε µεγαλύτερη σαφήνεια το περιεχόµενο της αρχής εκτέλεσης του εγκλήµατος, ώστε να είναι πλέον σαφές, ότι το έγκληµα µπορεί να θεωρηθεί ότι βρίσκεται σε απόπειρα µόνο, όταν έχει πραγµατωθεί ένα τµήµα της αντικειµενικής του υπόστασης.
Με τον τρόπο αυτό η ποινή της απόπειρας συναρτάται µε την πράξη που έχει τελεστεί και όχι µε τον δόλο του υπαιτίου. Η πραγµάτωση των όρων της αντικειµενικής υπόστασης δεν είναι νοητή, εξάλλου, µόνο στις περιπτώσεις που στον νόµο περιγράφεται αναλυτικά ο τρόπος τέλεσης της πράξης ή της παράλειψης, όπως συµβαίνει και στο έγκλημα της απάτης.
Στις περιπτώσεις αυτές ο δράστης αρχίζει να εκτελεί την περιγραφόµενη στον νόµο πράξη, όταν έχει εξαπολύσει κατά του εννόµου αγαθού την ενέργεια, η οποία, κατά την συνήθη πορεία των πραγµάτων, είναι ικανή να επιφέρει την αξιόποινη βλάβη, αν δεν ανακοπεί από άλλη πράξη του ιδίου ή τρίτου ή από επιγενόµενο τυχαίο γεγονός.
Η διαφορά της πρόσφορης από την απρόσφορη απόπειρα έγκειτο στο ότι στην πρώτη η παράσταση των γεγονότων "εν νω του δράστη" ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, ενώ τούτο δεν συνέβαινε στην απρόσφορη απόπειρα και επιπλέον στην απρόσφορη απόπειρα η πράξη επιχειρείτο με μέσα ή κατ' αντικειμένου τέτοιας φύσης, ώστε η τέλεσή της να αποβαίνει αδύνατη.
Η διάταξη του άρθρου 43 πΠΚ, που αφορούσε στην απρόσφορη απόπειρα, καταργήθηκε με το αντίστοιχο άρθρο του νΠΚ. Ο δράστης μιας απρόσφορης απόπειρας ετιµωρείτο, επειδή πίστευε ότι τελεί έγκληµα, ενώ στην πραγµατικότητα δεν δηµιουργούσε κίνδυνο για κανένα έννοµο αγαθό. Η επιβολή ποινής για την πράξη αυτή συνηρτάτο εποµένως αποκλειστικά µε τον δόλο και για τον λόγο αυτό αντέκειτο στις βασικές αρχές του νομοθέτη του νΠΚ.
Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι η πράξη παρέμεινε στο στάδιο της απόπειρας ή της απρόσφορης απόπειρας δεν είναι αυτοτελής αλλά αρνητικός της κατηγορίας. Το ζήτημα, αν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά από το δικαστήριο της ουσίας αποτελούν απόπειρα, είναι νομικό και υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο η υπαγωγή (ΑΠ 1846/2019).
Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 98 παρ. 1 ΠΚ, προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, οι οποίες προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και καθεμία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε, μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση απόφασης (ενότητα δόλου).
Από την ανωτέρω διάταξη, που έχει θεσπιστεί προς το σκοπό επιεικέστερης μεταχείρισης του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι το κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, στην οποία (συρροή) το δικαστήριο μπορεί αντί να καταγνώσει στον δράστη συνολική ποινή, να επιβάλει μία (ενιαία) ποινή, λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, μέσα στα πλαίσια της ποινής του οικείου εγκλήματος.
Οι μερικότερες πράξεις που συγκροτούν το κατ' εξακολούθηση έγκλημα διατηρούν την αυτοτέλειά τους και η παραγραφή των κατ' ιδίαν μερικότερων πράξεων επί του ανωτέρω εγκλήματος της παραγράφου 1 είναι αυτοτελής, έναντι των άλλων και παύει η δίωξη μόνο ως προς τις πράξεις που παραγράφηκαν. Στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 98 ΠΚ, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεψε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό, στις περιπτώσεις δε αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος, που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε.
Σκοπός της παρ. 2 του άρθρου 98 ΠΚ, η οποία αντιμετωπίζει το κατ' εξακολούθηση έγκλημα ως νέο είδος εγκλήματος, είναι το αυξημένο άδικο της εξακολουθητικής εγκληματικής συμπεριφοράς στα εγκλήματα περιουσιακής βλάβης ή οφέλους να αξιολογείται βάσει της συνολικής βλάβης που προκλήθηκε από τις μερικότερες πράξεις και όχι βάσει του αντικειμένου εκάστης εξ αυτών.
Πρόκειται για ρύθμιση που αφορά τη βαρύτητα του αδίκου των πράξεων, ανεξαρτήτως του εάν προβλέπεται διακεκριμένη παραλλαγή του οικείου εγκλήματος επί τη βάσει ποσοτικού κριτηρίου. Στην τελευταία βέβαια περίπτωση, εκτός από τη βαρύτερη ποινική μεταχείριση, ο χρόνος παραγραφής είναι ενιαίος και αρχίζει από την τέλεση και της τελευταίας μερικότερης πράξης (ΟλΑΠ 5/2002, ΑΠ 689/2023, ΑΠ 403/2022).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της (ΑΠ 154/2023, ΑΠ 203/2020, ΑΠ 2064/2019).
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί ακριβώς προκύπτει από το καθένα ξεχωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης. Σε περίπτωση που εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, εφόσον δεν εξαιρέθηκαν ρητά.
Έτσι, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Επίσης, από την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε αρχικά με τον Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974, αποτελεί εγχώριο δίκαιο και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, όπως ήδη αναφέρθηκε, προκύπτει ότι η πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, το οποίο οφείλει να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι, ενώ παραβίαση της ως άνω αρχής, πέραν της αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' και 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 906/2024, ΑΠ 813/2023, ΑΠ 1079/2023, ΑΠ 187/2023). Η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ, για την θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, δεν είναι κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, προκύπτει δε από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, οπότε διαλαμβάνεται περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή.
Όταν όμως, για το αξιόποινο της πράξης απαιτούνται κατά το νόμο, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και πρόσθετα στοιχεία, όπως ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) και η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), η αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης πρέπει να επεκτείνεται και στα στοιχεία αυτά, με παράθεση των περιστατικών κατά τρόπον ώστε να συνάγεται σαφώς ότι ο ισχυρισμός ή η διάδοση ψευδών γεγονότων, ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειάς του.
Ακόμη, η κατά τα άνω απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο και τον συνήγορό του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και (οι οποίοι) τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής.
Το δικαστήριο της ουσίας όμως δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει στους ισχυρισμούς αυτούς, ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους, εφόσον η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών δεν έγινε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς επίσης και προφορικώς, δηλαδή με παράθεση όλων των πραγματικών περιστατικών που απαιτούνται κατά νόμο για τη νομική και πραγματική θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και σε περίπτωση αποδοχής τους να οδηγούν στο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα (ΟλΑΠ 2/2022, Ολ ΑΠ 2/2005, ΑΠ 721/2022, ΑΠ 130/2022, ΑΠ 31/2022).
Ωστόσο, δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό η άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος γι' αυτό το δικαστήριο της ουσίας, δεν είναι υποχρεωμένο να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του (ΑΠ 1267/2017). Δεν αποτελούν συνεπώς, μεταξύ άλλων, αυτοτελείς ισχυρισμούς, (εκτός από την άρνηση των στοιχείων του εγκλήματος), τα πραγματικά επιχειρήματα του κατηγορουμένου που αναφέρονται σε αρνητικούς ισχυρισμούς προς απόκρουση της ενοχής (ΑΠ 660/2020, ΑΠ 1615/2005), τα νομικά επιχειρήματα και γενικά δεν είναι αυτοτελής ο ισχυρισμός που αναφέρεται σε αμφισβήτηση του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης και η επίκληση διαφορετικού (ηπιώτερου) νομικού χαρακτηρισμού (ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 1345/2023, ΑΠ 1173/2023, ΑΠ 1079/2023).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 1204/2023, ΑΠ 930/2022).
Στην κρινόμενη υπόθεση το Α' Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε ως προς το ενδιαφέρον την αναιρετική αυτή διαδικασία, μέρος, κατά την (αναιρετικώς) ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ότι από τα προσδιοριζόμενα ως προς το είδος τους αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Την 1-7-2021 και περί ώρα 17.00, αστυνομικοί της ομάδας ΔΙΑΣ της Ελληνικής Αστυνομίας, κινούνταν στο κέντρο της Αθήνας και δη στην οδό Αχαρνών, ενεργώντας ελέγχους, καθόσον στην περιοχή και από μικρομάγαζα που λειτουργούν νόμιμα, διακινούνται πλαστά ταξιδιωτικά έγγραφα.
Όταν βρίσκονταν κοντά στον αριθμό 70 της ως άνω οδού, η οποία είναι διπλής κατεύθυνσης, εντόπισαν δυο άτομα νεαρής ηλικίας να βαδίζουν κρατώντας βαρείς ταξιδιωτικούς σάκους, τα άτομα δε αυτά στη θέα από μακριά των αστυνομικών που πλησίαζαν, άφησαν τους σάκους στο πεζοδρόμιο και προσπάθησαν να απομακρυνθούν.
Η παραπάνω ενέργεια των δυο νεαρών ατόμων δημιούργησε υπόνοιες στους αστυνομικούς περί πιθανής διενέργειας παράνομων πράξεων και για το λόγο αυτό αποφάσισαν να τους σταματήσουν προκειμένου να τους ελέγξουν. Συγχρόνως διενήργησαν έλεγχο και στους ταξιδιωτικούς σάκους που είχαν προηγουμένως εναποθέσει στο έδαφος, εντός των οποίων βρέθηκε τεράστιος αριθμός πλαστών και γνησίων νομιμοποιητικών εγγράφων.
Οι εδώ κατηγορούμενοι μετά τη λήψη των στοιχείων τους, οδηγήθηκαν στην Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Αθηνών όπου και διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για υπηκόους Αφγανιστάν, ηλικίας 26 και 19 ετών αντίστοιχα. Από την καταμέτρηση των εγγράφων που περιείχαν οι σάκοι των κατηγορουμένων που ακολούθησε, βρέθηκαν 707 διαβατήρια διαφόρων χωρών, 36 άδειες οδήγησης, 340 αστυνομικές ταυτότητες, 18 δελτία ταυτότητας ελληνικά, 57 άδειες παραμονής, 15 δελτία αίτησης διεθνούς προστασίας, 7 τραπεζικές κάρτες ανάληψης χρημάτων, ήτοι συνολικά 1.173 έγγραφα, τα οποία και απεστάλησαν στην Δ.Δ.Ε.
για εξειδικευμένο έλεγχο, αφού μεταξύ των εγγράφων υπήρχε μεγάλος αριθμός διαβατηρίων Αμερικής, Βουλγαρίας, Β. Ιρλανδίας, Βελγίου, Γερμανίας, Νήσων Μάρσαλ, Καναδά, Μεξικού, Κολομβίας, Αλβανίας, Ρωσίας, Ιράν, Ουκρανίας, Αφγανιστάν, Γαλλίας, Κίνας, Ιαπωνίας, Φιλιππίνων, Περού, Αυστραλίας, Χονγκ ΚΟΝΓΚ, Τουρκίας, Κύπρου, Παναμά, Χιλής, Ν.
Ζηλανδίας, Μάλτας, Γεωργίας, Κορέας, Μαλαισίας, Κίνας, Κορέας, Ρουμανίας, καθώς και ταυτότητες Ρουμανίας, αλλά και ασυμπλήρωτα - κενά διαβατήρια, που έφεραν μόνο τον αριθμό τους, επίσης μεταξύ των κατασχεθέντων υπήρχαν ταυτότητες Αμερικής, Βουλγαρίας, Βελγίου, Γερμανίας, Αλβανίας, Γαλλίας κλπ, αλλά και διπλώματα οδηγήσεως Ιαπωνίας, Πορτογαλίας, Ρωσίας, Ιταλίας, Μαλαισίας, Γαλλίας, Γεωργίας κλπ.
Μετά την έρευνα που διενεργήθηκε από το εξειδικευμένο προσωπικό της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών, οι οποίοι προέβησαν στην χρονοβόρα αλλά και ενδελεχή εξέταση ενός εκάστου εκ των κατασχεθέντων πειστηρίων εγγράφων, συντάχθηκε η από 29-10-2021 ογκωδέστατη Έκθεση Εργαστηριακής Πραγματογνωμοσύνης (αποτελείται από 211 σελίδες), στην οποία περιγράφεται η μορφή και γνησιότητα, πλαστογράφηση ή νόθευση ενός εκάστων των εγγράφων και η μέθοδος που ακολουθήθηκε.
Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι η εκτυπωτική μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε είναι αυτή που εκτυπώνονται τα γνήσια έγγραφα, ήτοι μέθοδος OFFSET για τα δάπεδα ασφαλείας και τις σταθερές ενδείξεις και η μέθοδος χαλκογραφίας για τις παραστάσεις των έσω όψεων των εξωφύλλων. Τα εξεταζόμενα διαβατήρια φέρουν αόρατες παραστάσεις ορατές υπό την επίδραση υπεριώδους ακτινοβολίας, όπως και τα γνήσια τα οποία κατασχέθηκαν.
Στην αυτή Έκθεση αναλυτικά προσδιορίζονται: 1) ποιά εκ των κατασχεθέντων είναι τα εξ υπαρχής πλαστά (97 τον αριθμό) και αναφέρονται κατωτέρω αναλυτικά, στο στοιχείο I. A του διατακτικού, 2) ποια τα νοθευμένα έγγραφα (48 τον αριθμό) και αναφέρονται αναλυτικά και στο στοιχείο I. Β του διατακτικού και 3) ποια τα γνήσια έγγραφα, επί των οποίων έγιναν εργασίες νόθευσης (63 τον αριθμό), πλην όμως δεν είχε ολοκληρωθεί η νόθευσή τους και αναφέρονται αναλυτικά και στο στοιχείο I.
Γ του διατακτικού. Επίσης η Έκθεση προσδιορίζει ποια είναι τα γνήσια ταξιδιωτικά έγγραφα τρίτων προσώπων, όπως αναφέρονται αναλυτικά στο στοιχείο II του κατηγορητηρίου (700 έγγραφα), τα οποία βρέθηκαν στην κατοχή των κατηγορουμένων. Για τα ελληνικά νομιμοποιητικά έγγραφα και δη τις αστυνομικές ταυτότητες, είχαν δηλωθεί κλοπή, αποδόθηκαν δε αυτές στους κατόχους τους.
Τα έγγραφα αυτά θα διακινούνταν μέσα στην Ελληνική Επικράτεια με σκοπό να διευκολυνθεί η κίνηση υπηκόων τρίτων χωρών που στερούνταν νομίμων εγγράφων, εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης αφενός, αλλά και εντός Ελλάδος, όπως τα διαβατήρια Λευκορωσίας, Αρμενίας, Γεωργίας, Τουρκίας, προκειμένου να αποφευχθεί τυχόν διοικητική απέλαση, όπως ανέφερε και ο ενώπιον του δικαστηρίου εξετασθείς μάρτυρας αστυνομικός.
Πρέπει να σημειωθεί ότι το τίμημα που καταβάλλεται για κάθε ένα εξ αυτών των παράνομων εγγράφων, κυμαίνεται από 300 έως και 5.000 ευρώ, ανάλογα με τη χώρα προέλευσης και το είδος του εγγράφου και συνεπώς, υπολογιζόμενο με το ελάχιστο ποσόν των 300 ευρώ X 1.173 (αριθμός εγγράφων), το αντίστοιχο κέρδος των κατηγορουμένων ανέρχεται τουλάχιστον σε 351.900 ευρώ.
Ο μεγάλος αριθμός διαβατηρίων και εργαλείων που βρέθηκε στην κατοχή τους εξάλλου, οδηγεί στο συμπέρασμα ύπαρξης ολόκληρου εργαστήριου, παράνομου και πλήρως οργανωμένου, στη λειτουργία του οποίου συμμετείχαν και οι κατηγορούμενοι, από κοινού με άλλα άτομα των οποίων η ταυτότητα δεν εξακριβώθηκε, αφού το νεαρό της ηλικίας τους δεν συνηγορεί υπέρ της άποψης ότι αυτοί ενεργούσαν μόνοι τους.
Με βάση όσα προέκυψαν δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι οι κατηγορούμενοι, από κοινού με άγνωστα άτομα κατήρτισαν εξ υπαρχής πλαστά έγγραφα, αλλά και νόθευσαν άλλα, ενώ είχαν σκοπό να προβούν και στην κατάρτιση και άλλων πλαστών ταξιδιωτικών και λοιπών εγγράφων. Στο συμπέρασμα αυτό άγεται το Δικαστήριο από το γεγονός ότι βρέθηκε στην κατοχή των κατηγορουμένων και κατασχέθηκε ικανός αριθμό κενών διαβατηρίων, ήτοι διαβατηρίων χωρίς φωτογραφία και στοιχεία κατόχου, αλλά και σύνεργα πλαστογράφησης εγγράφων.
Συγκεκριμένα μέσα στους ταξιδιωτικούς τους σάκους που είχαν στην κατοχή τους βρέθηκαν εκτός των εγγράφων και 5 αχρησιμοποίητες μήτρες - εξώφυλλα ιαπωνικών Διαβατηρίων, 19 αχρησιμοποίητες μήτρες - εξώφυλλα κορεάτικων Διαβατηρίων, 17 αχρησιμοποίητες μήτρες - εξώφυλλα κινέζικων Διαβατηρίων, 6 αχρησιμοποίητες μήτρες - εξώφυλλα γερμανικών Διαβατηρίων, 3 μήτρες -χαρτόνια εξωφύλλων διαβατηρίων, ένας πλαστικός επιτραπέζιος κόφτης εγγράφων, καθώς και πλήθος ζελατινών και πρώτων υλών κατάρτισης διαβατηρίων, αδειών διαμονής, τραπεζικών καρτών VISA και ταυτοτήτων (βλ.
Έκθεση Κατάσχεσης). Οι κατηγορούμενοι αρνούνται την κατηγορία και δη ότι γνώριζαν το περιεχόμενο των σάκων. Πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν δικαιολογεί το γεγονός ότι στη θέα των αστυνομικών, άφησαν αμέσως στο έδαφος τους ταξιδιωτικούς σάκους και προφασίστηκαν ότι περιμένουν διερχόμενο ταξί. Το ότι παρέμειναν στο σημείο δεν μπορεί να θεωρηθεί απόδειξη της αθωότητάς τους, αφού σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαν να αποφύγουν τη σύλληψη, με δεδομένο ότι ήταν ώρα μεσημεριανή, βρίσκονταν σε πολυσύχναστο κεντρικό δρόμο και οι τέσσερις αστυνομικοί της ομάδας ΔΙΑΣ είχαν τις μοτοσυκλέτες τους, οπότε θα τους καταδίωκαν εύκολα.
Επίσης, ο πρώτος κατηγορούμενος δεν διευκρινίζει ούτε πως περιήλθαν οι ταξιδιωτικοί αυτοί σάκοι στα χέρια τους, αφού ο ισχυρισμός ότι τους βρήκαν δίπλα στα σκουπίδια, δίπλα στο σπίτι του δεν κρίνεται πειστικός, ούτε και το που θα μετέβαιναν, σε ποια οδό και που και σε ποιόν θα παρέδιδαν τους σάκους, ούτε έδωσε στοιχεία του ατόμου που τους έδωσε τις σχετικές εντολές.
Σύμφωνα με την κατάθεση του αστυνομικού επρόκειτο για μεταφορά του "εργαστηρίου" , προφανώς διότι η προηγούμενη εγκατάσταση κρίθηκε επισφαλής και δεν κρίνεται πειστικός ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι δεν γνώριζαν το περιεχόμενο των σάκων, αφού ήταν ιδιαίτερα βαρύ, όπως αμέσως διαπίστωσαν, μόνο δε αυτό το δεδομένο, θα τους ενεργοποιούσε ώστε να ψάξουν να δουν τι ήταν αυτό που τους δόθηκε για μεταφορά.
Πρέπει συνεπώς οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι όπως κατηγορούνται, απορριπτομένων τω αντιθέτων ισχυρισμών τους". Ακολούθως, το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε ένοχους τους κατηγορουμένους, μεταξύ των οποίων και τον αναιρεσείοντα, για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις, με το ακόλουθο διατακτικό: "
Κηρύσσει τους κατηγορουμένους ένοχους κατά πλειοψηφία για την πράξη της πλαστογραφίας κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, τετελεσμένη και σε απόπειρα άνω των 120.000 ευρώ και ένοχους ομόφωνα για τις πράξεις της παράνομης κατοχής πλαστών διαβατηρίων και λοιπών ταξιδιωτικών εγγράφων κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση και της παράνομης κατοχής γνήσιων διαβατηρίων ή άλλων ταξιδιωτικών εγγράφων άλλου προσώπου κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, του ότι:
Ι. Στην Αθήνα σε μη προσδιορισθέντα επακριβώς χρόνο, πάντως εντός του χρονικού διαστήματος από τον μήνα Μάϊο του έτου 2021 και μέχρι την 1-7-2021, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος και με ενότητα δόλου, ενεργώντας από κοινού και με κοινό δόλο, καθώς και έτερους άγνωστους δράστες, κατόπιν συναπόφασης:
Α. Κατήρτισαν τα υπό στοιχεία Α 1 - 97, συνολικά 288 πλαστά έγγραφα, Β. νόθευσαν τα υπό στοιχεία Β. 1 - 48 γνήσια έγγραφα και Γ. έχοντας αποφασίσει να τελέσουν το κακούργημα της πλαστογραφίας, άρχισαν να το τελούν, πλην όμως η πράξη τους αυτή δεν ολοκληρώθηκε, όχι από δική τους βούληση, αλλά από εξωτερικά εμπόδια και συγκεκριμένα, διότι συνελήφθηκαν, σε αυτήν δε, την πράξη τους προέβησαν με σκοπό να παραπλανήσουν με την χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονότα που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες και να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος, στο οποίο απέβλεψαν με τις μερικότερες πράξεις τους και το οποίο υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, βλάπτοντας τρίτο.
Συγκεκριμένα, κατήρτισαν, νόθευσαν και αποπειράθηκαν να πλαστογραφήσουν, τα παρακάτω έγγραφα, τα οποία βρέθηκαν στην κατοχή τους και κατασχέθηκαν και σημάνθηκαν για την διάκρισή τους, με την υπ' αριθμ. 3022/17/6212-β'από 29-10-2021 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης της ΔΕΕ (Τμήμα Εργαστηρίων Δικ. Γραφολογίας και Πλαστότητας Εντύπων και αξιών) ως ακολούθως:
ΙΙ. Στην Αθήνα Αττικής, στην οδό Αχαρνών 70, την 1-7-2021 περί ώρα 17.00, ενεργώντας από κοινού με κοινό δόλο και κατόπιν συναπόφασης, που είχαν λάβει, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος και με ενιαίο δόλο, κατείχαν εντός βαλιτσών που φέρανε τα παρακάτω διαβατήρια και ταξιδιωτικά έγγραφα τρίτων προσώπων, χωρίς να δικαιολογείται η κατοχή αυτών από αυτούς για κάποιον νόμιμο λόγο. Συγκεκριμένα, κατείχαν τα παρακάτω έγγραφα, τα οποία βρέθηκαν στην κατοχή τους και κατασχέθηκαν, από αυτά δε, τα υπό στοιχεία 683 - 700 αποδόθηκαν στους νόμιμους κατόχους τους κατά την προανάκριση, ενώ τα υπόλοιπα σημάνθηκαν για την διάκρισή τους με την υπ' αριθμ. 3022/17/6212-β'από 29-10-2021 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης της ΔΕΕ (Τμήμα Εργαστηρίων Δικ. Γραφολογίας και Πλαστότητας Εντύπων και αξιών) ως ακολούθως:
ΙΙΙ. Στην Αθήνα Αττικής, στην οδό Αχαρνών 70, την 1-7-2021 περί ώρα 17.00, (δηλαδή στον αμέσως ως άνω υπό στοιχείο
ΙΙ, αναφερόμενο τόπο και χρόνο), με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος και με ενιαίο δόλο, ενεργώντας από κοινού με κοινό δόλο και κατόπιν συναπόφασης, που είχαν λάβει, κατείχαν εντός βαλιτσών που έφεραν, τα (αναλυτικά προαναφερόμενα) υπό στοιχείο Ι.Α και Β. πλαστά διαβατήρια και άλλα ταξιδιωτικά έγγρφα, τα οποία όπως προαναφέρθηκε, πλαστογράφησαν οι ίδιοι".
Με τις προαναφερθείσες παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση της σχετικώς με την προαναφερθείσα πρώτη αξιόποινη πράξη του, αφού αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξης, ήτοι της πλαστογραφίας κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση τετελεσμένης και σε απόπειρα με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το χρηματικό ποσόν των 120.000 ευρώ και ανέρχεται στο παραπάνω συνολικό χρηματικό ποσόν των 351.900 ευρώ, για την οποία καταδικάστηκε αυτός (αναιρεσείων), οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του προαναφερθέντων άρθρων 216 παρ. 1, 3, 42, 45 παρ. 1 και 98 ΠΚ, τις οποίες το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και συνεπώς, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Συγκεκριμένα, εκτίθενται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, ενώ παρατίθενται τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία, κατά νόμο, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά τί προκύπτει από καθένα τούτων, όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους, αφού από αυτό δεν συνάγεται ότι το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, περιορίσθηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα.
Εξάλλου, από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως αναφέρονται κατ' είδος στην αρχή του αιτιολογικού της (ήτοι, η κατάθεση του μάρτυρος κατηγορίας, όλα τα έγγραφα, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης αλλά και οι απολογίες των προαναφερθέντων δύο κατηγορουμένων), ενώ περιγράφεται αναλυτικά ο τρόπος με τον οποίο ο (πρώτος) κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων εξακολουθητικά έδρασε κατά την τέλεση της παραπάνω αξιόποινης πράξης και συγκεκριμένα, της κακουργηματικής μορφής πλαστογραφίας με την παράθεση των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν τις παραδοχές της απόφασης.
Ειδικότερα, ως προς την εν λόγω αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής μορφής πλαστογραφίας, α) εξειδικεύεται με πληρότητα σε τι ακριβώς συνίσταται η κατάρτιση, η νόθευση και η απόπειρα πλαστογράφησης των σχετικών εγγράφων, β) υφίστανται σαφείς παραδοχές για τον δόλο του (πρώτου) κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, καθόσον έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι σκοπός του ιδίου και του συγκατηγορουμένου του αλλά και των άλλων αγνώστων συνεργών τους ήταν με την χρήση των άνω εγγράφων να παραπλανηθούν άλλοι σχετικά με γεγονότα που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες και να αποκομισθεί εκ μέρους τους παράνομο περιουσιακό όφελος, στο οποίο απέβλεψαν με τις μερικότερες πράξεις τους και υπερβαίνει το ποσόν των 120.000 ευρώ, ανερχόμενο σε 351.900 ευρώ, γ) καθορίζονται με σαφήνεια και με επάρκεια θεμελιώνονται οι έννομες συνέπειες της ως άνω παράνομης δραστηριότητός τους και δ) διατυπώνεται με σαφείς παραδοχές ο πρόσθετος σκοπός του αναιρεσείοντος προσπορισμού παράνομου περιουσιακού οφέλους κατά τα ως άνω διαλαμβανόμενα.
Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι - όπως ήδη αναφέρθηκε στην προαναφερθείσα σχετική νομική σκέψη - για την στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν και αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη.
Οι λοιπές εμπεριεχόμενες στην αίτηση αναίρεσης αλλά και στους προσθέτους λόγους αναφερόμενες στους προαναφερθέντες δύο (αναιρετικούς) λόγους σχετικές με την ως άνω εις βάρος του κατηγορία, αιτιάσεις του αναιρεσείοντος καθώς και οι συναφείς περί την εκτίμηση των αποδείξεων αιτιάσεις, που συνιστούν αμφισβήτηση των εις βάρος του ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής εις βάρος του απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, απαραδέκτως προβάλλονται, αφού με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αλλά και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ως άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου της ουσίας.
Εν όψει όλων όσων αναφέρθηκαν, πρέπει να απορριφθούν αμφότεροι οι προαναφερθέντες αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, αλλά και οι (συμπληρωματικοί) πρόσθετοι λόγοι ως αβάσιμοι, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι.
Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία αλλά και να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο υπεράσπισής του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στην μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, εφόσον όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για την θεμελίωσή τους.
Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους (ΟλΑΠ 2/2005). Εξάλλου, για την στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης των μη ταπεινών αιτίων κατά την έννοια του άρθρου 84 παρ. 2, στοιχ. β' ΠΚ, απαιτείται ο υπαίτιος να ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια και ως τοιαύτα νοούνται τα μη αντίθετα προς την κοινή περί ηθικής ή κοινωνικής τάξης, συνείδηση και τα μη μαρτυρούντα διαστροφή χαρακτήρα και κακοβουλία του δράστη, ενώ για το ορισμένο της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης απαιτείται να εκτίθενται και τα αίτια που ώθησαν τον κατηγορούμενο στην πράξη του (ΑΠ 155/2022, ΑΠ 624/2019, ΑΠ 130/2017).
Η μη ταπεινότητα των αιτίων από τα οποία ο δράστης ωθήθηκε στην πράξη που του αποδίδεται, θα κριθεί όχι υποκειμενικά, δηλαδή κατά την αντίληψη του δράστη, αλλά αντικειμενικά, δηλαδή κατά την αντίληψη της κοινωνίας (ΑΠ 147/2023, ΑΠ 295/2015). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ορισμένα περιστατικά συνιστούν ή όχι ταπεινά αίτια, είναι κρίση ως προς τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 20/2020, ΑΠ 453/2016).
Από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία σημειωτέον δεν έχουν προσβληθεί ως πλαστά, ούτε έχουν διορθωθεί και συνεπώς, αποδεικνύουν ότι έγιναν όλα όσα έχουν καταχωρισθεί σ' αυτά (άρθρο 141 παρ. 3 ΚΠΔ), το προαναφερθέν Α' Πενταμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την ως άνω απόφασή του κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για τις τρεις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις, ενώ από τα ίδια ως άνω πρακτικά προκύπτει ότι μετά την απαγγελία της ως άνω καταδικαστικής εις βάρος του απόφασης, ο κατηγορούμενος δια του συνηγόρου υπεράσπισής του υπέβαλε - μεταξύ των άλλων - και τον αυτοτελή ισχυρισμό να του αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2, στοιχ.
β' ΠΚ, χωρίς όμως να επικαλεστεί κανένα πραγματικό περιστατικό για την θεμελίωσή του, ισχυρισμό που δεν συμπλήρωσε μεταγενέστερα και μέχρι την έκδοση της απορριπτικής επί του ισχυρισμού του απόφασης του Δικαστηρίου. Έτσι, όμως, που προτάθηκε ο ως άνω αυτοτελής ισχυρισμός του, ήταν αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος και γι' αυτό το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στον ως άνω ισχυρισμό, πολύ δε, περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψή του και ως εκ τούτου, αφού εξέθεσε την σχετική νομική σκέψη, ακολούθως απέρριψε τον υποβληθέντα αυτόν αυτοτελή ισχυρισμό διαλαμβάνοντας στο σχετικό σκεπτικό του επί λέξει τα εξής: "Πρέπει...να απορριφθεί ως αόριστος ο ισχυρισμός τους ο στηριζόμενος στις διατάξεις του άρθρου 84 παρ. 2 β' ΠΚ, καθόσον δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά που να στηρίζουν τον ισχυρισμό αυτό, πέραν από την αναφορά του συγκεκριμένου άρθρου".
Επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απορρίπτοντας τον ανωτέρω υποβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της έλλειψης της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ούτε της εσφαλμένης εφαρμογής της ως άνω ουσιαστικής ποινικής διάταξης (από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Δ' και Ε' ΚΠΔ) και ως εκ τούτου ο περί του αντιθέτου τρίτος αναιρετικός λόγος, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των προαναφερθέντων και μη υπάρχοντος άλλου (παραδεκτού) λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η από 16-10-2024 αίτηση αναίρεσης αλλά και οι από 13-11-2014 πρόσθετοι αυτής λόγοι του (επ) S. (ον) E. του I., κατά της υπ' αριθμ. 631/2024 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ενώ πρέπει ακόμη να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής αυτής διαδικασίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 577 παρ. 2, περ.
α' και 578 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το Ν. 5095/2024 (ΦΕΚ Α' 40/15.3.2024), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό αυτής της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16-10-2024 αίτηση αναίρεσης και τους από 13-11-2024 προσθέτους αυτής λόγους του (επ) S. (ον) E. του I., κατά της υπ' αριθμ. 631/17-4-2024 απόφασης του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής αυτής διαδικασίας, ποσού οχτακοσίων (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ