Supreme Court dismisses appeal against investment contract rejection, ruling lower court correctly found claims baseless.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's rejection of her civil claim against a credit union. The appellant alleged she lost €152,000 due to deceptive investment schemes, but the lower court had already examined and rejected both contractual and tort-based liability arguments as factually unfounded. The Court upheld this decision because the lower court's reasoning was sound and no new grounds for review existed.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal when the lower court has correctly rejected the substantive claims as baseless and the appellant offers no valid grounds for further review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 314 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 314/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Μ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Χαζιράκη.
Του αναιρεσιβλήτου: πιστωτικού συνεταιρισμού με την επωνυμία «Σ. Τ. Χ. Σ.. Π.", που εδρεύει στα ….και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Δημήτριο Τσιμπανούλη και Νικόλαο Κλαμαρή. Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας, αφού έλαβε τον λόγο, ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το αίτημα της αναβολής τον λόγο έλαβαν και οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου, οι οποίοι δεν συναίνεσαν.
Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και, διά του Προέδρου του, απέρριψε το αίτημα της αναβολής.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-6-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 197/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 149/2017 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1007/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 149/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. 133/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-11-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου Συνεταιρισμού την από 8.6.2016 αγωγή της ενώπιον του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία εξέθετε ότι από ετών συνεργαζόταν με τον εναγόμενο, στον οποίο εμπιστευόταν τις αποταμιεύσεις που είχε, ύψους 152.000 ευρώ, τις οποίες είχε πάντα σε τρίμηνες προθεσμιακές καταθέσεις, με τελευταία από 28.6.2012 έως 28.9.2012.
Ότι τον Σεπτέμβριο του 2012, με τη λήξη της άνω προθεσμιακής κατάθεσης, οι υπάλληλοι του εναγομένου, ένθερμα και με ιδιαίτερη πειθώ, της πρότειναν να καταθέσει τα χρήματά της στο επενδυτικό πρόγραμμα "Χρυσή κατάθεση", το οποίο παρουσίαζαν παραπλανητικά ως είδος προθεσμιακής κατάθεσης και συγκεκριμένα ένα ευέλικτο επενδυτικό πρόγραμμα σταθερού επιτοκίου με εγγυημένο κεφάλαιο και απόδοση, το οποίο, ανάλογα με τη διάρκεια που θα το διατηρούσε, θα απολάμβανε αυξανόμενη απόδοση, ενώ θα μπορούσε να το διακόψει ανά πάσα στιγμή, μετά την πάροδο διαστήματος 90 ημερών, αναλαμβάνοντας το σύνολο του κεφαλαίου της, η διατήρηση του οποίου ήταν εξασφαλισμένη, διαβεβαιώνοντάς την ότι δεν υπάρχει καμία διαφορά με την τρίμηνη προθεσμιακή κατάθεση που είχε ως τότε.
Ότι, συνακόλουθα, της προσκόμισαν προς υπογραφή την από 28.9.2012 σύμβαση ένταξης σε επενδυτικό πρόγραμμα, που περιείχε τους αναλυτικά εκτιθέμενους όρους, πεισθείσα δε αυτή από τις διαβεβαιώσεις των υπαλλήλων του εναγομένου, υπέγραψε την άνω σύμβαση ένταξης σε επενδυτικό πρόγραμμα, μεταφέροντας σ' αυτό τα χρήματα που είχε μέχρι τότε σε τρίμηνη προθεσμιακή κατάθεση, που ανέρχονταν σε 152.000 ευρώ, μέρος των οποίων και δη κατά προσέγγιση το 90% αντιστοιχεί στην τρέχουσα τιμή διάθεσης των συνεταιριστικών μερίδων που εντάσσονται στο πρόγραμμα και το 10% σε κατάθεση μετρητών σε ειδικό λογαριασμό ταμιευτηρίου.
Ότι κατά τον πρώτο χρόνο δεν είχε υποστεί καμία ζημία, με αποτέλεσμα να ισχυροποιηθεί η εμπιστοσύνη της προς τον εναγόμενο και να πιστέψει εύλογα ότι τα χρήματά της ήταν εξασφαλισμένα και άμεσα διαθέσιμα, σ' αυτό δε συνετέλεσαν αφενός η πάγια πρακτική του εναγομένου να ρευστοποιεί άμεσα και στο σύνολό τους τις μερίδες που είχαν εκδοθεί με το άνω πρόγραμμα, όσο και οι ρητές αναφορές περί τούτου στα διάφορα φυλλάδια προώθησης του άνω προγράμματος.
Ότι τον Νοέμβριο 2013, προσερχόμενη για να υπογράψει το σχετικό έγγραφο υπολογισμού της απόδοσης από το άνω πρόγραμμα, οι υπάλληλοι του εναγομένου την έβαλαν να υπογράψει την από 12.11.2013 "διακοπή επενδυτικού προγράμματος χρυσή επένδυση-λύση σύμβασης" και τη νέα από 12.11.2013 σύμβαση ειδικού λογαριασμού "αποδίδω", προσθέτοντας μάλιστα στην αξία επιπλέον συνεταιριστικές μερίδες, με αποτέλεσμα αυτές να ανέρχονται σε 4.130 ευρώ, χωρίς να την ενημερώσουν για τους όρους της λύσης και της νέας σύμβασης, ούτε να μπορεί αυτή με ανάγνωσή τους να κατανοήσει τι σχεδίαζε ο εναγόμενος.
Ότι κατά τη σύναψη της άνω σύμβασης οι υπάλληλοι του εναγομένου της παρείχαν επενδυτικές συμβουλές, χωρίς να λάβουν υπόψη το επενδυτικό της προφίλ, ώστε να προβούν στον απαραίτητο έλεγχο καταλληλότητας. Ότι στις αρχές Μαϊου 2015 άρχισε να επισκέπτεται το υποκατάστημα του εναγομένου για να αναλάβει τα χρήματά της, πλην όμως οι υπάλληλοι επίμονα την απέτρεπαν από τη ρευστοποίηση της επένδυσης, τονίζοντας πάλι ότι τα χρήματά της είναι εξασφαλισμένα.
Ότι τελικά στις 15.6.2015 της επέστρεψαν μόνο 77.000 ευρώ, ρευστοποιώντας μέρος της επένδυσής της και δη 2.200 μερίδες, διαβεβαιώνοντάς την ότι τις επόμενες ημέρες θα ελάμβανε το σύνολο των χρημάτων της, πράγμα που δεν έγινε ποτέ, με αποτέλεσμα να υποστεί ζημία 76.650 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενη ότι ο εναγόμενος επέδειξε απέναντι της αντισυμβατική και ταυτόχρονα αδικοπρακτική συμπεριφορά, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει για την αιτία που προαναφέρθηκε το ποσό των 76.650 ευρώ ως αποζημίωση και το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 197/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσόν των (45.990 ευρώ για αποζημίωση + 10.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση) 55.990 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής, οι διάδικοι άσκησαν τις από 30-6-2017 και 12-6-2017, αντίστοιχα, αντίθετες εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 149/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, με την οποία έγιναν αμφότερες οι εφέσεις δεκτές, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κρατήθηκε προς εκδίκαση η αγωγή, έγινε εν μέρει δεκτή αυτή και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των (45.990 ευρώ για αποζημίωση + 2.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση) 47.990 ευρώ.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο εναγόμενος με την από 9.1.2018 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 1007/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε στο σύνολό της η άνω απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, για το λόγο ότι το τελευταίο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, καθόσον διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα στην προσβαλλόμενη απόφαση ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος σε βάρος της αναιρεσίβλητης κατά τη σύναψη των δύο επίμαχων συμβάσεων και την πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια αυτής στην πρόκληση της ζημίας που δέχθηκε ότι υπέστη η τελευταία, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 281, 288, 298, 299, 330 εδ.
β`, 914 ΑΚ και 8 του ν. 2251/1994. Στη συνέχεια, η ενάγουσα με την από 8-10-2019 κλήση της επανέφερε προς συζήτηση την ένδικη αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, ως δικαστηρίου παραπομπής, το οποίο με την υπ` αριθ. 133/2020 απόφασή του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ενάγουσας, ενώ δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του εναγόμενου, εξαφάνισε την υπ` αριθ. 179/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, κράτησε την υπόθεση και δίκασε κατ' ουσίαν την αγωγή, την οποία και απέρριψε τελικά στο σύνολό της ως ουσία αβάσιμη.
Την απόφαση αυτή προσβάλλει η ενάγουσα με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη (ΑΠ 1/2019, ΑΠ 977/2017, ΑΠ 680/2016).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β`, 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως.
Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης, απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 669/2017).
Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 609/2022, ΑΠ 1406/2021).
Ειδικότερες μορφές της υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων, η οποία θεμελιώνει το στοιχείο του παρανόμου κατά τα ανωτέρω, αποτελούν οι υποχρεώσεις διαφώτισης / ενημέρωσης και συμβουλευτικής καθοδήγησης / προειδοποίησης του πελάτη εκ μέρους της Τράπεζας, οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Τράπεζας-πελάτη.
Η εκ μέρους της Τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των ως άνω υποχρεώσεων, ώστε ο αποδέκτης των επενδυτικών υπηρεσιών να είναι σε θέση να αντιληφθεί την μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του, και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με τη ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, να αξιολογήσει ακολούθως ιδίως τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας τη σχετική εντολή στην αντισυμβαλλομένη αυτού Τράπεζα, θεμελιώνει αδικοπρακτική της ευθύνη (ΑΠ 1007/2019).
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (Ολ. ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 813/2019). Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 3 ν. 3587/2007, που ορίζουν, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια με πράξη ή παράλειψη του κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή" (παρ. 1 εδ.
α), ότι "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (παρ. 1 εδ. β' ), ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3), και ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης παρανομίας και υπαιτιότητας" (παρ. 4 εδ.
α'), προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, μπορεί να είναι και τράπεζα, έναντι του πελάτη της ή άλλου, με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση, μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος.
Υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, περαιτέρω, ότι με αυτές θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας και στις περιπτώσεις ευθύνης, λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της Τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 2251/1994 (ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 1028/2015).
Επομένως, αν, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών από την τράπεζα εκδηλωθεί συμπεριφορά μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια, εφόσον συντρέχουν αμφότερες οι προϋποθέσεις της παρανομίας και της υπαιτιότητας, δηλαδή με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας (ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 974/2018, AΠ 1849/2017).
Οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 ταυτίζονται με τις προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης του άρθρου 914 ΑΚ, ώστε να μη μπορεί να γίνει λόγος για αυτοτελή νόμιμο λόγο ευθύνης, αλλά για εξειδικευμένη ρύθμιση αδικοπρακτικής ευθύνης, με τη διαφορά ότι με το άρθρο αυτό καθιερώνεται νόθος αντικειμενική ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες.
Συγκεκριμένα, το κύριο αποδεικτικό βάρος του ενάγοντος ζημιωθέντος δεν συνίσταται στην απόδειξη υπαιτιότητας του εναγομένου, η οποία τεκμαίρεται, αλλά στην απόδειξη παροχής της υπηρεσίας, της ζημίας και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ παρέχοντος την υπηρεσία και ζημίας, ενώ ο οφειλέτης την εκ μέρους του έλλειψη εκδήλωσης παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς, καθώς και την εμφάνιση κάποιου λόγου άρσης ή μείωσης της ευθύνης του (ΑΠ 140/2023, ΑΠ 2070/2022, ΑΠ 525/2022, ΑΠ 1295/2019, ΑΠ 974/2018).
Τέλος, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 ν. 3606/2007, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MIFID, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ και του οποίου οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 70 εξακολουθούν να εφαρμόζονται για πράξεις και παραλείψεις που έχουν τελεστεί μέχρι την έναρξη ισχύος του νέου ν.4514/3-1-2018 (βλ.
άρθρο 98 τούτου), "1. Οι διατάξεις του Πρώτου Μέρους του νόμου αυτού εφαρμόζονται στις ΑΕΠΕΥ [Ανώνυμες Εταιρίες Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών], στις οργανωμένες αγορές και τους διαχειριστές αγοράς, καθώς και στις Ανώνυμες Εταιρίες Επενδυτικής Διαμεσολάβησης (ΑΕΕΔ), εφόσον παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες σύμφωνα με την άδεια λειτουργίας τους. ... 2.
Στα πιστωτικά ιδρύματα, εφόσον παρέχουν μία ή περισσότερες επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες, εφαρμόζονται οι ακόλουθες διατάξεις: ... (γ) τα άρθρα 25 έως 30...", κατά το άρθρο 4 του ιδίου νόμου, "1. Ως επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες νοούνται οι εξής: (α) Η λήψη και διαβίβαση εντολών, η οποία συνίσταται στη λήψη και διαβίβαση εντολών για λογαριασμό πελατών, για κατάρτιση συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα. (β) Η εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών, η οποία συνίσταται στην κατάρτιση συμβάσεων αγοράς ή πώλησης ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων για λογαριασμό πελατών. (γ) Η διαπραγμάτευση για ίδιο λογαριασμό, η οποία συνίσταται στη διαπραγμάτευση από ΕΠΕΥ με κεφάλαια της ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων προς κατάρτιση συναλλαγών επ` αυτών. (δ) Η διαχείριση χαρτοφυλακίων, η οποία συνίσταται στη διαχείριση, κατά τη διακριτική ευχέρεια της ΕΠΕΥ, χαρτοφυλακίων πελατών, στο πλαίσιο εντολής τους, που περιλαμβάνουν ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα. (ε) Η παροχή επενδυτικών συμβουλών, η οποία συνίσταται στην παροχή προσωπικών συμβουλών σε πελάτη, είτε κατόπιν αιτήσεως του είτε με πρωτοβουλία της ΕΠΕΥ, σχετικά με μία ή περισσότερες συναλλαγές που αφορούν χρηματοπιστωτικά μέσα. (στ) Η αναδοχή χρηματοπιστωτικών μέσων ή η τοποθέτηση χρηματοπιστωτικών μέσων με δέσμευση ανάληψης. (ζ) Η τοποθέτηση χρηματοπιστωτικών μέσων χωρίς δέσμευση ανάληψης. (η) Η λειτουργία πολυμερούς μηχανισμού διαπραγμάτευσης (ΠΜΔ)...", κατά το άρθρο 5 του ιδίου νόμου, "Για τους σκοπούς του νόμου αυτού στην έννοια των χρηματοπιστωτικών μέσων εμπίπτουν: (α) Οι κινητές αξίες. (β) Τα μέσα χρηματαγοράς. ...." και κατά το άρθρο 25 παρ. 1, 2, 3, 4 και 5 του ιδίου νόμου, "1.
Οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να ενεργούν κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών σε πελάτες με αμεροληψία, εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών τους και ειδικότερα να συμμορφώνονται με τις αρχές που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 8 του άρθρου αυτού. 2.
Οι πληροφορίες που παρέχουν οι ΑΕΠΕΥ σε πελάτες ή σε δυνητικούς πελάτες, συμπεριλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων, πρέπει να είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές. Οι διαφημιστικές ανακοινώσεις πρέπει να μπορούν να αναγνωρίζονται σαφώς ως τέτοιες........ 3. Οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν στους πελάτες ή στους δυνητικούς πελάτες κατάλληλη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή, ώστε αυτοί να είναι ευλόγως σε θέση να κατανοούν τη φύση και τους κινδύνους της προσφερόμενης επενδυτικής ή παρεπόμενης υπηρεσίας και της συγκεκριμένης κατηγορίας του προτεινόμενου χρηματοπιστωτικού μέσου και ως εκ τούτου να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις επί τη βάσει αντικειμενικής πληροφόρησης.
Οι πληροφορίες αυτές μπορεί να παρέχονται σε τυποποιημένη μορφή. Η πληροφόρηση περιλαμβάνει στοιχεία σχετικά με: (α) την ΑΕΠΕΥ και τις υπηρεσίες της, (β) τα χρηματοπιστωτικά μέσα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές, καθώς και κατάλληλη καθοδήγηση και προειδοποιήσεις σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις στα εν λόγω χρηματοπιστωτικά μέσα ή με την υιοθέτηση των εν λόγω επενδυτικών στρατηγικών, (γ) τους τόπους εκτέλεσης και (δ) το κόστος και τις σχετικές παρεπόμενες επιβαρύνσεις. 4.
Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν επενδυτικές συμβουλές ή προβαίνουν σε διαχείριση χαρτοφυλακίου, οφείλουν να αντλούν τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την εμπειρία του πελάτη ή του δυνητικού πελάτη στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, καθώς και σχετικά με τη χρηματοοικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς στόχους του, ώστε να μπορούν να τους συστήσουν τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοπιστωτικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωση τους (έλεγχος καταλληλότητας). 5.
Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν άλλες επενδυτικές υπηρεσίες εκτός από αυτές που αναφέρονται στην παράγραφο 4, ζητούν από τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη να παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία του προσφερόμενου ή ζητούμενου χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, ώστε να μπορούν οι ΑΕΠΕΥ να εκτιμήσουν κατά πόσον η σχεδιαζόμενη επενδυτική υπηρεσία ή το χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλο για τον πελάτη (έλεγχος συμβατότητας).
Εφόσον οι ΑΕΠΕΥ κρίνουν, βάσει των πληροφοριών που έχουν λάβει σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, ότι το χρηματοπιστωτικό μέσο ή η υπηρεσία δεν είναι κατάλληλα για τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη, οφείλουν να τον προειδοποιήσουν σχετικά. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή. Εάν ο πελάτης ή ο δυνητικός πελάτης δεν παράσχει τις κατά το πρώτο εδάφιο πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του ή αν παράσχει ανεπαρκείς σχετικές πληροφορίες, οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να τον προειδοποιήσουν ότι η απόφαση του αυτή δεν τους επιτρέπει να κρίνουν κατά πόσον η προσφερόμενη ή ζητούμενη επενδυτική υπηρεσία ή το προσφερόμενο ή ζητούμενο χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλα γι` αυτόν.
Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή...". Επίσης, κατά την Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος 2501/31-10-2002 "Ενημέρωση των συναλλασσομένων με τα πιστωτικά ιδρύματα για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους" (Φ.Ε.Κ. 277 Α'/2002), τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα οφείλουν, μεταξύ άλλων, να ενημερώνουν κατάλληλα τους συναλλασσόμενους για τη φύση και τα χαρακτηριστικά των προσφερομένων προϊόντων και υπηρεσιών και εν γένει για τους όρους και τις προϋποθέσεις που διέπουν τις τραπεζικές συναλλαγές, να παρέχουν κατ' ελάχιστον, ως προς τις λοιπές (πλην καταθέσεων και χορηγήσεων) πάσης φύσεως εργασίες τους, αναλυτικές πληροφορίες για το ύψος των προμηθειών και να ανακοινώνουν αναλυτικά το ύψος των αμοιβών τους και εξόδων υπέρ τρίτων για παροχή υπηρεσιών, ώστε οι συναλλασσόμενοι να σχηματίζουν πριν από τη σύναψη της σύμβασης σαφή εικόνα για τις παρεχόμενες υπηρεσίες και προϊόντα, όταν αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο εξατομικευμένης διαπραγμάτευσης, ειδικότερα δε καθ' όσον αφορά τα σύνθετα τραπεζικά προϊόντα, των οποίων η απόδοση προσδιορίζεται βάσει στοιχείων και δεικτών και τα οποία προσιδιάζουν στο χαρακτήρα των επενδυτικών προϊόντων, η ενημέρωση των συναλλασσομένων πρέπει να περιλαμβάνει ειδικές πληροφορίες, ούτως ώστε να διευκολύνεται η συγκρισιμότητα των προϊόντων αυτών με ομοειδή, αμιγώς καταθετικά ή αμιγώς επενδυτικά προϊόντα, καθώς και η κατανόηση της αναμενόμενης απόδοσης και των πιθανών κινδύνων.
Σύμφωνα με τις άνω διατάξεις, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι, κατ' αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών. Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη της, την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επενδύσεως.
Κατά δε την αρχή της καταλληλότητας, η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών προσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, έτσι ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη, το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδυνεύσεως.
Με βάση τα παραπάνω, δημιουργούνται ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κινήσεως των κινητών αξιών που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή, ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων.
Η παράβαση των διατάξεων αυτών συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, λοιπόν, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση (ΑΠ 931/2019, ΑΠ 244/2016, ΑΠ 1028/2015, ΑΠ 1738/2013). Οι ανωτέρω διατάξεις, καθώς και η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 8 ν. 2251/1994, εφαρμόζονται και επί αστικών συνεταιρισμών, που λειτουργούν ως πιστωτικά ιδρύματα, αποκλειστικά όμως στις περιπτώσεις παροχής υπηρεσιών και χρηματοοικονομικών προϊόντων στα πλαίσια της άσκησης της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, και όχι κατά την απόκτηση από τρίτον της ιδιότητας του μέλους του πιστωτικού συνεταιρισμού με καταβολή της αξίας της συνεταιριστικής του μερίδας, διαδικασία που ρυθμίζεται αποκλειστικά από τις διατάξεις των άρθρων 2 επ.
του νόμου 1667/1986 "Αστικοί Συνεταιρισμοί κ.λπ." και του καταστατικού του συνεταιρισμού, εφόσον η απόκτηση της συνεταιριστικής ιδιότητας δεν είναι νοητό, κατά τις διατάξεις των ν. 1667/1986, 3606/2007, 2551/1994 και Π.Δ.Τ.Ε. 2501/2002, να αποτελεί αντικείμενο επαγγελματικής δραστηριότητας του ίδιου του συνεταιρισμού. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Κρήτης με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Ο εναγόμενος ιδρύθηκε μετά την από 18 Αυγούστου 1993 απόφαση της ιδρυτικής συνέλευσης των μελών του με τη μορφή αμιγούς πιστωτικού συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης, οπότε εγκρίθηκε το με την ίδια ημερομηνία καταστατικό του, που καταχωρήθηκε στις 20 Αυγούστου 1993 στο τηρούμενο στο Ειρηνοδικείο Χανίων Μητρώο Αστικών Συνεταιρισμών, με αριθμό μητρώου….
Δυνάμει της υπ` αριθ. 560/18.09.1995 απόφασης της Επιτροπής Νομισματικών και Πιστωτικών Θεμάτων της "Τράπεζας της Ελλάδος" ο εναγόμενος έλαβε άδεια λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα και έκτοτε λειτουργεί ως τράπεζα, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. Με αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης των μελών του Συνεταιρισμού επήλθαν τροποποιήσεις στο καταστατικό του, που εγκρίθηκαν με πράξεις του Ειρηνοδίκη Χανίων καθώς και από την Επιτροπή Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων της "Τράπεζας της Ελλάδος".
Η ενάγουσα, ηλικίας 75 ετών κατά το κρίσιμο στην παρούσα αντιδικία χρονικό διάστημα, ήταν απόφοιτος δημοτικού σχολείου, συνταξιούχος του ΟΓΑ, και διατηρούσε συνεργασία από ετών με τον εναγόμενο, ο οποίος δραστηριοποιείται με κατάστημα πλησίον του τόπου κατοικίας της. Η έως τότε συνεργασία της με τον εναγόμενο περιορίζονταν ως επί το πλείστον στις τραπεζικές εργασίες κατάθεσης, ανάληψης και αποταμίευσης χρημάτων σε προθεσμιακές καταθέσεις, αφού ως άτομο ήταν συντηρητικό στις επενδυτικές του επιλογές, δεν επεδίωκε το αυξημένο κέρδος υπό συνθήκες κινδύνου, αλλά αρκούνταν σε ασφαλέστερες επιλογές με ανύπαρκτο κατά το δυνατόν κίνδυνο, ακόμα και αν αυτές τις απέφεραν μειωμένο όφελος.
Μάλιστα από την ιστορικότητα των τραπεζικών κινήσεών της αποδεικνύεται ότι κυρίως επεδίωκε να αποταμιεύει τα χρήματά της σε προθεσμιακές καταθέσεις μικρής, συνήθως τρίμηνης διάρκειας, αν και παρατηρούνται και πλέον σύνθετες κινήσεις, όπως το ότι στις 30-08-2001 συμβλήθηκε ως εγγυήτρια στην λήψη στεγαστικού δανείου κεφαλαίου 14.673,51 ευρώ προορισμένου για την αγορά οικοπέδου υπέρ του Μ.
Γ. του Δ.. Κατά τα λοιπά, αποδεικνύεται ότι κατά τα έτη 2003 έως 2007 ήταν συνδικαιούχος σε 6 προθεσμιακούς λογαριασμούς διαφόρων ποσών έως 60.000 ευρώ με δικαιούχο τον Μ. Γ., στις 3-04-2009 ανοίχθηκε μετά από αίτηση της καταθετικός λογαριασμός στον οποίο κατέθεσε ποσό 80.000 ευρώ, την 06-04-2010 αιτήθηκε το άνοιγμα ενός προθεσμιακού λογαριασμού καταθέσεων με αριθμό ...
στον οποίο τοποθέτησε ποσό 100.000 ευρώ με επιτόκιο 3,60% διάρκειας 90 ημερών και παρέλαβε τον τίτλο, στις 05.07.2010 τοποθέτησε στον ίδιο λογαριασμό 101.000 ευρώ με λήξη προθεσμίας 04.10.2010 και κατά την λήξη τοποθέτησε ποσό 115.000 ευρώ με διάρκεια προθεσμίας 91 ημερών, στις 03.01.2011 τοποθέτησε σε προθεσμιακό λογαριασμό 125.000 ευρώ με διάρκεια 91 ημερών και την 04.04.2011 ποσό 126.000 ευρώ με λήξη της προθεσμιακής κατάθεσης 04.07.11, στις 06.07.2011 η ενάγουσα αιτήθηκε το άνοιγμα προθεσμιακού λογαριασμού καταθέσεων με αριθμό ...
στον οποίο τοποθέτησε 135.000 ευρώ με διάρκεια 91 ημερών, στις 28.06.2012 αιτήθηκε το άνοιγμα προθεσμιακού λογαριασμού στον οποίο κατέθεσε ποσό 150.000 ευρώ. Παράλληλα δε, όπως ομολογείται και στο αγωγικό δικόγραφο, ο σύζυγος της ενάγουσας, κατά το παρελθόν, είχε προβεί σε επένδυση κεφαλαίου δια της αγοράς μετοχών, πλην όμως αυτή του η κίνηση δεν ευδοκίμησε, αφού απώλεσε το κεφάλαιό του.
Λόγω δε της κοινότητας του οικογενειακού βίου και της προφανούς συζήτησης με το σύζυγό της σε σχέση με την ανωτέρω επενδυτική επιλογή της αγοράς μετοχών, κρίνεται ότι στην ενάγουσα δεν ήταν απολύτως άγνωστες απλές οικονομικές έννοιες, και σίγουρα δεν αγνοούσε τί ήθελε και τί δεν ήθελε να αποφύγει. Σε κάθε περίπτωση ωστόσο, από τις ανωτέρω κινήσεις, πέραν του ότι επιβεβαιώνεται η συντηρητική επενδυτική υφή της ενάγουσας, παράλληλα όμως αναδεικνύεται και η εύλογη προσπάθεια και έγνοια της να αναζητά ευκαιρίες για κέρδος, έστω και οριακά ανώτερο από το αναμενόμενο με απλές καταθέσεις.
Συνεπώς, δεν μπορεί να λεχθεί αναντίρρητα ότι δεν θα προέβαινε και σε μία άλλη λύση πέραν των προθεσμιακών καταθέσεων, έστω και πιο σύνθετη, εφόσον βέβαια διασφαλίζονταν στην περίπτωση αυτή το μείζον γι' αυτήν, που είναι πάντα το κέρδος υπό συνθήκες ασφάλειας. Στις 28-9-2012, σύμφωνα με τα ανωτέρω λεχθέντα, έληξε το τελευταίο πρόγραμμα τρίμηνης διάρκειας προθεσμιακής κατάθεσης ποσού 150.000 €.
Η απόδοση αυτού για ένα τρίμηνο ανέρχονταν μετά την αφαίρεση του φόρου των τόκων, σε 1.962,19 €, ποσό αξιόλογο, αλλά όχι υψηλότερο από αυτό που όσο προσφέρονταν σε ένα έτερο πρόγραμμα του εναγομένου με το όνομα "Χρυσή Επένδυση". Η ενάγουσα έδειξε ενδιαφέρον για το πρόγραμμα αυτό τοποθέτησης κεφαλαίου, το οποίο η εναγομένη διαχειριζόταν ήδη από του έτους 2003, με στόχευση την επιβράβευση των συνεταιριστών, και το οποίο προωθούσε στους πελάτες της.
Ειδικότερα, ο εναγόμενος είχε διαμορφώσει το πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση", το οποίο αποτελούνταν από δύο σκέλη, αυτόνομα στη λειτουργία μεταξύ τους, τα οποία συνδυάζονταν όσον αφορά την καταβολή των αποδόσεων. Ειδικότερα, το εν λόγω πρόγραμμα είχε ένα κατεξοχήν καταθετικό σκέλος και ένα επενδυτικό διανομής μερίσματος συνεταιριστικών μερίδων.
Το καταθετικό σκέλος προσέφερε προνομιακά επιτόκια, αλλά με τον όρο της παράλληλης ένταξης στο πρόγραμμα συνεταιριστικών μερίδων. Λειτουργούσε δε το εν λόγω σκέλος, όπως όλοι οι καταθετικοί λογαριασμοί, με δυνατότητα για όλες τις τραπεζικές εργασίες, όπως ελεύθερες και απεριόριστες αναλήψεις. Κατά το επενδυτικό σκέλος, ο ενδιαφερόμενος ενέτασσε στο πρόγραμμα συνεταιριστικές μερίδες που είτε είχε αποκτήσει οποιαδήποτε στιγμή, είτε, συνηθέστερα, τις αγόραζε προ της ένταξης στο πρόγραμμα.
Ειδικότερα, ο συμμετέχων συμφωνούσε στο συνολικό ποσό της επένδυσής του. Ακολούθως, το 90% του τοποθετούμενου κεφαλαίου θα ήταν μερίδες του εναγομένου, τις οποίες ο συμμετέχων είτε κατείχε είτε αγόραζε με νομικά και ουσιαστικά διακριτή αγορά προ της εντάξεώς του στο πρόγραμμα. Στη συνέχεια, ενέτασσε στο πρόγραμμα της μερίδες ίσης αξίας με το 90% της ονομαστικής αξίας του προγράμματος και ακολούθως για το υπόλοιπο 10% έως την ονομαστική αξία του προγράμματος κατέθετε χρήματα στο ύψος αυτό.
Η αναλογία 90/10 ήταν σταθερή, οπότε ο κάθε ενδιαφερόμενος, αν επιθυμούσε να έχει μεγαλύτερο ποσό τοποθετούμενο σε καταθέσεις και αυξημένες επιδόσεις από το επιτόκιο καταθέσεων, θα έπρεπε αντιστοίχως να αυξάνει και το ποσό μερίδων που ενέτασσε (και προαγόραζε), ούτως ώστε να μπορεί να αυξήσει και το ποσό στον προνομιακό λογαριασμό.
Είναι προφανές ότι, σε κάθε περίπτωση το πρόγραμμα "χρυσή επένδυση" δεν ήταν ένα πρόγραμμα αγοράς συνεταιριστικών μερίδων, αφού σκοπός του ήταν η ένταξη των μερίδων στο πρόγραμμα προς επωφελέστερη αξιοποίηση. Αν, βέβαια, για λόγους εμπορικής πολιτικής του εναγομένου, ο κάθε ενδιαφερόμενος επέλεγε να αγοράσει μεγάλο αριθμό μερίδων υπό το δέλεαρ της δυνατότητας δευτερογενούς τοποθέτησης μεγαλύτερου ποσού στο καταθετικό τμήμα του λογαριασμού και κατά συνέπεια για μεγαλύτερη απόδοση, αυτό αποτελούσε επιλογή δική του, και σε κάθε περίπτωση η ένταξη των μερίδων στο πρόγραμμα δεν αποτελούσε τη νομική βάση για την απόκτηση αυτών.
Για τους ίδιους λόγους δε, η αποχώρηση από το πρόγραμμα "Χρυσή επένδυση" δεν επηρέαζε την τύχη των μερίδων, που υπό συνθήκες ομαλής τραπεζικής λειτουργίας ήταν κατά την επίμαχη περίοδο ευχερώς ρευστοποιήσιμες, κατόπιν τηρήσεως των διατυπώσεων του καταστατικού του εναγομένου. Περαιτέρω δε, βάσει του προγράμματος, ο εναγόμενος αναλάμβανε έναντι του πελάτη - συνεταιριστή την υποχρέωση ως προς την συνολική απόδοση του προϊόντος.
Υπόσχονταν δηλαδή ότι η απόδοση του εν λόγω προγράμματος (που αποτελούταν από μερίσματα συνεταιριστικών μερίδων, που δικαιούταν ο συνέταιρος, διαφορά υπεραξίας συνεταιριστικών μερίδων από την ημερομηνία ένταξης του στο πρόγραμμα και έως την ημερομηνία κλεισίματος αυτού και τόκοι χρυσής κατάθεσης) θα είναι ίση προς το εκάστοτε προσφερόμενο από τη τράπεζα επιτόκιο, σύμφωνα με τις δημοσιεύσεις της τράπεζας στον τύπο ή/και στην ιστοσελίδα της, για τις προθεσμιακές καταθέσεις ανάλογου ύψους και διάρκειας όπως το επιτόκιο αυτό ισχύει κατά την ημερομηνία σύναψης του προγράμματος και σε κάθε ετήσια επέτειο αυτής, πολλαπλασιαζόμενο με ειδικό συντελεστή ανάλογα με τη διάρκεια του προγράμματος.
Είναι προφανές ότι ο εναγόμενος ουδόλως υπόσχονταν εγγυημένο κεφάλαιο, αλλά μόνο ελάχιστη εγγυημένη απόδοση. Βέβαια, ο κίνδυνος στο εν λόγω πρόγραμμα δεν θα προέρχονταν από το τοποθετούμενο κεφάλαιο στην επένδυση, ήτοι μερίδες του εναγομένου και χρήματα, αφού ούτε το ένα ούτε το άλλο κινδύνευαν με απομείωση.
Τόσο ο αριθμός των μερίδων που τοποθετούνταν σε αυτό όσο και το ποσό των καταθέσεων, παρέμεναν αναλλοίωτα καθ' όλη τη διάρκεια της, αφού ούτε ο αριθμός των μερίδων κινδύνευε να μειωθεί ούτε το ποσό των χρημάτων. Ο κίνδυνος θα προέρχονταν από την εσωτερική υποτίμηση των μερίδων, γεγονός όμως το οποίο δεν θα μπορούσε να προκληθεί από την επίμαχη επενδυτική πρόταση του εναγομένου, αλλά από εξωγενείς παράγοντες.
Είναι προφανές ότι διαφορετική θα ήταν η απάντηση, αν το επίμαχο πρόγραμμα δεν ήταν ένα πρόγραμμα ένταξης (προαγορασμένων ή ήδη κατεχόμενων) μερίδων και κατάθεσης χρημάτων ενός ορισμένου ύψους (προσδιοριζόμενο ως κεφάλαιο), αλλά ένα επενδυτικό πρόγραμμα τοποθέτησης μόνο χρημάτων με την εντολή στον εναγόμενο να τοποθετήσει τμήμα αυτού σε μετοχές ή μερίδες, συγκεκριμένες ή όχι.
Στην δεύτερη αυτή περίπτωση, προφανώς ο εναγόμενος θα αναλάμβανε, υπό προϋποθέσεις, και την όποια ευθύνη για την μείωση του συνολικού επενδεδυμένου κεφαλαίου σε χρήματα, μείωση προερχόμενη από οποιαδήποτε αιτία. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η υποχρέωση του εναγομένου συνίστατο σε συμβατικό όρο ότι σε περίπτωση που τυχόν δεν επιτευχθεί η ως άνω συνολική εγγυημένη απόδοση, όπως αυτή προσδιοριζόταν στην ίδια σύμβαση, ο εναγόμενος αναλάμβανε να καταβάλει στο συνέταιρο την διαφορά.
Υπόσχεση ρευστοποίησης των μερίδων δεν παρέχονταν, αφού κάτι τέτοιο ρυθμίζονταν κυριαρχικά από το ν.1667/1986 και το καταστατικό του εναγομένου, όπως μνημονεύτηκε και ανωτέρω. Επισημαίνεται ότι το επιτόκιο υπολογίζονταν επί όλου του κεφαλαίου αλλά επειδή στον καταθετικό λογαριασμό εντάσσονταν το 10%, στις αιτήσεις ανοίγματος λογαριασμού αναφερόταν επιτόκιο δεκαπλάσιο αυτού που αντιστοιχούσε στο ποσό της κατάθεσης ώστε έμμεσα να αποδοθούν στον πελάτη τόκοι για το σύνολο του κεφαλαίου τη επένδυσης.
Το πρόγραμμα αυτό ήταν αμοιβαία ωφέλιμο, τόσο για τον εναγόμενο όσο και για τους ενδιαφερόμενους. Ειδικότερα, ο μεν εναγόμενος στηριζόταν με κεφάλαια, ισχυροποιούσε την θέση του, βελτίωνε τους οικονομικούς του δείκτες και εξασφάλιζε μια υγιέστατη λειτουργία για το μέλλον, σημειωτέον και προς όφελος των καταθετών του.
Ως αντάλλαγμα δε, οι πελάτες απολάμβαναν πιο υψηλές αποδόσεις (σε σχέση με μια απλή προθεσμιακή κατάθεση αλλά και εξασφάλιζαν την διαθεσιμότητα των κεφαλαίων τους, οποιαδήποτε χρονική στιγμή επιθυμούσαν κάτι τέτοιο, χωρίς ποινές πρόωρης ανάληψης που προβλέπονταν κατά την πρόωρη εξόφληση μιας απλής προθεσμιακής κατάθεσης).
Το τελευταίο ήταν και ένα ισχυρό κίνητρο για τους πελάτες, οι οποίοι λόγω του ασταθούς οικονομικού κλίματος της εποχής, αναζητούσαν λύσεις που θα συνδύαζαν αποφυγή δέσμευσης κεφαλαίων σε λογαριασμούς καταθέσεων (ήτοι το λεγόμενο και θρυλούμενο εκείνη την περίοδο "κούρεμα καταθέσεων") και υψηλότερες αποδόσεις.
Μάλιστα δε, το ότι το εν λόγω πρόγραμμα προσέφερε όντως ουσιωδώς αυξημένες αποδόσεις σε σχέση με τις προθεσμιακές καταθέσεις προέκυψε και στην προκειμένη περίπτωση από την εξέλιξη αυτού, αφού (όπως θα αναφερθεί και κατωτέρω), η ενάγουσα που τοποθέτησε ποσό 152.000 € κατά την λήξη του προγράμματος στις 12-11-2013 είχε λάβει ποσό 3.654,85 ευρώ (από τους τόκους της χρυσής κατάθεσης).
Η εγγυημένη απόδοση για την συνολική απόδοση (μερίσματα μερίδων, διαφορά υπεραξίας και τόκοι κατάθεσης ίση με το εκάστοτε προσφερόμενο επιτόκιο προθεσμιακής προσαυξημένο με συντελεστή για το χρόνο διατήρησης) ανερχόταν όμως σε ποσό 9.497,10 ευρώ, οπότε έτσι της καταβλήθηκε επιπλέον από την τράπεζα κατά την λήξη της σύμβασης επιπλέον ποσό 5.842,25 ευρώ, ποσό ουσιωδώς αυξημένο σε σχέση με την τελευταία της προθεσμιακή κατάθεση.
Μάλιστα, αν ληφθεί υπόψη ότι τα έτη 2012 και εφεξής υπήρξε αποκλιμάκωση των επιτοκίων και δη το επιτόκιο προθεσμιακών καταθέσεων για ποσά από 50.000 έως 100.000 € στο τέλος του έτους 2013 κυμάνθηκε ανάλογα με τη διάρκεια (30-365 ημέρες) σε ποσοστό 3,10-3,00%, στο τέλος του έτους 2014 2,25-2,30%, στο έτος 2015 κυμάνθηκε σε ποσοστό 1,90-2,10% ενώ για το έτος 2016 με διάρκεια κατάθεσης σε ημέρες από 30 έως 365 από 1,40-1,50%, είναι εμφανές ότι η επιλογή της ενάγουσας ήταν μία επικερδέστερη κίνηση, από το να συνέχιζε να επιλέγει τις προθεσμιακές καταθέσεις.
Αποδείχθηκε, παράλληλα, ότι η ενάγουσα λαμβάνοντας γνώση της ύπαρξης του ανωτέρω προγράμματος με το διακριτικό τίτλο "χρυσή επένδυση" και διερευνώντας τις δυνατότητες επωφελέστερης τοποθέτησης του διαθέσιμου κεφαλαίου της, ζήτησε ενημέρωση από τον υπάλληλο του καταστήματος Κ. Ε. Χ. με τον οποίο διατηρούσε σχέσεις εμπιστοσύνης.
Ο εν λόγω υπάλληλος, όπως συνάγεται και από τις καταθέσεις των μαρτύρων του εναγομένου, προέβη σε λεπτομερή ανάλυση της διττής υφής του προγράμματος, της εξήγησε την έννοια της συνεταιριστικής μερίδας, και τις αποδόσεις του προγράμματος. Ιδίως δε, της εξηγήθηκε η έννοια της "εγγυημένης απόδοσης" και είναι προφανές ότι αυτό της έγινε κατανοητό, τόσο διότι περί αυτού διαβεβαιώνουν οι ανωτέρω μάρτυρες όσο και διότι η έννοια της "εγγυημένης απόδοσης" δεν είναι ένας όρος τέτοιας τεχνικής υφής, που να απαιτεί ιδιαίτερη δυσχέρεια στην κατανόηση.
Ουδόλως, της αναφέρθηκε ότι το νέο προϊόν ήταν προθεσμιακή κατάθεση ή έστω ένα είδος προθεσμιακής κατάθεσης. Κατά πρώτον, κάτι τέτοιο δεν υπήρχε λόγος να συμβεί, αφού το νέο προϊόν προσέφερε τότε τη δυνατότητα άμεσης ρευστοποίησης χωρίς την επιβολή ποινών πρόωρης λήξης, εν αντιθέσει με τις προθεσμιακές καταθέσεις.
Επίσης, από τη δομή του ανωτέρω προϊόντος, που προϋπέθετε την ένταξη μερίδων του εναγομένου που είτε κατείχε είτε αγόραζε το πρώτον, έπρεπε (στη δεύτερη περίπτωση της αγοράς) να διενεργηθούν τραπεζικές εργασίες, όπως σύνταξη ειδικής αίτησης για αγορά μερίδων, αποδοχή της αίτησης από τον εναγόμενο, πραγματοποίηση της αγοράς των μερίδων και, τέλος, άνοιγμα απλού καταθετικού λογαριασμού.
Καμία εκ των ανωτέρω ενεργειών δεν θα μπορούσε να δημιουργήσει και στον πλέον αμελή συναλλασσόμενο ότι ανοίγει τραπεζικό λογαριασμό. Επίσης, το γεγονός ότι αντί του αποδεικτικού κατάθεσης που δίδεται επί προθεσμιακών καταθέσεων (στις προθεσμιακές ποτέ δεν παραδίδεται βιβλιάριο καταθέσεων), παραδόθηκαν ένα βεβαιωτικού - αποδεικτικού χαρακτήρα έγγραφο που διαβεβαίωνε την κατοχή μεριδίων του εναγομένου και ενός βιβλιαρίου καταθέσεων με το 10% της τοποθέτησης των χρημάτων, ουσιαστικά επιβεβαιώνει ότι η ενάγουσα προφανώς αντιλαμβανόταν τί έπραττε.
Και ειδικότερα, αφού δελεάστηκε από τις υψηλές αποδόσεις που θα μπορούσε να απολαύσει, αποφάσισε να εγκαταλείψει την πρακτική της τοποθέτησης των χρημάτων σε προθεσμιακούς λογαριασμούς και αποφάσισε να ενταχθεί στο πρόγραμμα "Χρυσή επένδυση", γνωρίζοντας από την ενημέρωση που έλαβε και το τί σημαίνει μερίδα, τί σημαίνει τραπεζικός λογαριασμός και τί ανέμενε από αυτά.
Αντίθετο συμπέρασμα για τη φερόμενη συμπεριφορά των προστηθέντων του εναγομένου δεν μπορεί να συναχθεί από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της, ήτοι του υιού της και ενός συγχωριανού της, οι οποίοι μεταφέρουν εξ ακοής μαρτυρίες από τις διηγήσεις της ιδίας της ενάγουσας. Αμφότεροι εκθέτουν ότι η τελευταία τους μετέφερε πως έβαλε τα χρήματα σε "ένα είδος προθεσμιακής" και επιπλέον ο γιος της επισημαίνει πως δεν μπόρεσε να κατανοήσει κανένα όρο σύμβασης και αρκέστηκε μόνο στις προφορικές διαβεβαιώσεις των υπαλλήλων του εναγομένου.
Σε σχέση με το ότι δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί το πρόγραμμα ως προθεσμιακή κατάθεση αναφέρθηκε ανωτέρω, ενώ το ότι υπέγραψε χωρίς να κατανοεί το τί υπέγραψε δεν κρίνεται ότι αληθεύει, ενώ ούτε και οι γραμματικές της γνώσεις την αποτρέπουν από το να κατανοήσει τη στοιχειώδη διαφορά μεταξύ προθεσμιακής κατάθεσης και αγοράς μερίδων συνεταιρισμού.
Δεν αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι η ενάγουσα είχε λάβει ενημέρωση από φυλλάδια, το διαδίκτυο και την ιστοσελίδα της εναγομένης, παρασυρθείσα ενδεχομένως από φερόμενες σφαλερές διαβεβαιώσεις και διαφημιστικές καταχωρήσεις των προγραμμάτων της εναγομένης, όπως άλλωστε και η ίδια επιβεβαιώνει στο αγωγικό δικόγραφο όσον αφορά ειδικά στη διαδικτυακή ενημέρωση.
Παρατηρείται, βέβαια, ότι εν αντιθέσει με το ισχνό αποδεικτικό υλικό που εισφέρει σε σχέση με το ουσιώδες στοιχείο της φερόμενης δικής της ελλιπούς ενημέρωσης, η ενάγουσα εκθέτει πολλά περιστατικά εξαπάτησης ή προσπάθειας εξαπάτησης, τα οποία ως επί το πλείστον επιχειρούν να βασισθούν σε έτερες φερόμενες συμπεριφορές του εναγομένου έναντι άλλων πελατών του, οι οποίοι ευρίσκονται σε παρόμοια αντιδικία με την τελευταία.
Εντούτοις, ουδόλως μπορεί φερόμενες συμπεριφορές των υπαλλήλων του εναγομένου να συγκεραστούν και τα αποδεικτικά κενά της υπό κρίση υπόθεσης να συμπληρώνονται κατά το δοκούν από άλλες δίκες. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα είχε όφελος από την τοποθέτηση στο πρόγραμμα "χρυσή επένδυση". Ειδικότερα, αποκτώντας τις συνεταιριστικές μερίδες θα μπορούσε, γεγονός ευχερές και γνωστό εκείνη την εποχή, δυνάμει του άρθρου 2 του ν. 1667/1986 "Αστικοί Συνεταιρισμοί" και του Καταστατικού του εναγομένου να αιτηθεί από τον τελευταίο τη ρευστοποίηση και εξόφληση των μερίδων της, διαδικασία που μέχρι και το καλοκαίρι του 2015, με την επιβολή των capital controls τηρούνταν άνευ προβλημάτων.
Μάλιστα αυτό ήταν κάτι για το οποίο είχε απτά παραδείγματα από πλειάδα συντοπιτών της που είχαν ομοίως ενταχθεί στο επίμαχο πρόγραμμα. 'Αλλωστε το γεγονός ότι η ευχέρεια ρευστοποίησης ήταν ένα δέλεαρ για τους πελάτες της εναγομένης και μάλιστα αρκούντως συχνά συνέβαινε, το επιβεβαιώνει και ο άλλοτε υπάλληλος της εναγομένης κ...
Τσιώτας, που καταθέτει με ένορκες βεβαιώσεις σε άλλες δίκες σε βάρος της πρώην εργοδότριάς του.
Συνεπώς, η ενάγουσα υπό το φόβο της φημολογούμενης υποχρεωτικής απομείωσης των καταθέσεων ("κουρέματος") σε λογαριασμούς ελληνικών τραπεζών, προφανώς επέλεξε τη λύση της αγοράς συνεταιριστικών μερίδων που δεν θα κινδύνευαν. Άλλωστε, το ότι η ενάγουσα είχε τον ανωτέρω φόβο, συνάγεται και από το ότι η ίδια το 2011 είχε κάνει ανάληψη του ποσού των 136.000 ευρώ από προθεσμιακή κατάθεση που διατηρούσε, το κράτησε σε μετρητά και μόνο όταν αισθάνθηκε ασφάλεια το επανατοποθέτησε σε προθεσμιακή κατάθεση.
Ενόψει των ανωτέρω και ούσα βέβαιη για την επιλογή της υπέβαλε στον εναγόμενο την από 28 Σεπτεμβρίου 2012 αίτησή της για την εγγραφή της ως συνεταίρου, ώστε να αποκτήσει μία υποχρεωτική συνεταιριστική μερίδα, απαραίτητη για την απόκτηση της ιδιότητας του συνεταίρου και ακόμα 3.907 προαιρετικές μερίδες, ήτοι συνολικά 3908 συνεταιριστικές μερίδες, πραγματικής αξίας εκάστης 35 ευρώ, ενώ κατέβαλε συνολικά 152.000 ευρώ.
Η αίτησή της έγινε δεκτή και η ενάγουσα ενεγράφη στο μητρώο μελών του εναγομένου και έλαβε αριθμό μητρώου μελών 28704. Ακολούθως, και μετά την αγορά των μερίδων θα μπορούσε η ενάγουσα να συμβληθεί με την νεότερη και ξεχωριστή σύμβαση της "Χρυσής Κατάθεσης". 'Ετσι, την ίδια ημέρα ο ενάγων (ορθόν: ενάγουσα) και ο εναγόμενος, εκπροσωπούμενος από δύο υπαλλήλους του, υπέγραψαν την υπ` αριθ. 2738/1 "σύμβαση ένταξης σε επενδυτικό πρόγραμμα" και δη στο πρόγραμμα "χρυσή επένδυση".
Σύμφωνα με όρους της σύμβασης (κατά το μέρος που εν προκειμένω ενδιαφέρει): "1. Ο συνεταίρος τοποθετεί σήμερα στο επενδυτικό πρόγραμμα κεφάλαιο ύψους 152.000 ευρώ, του οποίου, κατά προσέγγιση, το 90% αντιστοιχεί στην τρέχουσα τιμή διάθεσης από την Τράπεζα των συνεταιριστικών μερίδων που εντάσσονται στο πρόγραμμα και το 10% σε κατάθεση μετρητών σε ειδικό λογαριασμό ταμιευτηρίου, όπως περιγράφεται κατωτέρω.
Συγκεκριμένα: 1.1. Ο συνεταίρος εντάσσει στο άνω επενδυτικό πρόγραμμα 3.908 συνεταιριστικές μερίδες της Τράπεζας, τις οποίες έχει στο όνομά του και οφείλει να διατηρήσει στο όνομά του καθ` όλη τη χρονική διάρκεια της παρούσας σύμβασης, εκτός αν ασκήσει το δικαίωμα που περιγράφεται στην παράγραφο 2.2 της παρούσας. 1.2.
Ο συνέταιρος οφείλει πριν ή συγχρόνως με την υπογραφή της παρούσας σύμβασης να καταθέσει σε ειδικό λογαριασμό στην Τράπεζα με τον τίτλο "Χρυσή Κατάθεση" και αριθμό 131796007 το ποσό των 15.220 ευρώ. Η κατάθεση αυτή θα αποκαλείται στη συνέχεια "χρυσή κατάθεση". [...] Το επιτόκιο της χρυσής κατάθεσης συμφωνείται ότι θα είναι 25% (πριν από φόρους) και θα διατηρείται σταθερό καθ` όλη τη διάρκεια του προγράμματος. [...] Ο εκτοκισμός της χρυσής κατάθεσης συμφωνείται ότι θα γίνεται δύο φορές το έτος (30/6 και 31/12). 1.3.
Συμφωνείται ότι οι τόκοι της ως άνω χρυσής κατάθεσης, η καταβλητέα διαφορά απόδοσης, αν προκύψει, σύμφωνα με το άρθρο 5 της παρούσας και το προϊόν της ρευστοποίησης των εντασσόμενων στο πρόγραμμα συνεταιριστικών μερίδων, αν αυτές ρευστοποιηθούν, θα πιστώνονται από την Τράπεζα στον με αριθμό 159752001 λογαριασμό του συνεταίρου σε αυτήν και το μέρισμα των συνεταιριστικών μερίδων θα πιστώνεται από την Τράπεζα στον με αριθ. 159752001 λογαριασμό του συνεταίρου σ` αυτή. 2.1. [...] Ο συνεταίρος μπορεί να διατηρήσει το πρόγραμμα για όσο χρονικό διάστημα επιθυμεί, με ελάχιστο χρόνο διατήρησης αυτού τις 90 ημέρες (συμπληρωμένες), δικαιούμενος να ζητήσει με έγγραφη αίτησή του από την Τράπεζα το κλείσιμο αυτού οποτεδήποτε μετά την πάροδο της ως άνω ελάχιστης διάρκειας των 90 ημερών.
Η Τράπεζα εξάλλου έχει το δικαίωμα να διακόψει οποτεδήποτε το πρόγραμμα του συνεταίρου και να το κλείσει, αλλά μόνο κατόπιν έγγραφης προειδοποίησης αυτής προς το συνεταίρο 90 ημέρες πριν από το κλείσιμο του προγράμματος. 2.2 Περαιτέρω, ο συνεταίρος έχει δικαίωμα με αίτησή του και μετά την πάροδο του ελάχιστου χρόνου διατήρησης του προγράμματος, όπως ανωτέρω αναφέρεται, να ζητήσει την ανάληψη μέρους της χρυσής κατάθεσης και παράλληλα την αποδέσμευση από το πρόγραμμα αριθμού μερίδων τέτοιου, ώστε να διατηρείται πάντα η ποσοστιαία αναλογία κατάθεσης και συνεταιριστικών μερίδων, που συμφωνείται στην παράγραφο 1 της παρούσας.
Για την υλοποίηση του αιτήματος αυτού είναι απαραίτητη η υπογραφή τροποποιητικής της παρούσας σύμβασης, που θα αποτελέσει αναπόσπαστο μέρος αυτής. [...] 3. Κατά το κλείσιμο του προγράμματος ο συνεταίρος θα εισπράξει α) εφόσον ρευστοποιήσει τις συνεταιριστικές μερίδες του, που έχουν ενταχθεί στο άνω πρόγραμμα (εκτός όσων τυχόν απαιτούνται προς κάλυψη δανειακής σχέσης του με την Τράπεζα και εκτός από την υποχρεωτική μερίδα, για τη ρευστοποίηση της οποίας ακολουθείται η διαδικασία που περιγράφεται στο καταστατικό της Τράπεζας και την οποία ο συνεταίρος δηλώνει ότι γνωρίζει) τα ακόλουθα κονδύλια: (i) την ονομαστική αξία όλων των ρευστοποιούμενων συνεταιριστικών μερίδων, (ii) για όσες από τις ρευστοποιούμενες συνεταιριστικές μερίδες θα έχει συμπληρωθεί διετία από την απόκτησή τους, θα εισπράξει την τρέχουσα υπεραξία αυτών, που θα έχει προσδιορισθεί για την περίοδο της ρευστοποίησης, (iii) για όσες από τις ρευστοποιούμενες συνεταιριστικές μερίδες δεν έχει συμπληρωθεί διετία από την απόκτησή τους θα εισπράξει την υπεραξία αυτών που είχε προσδιορισθεί πριν από την τελευταία αναπροσαρμογή αυτής και β) το ποσό της άνω χρυσής κατάθεσης μετά των αναλογούντων μέχρι τότε δεδουλευμένων τόκων αυτής, κλειομένου οριστικά του άνω ειδικού λογαριασμού αυτής.
Σημειώνεται ότι η ρευστοποίηση των μερίδων που έχουν ενταχθεί στο άνω πρόγραμμα μπορεί να γίνει και σε μεταγενέστερο του κλεισίματος του προγράμματος χρονικό σημείο κατ` επιλογή του συνεταίρου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο καταστατικό της τράπεζας (αρ. 10 και 11). 4. Η Τράπεζα εγγυάται ότι η επένδυση του συνεταίρου (δηλαδή το κεφάλαιο που αντιπροσωπεύουν με σημερινές τιμές οι άνω μερίδες που εντάσσονται στο άνω πρόγραμμα και η άνω χρυσή κατάθεση) που αποτιμάται σήμερα σε 801.112 ευρώ, θα έχει συνολική απόδοση (μερίσματα συνεταιριστικών μερίδων που θα δικαιούται ο συνεταίρος κατά το αρ. 25 του καταστατικού, διαφορά υπεραξίας συνεταιριστικών μερίδων από την ημερομηνία ένταξής τους στο άνω επενδυτικό πρόγραμμα μέχρι την ημερομηνία κλεισίματος αυτού και τόκοι χρυσής κατάθεσης), τουλάχιστον ίση (ελάχιστη εγγυημένη απόδοση) προς το εκάστοτε προσφερόμενο από την Τράπεζα επιτόκιο (σύμφωνα με τις δημοσιεύσεις της Τράπεζας στον τύπο ή/και στην ιστοσελίδα της www.chaniabank.gr) για προθεσμιακές καταθέσεις ανάλογου ύψους και διάρκειας, όπως το επιτόκιο αυτό ισχύει κατά την ημερομηνία σύναψης του προγράμματος και σε κάθε ετήσια επέτειο αυτής, πολλαπλασιαζόμενο με ειδικό συντελεστή, ανάλογα με τη διάρκεια του προγράμματος. [...] 5.
Η Τράπεζα δηλώνει ότι αναλαμβάνει την υποχρέωση, σε περίπτωση που τυχόν δεν επιτευχθεί η ως άνω συνολική εγγυημένη απόδοση, που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο αριθ. 4 της παρούσας σύμβασης, να καταβάλει στο συνεταίρο τη διαφορά. [...]". Για την αγορά των μερίδων αυτών κατέβαλε στον εναγόμενο το ποσό της πραγματικής τιμής εκάστης μερίδας εκ 35 € (η ονομαστική ήταν μόλις 12 €), ήτοι συνολικά (3908 Χ 35 =) 136.780 €.
Το ποσό αυτό δεν αποτέλεσε τμήμα της επένδυσης, αλλά προαπαιτούμενο αυτής για να τις εντάξει, δευτερογενώς, στο ανωτέρω πρόγραμμα, οπότε και θα αποκτούσε τη δυνατότητα κατάθεσης, όπως εν προκειμένω, ποσού 15.220 €, σε καταθετικό λογαριασμό με προνομιακό επιτόκιο. Περαιτέρω, στις 27 Ιουνίου 2013 δημοσιεύθηκε ο Κανονισμός (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 648/2012, η έναρξη ισχύος του οποίου ορίστηκε για την 1η Ιανουαρίου 2014.
Σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Τίτλο Ι, που επιγράφεται "στοιχεία ιδίων κεφαλαίων", "το κεφάλαιο της κατηγορίας 1 ενός ιδρύματος αποτελείται από το άθροισμα του κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 και του πρόσθετου κεφαλαίου της κατηγορίας 1 του ιδρύματος" (άρθρο 25) και "τα στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 των ιδρυμάτων αποτελούνται από [...] κεφαλαιακά μέσα, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 28 ή κατά περίπτωση στο άρθρο 29" (άρθρο 26 παρ. 1).
Σύμφωνα με το άρθρο 27 "τα στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 περιλαμβάνουν οποιοδήποτε κεφαλαιακό μέσο, που εκδίδεται από ένα ίδρυμα δυνάμει του καταστατικού του, εφόσον πληρούνται οι κατωτέρω προϋποθέσεις: α) το ίδρυμα ανήκει σε τύπο ιδρύματος, που ορίζεται δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας και αναγνωρίζεται από τις αρμόδιες αρχές ως: i) αλληλασφαλιστική ένωση, ii) συνεταιριστική εταιρία, iii) ταμιευτήριο, iv) παρόμοιο ίδρυμα, v) πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο ανήκει εξ ολοκλήρου στην ιδιοκτησία ιδρύματος που αναφέρεται στα σημεία i) έως iv) και έχει λάβει έγκριση από την αρμόδια αρχή να κάνει χρήση των διατάξεων του παρόντος άρθρου, εφόσον και για όσον καιρό το 100% των κοινών μετοχών που εκδίδει το πιστωτικό ίδρυμα ανήκει άμεσα ή έμμεσα σε ίδρυμα που αναφέρεται στα εν λόγω σημεία, β) πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 28 ή κατά περίπτωση του άρθρου 29".
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 28 "1. Τα κεφαλαιακά μέσα χαρακτηρίζονται ως μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 μόνο εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι κατωτέρω προϋποθέσεις: α) τα μέσα εκδίδονται άμεσα από το ίδρυμα κατόπιν έγκρισης των ιδιοκτητών του ιδρύματος ή εφόσον επιτρέπεται δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας, από το διοικητικό σώμα του ιδρύματος, β) τα μέσα είναι καταβεβλημένα και η αγορά τους δεν χρηματοδοτείται άμεσα ή έμμεσα από το ίδρυμα, [...] στ) το κεφάλαιο των μέσων δεν δύναται να μειωθεί ή να εξοφληθεί, εξαιρουμένων των κατωτέρω περιπτώσεων: i) εκκαθάριση του ιδρύματος, ii) προαιρετική επαναγορά των μέσων ή άλλο προαιρετικό μέσο μείωσης του κεφαλαίου [...], η) τα μέσα πληρούν όλες τις κατωτέρω προϋποθέσεις όσον αφορά τις διανομές: i) δεν υφίσταται προνομιακή μεταχείριση στη διανομή σε σχέση με τη σειρά καταβολής των διανομών, ακόμα και σε σχέση με άλλα μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 και οι όροι που διέπουν τα μέσα δεν προβλέπουν προνομιακά δικαιώματα για την καταβολή των διανομών, [...], v) οι όροι που διέπουν τα μέσα δεν περιλαμβάνουν καμία υποχρέωση του ιδρύματος να προβαίνει σε διανομές στους κατόχους των μέσων και το ίδρυμα δεν υπόκειται σε καμία περίπτωση στην εν λόγω υποχρέωση, vi) η καταβολή των διανομών δεν συνιστά αθέτηση υποχρέωσης του ιδρύματος [...]".
Ενόψει των ρυθμίσεων του ως άνω Κανονισμού 575/2013 η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στους συνεταίρους (εγγυημένη) απόδοση για κεφαλαιακή επένδυση, ανεξάρτητα μάλιστα από την ύπαρξη ή όχι κερδών, συνιστούσε πρόβλεψη για προνομιακή μεταχείριση σε σχέση με τη σειρά καταβολής των διανομών και ερχόταν σε αντίθεση με τα οριζόμενα σε αυτόν, με αποτέλεσμα οι ενταχθείσες στο πρόγραμμα "χρυσή επένδυση" συνεταιριστικές μερίδες να μην πληρούν τις προϋποθέσεις, ώστε να χαρακτηρισθούν ως μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1.
Εξαιτίας της αιφνίδιας αυτής εξέλιξης ο εναγόμενος προκειμένου να δυνηθεί να συνυπολογίσει τις συνεταιριστικές μερίδες που είχαν ενταχθεί στο σύνθετο πρόγραμμα "χρυσή επένδυση" στα ίδια κεφάλαιά του, προχώρησε στην κατάργησή του και στη δημιουργία του αποκλειστικά καταθετικού προγράμματος "αποδίδω".
Στο πρόγραμμα "αποδίδω" δε, ο εναγόμενος δεν αναλάμβανε ιδιαίτερη υποχρέωση σε σχέση με τις συνεταιριστικές μερίδες που οι συνέταιροι κατείχαν, καθώς οι μερίδες αποτελούσαν μεν προϋπόθεση για την κατάρτιση της καταθετικής σύμβασης (που προσέφερε και πάλι προνομιακό επιτόκιο), η αξία τους όμως χρησίμευε μόνο για την ανεύρεση του ποσού της κατάθεσης.
Ήτοι και πάλι το ύψος των καταθέσεων δεν θα μπορούσε να υπερβαίνει το 10 % της συνολικής αξίας των ενεργών συνεταιριστικών μερίδων του πελάτη. Προς το σκοπό της ενημέρωσης των πελατών της και συμμετεχόντων στο παλαιό πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση", ο εναγόμενος άρχισε με επιστολές να ενημερώνει τους πελάτες του.
Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα στις 12 Νοεμβρίου 2013 μετά των προστηθέντων του εναγομένου υπέγραψαν την με ημερομηνία 12-11-2013 "Διακοπή επενδυτικού προγράμματος "Χρυσή Επένδυση" - λύση σύμβασης", σύμφωνα με την οποία: "[...] συμφώνησαν, συνομολόγησαν και συναποδέχθηκαν τα επόμενα. Με την από 28/9/2012 σύμβαση με αριθμό 2738 είχε συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων η συμμετοχή του συνεταίρου στο εκεί προβλεπόμενο επενδυτικό πρόγραμμα της Τράπεζας, με τους εκεί προβλεπόμενους όρους και συμφωνίες.
Ήδη τα μέρη, σύμφωνα με τον οικείο όρο της εν λόγω σύμβασης, συμφωνούν ότι λύεται κοινή συναινέσει η σύμβαση αυτή, στο πλαίσιο κλεισίματος του εν λόγω επενδυτικού προγράμματος και ότι το ποσό της κατάθεσης μετά των αναλογούντων δεδουλευμένων τόκων αυτής μεταφέρεται στο λογαριασμό που έχει υποδείξει ο συνεταίρος στην Τράπεζα, κλειομένου οριστικά του ειδικού λογαριασμού αυτής.
Κατά συνέπεια, μετά την ως άνω μεταφορά, το υπόλοιπο του λογαριασμού από το εν λόγω επενδυτικό πρόγραμμα είναι μηδενικό, δεδομένου δε ότι έχουν καταβληθεί στο συνεταίρο όλες οι συμφωνημένες αποδόσεις του προγράμματος, ουδεμία απαίτηση υφίσταται μεταξύ των μερών από τη σχετική σύμβαση, που λύεται με το παρόν κοινή συναινέσει. [...]".
Εκ της συμφωνίας αυτής καθίσταται σαφές ότι έπαυσε να ισχύει η σύμβαση "Χρυσή Επένδυση" στο σύνολό της, τόσο ως προς το επενδυτικό σκέλος της, με κύριο γνώρισμα τη δέσμευση του εναγομένου για την εγγυημένη απόδοση μερισμάτων και υπεραξίας των συνεταιριστικών μερίδων όσο και ως προς το καταθετικό σκέλος αυτής, ενώ η ενάγουσα συνέχισε να κατέχει τις συνεταιριστικές της μερίδες, το καθεστώς ρευστοποίησης των οποίων εξακολουθούσε να διέπεται από το καταστατικό του εναγομένου και το νόμο.
Επίσης, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, έγινε εκκαθάριση της απόδοσης του επενδυτικού προγράμματος "Χρυσή Επένδυση" και υπολογίστηκε ότι τόκοι επί του κεφαλαίου ανέρχονταν σε 3.654,85 ευρώ, η καθαρή εγγυημένη με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση απόδοση ανερχόταν σε 9.497,10 ευρώ και έτσι της καταβλήθηκε η διαφορά ύψους (9.497,10 - 3.654,85) 3.654,85 ευρώ.
Την ίδια και πάλι ημέρα η ενάγουσα συνήψε με τον εναγόμενο νέα σύμβαση για την αξιοποίηση των χρημάτων του, τα οποία ενέταξε στον καταθετικό λογαριασμό "αποδίδω". Έτσι, κατόπιν της υπ` αριθ. 4929 αιτήσεώς της, υπέγραψε η ενάγουσα τη με την ημερομηνία αυτή "σύμβαση ειδικού λογαριασμού κατάθεσης "αποδίδω"", σύμφωνα με την οποία (κατά το μέρος της που εδώ ενδιαφέρει) οι συμβληθέντες συμφώνησαν τα εξής: "[...] 2.
Βάση υπολογισμού του ανώτατου ποσού της κατάθεσης, που ο συνεταίρος θα δικαιούται να τοποθετήσει σε έναν ή περισσότερους ειδικούς λογαριασμούς κατάθεσης "αποδίδω", αποτελεί η εκάστοτε αξία των συνεταιριστικών μερίδων του συνεταίρου, όπως αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με τον όρο 3. Συγκεκριμένα, το συνολικό ποσό κατάθεσης σε όλους τους λογαριασμούς καταθέσεων "αποδίδω" του συνεταίρου δεν θα μπορεί να υπερβαίνει το 10% της συνολικής αξίας των ενεργών συνεταιριστικών μερίδων του συνεταίρου.
Ως ενεργές συνεταιριστικές μερίδες λογίζονται οι πλήρως αποπληρωμένες και μη αποτελούσες αντικείμενο αίτησης ρευστοποίησης συνεταιριστικές μερίδες. [...] 4. Ο λογαριασμός είναι έντοκος. Το επιτόκιο καθορίζεται ως εξής: Η κατάθεση θα εντάσσεται στην αντίστοιχη κλίμακα του εκάστοτε προσφερόμενου από την Τράπεζα επιτοκίου για προθεσμιακές καταθέσεις διάρκειας 365 ημερών δεκαπλάσιου ποσού (σύμφωνα με τις δημοσιεύσεις της Τράπεζας στον τύπο ή/και στην ιστοσελίδα της Τράπεζας www.....), όπως το επιτόκιο αυτό ισχύει κατά την ημερομηνία ανοίγματος εκάστου ειδικού λογαριασμού "αποδίδω" και σε κάθε ετήσια επέτειο αυτού.
Το κατ` αυτόν τον τρόπο συναγόμενο επιτόκιο πολλαπλασιάζεται με τους εξής δύο ειδικούς συντελεστές: [...] 7. Ο συνεταίρος - καταθέτης δικαιούται να προβαίνει σε αναλήψεις από τον ειδικό λογαριασμό κατάθεσης "αποδίδω" οποτεδήποτε, χωρίς ποινή, αναπροσαρμοζόμενου αναλόγως του επιτοκίου, όπως ορίζεται ανωτέρω υπό τον όρο 4. 8.
Η διάρκεια της παρούσας και των λογαριασμών που θα τηρηθούν σύμφωνα με αυτήν είναι αόριστη. Ο συνεταίρος μπορεί να διατηρήσει κάθε ειδικό λογαριασμό κατάθεσης "αποδίδω" για όσο χρονικό διάστημα επιθυμεί, δικαιούμενος να ζητήσει από την Τράπεζα οποτεδήποτε, με έγγραφη αίτησή του προς αυτή, το κλείσιμο όποιου λογαριασμού επιθυμεί.
Η Τράπεζα έχει το δικαίωμα να κλείσει οποτεδήποτε τους ειδικούς λογαριασμούς καταθέσεων "αποδίδω" του συνεταίρου, κατόπιν έγγραφης προειδοποίησης αυτής προς το συνεταίρο 30 ημέρες πριν από το κλείσιμο των λογαριασμών. [...] Σε περίπτωση κλεισίματος του λογαριασμού κατάθεσης "αποδίδω", το κεφάλαιο αυτού -εφόσον υφίσταται υπόλοιπο- θα μεταφέρεται σε λογαριασμό που ο συνεταίρος έχει δηλώσει, διαφορετικά σε οποιονδήποτε άλλο λογαριασμό τηρεί αυτός στην Τράπεζα".
Επίσης, την ίδια ημέρα η ενάγουσα, πληροφορηθείσα τη δυνατότητα να τοποθετεί περισσότερα χρήματα στον καταθετικό λογαριασμό κατόπιν κατοχής περισσότερων μεριδίων του εναγομένου αιτήθηκε και απέκτησε ακόμα 222 συνεταιριστικές μερίδες, και έτσι της ανήκαν πλέον συνολικά 4.130 μερίδες, και ομοίως την ίδια ημέρα το κατατεθέν στο λογαριασμό "Χρυσή Κατάθεση" κεφάλαιο ύψους 14.455 ευρώ μεταφέρθηκε στον υπ` αριθ. 131796009 λογαριασμό της.
Ουδεμία αμφιβολία είχε η ενάγουσα για τη υφή των ενεργειών της. Σαφώς κατανοούσε ότι το ποσό των 14.455 ευρώ μεταφέρονταν σε νέο λογαριασμό, λάμβανε μάλιστα και σχετικό νέο βιβλιάριο με το ποσό αυτό. Ουδεμία αμφιβολία είχε ότι δεν προέβαινε σε καμία τοποθέτηση σε επενδυτικό πρόγραμμα των κατεχόμενων από αυτήν μερίδων του εναγομένου, για τις οποίες ουδεμία μνεία γίνονταν εκεί, παρά μόνο για τον υπολογισμό της δυνατότητας καταθέσεων στον καταθετικό λογαριασμό.
Επίσης, σε σχέση με τις μερίδες που κατείχε, κατόπιν ενημερώσεώς της επέλεξε όχι να τις ρευστοποιήσει, αλλά να τις επαυξήσει κατά 222. Περαιτέρω δε, η ενάγουσα, στις 13-11-2014 αγόρασε επιπλέον 260 συνεταιριστικές μερίδες, και έτσι ήδη κατείχε πλέον συνολικά 4.390 μερίδες. Στις 13-11-2014 η ενάγουσα υπέβαλε εκ νέου αίτηση για άνοιγμα και δεύτερου λογαριασμού "Αποδίδω", ανοίχτηκε όντως ο με αριθμό 131796012 νέος λογαριασμός και σε αυτόν η εφεσίβλητη κατέθεσε το ποσό των 910 €.
Για τον υπολογισμό του ποσού αυτού ετέθη ως βάση η αξία των 260 συνεταιριστικών μερίδων που η εφεσίβλητη απέκτησε εκείνη την ημέρα. Επισημαίνεται δε, ότι σε κάθε νέα αγορά μερίδων η ενάγουσα λάμβανε εκ νέου βεβαιωτικό τίτλο κτήσης μερίδων, στον οποίο ευκρινώς αναφέρονταν ότι για το θέμα της ρευστοποίησης των μερίδων ρυθμίζονταν από το νόμο και το καταστατικό του εναγομένου.
Ακολούθως, εισερχόμενος ο τραπεζικός κλάδος στο έτος 2015 ήρθε αντιμέτωπος με πρωτοφανή απώλεια εμπιστοσύνης των καταθετών προς αυτόν. Ειδικότερα, το πρώτο εξάμηνο του 2015 λόγω κυρίως της σημαντικής εκροής των καταθέσεων και της αύξησης της καθυστέρησης των απαιτήσεων από χορηγήσεις, αυξήθηκε υπέρμετρα ο κίνδυνος ρευστότητας για ολόκληρο τον τραπεζικό κλάδο στην Ελλάδα, ο οποίος επηρεάστηκε αρνητικά το σύνολό του.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι ελληνικές τράπεζες και συγκεκριμένα ο εναγόμενος να έχουν στραφεί ξανά στον Έκτακτο Μηχανισμό Παροχής Ρευστότητας (ELA) για την κάλυψη των βραχυπρόθεσμων αναγκών χρηματοδότησης (βλ. μεταξύ των άλλων την έκθεση ορκωτού που έλεγξε τον εναγόμενο και την οποία αμφότεροι οι διάδικοι επικαλούνται).
Μάλιστα, ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας του εναγόμενου κρίθηκε ότι υπολείπεται του ελάχιστου ορίου που έθετε το εποπτικό πλαίσιο της ΤτΕ, αλλά παράλληλα εκτιμήθηκε ότι σύμφωνα με το Επιχειρηματικό Σχέδιο του τελευταίου για τα έτη 2015-2016 που έχει υποβληθεί στην ΤτΕ, ο δείκτης πρόκειται να καλυφθεί με μέτρα που έχουν σχεδιαστεί και αφορούν ανάμεσα σε άλλα την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου.
Εντούτοις, επισημάνθηκε στην έκθεση ότι ο εναγόμενος διατηρούσε ακόμη σημαντικά αποθέματα ρευστότητας για να ανταποκριθεί στις τότε δυσμενείς συνθήκες. Μάλιστα, το έλλειμμα της κεφαλαιακής επάρκειας οφείλονταν αποκλειστικά λόγω συμμετοχών σε εταιρείες εσωτερικού καθώς και μετοχές εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών που δεν αποτιμήθηκαν στη συνολικά χαμηλότερη τιμή μεταξύ της αξίας κτήσης τους και της τρέχουσας τιμής τους, στην σχηματισθείσα πρόβλεψη για τυχόν απώλεια επισφαλών απαιτήσεων από χορηγήσεις δανείων, ποσού 48.100.000 ευρώ περίπου, που υπολείπεται κατά τη γνώμη του ορκωτού, κατά ευρώ 56.000.000 ευρώ και στο ότι οι φορολογικές υποχρεώσεις του εναγομένου από τις φορολογικές αρχές για χρήσεις 2009-2014 δεν έχουν οριστικοποιηθεί κατόπιν ελέγχου.
Συνάγεται ευχερώς ότι οι δύο πρώτοι λόγοι ελλείμματος της κεφαλαιακής επάρκειας οφείλονται στην οικονομική κρίση και στο γενικότερο κλίμα αβεβαιότητας, αφού η τρέχουσα αξία των συμμετοχών μειώνονταν λόγω της μείωσης παραγωγής και των δυσμενών προβλέψεων για το μέλλον και οι επισφάλειες ομοίως αυξάνονταν λόγω έλλειψης ρευστότητας στην αγορά και της παύσης πληρωμών εν αναμονή των εξελίξεων.
Υπό το έκτακτο αυτό καθεστώς απρόβλεπτης και γενικευμένης ανασφάλειας, ο εναγόμενος περί τον Μάιο του 2015, και για την προστασία του συνόλου των συνεταίρων και καταθετών, αποφάσισε νομίμως, όπως ορίζεται από το νόμο και το καταστατικό του, να περιορίσει αρχικά και μην ικανοποιεί έπειτα για κάποιο διάστημα αιτήματα ρευστοποίησης.
Η διαδικασία αυτή, της προσωρινής παύσης ικανοποίησης των αιτημάτων ρευστοποίησης συνεταιριστικών μερίδων ήταν απολύτως νόμιμη, και ασκήθηκε στο πλαίσιο της σχετικής ευχέρειας του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας που προβλέπεται από: α) το τελευταίο εδάφιο της παρ. 7 του άρθρου 2 του ν. 1667/1986, που προστέθηκε με την παρ. 2α του άρθρου 28 του ν. 4141/2013, κατά το οποίο η απόδοση της αξίας της συνεταιριστικής μερίδας κατά την αποχώρηση ή τον αποκλεισμό των συνεταίρων, καθώς και κάθε άλλη περίπτωση εξόφλησης των συνεταιριστικών μερίδων από πιστωτικούς συνεταιρισμούς που έχουν λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των καταστατικών οργάνων τους και β) σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 9 του άρθρου 2 του ν. 1667/1986, κατά το οποίο η απόδοση στον συνεταίρο της αξίας της συνεταιριστικής μερίδας τελεί υπό την προϋπόθεση ότι δεν θίγονται οι υποχρεώσεις του πιστωτικού συνεταιρισμού που συναρτώνται με το ύψος των ιδίων κεφαλαίων του βάσει των εκάστοτε ισχυόντων κανόνων εποπτείας.
Επισημαίνεται δε ότι κατά το άρθρο 149 του ν. 4261/2014 ότι για την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων, η οποία συνεπάγεται μείωση, εντός της οικονομικής χρήσης, μεγαλύτερη του 2% των ιδίων κεφαλαίων συνεταιριστικής τράπεζας, απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος. Μάλιστα, το ότι οι ενέργειες αυτές ήταν νόμιμες, επιβεβαίωσε εκ των υστέρων και η Τράπεζα της Ελλάδος, ως εποπτεύουσα αρχή, σύμφωνα με την με αριθμό πρωτ. 1576/23-12-2015 επιστολή της, όπου ρητά μνημονεύονταν ότι ο εναγόμενος δεν θα προβεί σε καμία ρευστοποίηση μερίδων μέχρι τη δημιουργία επαρκούς κεφαλαιακού πλεονάσματος, πέραν του ελάχιστου σύμφωνα με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο.
Σε κάθε περίπτωση, τονίστηκε ότι για να υπάρχει ρευστοποίηση συνεταιριστικών μερίδων, πρέπει να προηγηθεί γνωστοποίηση προς την Τράπεζα της Ελλάδος τουλάχιστον τριάντα μέρες πριν από τη σκοπούμενη αποδοχή σχετικής αίτησης και ρευστοποίηση, προκειμένου να ελεγχθεί, μεταξύ άλλων, η συνδρομή και των προϋποθέσεων του άρθρου 149 του ν. 4261/2014.
Ακολούθως δε, και σε σχετικό νεότερο αίτημα του εναγομένου περί τον Ιούνιο του 2016 περί της δυνατότητας έναρξης εξόφλησης συνεταιριστικών μερίδων, με την νεότερη και με αριθμό πρωτ. 831/ΕΜΠ2068/7.6.2016 επιστολή της επαναβεβαίωσε ότι ο εναγόμενος δεν επιτρέπεται προς το παρόν να κάνει δεκτό κανένα αίτημα εξόφλησης μερίδων, τονίζοντας ειδικά ότι η ίδια (ήτοι η ΤτΕ) δεν μπορεί να κάνει αποδεκτό κανένα αίτημα, εξόφλησης συνεταιριστικών μερίδων (υποχρεωτικών ή προαιρετικών) καθώς θα έχει ως συνέπεια τη διαμόρφωση των Δεικτών Κεφαλαιακής Επάρκειας της Τράπεζας κάτω από το ελάχιστο επιτρεπόμενο όριο σύμφωνα με το άρθρο 92 του Κανονισμού (EE) 575/2013.
Επισημάνθηκε δε ότι το αίτημα, αυτό μπορεί να επανεξεταστεί μόνον εφόσον ο Δείκτης Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 και ο Συνολικός Δείκτης Κεφαλαίου της Τράπεζας διαμορφωθούν σε επίπεδα σημαντικά ανώτερα του ελαχίστου επιτρεπομένου από το ισχύον θεσμικό πλαίσιο ορίου και με την προϋπόθεση ότι η Τράπεζα, θα έχει εξοφλήσει πλήρως τις υποχρεώσεις της από τη χρηματοδότηση μέσω ELA.
Η ενάγουσα, ενώ συνέβαιναν αυτά, πριν τα μέσα Μαΐου 2015 επισκέφτηκε το κατάστημα εξυπηρέτησης και ενημέρωσε τον τότε διευθυντή ότι ο υιός της ήθελε να κάνει κάποια αγορά που αφορούσε ένα συνεργείο αυτοκινήτων στο Βαμβακόπουλο και ότι ενδεχομένως να χρειαζόταν να ρευστοποιήσει μερίδες της για να του χορηγήσει το σχετικό κεφάλαιο.
Ο διευθυντής της γνωστοποίησε τη διαδικασία που συνίστατο στην υποβολή αίτησης διαγραφής μερίδων και ρευστοποίησης προς το σκοπό της εγκρίσεως από την διοίκηση της τράπεζας. Ακολούθως, προσερχόμενη εκ νέου στο κατάστημα του εναγόμενου, υπέβαλε στις 10-6-2015 αίτηση για τη διαγραφή του συνόλου των 4.389 προαιρετικών συνεταιριστικών μερίδων της.
Ενημερωθείσα όμως για την αβεβαιότητα που εντείνονταν εκείνες τις ημέρες και για την αδυναμία ικανοποίησης του αιτήματός της, αποφάσισε, κατόπιν ενημέρωσής της, να αιτηθεί με την από 15-6-2015 δεύτερη έγγραφη αίτησή της την διαγραφή 2.200 συνεταιριστικών μερίδων. Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή και της αποδόθηκε η αξία των μερίδων στην αξία των 35 € εκάστη, ήτοι έλαβε (2.200 Χ 35=) 77.000 €.
Στη συνέχεια, το ΔΣ του εναγομένου δυνάμει της από 27 Ιουνίου 2015 απόφασής του αποφάσισε την προσωρινή αναστολή της ρευστοποίησης και εξόφλησης συνεταιριστικών μερίδων και την προσωρινή ανάκληση των μέχρι σήμερα εγκρίσεων των οργάνων του, για ρευστοποίηση και εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων που δεν έχουν υλοποιηθεί ολικά ή μερικά μέχρι τότε και συγκεκριμένα μέχρι την ομαλοποίηση των εκτάκτων οικονομικών συνθηκών που επικρατούν στην αγορά και κατεξοχήν στον χρηματοπιστωτικό τομέα της χώρας και σε κάθε περίπτωση το αργότερο μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας ανακεφαλαιοποίησης του εναγομένου, ούτως ώστε να μην υπάρξει κίνδυνος σχετικά με την κεφαλαιακή επάρκεια του εναγομένου και συνακόλουθα, των κατόχων μερίδων του εναγομένου, οι οποίοι διαφορετικά θα κινδύνευσαν με οριστική απώλεια των μερίδων τους και την αδυναμία είσπραξης οιουδήποτε ποσού.
Ακολούθως, την 28η-6-2015, ημέρα Κυριακή, δυνάμει της από 28 Ιουνίου 2015 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου με τίτλο "Τραπεζική αργία βραχείας διάρκειας" (Α' 65) κηρύχθηκε τραπεζική αργία για περιορισμένο αρχικά διάστημα και ακολούθως αυτή η αργία επεκτάθηκε χρονικά. Ενώ έτσι διαμορφώνονταν η κατάσταση και εν μέσω τραπεζικής αργίας, η ενάγουσα προσήλθε εκ νέου στο κατάστημα στις 22-07-2015 προς υποβολή νέου αιτήματος ρευστοποίησης, πλην όμως λόγω της τραπεζικής αργίας και του υπάρχοντος περιορισμού στις αναλήψεις μετρητών, δεν θα μπορούσε να ικανοποιηθεί το αίτημά της και αποχώρησε χωρίς την υποβολή αίτησης.
Έτσι, κατέχει σήμερα η ενάγουσα κατέχει 2.190 συνεταιριστικές μερίδες, πραγματικής αξίας κατά τη συζήτηση της αγωγής στον πρώτο βαθμό 14,30 €, ήδη κατά τη συζήτηση της έφεσης 15,1 € και ονομαστικής αξίας 3 €, των οποίων όμως δεν μπορεί να επιτύχει τη ρευστοποίηση. Ήδη η ενάγουσα με την αγωγή της, εκθέτοντας ότι απώλεσε στο σύνολό τους τα χρήματα που κατέβαλε για την αγορά των συνεταιριστικών μερίδων, καθώς αυτές δεν είναι πια δυνατό να ρευστοποιηθούν, ακολούθως αιτείται, επικαλούμενη τη συμβατική του υποχρέωση του εναγομένου να της αποδώσει το από αυτή καταβληθέν για την απόκτησή τους ποσό των 76.650 €.
Από την σύγκριση των δύο τύπων συμβάσεων, ήτοι της "Χρυσής Επένδυσης" και του "Αποδίδω", αναδεικνύεται ότι σε ουδεμία εξ αυτών δεν έχει αναλάβει ο εναγόμενος οποιαδήποτε συμβατική υποχρέωση για θέματα αφορώντα τις συνεταιριστικές μερίδες. Η αναφορά δε σε αμφότερες τις συμβάσεις στις συνεταιριστικές μερίδες λαμβάνει χώρα αποκλειστικά και μόνο για τον υπολογισμό του κεφαλαίου, που θα κατετίθετο στους δύο λογαριασμούς ("χρυσή κατάθεση" και "αποδίδω"), ώστε να καλύπτεται ο όρος ως προς την αναλογία μεταξύ των δύο μεγεθών.
Εξάλλου, η απόκτηση εκ μέρους της ενάγουσας των συνεταιριστικών μερίδων έγινε, όπως προεκτέθηκε, αυτοτελώς, με ιδιαίτερη σύμβαση και να μπορέσει να ενταχθεί στο πρόγραμμα "χρυσή επένδυση", στη συνέχεια δε αποφάσισε να τις διατηρήσει και τις αύξησε μάλιστα, προκειμένου να αποκτήσει λογαριασμό "αποδίδω".
Η καταβολή δε οιουδήποτε ποσού για αγορά μερίδων της εναγομένης δεν αποτελεί στοιχείο της επένδυσης, αλλά διακριτή με την επένδυση προηγούμενη ενέργεια προκειμένου να μπορεί να συμμετάσχει στα προνομιακά προγράμματα για μετόχους της εναγομένης προγράμματα "χρυσή κατάθεση" και "αποδίδω". Άλλωστε, δεν θα πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ότι η ενάγουσα είχε υπεραποδόσεις από αμφότερα αυτά τα προγράμματα, όπως ακριβώς υποσχόταν η εναγομένη.
Συνεπώς, το θέμα της ρευστοποίησης των μερίδων που απέκτησε η ενάγουσα ρυθμιζόταν αποκλειστικά και ευθέως από το διέπον τους αστικούς συνεταιρισμούς δίκαιο (ν. 1667/1985) και το καταστατικό του εναγομένου, όπως εκάστοτε ισχύει. Ειδικότερα, στη ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων αναφέρεται διαχρονικά το άρθρο 10 του καταστατικού του εναγομένου.
Σύμφωνα με το ισχύον κατά το χρόνο απόκτησης από την ενάγουσα των συνεταιριστικών μερίδων καταστατικό (όπως οι τροποποιήσεις του είχαν εγκριθεί με την υπ` αριθ. 604/01.11.2010 πράξη του Ειρηνοδίκη Χανίων) "κάθε συνεταίρος δικαιούται να ζητήσει τη ρευστοποίηση των προαιρετικών συνεταιριστικών μερίδων που έχει, μόνο μετά την πάροδο διετίας από την απόκτηση αυτών, εισπράττοντας την πραγματική αξία αυτών, όπως αυτή θα έχει προσδιορισθεί, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του παρόντος από το Δ.Σ., κατά το χρόνο της ρευστοποίησής τους.
Μπορεί όμως να ζητήσει τη ρευστοποίησή τους και πριν από την πάροδο της άνω διετίας, αλλά στην περίπτωση αυτή η ρευστοποίηση θα γίνεται με βάση την πραγματική αξία της συνεταιριστικής μερίδας, που ίσχυε πριν από την τελευταία κάθε φορά αναπροσαρμογή αυτής από το Δ.Σ. σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του παρόντος".
Μετά από τροποποίηση, που έγινε προς συμμόρφωση με το ν. 4141/2013 (που προέβλεπε ότι οι πιστωτικοί συνεταιρισμοί δικαιούντο να ρευστοποιήσουν συνεταιριστικές μερίδες υπό τις σωρευτικά συντρέχουσες προϋποθέσεις ότι δεν θίγονται οι υποχρεώσεις του πιστωτικού συνεταιρισμού που συναρτώνται με το ύψος των ιδίων κεφαλαίων και ότι έχει δοθεί σχετικώς άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος) και εγκρίθηκε με την υπ` αριθ. 1455/25.11.2013 πράξη του Ειρηνοδίκη Χανίων, ακολούθησε νέα τροποποίηση, που εγκρίθηκε με την υπ` αριθ. 2294/22.06.2015 πράξη του ίδιου Ειρηνοδίκη και ήταν η ισχύουσα κατά το χρόνο που η ενάγουσα επεδίωξε τη ρευστοποίηση και των τελευταίων συνεταιριστικών μερίδων που κατείχε.
Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 10 "η ως άνω ρευστοποίηση των προαιρετικών συνεταιριστικών μερίδων των συνεταίρων και η απόδοση και εξόφληση στους συνεταίρους της πραγματικής αξίας που δικαιούνται, ανάλογα με την περίπτωση κατά τις άνω διακρίσεις, για κάθε ρευστοποιούμενη συνεταιριστική μερίδα, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των καταστατικών οργάνων του συνεταιρισμού (δηλαδή του Δ.Σ.
και της Γ.Σ. του συνεταιρισμού) και θα γίνεται υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 149 του ν. 4261/2014 και υπό τις προϋποθέσεις των διατάξεων των παρ. 7 και 9 του άρθρου 2 του ν. 1667/1986, όπως ισχύουν και των σχετικών διατάξεων του παρόντος καταστατικού και ιδίως των διατάξεων του άρθρου 12 του παρόντος καταστατικού" (άρθρο 10 παρ. 4α).
Σύμφωνα με τη ρυθμιζόμενη από το άρθρο 12 διαδικασία, στην παράγραφο 1 του οποίου επαναλαμβάνονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται η ρευστοποίηση, καθένας από τους συνεταίρους που επιθυμεί να του αποδοθεί η πραγματική αξία μίας ή περισσότερων προαιρετικών συνεταιριστικών μερίδων "πρέπει να υποβάλλει σχετική αίτηση προς το Δ.Σ.
του Συνεταιρισμού. [...] 3. Οι άνω αιτήσεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου θα καταχωρούνται σε ειδικό κατάλογο, ο οποίος θα τηρείται από την αρμόδια υπηρεσία του Συνεταιρισμού, στον οποίο θα καταχωρούνται ενιαία και κατά χρονολογική σειρά όλες οι άνω αιτήσεις, προκειμένου να μπορεί το Δ.Σ. του Συνεταιρισμού σε κάθε σχετική συνεδρίασή του να έχει πλήρη και ακριβή γνώση των σχετικών στοιχείων, ώστε σε κάθε χρονική περίοδο να μπορεί να αποφασίζει σχετικά για την ολική ή μερική αποδοχή των άνω αιτήσεων και για να μπορεί να καθορίζει το χρόνο και κατά το δυνατόν τη συνεδρίασή του, που θα αναβάλει ολικά ή μερικά τις άνω αιτήσεις".
Στην παράγραφο 4 προβλέπεται η υποχρέωση του Δ.Σ. να αποδεχθεί ολικά τις αιτήσεις όλων των αιτούντων και να τους αποδώσει το δικαιούμενο από έκαστο αυτών ποσό, εφόσον με την απόδοσή του δεν θίγονται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις και εφόσον σε κάθε περίπτωση υπάρχει η σχετική έγκριση από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 149 του ν. 4261/2014, στην παράγραφο 5 προβλέπεται η περίπτωση που είναι δυνατή η μερική μόνο αποδοχή μίας ή περισσότερων αιτήσεων και ο τρόπος επιμερισμού του αποδιδόμενου ποσού, ενώ στην παρ. 6 προβλέπεται πως σε περίπτωση που έχει ήδη διατεθεί το εγκριθέν από την Τράπεζα της Ελλάδος ποσό, το Δ.Σ.
οφείλει να αναβάλει την απόφασή του επί των εκκρεμών αιτήσεων.
Συνεπώς, από πουθενά δεν προβλέπεται ότι ο εναγόμενος είχε την υποχρέωση να ρευστοποιήσει τις συνεταιριστικές μερίδες σε πρώτη ζήτηση της ενάγουσας, αλλά, απεναντίας, έπρεπε να τηρηθεί η κατά τα ανωτέρω προβλεπόμενη διαδικασία. Επιπλέον, όταν η ενάγουσα ενδιαφέρθηκε για την υποβολή της προβλεπόμενης από το άρθρο 12 παρ. 2 αίτησης ρευστοποίησης του υπολοίπου των συνεταιριστικών της μερίδων, είχαν προηγηθεί η μνημονευθείσα Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου περί επιβολής τραπεζικής αργίας, και η υπ` αριθ. 490/27.06.2015 απόφαση του Δ.Σ. του εναγομένου, περί προσωρινής αναστολής της ρευστοποίησης και εξόφλησης συνεταιριστικών μερίδων.
Συνεπώς, κατά τον κρίσιμο χρόνο υποβολής εκ μέρους της ενάγουσας του αιτήματος για τη ρευστοποίηση 2.190 συνεταιριστικών μερίδων της ο εναγόμενος δεν είχε ούτε συμβατική, ούτε εκ του καταστατικού, ούτε και εκ του νόμου υποχρέωση να ικανοποιήσει το αίτημά της και συνεπώς ουδεμία ζημία της προκάλεσε υπό την έννοια αυτή. Σε σχέση με τον έτερο ισχυρισμό της ενάγουσας ότι προστηθέντες του εναγομένου την παραπλάνησαν ως προς τα αληθινά χαρακτηριστικά των δύο συμβάσεων - προγραμμάτων, αποκρύπτοντάς της τους κινδύνους που συνεπαγόταν και διαβεβαιώνοντάς την ότι το κεφάλαιό της θα ήταν εγγυημένο, και ότι ειδικά στη σύμβαση "αποδίδω", την εμφανίζοντάς την ως συνέχεια του προγράμματος "χρυσή κατάθεση", πρέπει να διευκρινιστεί ότι, όπως έχει ήδη εκτεθεί, η ενάγουσα συνδέει την επικαλούμενη ζημία της, την αποκατάσταση της οποίας επιδιώκει, με την αδυναμία της να ρευστοποιήσει τις συνεταιριστικές μερίδες που κατέχει και μάλιστα στην τιμή που τις απέκτησε και όχι με τα κατ` ιδίαν χαρακτηριστικά κάθε ενός από τα δύο προγράμματα στα οποία εντάχθηκε ή με τις αποδόσεις τους, τις οποίες άλλωστε στο ακέραιο απόλαυσε.
Συνεπώς, το ερευνητέο ζήτημα μετατοπίζεται στο εάν με υπαιτιότητα του εναγομένου η ενάγουσα αφενός μεν απέκτησε κατ` αρχάς την ιδιότητα του συνεταίρου και αφετέρου τη διατήρησε μετά τη λύση της σύμβασης για τη "χρυσή κατάθεση" και πριν το άνοιγμα του λογαριασμού "αποδίδω" και εάν τούτο συνδέεται αιτιωδώς με την επικαλούμενη ζημία της. Επ` αυτών αποδείχθηκε, καταρχάς ότι σε κάθε περίπτωση της δίδονταν σαφείς εξηγήσεις από τον υπάλληλο εμπιστοσύνης της, ήτοι τον κ... Χορευτάκη, όπως προεκτέθηκε. Ο κίνδυνος για απώλεια της αξίας των μερίδων εντοπίζονταν μόνο στην απολύτως απίθανη περίπτωση της πτώχευσης του εναγομένου ή της χρηματοοικονομικής αδυναμίας όλου του τραπεζικού συστήματος να ανταπεξέλθει σε διεθνείς κλυδωνισμούς. Κάτι τέτοιο όμως το γνώριζε η ενάγουσα, τόσο εξ εμπειρίας όσο και από σχετική ενημέρωση που έτυχε. Επιπλέον, σε κάθε αγορά μερίδων τής παραδίδονταν τίτλος βεβαιωτικός του αριθμού των συνεταιριστικών μερίδων που της ανήκουν, στον οποίο ως προς τα θέματα της απόκτησης, της χρήσης και μεταβίβασής τους γίνεται ρητή παραπομπή τόσο στο ισχύον καταστατικό του εναγομένου όσο και στο ν. 1337/1986, που ρυθμίζει τα περί των αστικών συνεταιρισμών.
Συνεπώς, κατά την αγορά των συνεταιριστικών μερίδων η ενάγουσα είχε γίνει δέκτης σαφούς, πλήρους και κατατοπιστικής ενημέρωσης σχετικά με τη συναλλαγή της αυτή σε σχέση τόσο με την απόκτηση της ιδιότητας του συνεταίρου και τα εξ αυτής δικαιώματα και υποχρεώσεις της όσο και με το γεγονός της ένταξής τους στο πρόγραμμα "χρυσή επένδυση" και στη συνέχεια της διατήρησής τους σε σχέση με το λογαριασμό "αποδίδω", χωρίς να παραπλανηθεί ή με οποιονδήποτε τρόπο να παρασυρθεί από τους υπαλλήλους του εναγομένου.
Άλλωστε, η απόκτηση εκ μέρους της ενάγουσας συνεταιριστικών μερίδων δεν αποτελούσε συναλλαγή ενέχουσα στοιχεία κερδοσκοπίας, δεν περιλάμβανε δηλαδή την ανάληψη κινδύνου, υπό την έννοια ότι ο κίνδυνος αυτός θα αποτελούσε την ουσία της επιχειρούμενης πράξης και θα συνδυαζόταν με την προσδοκία κέρδους από τις διακυμάνσεις των τιμών στην αγορά επί τη βάσει βραχυχρόνιων προβλέψεων, ώστε να θεωρείται ότι αποκτά την ιδιότητα του "επενδυτή" και να επιβάλλεται ιδιαίτερη ενημέρωση εκ μέρους του εναγομένου.
Ο ενυπάρχων στην απόκτηση συνεταιριστικών μερίδων κίνδυνος είχε μόνο την έννοια του περιστασιακού στοιχείου, που μπορεί να υφίσταται σε οποιαδήποτε δραστηριότητα, αφού εξαρτιώταν από την οικονομική θέση του εναγομένου, περί της οποίας όμως καμία ανησυχία δεν υπήρχε όταν η ενάγουσα αιτήθηκε και απέκτησε συνεταιριστικές μερίδες, αφού μάλιστα ο εναγόμενος έως τότε κατέβαλε μερίσματα στους συνεταίρους του και οι συνεταιριστικές μερίδες εμφάνιζαν υπεραξία.
Τούτο δε αποδείχθηκε και στη συνέχεια από την ίδια την απόδοση των μερίδων του ενάγοντος (ενν. ενάγουσας) κατά το χρονικό διάστημα που λειτούργησε η ένταξή τους στο πρόγραμμα "χρυσή επένδυση", που ήταν άμεσα συνδεδεμένο με τη μεταβολή στην υπεραξία των μερίδων, τα οποία η ενάγουσα εισέπραξε. Η επιγενόμενη (με την από 27 Ιουνίου 2015 απόφαση του Δ.Σ.
του εναγομένου περί προσωρινής αναστολής της ρευστοποίησης και εξόφλησης συνεταιριστικών μερίδων) σοβαρή εμπλοκή οφείλεται στην απολύτως απρόβλεπτη και εκτός των συνήθων ορίων εξέλιξη της παρ' ολίγον ολοκληρωτικής κατάρρευσης του τραπεζικού συστήματος στην Ελλάδα και την επιβολή ελέγχου στην κίνηση των κεφαλαίων, που προκλήθηκε από την πρωτοφανή κατά τα τελευταία έτη οικονομική συγκυρία στη χώρα.
Δεν πρόκειται συνεπώς για "κίνδυνο" που οι υπάλληλοι του εναγομένου μπορούσαν να έχουν προβλέψει, ώστε να την ενημερώσουν σχετικώς. Επίσης, όπως ήδη αναφέρθηκε η απόκτηση και η ρευστοποίηση συνεταιριστικών μερίδων είναι ζήτημα που άπτεται της ιδιότητας της ενάγουσας ως συνεταίρου, ρυθμίζεται από το καταστατικό του εναγομένου και το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο και δεν συνιστά καταναλωτική διαφορά.
Τούτο έγινε δεκτό και από το "Συνήγορο του Καταναλωτή", ο οποίος επιλήφθηκε μετά από αναφορά τρίτου προσώπου, που αφορούσε υπόθεση "ανοίγματος του λογαριασμού κατάθεσης "αποδίδω" καθώς και της επένδυσης σε συνεταιριστικές μερίδες της Τράπεζας" (βλ. το υπ` αριθ. πρωτ. 18832/22.06.2016 έγγραφο του "Συνηγόρου του Καταναλωτή").
Σε σχέση δε, με τη διατήρηση των μερίδων μετά την κατάργηση του προγράμματος "χρυσή επένδυση" και προ της εντάξεώς της στο καταθετικό πρόγραμμα αποδίδω", τονίζεται και πάλι ότι η απόκτηση και κατοχή των συνεταιριστικών μερίδων δεν είχαν ως νόμιμη βάση τα εν λόγω προγράμματα, αφού αφενός μεν στη "χρυσή επένδυση" η απόκτηση μερίδων ήταν εκτός ρυθμιστικού πεδίου της σύμβασης αφετέρου δε στο "αποδίδω" ουδεμία μνεία γίνονταν στις μετοχές και ουδεμία ευθύνη αναλάμβανε ο εναγόμενος γι αυτές.
Μάλιστα, δεν υφίστατο διαφορά στο ζήτημα των προϋποθέσεων και της διαδικασίας ρευστοποίησης των μερίδων υπό το καθεστώς οιασδήποτε εκ των δύο ανωτέρω συμβάσεων. Έτσι η ενάγουσα, εκτιμώντας τα συμφέροντά της, επέλεξε αντί να ρευστοποιήσει τα μερίδιά της, απεναντίας να τα αυξήσει, γεγονός για το οποίο ουδεμία συμβατική ευθύνη προκύπτει εκ μέρους του εναγομένου.
Περαιτέρω, με την κρινόμενη αγωγή του η ενάγουσα αποδίδει στον εναγόμενο αδικοπρακτική συμπεριφορά, συνιστάμενη και στο ότι δεν προέβη στο σχηματισμό του επενδυτικού της προφίλ, όπως υποχρεούτο με βάση τις διατάξεις του ν. 3606/2007, ώστε να διαπιστωθεί ότι επρόκειτο για συντηρητική επενδύτρια. Ειδικότερα, σύμφωνα με το νόμο αυτό, με τον οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία η οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου "για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων κ.λπ.", καθιερώνεται η υποχρέωση πληροφόρησης του υποψήφιου επενδυτή.
Πιο συγκεκριμένα, ο σκοπός της παροχής πληροφόρησης είναι να καταστεί δυνατό για τον επενδυτή να λάβει μια εύλογη και ανταποκρινόμενη στα συμφέροντά του απόφαση, έχοντας διαθέσιμα όλα τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για να εκτιμήσει τις επιπτώσεις της επενδυτικής επιλογής του. Για τον λόγο αυτό η, παρεχόμενη πριν την πραγματοποίηση της επένδυσης, πληροφόρηση πρέπει, ως προϊόν επιμελούς έρευνας και ενδελεχούς εκτίμησης, να αναφέρεται σε όλα τα χαρακτηριστικά και τους κινδύνους που έχουν ή θα μπορούσαν να έχουν σημασία στο πλαίσιο της συγκεκριμένης επένδυσης και να παρουσιάζεται κατά τρόπο ορθό, ακριβή, πλήρη, μη παραπλανητικό, εύλογο και κατανοητό στον αποδέκτη, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του προσώπου του επενδυτή και του αντικειμένου της επένδυσης (εξατομικευμένη πληροφόρηση).
Υπό το συγκεκριμένο πρίσμα, η πληροφόρηση θα πρέπει απαραίτητα να λαμβάνει υπόψη και κατ' επέκταση να είναι προσαρμοσμένη στις επενδυτικές γνώσεις και εμπειρίες του επενδυτή, στην οικονομική-περιουσιακή του κατάσταση, στη βούλησή του προς ανάληψη επενδυτικού κινδύνου, στις χρηματοοικονομικές ανάγκες του, στον επενδυτικό του σκοπό (το "προφίλ" του επενδυτή προσδιορίζεται με βάση στοιχεία τα οποία αντλούνται κατά την επιβαλλόμενη διενέργεια ελέγχου καταλληλότητας) και θα πρέπει να αναφέρεται στις γενικότερες συνθήκες της αγοράς, αλλά και στην οικονομική κατάσταση, τη φερεγγυότητα και τις προοπτικές του εκδότη, στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του χρηματοπιστωτικού μέσου (τρόπο λειτουργίας, απόδοση, διάρκεια, εμπορευσιμότητα, δυνατότητα ρευστοποίησης), καθώς και στους ειδικούς κινδύνους που συνδέονται με το συγκεκριμένο επενδυτικό προϊόν.
Συνεπώς, η αρχή της διαφάνειας, προβαλλόμενη στο προσυμβατικό (ενημερωτικό) στάδιο, πραγματώνεται με ειδικότερες και ιδιαίτερες εκφάνσεις ποιοτικής και ποσοτικής σαφήνειας αφορώσες την αιτία (συναλλακτικό λόγο) και την έκταση (συγκεκριμένο περιεχόμενο) της παροχής, σε τρόπο ώστε να επιτρέπεται στον επενδυτή να επιβεβαιώνει σε κάθε στάδιο εξέλιξης της συναλλακτικής σχέσης την αιτία και το εύρος των αναλαμβανόμενων κινδύνων.
Εντούτοις, για να ανακύπτει υποχρέωση εφαρμογής των διατάξεων του ν. 3606/2007 πρέπει το αντικείμενο των συμβάσεων και συναλλαγών να είναι χρηματοπιστωτικά μέσα όπως προκύπτει από τα άρθρα 4 και 5 του ν. 3606/2007. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, ούτε οι συμβάσεις για τη διάθεση στην εφεσίβλητη συνεταιριστικών μερίδων που εξέδιδε ο εναγόμενος, ούτε οι συμβάσεις "χρυσή επένδυση" ούτε η σύμβαση "αποδίδω" είχαν ως αντικείμενο κάποιο χρηματοπιστωτικό μέσο κατά την έννοια του ν. 3606/2007, ήτοι από αυτά που αριθμούνται στο άρθρο 5 του ν. 3606/2007.
Για το λόγο αυτό καμία από τις προαναφερθείσες συμβάσεις δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ν. 3606/2007. Μάλιστα ειδικά, η απόκτηση από την ενάγουσα συνεταιριστικών μερίδων δεν αποτελεί συναλλαγή αφορώσα "κινητές αξίες", δοθέντος ότι αυτές δεν είναι δεκτικές διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά, αλλά το μέσον απόκτησης της ιδιότητας του συνεταίρου και της συμμετοχής στη λειτουργία του συνεταιρισμού.
Χαρακτηριστικό είναι και το υπ` αριθ. πρωτ. 3581/21.09.2016 έγγραφο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, σύμφωνα με το οποίο "οι υποχρεωτικές συνεταιριστικές μερίδες δεν αποτελούν κινητές αξίες κατά την έννοια της παραγράφου 13 του άρθρου 2 του ν. 3606/2007", ομοίως δε "και οι προαιρετικές μερίδες δεν αποτελούν κινητές αξίες" για το λόγο ότι ο εναγόμενος δεν είναι εισηγμένος σε οργανωμένη αγορά υπό την έννοια του άρθρου 2 παρ. 10 του ίδιου νόμου, καταλήγει δε με βάση αυτά στο συμπέρασμα ότι "η διάθεση των συνεταιριστικών μερίδων [από τον εναγόμενο] δεν συνιστά παροχή επενδυτικής υπηρεσίας σε χρηματοπιστωτικά μέσα κατά την έννοια του ν. 3606/2007".
Συνεπώς, καμία εκ του νόμου υποχρέωση δεν είχε ο εναγόμενος να προβεί στην τήρηση των οριζόμενων από το ν. 3606/2007 σε ό,τι αφορά την απόκτηση εκ μέρους του ενάγοντος συνεταιριστικών μερίδων, προκειμένου να διαπιστωθούν τα χαρακτηριστικά του ενάγοντος ως επενδυτή, ώστε να τίθεται και εξ αυτού του λόγου θέμα υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς του.
Εξάλλου, με την 2501/31.10.2002 Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ Α' 277/2002), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 18 παρ. 5 του Ν 2076/1992 (όπως αυτό ίσχυε μέχρι την κατάργησή του με το άρθρο 92 παρ. 1 του Ν 3601/2007) και, συνεπώς, έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, τροποποιήθηκαν και κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις που αφορούν την ενημέρωση των συναλλασσομένων με τα πιστωτικά ιδρύματα, που λειτουργούν στην Ελλάδα, για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους.
Το ρυθμιστικό πεδίο όμως εφαρμογής της εν λόγω Πράξης εκτείνεται σε συγκεκριμένο κατάλογο των τραπεζικών εργασιών που αναφέρει (καταθέσεις, χορηγήσεις, πιστωτικές κάρτες, παράγωγα, νομική θέση και δικαιώματα των συναλλασσομένων) και υποχρεώνει αυτά να ενημερώνουν περιοδικά τους πελάτες τους είτε με ενημερωτικά φυλλάδια για τα επιτόκια, τα έξοδα, προμήθειες και φόρους ή τέλη είτε για τα βασικά επιτόκια μέσω του τύπου.
Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να γνωστοποιούν όλους τους όρους της σύμβασης πριν τη σύναψή της. Σε περίπτωση μονομερούς τροποποίησης των όρων της σύμβασης, οι τράπεζες υποχρεούνται να παρέχουν στον πελάτη εξατομικευμένη ενημέρωση για την αποφυγή παρανοήσεων και προθεσμία 30 ημερών για την αποδοχή των νέων όρων ή την καταγγελία της σύμβασης.
Όσον αφορά στις καταθέσεις, παρέχεται ενημέρωση τουλάχιστον κάθε τρίμηνο. Σύμφωνα με την παραπάνω ΠΔ/ΤΕ, σε περίπτωση παραπόνων οι πελάτες μπορούν να απευθύνονται στον προϊστάμενο του καταστήματος και κατόπιν στην υπηρεσία παραπόνων, την οποία οι τράπεζες υποχρεούνται να συστήσουν για την εξέταση παραπόνων και καταγγελιών.
Σε περίπτωση που δεν μείνουν ικανοποιημένοι ή εφόσον παρέλθουν 10 ημέρες χωρίς να έχουν λάβει σχετική απάντηση, μπορούν εντός προθεσμίας ενός μηνάς να απευθύνονται εγγράφως, με το ειδικό έντυπο παραπόνων, στον Μεσολαβητή Τραπεζικών - Επενδυτικών Υπηρεσιών. Εκ των ανωτέρω συνάγεται, ότι παρά τα περί του αντιθέτου εκτιθέμενα από την ενάγουσα, η εν λόγω 2501/31.10.2002 Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος ουδόλως εφαρμόζεται το ζήτημα της αγοράς συνεταιριστικών μερίδων που δεν υπάγεται σε καμία εκ των ανωτέρω περιπτώσεών της, ως έχουσα αποκλειστικά μορφή εταιρικής πράξης και όχι επενδύσεως.
Τέλος, δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος παραβίασε την κοινωνικώς επιβεβλημένη, εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς, υποχρέωση για τη λήψη ορισμένων μέτρων επιμέλειας προς αποφυγή πρόκλησης ζημίας στα έννομα αγαθά της ενάγουσας. Άλλωστε, το ποιες υποχρεώσεις επιμέλειας επιβάλλει η καλή πίστη εκτιμάται με στάθμιση ακριβώς και των τυχόν αντίθετων συμφερόντων, όπως αυτά εκφράζονται με τη δυνατότητα άσκησης των παραπάνω ελευθεριών.
Η ίδια η καλή πίστη επιβάλλει να μη διευρυνθούν οι γενικές υποχρεώσεις επιμέλειας πέρα από ένα όριο, με συνέπεια την υπέρμετρη συρρίκνωση των δυνατοτήτων άσκησης των εν λόγω ελευθεριών. Σε τελευταία ανάλυση θα μπορεί με εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας να διαπιστώνεται αν και πού υπάρχει υπέρμετρη προστασία των συμφερόντων της μιας πλευράς.
Η γενική υποχρέωση προστασίας και ασφάλειας των άλλων μπορεί να γίνει δεκτή μόνο στο μέτρο που παραβιάζονται οι παραπάνω, νομοθετικά κατοχυρωμένες, αρχές του δικαίου. Έτσι, εν προκειμένω, δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος προκάλεσε οιασδήποτε μορφής πλάνη σε βάρος της ενάγουσας δια της αναφοράς απατηλών υποσχέσεων, αφού, εν συντομία, η αγορά μερίδων του από την ενάγουσα έλαβε χώρα κατόπιν ενημερώσεως για την υφή αυτών και τη λειτουργία τους, τη στιγμή της αγοράς τους η ρευστοποίηση ήταν ευχερής και χωρίς περιορισμούς, οι κίνδυνοι κατοχής μερίδων ήταν απομακρυσμένοι αλλά γνωστοί, επίσης, ο εναγόμενος δεν παρουσίασε τα δύο επίμαχα προγράμματα ως "είδος προθεσμιακών καταθέσεων", δεν εγγυήθηκε το κεφάλαιο του προγράμματος "χρυσή επένδυση" αλλά ρητά μόνο την απόδοση του κεφαλαίου, το πρόγραμμα "χρυσή επένδυση" καταργήθηκε λόγω της του νέου πλαισίου λειτουργίας των συνεταιριστικών τραπεζών απότοκη της διεθνούς οικονομικής κρίσης και όχι ως μεθόδευση για να αποσείσει τις φερόμενες ευθύνες του από τη κακή διαχείριση των οικονομικών του μεγεθών και η δημιουργία του προγράμματος "αποδίδω" αποσκοπούσε στην θεμιτή και νόμιμη (υπό το ισχύον νομικό πλαίσιο) επιβράβευση των συνεταιριστών, ενώ ουδεμία ενέργειά του αποδείχθηκε για μεθοδευμένη παρακράτηση από την ενάγουσα των μερίδων κατά την κατάργηση του προγράμματος "χρυσή επένδυση".
Το γεγονός ότι η ενάγουσα ζημιώθηκε από την αδυναμία ρευστοποίησης των μερίδων της κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής στο πρώτο βαθμό δεν μπορεί να αποδοθεί σε ευθύνη του εναγομένου, αλλά μόνο το εξαιρετικά απρόβλεπτο γεγονός της χρηματοοικονομικής κρίσης. Άλλωστε το καθήκον επιμέλειας ως διεύρυνση της έννοιας του "παρανόμου", το οποίο με τη σειρά του ανάγεται σε προϋπόθεση της αδικοπρακτικής ευθύνης, δεν μπορεί να φθάσει στο σημείο αποδοχής του κανόνα "neminem laedere" ("ουδένα ζημιούν").
Συνοψίζοντας λοιπόν όλα τα ανωτέρω, δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικοπρακτική συμπεριφορά εκ μέρους των προστηθέντων του εναγομένου, λόγω αντίθεσής της σε ρητή διάταξη νόμου (παράνομη συμπεριφορά) ή λόγω αντίθεσής της στη γενική υποχρέωση των άρθρων 914 και 919 ΑΚ, στα χρηστά ήθη και στην καλή πίστη που διέπει τις τραπεζικές συναλλαγές ή λόγω αντίθεσης στις διατάξεις του ν. 2251/1994 (το τεκμήριο του οποίου ανέτρεψε ο εναγόμενος αποδεικνύοντας την έλλειψη παρανομίας και υπαιτιότητας).
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι συντρέχει στο πρόσωπο του εναγομένου υποχρέωση προς αποζημίωση του ενάγοντος τόσο από την πλημμελή εκτέλεση των συμβατικών του υποχρεώσεων όσο και λόγω της τέλεσης αδικοπραξίας και επιδίκασε στον ενάγοντα (μετ' αποδοχή προβληθείσας από τον εναγόμενο ένστασης περί συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας) αποζημίωση ύψους 45.990 ευρώ για τη θετική της ζημία (συνιστάμενη στα χρήματα που κατέβαλε για την απόκτηση 2.190 συνεταιριστικών μερίδων αφαιρουμένης της ονομαστικής αξίας τους κατά το χρόνο άσκησης και συζήτησης της αγωγής) και ποσό 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, κάνοντας εν μέρει δεκτή την αγωγή, έσφαλε ως προς την ερμηνεία των διατάξεων που εφάρμοσε και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού απέρριψε την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και δέχθηκε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου και ως ουσία βάσιμη, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα αντίθετα, και, στη συνέχεια, δικάζοντας την υπόθεση στην ουσία της, απέρριψε στο σύνολό της την ένδικη από 8.6.2016 αγωγή της αναιρεσείουσας ως ουσία αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 288, 330, 914 του ΑΚ, 8 του ν. 2251/1994, 25 του ν. 3606/2007 και της με αριθ. 2501/31.10.2002 Πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, καθόσον υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα περιστατικά, δεν στοιχειοθετείται αδικοπραξία και δη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων του αναιρεσίβλητου, με βάση τη θεώρηση της αμέλειας, ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας, που να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την προκληθείσα στην αναιρεσείουσα ζημία, ώστε να θεμελιώνεται εντεύθεν υποχρέωση του αναιρεσίβλητου για ικανοποίηση των ένδικων αξιώσεων της αναιρεσείουσας προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις άνω εκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, α) ο εναγόμενος δεν προκάλεσε οιασδήποτε μορφής πλάνη σε βάρος της ενάγουσας δια της αναφοράς απατηλών υποσχέσεων, αφού η αγορά μερίδων του εναγομένου από την ενάγουσα έλαβε χώρα κατόπιν σαφούς, πλήρους και κατατοπιστικής ενημέρωσης σχετικά με τη συναλλαγή της αυτή σε σχέση τόσο με την απόκτηση της ιδιότητας του συνεταίρου και τα εξ αυτής δικαιώματα και υποχρεώσεις της όσο και με το γεγονός της ένταξής τους στο πρόγραμμα "χρυσή επένδυση" και στη συνέχεια της διατήρησής τους σε σχέση με το λογαριασμό "αποδίδω", χωρίς να παραπλανηθεί ή με οποιονδήποτε τρόπο να παρασυρθεί από τους υπαλλήλους του εναγομένου, τη στιγμή της αγοράς τους η ρευστοποίηση ήταν ευχερής και χωρίς περιορισμούς, οι κίνδυνοι κατοχής μερίδων ήταν απομακρυσμένοι αλλά γνωστοί, ο εναγόμενος δεν παρουσίασε τα δύο επίμαχα προγράμματα ως "είδος προθεσμιακών καταθέσεων", δεν εγγυήθηκε το κεφάλαιο του προγράμματος "χρυσή επένδυση" αλλά ρητά μόνο την απόδοση του κεφαλαίου, το πρόγραμμα "χρυσή επένδυση" καταργήθηκε λόγω του νέου πλαισίου λειτουργίας των συνεταιριστικών τραπεζών απότοκο της διεθνούς οικονομικής κρίσης και όχι ως μεθόδευση για να αποσείσει τις φερόμενες ευθύνες του από τη κακή διαχείριση των οικονομικών του μεγεθών και η δημιουργία του προγράμματος "αποδίδω" αποσκοπούσε στη θεμιτή και νόμιμη (υπό το ισχύον νομικό πλαίσιο) επιβράβευση των συνεταιριστών, ενώ ουδεμία ενέργειά του αποδείχθηκε για μεθοδευμένη παρακράτηση από την ενάγουσα των μερίδων κατά την κατάργηση του προγράμματος "χρυσή επένδυση", β) καμία από τις προαναφερθείσες συμβάσεις δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ν. 3606/2007, καθόσον ούτε οι συμβάσεις για τη διάθεση στην ενάγουσα συνεταιριστικών μερίδων που εξέδιδε ο εναγόμενος, ούτε οι συμβάσεις "χρυσή επένδυση" ούτε η σύμβαση "αποδίδω" είχαν ως αντικείμενο κάποιο χρηματοπιστωτικό μέσο κατά την έννοια του ν. 3606/2007, ήτοι από αυτά που αριθμούνται στο άρθρο 5 του ν. 3606/2007, ειδικά δε η απόκτηση από την ενάγουσα συνεταιριστικών μερίδων δεν αποτελεί συναλλαγή αφορώσα "κινητές αξίες", δοθέντος ότι αυτές δεν είναι δεκτικές διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά, αλλά το μέσον απόκτησης της ιδιότητας του συνεταίρου και της συμμετοχής στη λειτουργία του συνεταιρισμού και συνεπώς καμία εκ του νόμου υποχρέωση δεν είχε ο εναγόμενος να προβεί στην τήρηση των οριζόμενων από το ν. 3606/2007 σε ό,τι αφορά την απόκτηση εκ μέρους της ενάγουσας συνεταιριστικών μερίδων, προκειμένου να διαπιστωθούν τα χαρακτηριστικά της ως επενδυτή, ώστε να τίθεται και εξ αυτού του λόγου θέμα υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς του, γ) η με αριθ. 2501/31.10.2002 Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος ουδόλως εφαρμόζεται στο ζήτημα της αγοράς συνεταιριστικών μερίδων, καθόσον το ρυθμιστικό πεδίο της εν λόγω Πράξης εκτείνεται σε συγκεκριμένο κατάλογο των τραπεζικών εργασιών που αναφέρει (καταθέσεις, χορηγήσεις, πιστωτικές κάρτες, παράγωγα, νομική θέση και δικαιώματα των συναλλασσομένων), ενώ η αγορά συνεταιριστικών μερίδων δεν υπάγεται σε καμία εκ των ανωτέρω περιπτώσεών, ως έχουσα αποκλειστικά μορφή εταιρικής πράξης και όχι επενδύσεως, δ) η απόκτηση και η ρευστοποίηση συνεταιριστικών μερίδων είναι ζήτημα που άπτεται της ιδιότητας της ενάγουσας ως συνεταίρου, ρυθμίζεται από το καταστατικό του εναγομένου και το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο και δεν συνιστά καταναλωτική διαφορά, και πάντως η άνω συμπεριφορά των προστηθέντων του εναγομένου δεν έρχεται σε αντίθεση προς τις διατάξεις του ν. 2251/1994, το τεκμήριο του οποίου ανέτρεψε ο εναγόμενος αποδεικνύοντας την έλλειψη παρανομίας και υπαιτιότητάς του, και ε) η ζημία που υπέστη η ενάγουσα δεν συνδέεται αιτιωδώς με συμπεριφορά του εναγομένου, αλλά οφείλεται σε εξωτερικό παράγοντα, ήτοι στο εξαιρετικά απρόβλεπτο γεγονός της χρηματοοικονομικής κρίσης.
Με βάση αυτές τις παραδοχές, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες το Εφετείο ορθώς δεν εφάρμοσε και δεν δέχθηκε έτσι αδικοπρακτική ευθύνη του αναιρεσίβλητου. Επομένως, οι περί του αντιθέτου δεύτερος (κατά το πρώτο σκέλος του), τέταρτος, πέμπτος και έκτος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αντίστοιχες αιτιάσεις για εσφαλμένη μη εφαρμογή των προπαρατεθεισών διατάξεων, είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ` αυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 288 και 914 ΑΚ, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε ούτε και εκ πλαγίου.
Και τούτο, διότι παρατίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές διατυπώσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δηλαδή η ζημία της αναιρεσείουσας δεν οφείλεται σε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων του αναιρεσίβλητου, και, συνακόλουθα, δεν υφίσταται αδικοπρακτική ευθύνη του αναιρεσίβλητου προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση της αναιρεσείουσας, δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης η αναφορά και άλλων περιστατικών για τη διατύπωση του πορίσματος αυτού.
Ειδικότερα, την κρίση αυτή του Εφετείου στηρίζουν επαρκώς οι παρακάτω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι: α) ότι η ενάγουσα λαμβάνοντας γνώση της ύπαρξης του ανωτέρω προγράμματος με το διακριτικό τίτλο "χρυσή επένδυση" και διερευνώντας τις δυνατότητες επωφελέστερης τοποθέτησης του διαθέσιμου κεφαλαίου της, ζήτησε ενημέρωση από τον υπάλληλο του καταστήματος Κ.
Ε. Χ. με τον οποίο διατηρούσε σχέσεις εμπιστοσύνης, β) ότι ο εν λόγω υπάλληλος προέβη σε λεπτομερή ανάλυση της διττής υφής του προγράμματος, της εξήγησε την έννοια της συνεταιριστικής μερίδας, και τις αποδόσεις του προγράμματος, ουδόλως δε της αναφέρθηκε ότι το νέο προϊόν ήταν προθεσμιακή κατάθεση ή έστω ένα είδος προθεσμιακής κατάθεσης, γ) ότι η ενάγουσα, αφού δελεάστηκε από τις υψηλές αποδόσεις που θα μπορούσε να απολαύσει, αποφάσισε να εγκαταλείψει την πρακτική της τοποθέτησης των χρημάτων σε προθεσμιακούς λογαριασμούς και αποφάσισε να ενταχθεί στο πρόγραμμα "Χρυσή επένδυση", γνωρίζοντας από την ενημέρωση που έλαβε και το τί σημαίνει μερίδα, τί σημαίνει τραπεζικός λογαριασμός και τί ανέμενε από αυτά, δ) ότι ούσα βέβαιη η ενάγουσα για την επιλογή της, υπέβαλε στον εναγόμενο την από 28.9.2012 αίτησή της για την εγγραφή της ως συνεταίρου, ώστε να αποκτήσει μία υποχρεωτική συνεταιριστική μερίδα, απαραίτητη για την απόκτηση της ιδιότητας του συνεταίρου και ακόμα 3.907 προαιρετικές μερίδες, ήτοι συνολικά 3908 συνεταιριστικές μερίδες, πραγματικής αξίας εκάστης 35 ευρώ, ενώ κατέβαλε συνολικά 152.000 ευρώ, ακολούθως δε την ίδια ημέρα οι διάδικοι υπέγραψαν την υπ` αριθ. 2738/1 "σύμβαση ένταξης σε επενδυτικό πρόγραμμα" και δη στο πρόγραμμα "χρυσή επένδυση", ε) ότι ενόψει των ρυθμίσεων του ως άνω Κανονισμού 575/2013, ο εναγόμενος προκειμένου να δυνηθεί να συνυπολογίσει τις συνεταιριστικές μερίδες που είχαν ενταχθεί στο σύνθετο πρόγραμμα "χρυσή επένδυση" στα ίδια κεφάλαιά του, προχώρησε στην κατάργησή του και στη δημιουργία του αποκλειστικά καταθετικού προγράμματος "αποδίδω", στ) ότι ακολούθως οι διάδικοι υπέγραψαν την με ημερομηνία 12-11-2013 "Διακοπή επενδυτικού προγράμματος "Χρυσή Επένδυση" - λύση σύμβασης", και την ίδια ημέρα η ενάγουσα συνήψε με τον εναγόμενο νέα σύμβαση για την αξιοποίηση των χρημάτων της, τα οποία ενέταξε στον καταθετικό λογαριασμό "αποδίδω", υπό τους αναφερόμενους σ' αυτήν ως άνω όρους, μη έχοντας καμία αμφιβολία για την υφή των ενεργειών της, ζ) ότι υπό το έκτακτο καθεστώς απρόβλεπτης και γενικευμένης ανασφάλειας στον χώρο των τραπεζών, που δημιουργήθηκε στις αρχές του 2015, ο εναγόμενος περί τον Μάιο του 2015, και για την προστασία του συνόλου των συνεταίρων και καταθετών, αποφάσισε νομίμως, όπως ορίζεται από το νόμο και το καταστατικό του, να περιορίσει αρχικά και να μην ικανοποιεί έπειτα για κάποιο διάστημα αιτήματα ρευστοποίησης συνεταιριστικών μερίδων, η) ότι η ενάγουσα υπέβαλε στις 10-6-2015 αίτηση για τη διαγραφή του συνόλου των 4.389 προαιρετικών συνεταιριστικών μερίδων της, ενημερωθείσα όμως για την αβεβαιότητα που εντείνονταν εκείνες τις ημέρες και για την αδυναμία ικανοποίησης του αιτήματός της, αποφάσισε, κατόπιν ενημέρωσής της, να αιτηθεί με την από 15-6-2015 δεύτερη έγγραφη αίτησή της την διαγραφή 2.200 συνεταιριστικών μερίδων, αίτηση που έγινε δεκτή και της αποδόθηκε η αξία των μερίδων στην αξία των 35 ευρώ η κάθε μία, ήτοι έλαβε (2.200 Χ 35=) 77.000 ευρώ, θ) ότι στη συνέχεια, το ΔΣ του εναγομένου δυνάμει της από 27.6.2015 απόφασής του αποφάσισε την προσωρινή αναστολή της ρευστοποίησης και εξόφλησης συνεταιριστικών μερίδων μέχρι την ομαλοποίηση των εκτάκτων οικονομικών συνθηκών, ούτως ώστε να μην υπάρξει κίνδυνος σχετικά με την κεφαλαιακή επάρκεια του εναγομένου και συνακόλουθα, των κατόχων μερίδων του εναγομένου, οι οποίοι διαφορετικά θα κινδύνευσαν με οριστική απώλεια των μερίδων τους και την αδυναμία είσπραξης οιουδήποτε ποσού, ι) ότι την 28.6.2015, κηρύχθηκε τραπεζική αργία για περιορισμένο αρχικά διάστημα και ακολούθως αυτή η αργία επεκτάθηκε χρονικά, ια) ότι η ενάγουσα προσήλθε εκ νέου στο κατάστημα του εναγομένου στις 22-07-2015 προς υποβολή νέου αιτήματος ρευστοποίησης, πλην όμως λόγω της τραπεζικής αργίας και του υπάρχοντος περιορισμού στις αναλήψεις μετρητών, δεν θα μπορούσε να ικανοποιηθεί το αίτημά της και αποχώρησε χωρίς την υποβολή αίτησης, ιβ) ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο υποβολής εκ μέρους της ενάγουσας του αιτήματος για τη ρευστοποίηση 2.190 συνεταιριστικών μερίδων της ο εναγόμενος δεν είχε ούτε συμβατική, ούτε εκ του καταστατικού, ούτε και εκ του νόμου υποχρέωση να ικανοποιήσει το αίτημά της και συνεπώς ουδεμία ζημία της προκάλεσε υπό την έννοια αυτή, ιγ) ότι κατά την αγορά των συνεταιριστικών μερίδων η ενάγουσα είχε γίνει δέκτης σαφούς, πλήρους και κατατοπιστικής ενημέρωσης αναφορικά με τη συναλλαγή της αυτή σε σχέση τόσο με την απόκτηση της ιδιότητας του συνεταίρου και τα εξ αυτής δικαιώματα και υποχρεώσεις της όσο και με το γεγονός της ένταξής τους στο πρόγραμμα "χρυσή επένδυση" και στη συνέχεια της διατήρησής τους σε σχέση με το λογαριασμό "αποδίδω", χωρίς να παραπλανηθεί ή με οποιονδήποτε τρόπο να παρασυρθεί από τους υπαλλήλους του εναγομένου, και ιδ) ότι η επιγενόμενη σοβαρή εμπλοκή οφείλεται στην απολύτως απρόβλεπτη και εκτός των συνήθων ορίων εξέλιξη της παρ' ολίγον ολοκληρωτικής κατάρρευσης του τραπεζικού συστήματος στην Ελλάδα και την επιβολή ελέγχου στην κίνηση των κεφαλαίων, που προκλήθηκε από την πρωτοφανή κατά τα τελευταία έτη οικονομική συγκυρία στη χώρα και δεν πρόκειται συνεπώς για "κίνδυνο" που οι υπάλληλοι του εναγομένου μπορούσαν να έχουν προβλέψει, ώστε να την ενημερώσουν σχετικώς.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος (κατά το δεύτερο σκέλος του) και έβδομος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της υποχρέωσης ενημέρωσής της από τον αναιρεσίβλητο με βάση την αρχή της καλής πίστης και της έλλειψης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ζημίας της και της συμπεριφοράς του αναιρεσίβλητου, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Οι ίδιοι δε λόγοι, καθ' ό μέρος με αυτούς, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς τα άνω πραγματικά ζητήματα, είναι απαράδεκτοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.
Οι εν λόγω ερμηνευτικοί κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στην σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς την δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων. Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται ρητά στην απόφαση είτε να προκύπτει έμμεσα από αυτήν, γεγονός που συμβαίνει όταν, καίτοι δεν γίνεται ρητή αναφορά για διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας ή ακόμη περιέχεται ρητή αναφορά ότι δεν υπάρχει κενό ή αμφιβολία, το δικαστήριο προχωρεί σε ερμηνεία της συμβάσεως, από την οποία ερμηνεία αποκαλύπτεται ότι αυτό αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία ως προς την δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων που το υποχρέωσαν να προβεί στην ερμηνευτική αναζήτησή της.
Οι προαναφερόμενες διατάξεις παραβιάζονται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας ΑΠ 355/2007, ΑΠ 1365/2005, ΑΠ 426/2010), κατά την ανέλεγκτη προς αυτό κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς καvόvες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 416/1993, ΑΠ185/2004, ΑΠ 1503/2005, ΑΠ 832/2009, ΑΠ 574/2010) είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μέσω της ερμηνείας κατέληξε, δεν συμφωνεί με τα κριτήρια της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών (Ολ.ΑΠ 26/2004, ΑΠ 912/2021, ΑΠ 898/2019).
Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται και εκ πλαγίου, με την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και άρα είναι αναιρετέα κατά το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 84/2020, ΑΠ 386/2004).
Όταν όμως η δηλωθείσα βούληση είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπεται αμφιβολία για το περιεχόμενό της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 917/2020, ΑΠ 1597/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, αφενός δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 361 και 380 επ.
ΑΚ, παρότι διαπίστωσε κενά και αμφίβολα σημεία στην υπό κρίση συμβατική σχέση και άσκησε λανθανόντως ερμηνευτικό έργο, αφετέρου εφάρμοσε κατ' αποτέλεσμα εσφαλμένα τις άνω διατάξεις, ενώ συγχρόνως διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την ερμηνεία των σχετικών συμβατικών όρων. Ωστόσο, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, οι παραδοχές της οποίας έχουν ήδη εκτενώς αναπτυχθεί, δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων αναφορικά με τους σχετικούς όρους των επίδικων συμβάσεων ούτε και προέβη σε ερμηνεία αυτών, ενώ ορθά δεν εφάρμοσε και τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 ν. 2251/1994, η οποία εν προκειμένω δεν τύγχανε καθόλου εφαρμογής, αφού δεν τίθεται ζήτημα ερμηνείας γενικών όρων συναλλαγών.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν ήταν εφαρμοστέες, αφού οι βασικοί όροι των συμφωνιών των μερών που συνήφθησαν στα πλαίσια των προγραμμάτων "Χρυσή Επένδυση" και "Αποδίδω", όπως το περιεχόμενό τους παρατίθεται αναλυτικά στην προσβαλλόμενη απόφαση, ήταν πλήρεις και σαφείς, χωρίς να έχουν ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, και χωρίς να υπάρχουν αμφιβολίες ως προς την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως των μερών, οι οποίες θα καθιστούσαν απαραίτητη την προσφυγή στις ως άνω ερμηνευτικές αρχές, τις οποίες έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως.
Συγκεκριμένα, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται με πληρότητα α) οι όροι της σύμβασης "Χρυσή Επένδυση", από τους οποίους προκύπτει ότι αυτή αποτελούνταν από δύο σκέλη, αυτόνομα στη λειτουργία μεταξύ τους, τα οποία συνδυάζονταν όσον αφορά την καταβολή των αποδόσεων και δη ένα κατεξοχήν καταθετικό σκέλος και ένα επενδυτικό διανομής μερίσματος συνεταιριστικών μερίδων, για τον υπολογισμό της απόδοσης του οποίου λαμβάνονταν υπόψη συνολικά τόσο οι τόκοι της κατάθεσης, όσο και τα μερίσματα των συνεταιριστικών μεριδίων και η διαφορά υπεραξίας τους από το χρόνο της εισόδου έως το χρόνο της εξόδου από το πρόγραμμα, και ότι η τράπεζα υποσχόταν ότι η συνολική ως άνω απόδοση θα είναι τουλάχιστον ίση προς το επιτόκιο των προθεσμιακών καταθέσεων σε αυτήν με ανάλογο ύψος και διάρκεια, όπως το επιτόκιο ίσχυε κατά την ημερομηνία της σύναψης της σύμβασης και σε κάθε ετήσια επέτειο αυτής, πολλαπλασιαζόμενο με ειδικό συντελεστή, το ύψος του οποίου κυμαινόταν ανάλογα με τη διάρκεια του προγράμματος, και ότι σε περίπτωση, κατά την οποία η συνολική απόδοση ήταν κατώτερη του εγγυημένου ύψους, η τράπεζα ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει στον επενδυτή τη διαφορά, και β) οι όροι της σύμβασης "Αποδίδω", από τους οποίους προκύπτει ότι αυτή αποτελούσε καθαρά καταθετικό προϊόν (τραπεζική κατάθεση), απευθυνόμενο στους συνέταιρους της τράπεζας, για χρηματικά ποσά έως το 10% της συνολικής αξίας των μερίδων τους, που παρείχε υψηλό προνομιακό επιτόκιο, υπολογιζόμενο με βάση τα κλιμάκια των επιτοκίων των προθεσμιακών καταθέσεων πολλαπλασιαζόμενα με σταθερό συντελεστή 10.
Προκύπτει ευθέως, δηλαδή, από τους όρους των ανωτέρω συμβάσεων, όπως το περιεχόμενό τους έγινε ανελέγκτως δεκτό από το Εφετείο, ότι αυτές δεν παρουσιάζουν κενά ή ασάφειες και αμφίβολα σημεία, και συνεπώς για την κατανόησή τους δεν υπήρχε ανάγκη προσφυγής στις ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, στις οποίες ορθά δεν κατέφυγε το Εφετείο προκειμένου να διαμορφώσει το αποδεικτικό του πόρισμα, τόσο για το περιεχόμενο, όσο και για την ουσιαστική διαφορά μεταξύ των δύο συμβάσεων, καθόσον, υπό τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.
Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω διατάξεις διά της μη εφαρμογής τους α) μη δεχόμενο ότι μεταξύ των διαδίκων είχε συναφθεί επιπλέον σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, αφού δέχτηκε με πληρότητα και σαφήνεια ότι οι όροι τόσο των συμβάσεων "Χρυσή Επένδυση" και "Αποδίδω", όσο και των συμβάσεων απόκτησης συνεταιριστικών μεριδίων, είναι σαφείς και σύμφωνοι με τους σκοπούς και τα κίνητρα των μερών, επομένως δεν τίθεται ζήτημα ερμηνείας τους και συναγωγής συμπεράσματος ότι συνήφθη επιπλέον και σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, β) δεχόμενο ότι επρόκειτο για συμβάσεις διακριτές από την αγορά των συνεταιριστικών μεριδίων, και όχι για ενιαία με αυτές σύμβαση, που μάλιστα είχε τον χαρακτήρα δανείου, γ) δεχόμενο ότι με τα άνω προγράμματα σκοπός της αναιρεσίβλητης ήταν η επιβράβευση των μεριδούχων, ενώ κατά την αναιρεσείουσα ήταν η άντληση κεφαλαίων από τους αποταμιευτές, και δεχόμενο ότι κίνητρο αυτής για την αγορά των μεριδίων ήταν, μεταξύ άλλων, η αποφυγή του κινδύνου μείωσης των καταθέσεών της, αφού κατά τα προεκτεθέντα γίνεται δεκτό ότι οι όροι των συμβάσεων αγοράς μεριδίων και "Αποδίδω" ήταν σαφείς και δεν δημιουργούνται αμφιβολίες ως προς την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως των διαδίκων, οι οποίες ήταν σύμφωνες με τους σκοπούς και τα κίνητρά τους, όπως αυτά έγιναν δεκτά ως άνω από το Εφετείο, δ) μη δεχόμενο ότι ο όρος της σύμβασης "Χρυσή Επένδυση" περί εγγυημένης απόδοσης ως προς τα συνεταιριστικά μερίδια συνιστούσε και εγγύηση του κεφαλαίου, που είχε καταβληθεί για την αγορά τους, καθώς και ότι από τη σύμβαση "Αποδίδω" προέκυπτε συμφωνία περί εγγύησης του κεφαλαίου αγοράς των μεριδίων, αφού οι αντίθετες περί αυτών παραδοχές του Εφετείου προκύπτουν ευθέως, σαφώς και χωρίς αμφιβολία από τους όρους των συμβάσεων, το περιεχόμενο των οποίων αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, και ε) μη δεχόμενο ότι μεταξύ των διαδίκων είχε συναφθεί σιωπηρά σύμβαση περί επιστροφής σε πρώτη ζήτηση του κεφαλαίου αγοράς των συνεταιριστικών μεριδίων, αφού δέχτηκε ότι, αντιθέτως, με τη συμφωνία των μερών η ρευστοποίηση των μεριδίων είχε υπαχθεί ρητά στους όρους και τις προϋποθέσεις του νόμου και του καταστατικού της αναιρεσίβλητης.
Ούτε, τέλος, διαπίστωσε το Εφετείο, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας όσον αφορά τις ανωτέρω δηλώσεις βούλησης των διαδίκων και, ως εκ τούτου, δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τις διατάξεις των οποίων έτσι δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με τη μη εφαρμογή τους.
Επομένως, ο προκείμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 173, 200 ΑΚ και 2 παρ. 4 ν. 2251/1994, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 361 και 380 επ.
ΑΚ, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ` ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης και ιδίως η αγωγή, ανταγωγή, κυρία παρέμβαση, αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, ανακοπή ή τριτανακοπή και τα ένδικα μέσα (ΑΠ 203/2022, ΑΠ 94/2020, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 323/2017).
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος αν από την επισκόπηση της απόφασης από τον Άρειο Πάγο προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε για οιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας (ΑΠ 332/2020, ΑΠ 1016/2019, ΑΠ 2029/2017), έστω και εάν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 323/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι άφησε αδίκαστη τη βάση της αγωγής της περί ενδοσυμβατικής ευθύνης της αναιρεσίβλητης, η θεμελίωση της οποίας προέκυπτε τόσο από τις ίδιες τις καταρτισθείσες μεταξύ αυτής και του αναιρεσίβλητου συμβάσεις στα πλαίσια των προγραμμάτων "χρυσή κατάθεση" και "Αποδίδω", όσο και από τις συμβάσεις παροχής επενδυτικών συμβουλών, οι οποίες είχαν καταρτισθεί μεταξύ τους κατά τους ίδιους χρόνους.
Καθόσον αφορά τη βάση της αγωγής, που στηρίζεται σε ευθύνη του αναιρεσίβλητου από τις συμβάσεις που καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων στα πλαίσια των προγραμμάτων "χρυσή κατάθεση" και "Αποδίδω", ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο εξέτασε και απέρριψε τη βάση αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Ειδικότερα, ρητά αναφέρεται στην προσβαλλόμενη ότι "η ενάγουσα με την αγωγή της, εκθέτοντας ότι απώλεσε στο σύνολό τους τα χρήματα που κατέβαλε για την αγορά των συνεταιριστικών μερίδων, καθώς αυτές δεν είναι πια δυνατό να ρευστοποιηθούν, ακολούθως αιτείται, επικαλούμενη τη συμβατική του υποχρέωση του εναγομένου να της αποδώσει το από αυτή καταβληθέν για την απόκτησή τους ποσό των 76.650 ευρώ" και στη συνέχεια, μετά την κατ' ουσίαν έρευνα των αγωγικών ισχυρισμών, γίνεται δεκτό ότι ουδεμία συμβατική ευθύνη προκύπτει εκ μέρους του εναγομένου και εν τέλει ρητά αναφέρεται ότι η κρινόμενη αγωγή "...
πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της (τόσο ως προς τη βάση της για την ενδοσυμβατική ευθύνη του εναγομένου όσο και ως προς τη βάση της για την αδικοπραξία) ως ουσιαστικά αβάσιμη". Καθόσον αφορά την αναφερόμενη βάση της αγωγής, που στηρίζεται σε ευθύνη του αναιρεσιβλήτου από συμβάσεις παροχής επενδυτικών συμβουλών, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, επειδή στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναφερθέν περιεχόμενο της ένδικης αγωγή, σ' αυτήν δεν περιλαμβάνεται τέτοια βάση, η δε επίκληση της παράβασης των διατάξεων του ν. 3606/2007, που ρυθμίζουν τις υποχρεώσεις του παρέχοντος επενδυτικές συμβουλές, γίνεται αποκλειστικά για τη στοιχειοθέτηση και ενίσχυση της αδικοπρακτικής βάσης της αγωγής, που στηρίζεται σε παράβαση των διατάξεων των άρθρων 914 και 919 ΑΚ σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 281 και 288 του ίδιου Κώδικα και του άρθρου 8 ν. 2251/1994, και η οποία (αδικοπρακτική βάση) απορρίφθηκε ρητά ως ουσιαστικά αβάσιμη με την προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατόπιν όλων αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, η αναιρεσείουσα, που χάνει τη δίκη, πρέπει να καταδικαστεί και στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Νοεμβρίου 2020 αίτηση της Ε. Μ. του Ι., για αναίρεση της με αριθ. 133/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Οκτωβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Φεβρουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ