Legislator Case Law & Legislation
314/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to failure to raise statute of limitations defense at lower courts.

Case Number 314/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal as inadmissible because the statute of limitations defense was not properly raised at the first and second instance courts. The appellant merely denied the limitation period while failing to propose the specific counter-plea required to extend it under Article 268 of the Civil Code. Consequently, the court ruled that the defense was waived and the appeal lacked any other grounds for review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 247, 251, 298, 914, 937 of the Civil Code; Article 268 of the Civil Code; Article 562 of the Code of Civil Procedure: A party who fails to propose a specific counter-plea to extend the statute of limitations at the lower courts, merely denying the limitation defense, cannot raise it on appeal.

Keywords

AI generated
statute of limitations waiver of defense counter-plea requirement Civil Code provisions inadmissible appeal procedural default Civil Procedure Code

Cited Legislation

AI generated
Articles 247, 251, 298, 914 and 937 of the Civil Code
Article 268 of the Civil Code
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 750/2018
Case 674/2013
Case 666/2010

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 314 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 314/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Τ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Οικονόμου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Θ. του Α., κατοίκου ..., 2) Ε. Μ. του Ν., κατοίκου ... και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΑΑΕ", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Τσούτσο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-9-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1885/2018, όπως αυτή διορθώθηκε με την 2931/2018, εν μέρει οριστική και 2414/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2330/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-6-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 Α.Κ. προκύπτει ότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος απαίτηση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, ενώ η παραγραφή της αντίστοιχης αξιώσεως, έστω και αν αφορά μέλλουσα ζημία, που όμως είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι, κατ' αρχήν, πενταετής και, εφόσον η δικαστική επιδίωξη αυτής της αξιώσεως είναι δυνατή -πράγμα που, εξαιρέσει σχετικού νομικού κωλύματος, πάντοτε συμβαίνει- η παραγραφή αυτή αρχίζει να τρέχει, για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της πρώτης επιζήμιας συνέπειας και του υπόχρεου προς αποζημίωση. Ως γνώση της ζημίας νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της αδικοπραξίας, χωρίς, ωστόσο, να είναι απαραίτητη η γνώση της ακριβούς εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσεως (ΑΠ 750/2018, ΑΠ 674/2013, ΑΠ 666/2010). Έτσι, ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής τρέχει και καταλαμβάνει όλες τις μερικότερες ζημίες του παθόντος, δηλαδή εκείνες που έχουν επέλθει ή μέλλουν να επέλθουν.

Συνεπώς, το γεγονός ότι ο παθών δεν μπορεί ακόμη να προσδιορίσει ακριβώς το μέγεθος της ζημίας, δεν εμποδίζει την έναρξη της παραγραφής. Αυτό ισχύει μόνον για εκείνες τις επιζήμιες συνέπειες που μπορούν, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να προβλεφθούν - κατά τον χρόνο που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας γενικά- ως δυνατή συνέπεια της άδικης πράξεως.

Αν όμως μεταγενέστερα, γεννήθηκαν ή έγιναν αντιληπτές επιζήμιες συνέπειες, οι οποίες προηγουμένως ήταν απρόβλεπτες και απροσδόκητες, πράγμα που μπορεί να συμβεί σε απρόβλεπτη, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδείνωση της υγείας του παθόντος, για την αξίωση προς αποκατάσταση αυτών αρχίζει νέα, αυτοτελής παραγραφή, αφότου ο παθών έλαβε γνώση της δυσμενούς και απροσδόκητης εξελίξεως της υγείας του και της αιτιώδους συνάφειάς της με την αδικοπραξία (ΑΠ 848/2018, ΑΠ 2174/2013).

Αν, επομένως, με τελεσίδικη απόφαση, ο παθών από αυτοκινητικό ατύχημα, κρίθηκε ανίκανος προς εργασία για ορισμένο χρονικό διάστημα και του επιδικάστηκαν, για το διάστημα αυτό, αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, και με νέα αγωγή του ζητεί πρόσθετη αποζημίωση για τις ίδιες αιτίες, λόγω της επικαλούμενης εφ' όρου ζωής ολικής ή μερικής αναπηρίας του, της οποίας έλαβε γνώση μετά την άσκηση της πρώτης αγωγής, το δικαστήριο που καλείται να δικάσει την υπόθεση, δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο της αποφάσεως, διότι καλείται να κρίνει αξιώσεις του παθόντος από τις επιζήμιες συνέπειες του ατυχήματος που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής και δεν κρίθηκαν με την τελεσίδικη απόφαση (ΑΠ 1307/2019, ΑΠ 2174/2013, ΑΠ 39/2007).

Επίσης, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 εδάφ. α' Α.Κ. και 221 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντίστοιχα εκκρεμοδικία (ΑΠ 996/2014, ΑΠ 1993/2013).

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 1 και 2 του ν. 489/1976 "Περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης" (που κωδικοποιήθηκε με το π.δ. 237/1986), όπως η παράγραφος 2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του ν. 3557/2007 (ΦΕΚ 100/Α/14-5-2007) και εφαρμόζεται στην επίδικη περίπτωση, ως εκ του χρόνου που έλαβε χώρα το τροχαίο ατύχημα (23-1-2011) "το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή" (παρ. 1) και "η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο πέντε ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η εν λόγω πενταετής παραγραφή, που έχει ως αφετηρία το γεγονός του ατυχήματος, αρχίζει, αν ληφθεί υπόψη και το άρθρο 241 ΑΚ, από την επόμενη ημέρα του ατυχήματος. Μέσα στην πενταετία αυτή πρέπει να ολοκληρωθεί η άσκηση της αγωγής (Κ.Πολ.Δ. 215), δηλαδή κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου και επίδοση αυτής στον εναγόμενο.

Αν η επίδοση γίνει μετά τη συμπλήρωση της πενταετίας, επιτρεπτά προτείνεται από τον εναγόμενο ασφαλιστή η ένσταση της πενταετούς παραγραφής. Για την έναρξη της πενταετούς αυτής παραγραφής δεν έχει σημασία αν και πότε λαμβάνει γνώση της ζημίας ο ζημιωθείς. Το άρθρο 937 ΑΚ δεν εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, γιατί τούτο ισχύει στην αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία.

Η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, η οποία ρυθμίζει ειδικά την αξίωση αποζημιώσεως κατά του ασφαλιστή, που ευθύνεται έναντι του παθόντος, όχι από αδικοπραξία, αλλά από το νόμο, επικρατεί της γενικής διατάξεως του άρθρου 937 ΑΚ (ΑΠ 732/2019, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 1158/2017, ΑΠ 1993/2013). Η παραπάνω πενταετής παραγραφή, ως προς την αφετηρία της, καλύπτει όλες τις ζημίες που έχουν επέλθει, καθώς και τις προβλεπτές από την αρχή μέλλουσες ζημίες του παθόντος.

Δεν εφαρμόζεται όμως, αν η ζημία είναι από την αρχή απρόβλεπτη, οπότε, όπως προαναφέρθηκε, η νέα πενταετής παραγραφή αρχίζει από τότε που αντικειμενικά καθίσταται δυνατή η πρόβλεψη της νέας δυσμενούς εξελίξεως. Και στην πενταετή αυτή παραγραφή ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις του ΑΚ ως προς την αναστολή και διακοπή της παραγραφής, κατά τις διατάξεις των άρθρων 255 επ.

και 260 επ. του ΑΚ (ΑΠ 1158/2017, ΑΠ 33/2013, ΑΠ 1368/2010). Στην περίπτωση που από τη ζημιογόνο πράξη προκύπτει και δυσμενής συνέπεια, που είναι απρόβλεπτη και, συνεπώς, για τη σχετική αξίωση που απορρέει από αυτή αρχίζει νέα χωριστή παραγραφή, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η δυσμενής συνέπεια ήταν από την αρχή απρόβλεπτη, δεν αποτελεί αντένσταση, αλλά άρνηση της ενστάσεως παραγραφής.

Έτσι, ο ενάγων δεν έχει το βάρος να επικαλεστεί το χαρακτηρισμό της ζημίας του ως απρόβλεπτης, αλλά ο εναγόμενος, ως ενιστάμενος, έχει το βάρος να επικαλεστεί και να αποδείξει ότι η ζημία ήταν από την αρχή προβλεπτή, διότι αυτό είναι το περιεχόμενο της ενστάσεώς του (ΑΠ 255/2020, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 1010/2015, ΑΠ 323/2013, ΑΠ 21/2012, ΑΠ 666/2010).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 38/2020).

Στην υπό κρίση περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2330/2020 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητα, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ)., σχετικά με τα κρίσιμα για την έκβαση των λόγων αναιρέσεως ζητήματα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την με αρ. 221/2017 τελεσίδικη απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε επί προγενέστερης από 4-3-2012 (αρ.καταθ. 53982/2014/2012) αγωγής του ενάγοντος, κατά των εδώ εναγομένων που είχε την ίδια ιστορική και νομική αιτία με την υπό κρίση αγωγή, κρίθηκαν με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 321 του ΚΠολΔ) τα ακόλουθα: [..................] ότι ο ενάγων, εξ αιτίας του τραυματισμού του στο ένδικο ατύχημα υπέστη κάταγμα έξω κονδύλου της αριστερής του κνήμης.

Ότι υποβλήθηκε σε εγχείρηση τοποθέτησης εσωτερικής οστεοσύνθεσης και νοσηλεύτηκε για δέκα ημέρες στο νοσοκομείο ΛΑΪΚΟ, όπου μεταφέρθηκε αμέσως μετά το επίδικο ατύχημα. Ότι ακολούθως στις 20-2-2012, κατόπιν εξέτασης του στην ΕΥΡΩΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ από τον χειρουργό-ορθοπεδικό Γ. Μ., διαπιστώθηκε ότι το αριστερό του γόνατο παρουσιάζει δυσκαμψία λόγω αρθρίτιδας ....................

Περαιτέρω, με την ίδια απόφαση κρίθηκε ότι ο ενάγων εξ αιτίας του τραυματισμού του στο ένδικο ατύχημα και της μετατραυματικής του κατάστασης, κατέστη ανίκανος για την άσκηση του επαγγέλματος του ναυτικού, με την ειδικότητα του θαλαμηπόλου πλοίου επιβατηγού-οχηματαγωγού ακτοπλοΐας, που ασκούσε πριν τον ένδικο τραυματισμό του, από τον χρόνο του ατυχήματος μέχρι την άσκηση της κρινόμενης εκεί αγωγής (14-3-2012) , αλλά και μετέπειτα από τον μήνα Απρίλιο του 2012 μέχρι τον μήνα Μάιο του 2013, με συνέπεια να απωλέσει το εισόδημα από την ως άνω εργασία του, που κρίθηκε με την ως άνω τελεσίδικη απόφαση, ότι θα εκτελούσε για χρονικό διάστημα μόνο 6 μηνών ετησίως και με αποδοχές ύψους 1.500 ευρώ μηνιαίως, το οποίο και του επιδικάστηκε εφάπαξ κατά το ποσό των 9.000 ευρώ, για το πρώτο των ανωτέρω διαστημάτων και αυτό των 10.500 ευρώ, για το δεύτερο χρονικό διάστημα.

Τέλος με την ως άνω τελεσίδικη απόφαση και αφού λήφθηκαν υπόψη οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα το είδος των ζημιών και σωματικών βλαβών που προκλήθηκαν στον ενάγοντα, του βαθμού του πταίσματος του πρώτου εναγομένου οδηγού, του βαθμού συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, η οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών φυσικών προσώπων, κρίθηκε ότι ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη για την ικανοποίηση της οποίας του επιδικάστηκε το ποσό των 15.000 ευρώ.

Με την κρινομένη αγωγή ο ενάγων ισχυρίζεται ότι πρόσφατα επιδεινώθηκε απρόβλεπτα η κατάσταση της υγείας του και ειδικότερα διαγνώστηκε ότι πάσχει από βαρεία οστεοαθρίτιδα του αριστερού γόνατος, η οποία έχει απόλυτη ένδειξη ολικής αρθροπλαστικής γόνατος και ότι η ως άνω απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας του τον έχει καταστήσει ανίκανο για την άσκηση του επαγγέλματος του ναυτικού θαλαμηπόλου, που ασκούσε πριν τον ένδικο τραυματισμό του.

Ότι της ως άνω απρόβλεπτης επιδείνωσης έλαβε γνώση το πρώτον στις 5-5-2016. Ζητεί δε με βάση τα ανωτέρω, όπως προαναφέρθηκε, αποζημίωση για απολεσθέντα εισοδήματα μεταγενέστερου του κριθέντος με την προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση, χρονικού διαστήματος, ήτοι από τον μήνα Ιούλιο του 2013 έως και τον μήνα Ιούνιο του 2032, όπως και πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Οι πρώτος και δεύτερη των εναγομένων, με την έφεσή τους, ισχυρίζονται ότι οι ανωτέρω ασκούμενες αξιώσεις του ενάγοντος έχουν υποπέσει σε παραγραφή, αφού αυτές, που, κατά τα εκτιθέμενα στην έφεσή τους, δεν ήταν απρόβλεπτες, ήταν, εν πάσει περιπτώσει, γνωστές στον ενάγοντα τουλάχιστον από την 20-2-2012, οπόταν μέχρι την άσκηση της κρινομένης αγωγής, που έλαβε χώρα στις 18-9-2017, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας.

Τον ανωτέρω ισχυρισμό, περί παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων του ενάγοντος, είχε παραδεκτά προβάλλει στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρει νόμιμα, με σχετικό λόγο εφέσεως στην παρούσα δίκη και η τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, επικαλούμενη τον ίδιο χρόνο γνώσης του ενάγοντος και επίδοσης σ' αυτήν της κρινομένης αγωγής.

Ο ανωτέρω ισχυρισμός αποτελεί ένσταση, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 937 του Α.Κ. και 10 του ν 489/1976. Ο ενάγων αρνείται καθ' υποφορά με την αγωγή του την ανωτέρω ένσταση, επικαλούμενος ότι ο χρόνος εμφάνισης και γνώσης της απρόβλεπτης ως άνω επιδείνωσης της υγείας του, ήταν στις 5-5-2016. Από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία και αναφορικά με την εξέλιξη της υγείας του ενάγοντος προκύπτουν τα ακόλουθα:

αμέσως μετά το επίδικο ατύχημα που έλαβε χώρα στις 23-1-2011, ο ενάγων μεταφέρθηκε στο ΓΝΑ ΛΑΪΚΟ, όπου διαπιστώθηκε ότι έχει υποστεί κάταγμα έξω κνημιαίου κονδύλου. Υποβλήθηκε σε εγχείριση εσωτερικής οστεοσύνθεσης, νοσηλεύτηκε για 10 ημέρες και εξήλθε στις 2-2-2011 με οδηγίες. Όπως βεβαιώνεται σχεδόν σε όλες τις ιατρικές γνωματεύσεις που προσκομίζονται, τα ενδαρθρικά κατάγματα των κονδύλων της κνήμης, όπως αυτό του ενάγοντος, αντιμετωπίζονται πάντα χειρουργικά.

Γίνεται χειρουργική προσπάθεια ανατομικής ανακατασκευής της αρθρικής επιφάνειας και η σταθεροποίηση του κατάγματος με μοσχεύματα και υλικά οστεοσύνθεσης. Η βαρύτητα του κατάγματος, το καλό χειρουργικό αποτέλεσμα, η γρήγορη κινητοποίηση τα γόνατος, η σωστή και μακροχρόνια μετεγχειρητική φυσικοθεραπεία, το βάρος του ασθενή, η μετεγχειρητική χρήση του χειρουργημένου γόνατος, η προδιάθεση του ασθενούς για αρθρίτιδα, είναι παράγοντες που επηρεάζουν την εξέλιξη της μετεγχειρητικής πορείας και την τύχη του χειρουργημένου γόνατος.

Συνεπώς η πιθανότητα εμφάνισης, ο χρόνος και η βαρύτητα της μετατραυματικής οστεοαρθρίτιδας είναι συνάρτηση πολλών παραγόντων, διαφέρουν από ασθενή σε ασθενή και είναι πρακτικά αδύνατον να γίνει ακριβής πρόβλεψη από την αρχή. Στην προκειμένη περίπτωση η άμεση μετεγχειρητική πορεία του ενάγοντος εμφάνισε σαν αρχική επιπλοκή τη δυσκαμψία του χειρουργηθέντος αριστερού γόνατος, για την οποία υποβλήθηκε σε επέμβαση στις 12-9-2011, στην ΕΥΡΩΚΛΙΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ.

Σύμφωνα δε με την από 20-2-2012 ιατρική γνωμάτευση του χειρουργού ορθοπαιδικού της ΕΥΡΩΚΛΙΝΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ Γ. Μ., που ο ίδιος ο ενάγων έχει ενσωματώσει στο δικόγραφο της προγενέστερης από 14-3-2012 (αρ.καταθ. 53982/2014/2012) αγωγής του, στην εν λόγω επέμβαση έγινε αρθροσκοπική απελευθέρωση του γόνατος που απέδωσε καλή κινητικότητα με εύρος 0-90 μοίρες, ωστόσο τα αρθροσκοπικά ευρήματα του γόνατος ανέδειξαν σοβαρή αρθροπάθεια (αρθρίτιδα) που εμποδίζει τον ενάγοντα να εργασθεί, λόγω της υφιστάμενης αρθρίτιδας που προβλέπεται να επιδεινωθεί.

Στην ίδια δε ιατρική γνωμάτευση ο θεράπων ιατρός αναφέρει ότι δεν προβλέπεται πλήρως ίαση του γόνατος με συνέπεια την μόνιμη και οριστική ανικανότητα του ενάγοντος προς εργασία. Με βάση τα ανωτέρω στην περίπτωση του ενάγοντος η επελθούσα ανωτέρω απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας του, ήτοι η εμφάνιση της μετατραυματικής αρθρίτιδας που είναι απότοκος του επιδίκου ατυχήματος, είχε ήδη επέλθει, ο ίδιος δε είχε γνώση της κατάστασης αυτής τουλάχιστον από την ημερομηνίας της προαναφερόμενης γνωμάτευσης, ήτοι από τις 20-2-2012.

Το γεγονός δε ότι στην συνέχεια, όπως βεβαιώνεται σε όλες τις προσκομιζόμενες μεταγενέστερες χρονικά ιατρικές βεβαιώσεις η ως άνω οστεοαρθρίτιδα επιδεινώθηκε, όπως άλλωστε είχε προβλεφθεί, στην γνωμάτευση του ιατρού Μ., με συνέπεια να έχει πλέον απόλυτη ένδειξη ολικής αρθροπλαστικής, δεν μεταθέτει χρονικά την ως άνω εμφάνιση και γνώση του ενάγοντος για την ύπαρξή της.

Συνακόλουθα και εφόσον ο χρόνος εμφάνισης και γνώσης του ενάγοντος της ως άνω απρόβλεπτης επιδείνωσης της υγείας του είναι αυτός της 20-2-2012 και μέχρι την άσκηση της κρινομένης αγωγής, η οποία έλαβε χώρα, όπως δεν αμφισβητείται, στις 18-9-2017, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, η ασκούμενη με την κρινομένη αγωγή ανωτέρω αξίωση του ενάγοντος για αποζημίωση και πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης έχει υποπέσει σε παραγραφή, κατά παραδοχή, ως ουσιαστικά βάσιμου της προταθείσης σχετικής ανωτέρω ενστάσεως των πρώτου και δευτέρας των εναγομένων.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη την προταθείσα από την τρίτη εναγομένη ένσταση παραγραφής της επιδίκου αξιώσεως, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε, κατά τον βάσιμο περί τούτου λόγο της τρίτης των ανωτέρω εφέσεως". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε, εκ πλαγίου, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που παρατέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το αν εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι οι διατάξεις αυτές και, άρα, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, το Εφετείο, με τις ανέλεγκτες παραδοχές ότι η εμφανισθείσα στον ζημιωθέντα αναιρεσείοντα, συνεπεία του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα, μετατραυματική αρθρίτιδα, συνιστά απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας του, της οποίας ο ίδιος έλαβε γνώση τουλάχιστον από την 20-2-2012, που διαγνώστηκε από τον χειρουργό- ορθοπαιδικό Γ.

Μ., προσδιορίζει επακριβώς το χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής, και συγκεκριμένα τοποθετεί το σημείο γνώσης της απρόβλεπτης επιδείνωσης της υγείας του στις 20-2-2012. Η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η ανάπτυξη ή μη μετατραυματικής αρθρίτιδας αποτελεί ζήτημα αβέβαιο, απροσδιόριστο και ευθέως συναρτώμενο με άλλους παράγοντες, δεν έρχεται σε αντίφαση με την παραδοχή ότι η μετατραυματική αρθρίτιδα εμφανίστηκε εν τέλει στον αναιρεσείοντα στις 20-2-2012, ένα και πλέον έτος μετά τον τραυματισμό του κατά το ένδικο ατύχημα, που έλαβε χώρα στις 23-1-2011.

Συνεπώς, ο με το περιεχόμενο αυτό πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α' Α.Κ, κατά την οποία "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια, και αν ακόμη η αξίωση καθαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή", προκύπτει ότι, εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξιώσεως για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται κατ' αρχήν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 Α.Κ., από την τελεσιδικία αυτής αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξιώσεως για αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση.

Και τούτο διότι, και το μέρος αυτό της αξιώσεως, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 331 Κ.Πολ.Δ.) με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως του παθόντος γενικά, για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.

Η νέα, όμως, αυτή (εικοσαετής) παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 Α.Κ., την ύπαρξη αξιώσεως που δεν έχει ήδη υποκύψει στη βραχυχρόνια παραγραφή που ισχύει μέχρι την τελεσιδικία, δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξιώσεως δεν επιφέρει αναβίωση της αξιώσεως και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή, κατά το άρθρο 261 Α.Κ. (Ολ.ΑΠ 24/2003, ΑΠ 1651/2018, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 481/2015).

Η διάταξη όμως του άρθρου 268 ΑΚ, δεν εφαρμόζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, αλλά λαμβάνεται υπόψη μόνο εφ' όσον αποτελέσει περιεχόμενο σχετικού ισχυρισμού- αντενστάσεως, που προτείνεται από τον ενάγοντα για την αντίκρουση- κατάλυση της προβληθείσας από τον εναγόμενο ενστάσεως παραγραφής, τις προϋποθέσεις δε της αντενστάσεως αυτής, όπως και όλες τις άλλες που συνδέονται με διακοπή ή αναστολή ή επιμήκυνση της παραγραφής, αποδεικνύει ο ενάγων, που τις επικαλείται κατ' αντένσταση (ΑΠ 407/2010, πρβλ.

ΑΠ 1322/2019, 1307/2019, 732/2019, 1025/2017). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.ΑΠ 15/2000). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 581/2018, 201/2017).

Το από το παραπάνω άρθρο απαράδεκτο, αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 74/2019, 64/2017, ΑΠ 386/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών ...".

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρότι, πριν από τη συμπλήρωση της πενταετούς παραγραφής της ένδικης αξιώσεώς του για διαφυγόντα εισοδήματα, είχε εκδοθεί η υπ' αριθμ. 221/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που βεβαίωνε την αξίωσή του αυτή, εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, τη διάταξη του άρθρου 268 παρ. 1 του Α.Κ., που προβλέπει ότι κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια, και αν ακόμη η αξίωση καθαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή.

Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι δεν γίνεται από τον αναιρεσείοντα οποιαδήποτε αναφορά στο αναιρετήριο, περί του εάν τον πιο πάνω ισχυρισμό (αντένσταση) επιμήκυνσης της παραγραφής, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., τον είχε προτείνει παραδεκτά, με δήλωση στα πρακτικά και με την προσθήκη των ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προτάσεών του, προς αντίκρουση της προβληθείσας παραδεκτά από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, εκ του άρθρου 10 παρ. 1 και 2 του ν. 489/1976, όπως ισχύει, ενστάσεως πενταετούς παραγραφής, και αν τον είχε επαναφέρει, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του, στο οποίο, με λόγους των εφέσεών τους, η μεν εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, επανέφερε νομίμως την προβληθείσα πρωτοδίκως εκ μέρους της ένσταση παραγραφής, οι δε λοιποί εναγόμενοι (οι οποίοι πρωτοδίκως είχαν δικασθεί ερήμην), προέβαλαν παραδεκτά για πρώτη φορά την εκ του άρθρου 937 ΑΚ ένσταση παραγραφής.

Σε κάθε περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των υπ' αριθμ. 1885/2018 πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και τις κατατεθείσες, τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του Εφετείου, έγγραφες προτάσεις του ενάγοντος- ήδη αναιρεσείοντος, προκύπτει ότι ο τελευταίος δεν πρότεινε, προς κατάλυση της προταθείσας εκ μέρους των αντιδίκων του ενστάσεως πενταετούς παραγραφής, την κατ' άρθρ. 268 παρ. 1 του Α.Κ.

αντένσταση επιμήκυνσης της πενταετούς παραγραφής σε εικοσαετή, περιορισθείς σε άρνηση της ενστάσεως παραγραφής, με τον ισχυρισμό ότι έλαβε γνώση της απρόβλεπτης επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου που επικαλέστηκαν οι ενιστάμενοι αντίδικοί του, ως αφετήριο της παραγραφής χρονικό σημείο.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ'β' εδ. δ' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15.6.2020 και με ειδικό αριθμό καταθέσεως 393/2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2330/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Και

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Φεβρουαρίου 2022.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ