Legislator Case Law & Legislation
314/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against civil judgment for lack of specific legal error and irrelevant second claim.

Case Number 314/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Athens Court of Appeal regarding a property dispute. The appellant argued the lower court violated constitutional rights and civil code provisions concerning good faith and intent to harm, but the court found these arguments vague and legally unfounded. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the appellees' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 569, 566 of the Code of Civil Procedure; Article 577 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the alleged error is vague and does not specify the precise legal mistake, and a second claim is irrelevant if the prerequisite for its examination was already rejected.

Keywords

AI generated
appeal admissibility vague legal error irrelevant second claim good faith transfer legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 569, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 288 of the Civil Code
Article 281 of the Civil Code
Article 914 of the Civil Code
Article 919 of the Civil Code
Article 939 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 314 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 314/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Θ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αργύριο Καρρά και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Θ. του Θ., κατοίκου ..., 2) Π. Θ. του Θ. και Β. συζύγου Π. Θ., κατοίκων ..., ως ασκούντων την γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους Θ. Θ. του Π., κατοίκου ..., 3) Κ. Θ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βεατρίκη Μεταλληνού και κατέθεσαν προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε, ότι ο ως άνω αναφερόμενος Θ. Θ. του Π., ενηλικιώθηκε, παρίσταται ατομικά και εκπροσωπείται από την ίδια.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/7/1998 αγωγή του πρώτου των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 6/7/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1244/2001 μη οριστική και 3203/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 6569/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/3/2012 αίτησή του και τους από 15/1/2020 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χριστοδούλου ανέγνωσε την από 7/2/2020 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων αυτής λόγων.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 29-3-2012 αίτηση και τους από 15-1-2020 πρόσθετους λόγους αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 6569/2011 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 3203/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 6-7-1999 αγωγή του αναιρεσείοντος και είχε κάνει δεκτή την από 18-7-1998 αγωγή του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης του αναιρεσείοντος. Η αίτηση αυτή και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 569, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτοί (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 150 και 151 ΑΚ, που σκοπό έχουν πρωτίστως την προστασία της ελεύθερης αποτύπωσης της δικαιοπρακτικής βούλησης και προσθέτως την αποδοκιμασία αυτού που μεταχειρίστηκε την απειλή ως μέσο κατάρτισης της επιδιωκόμενης δικαιοπραξίας, προκύπτει ότι για την ακύρωση αυτής λόγω απειλής απαιτείται: 1) Να απειλείται κακό για τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα, την ελευθερία, την τιμή και την περιουσία του απειλουμένου ή των προσώπων που συνδέονται στενότατα με αυτόν. 2) Ο κίνδυνος επέλευσης του κακού να είναι άμεσος, δηλαδή επικείμενος και σπουδαίος, δηλαδή πραγματικός και να είναι ικανός να προκαλέσει φόβο σε έμφρονα άνθρωπο. 3) Η απειλή να είναι παράνομη ή αντίθετη προς τα χρηστά ήθη και 4) Η απειλή να έγινε προς το σκοπό να οδηγηθεί ο απειλούμενος, μέσω της ψυχολογικής πίεσης που του ασκείται, σε δήλωση βούλησης ορισμένου περιεχομένου (ΑΠ 1040/2018, ΑΠ 1599/2014, ΑΠ 1912/2008).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 3/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.

Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου.

Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες, που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ ΑΠ 8/2005, ΑΠ 601/2020, ΑΠ 301/2019, ΑΠ 518/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει του …/….12.1997 προσυμφώνου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Καλοειδά-Βραχνού, ο ενάγων-εναγόμενος Π. Θ. ανέλαβε την υποχρέωση να πουλήσει στον εναγόμενο-ενάγοντα ετεροθαλή αδελφό του Δ. Θ., με παρακράτηση της επικαρπίας για 10 χρόνια, το ισόγειο κατάστημα, που βρίσκεται στην ..., στη θέση "...", επί της οδού..., όπως τούτο εμφαίνεται...

Ως τίμημα συμφωνήθηκε το ποσό των 38.816.812 δραχμών, μέρος του οποίου, ύψους 14.816.812 δραχμών, καταβλήθηκε από τον εναγόμενο-ενάγοντα αυθημερόν, το δε υπόλοιπο συμφωνήθηκε να καταβληθεί ατόκως σε τέσσερις ετήσιες δόσεις των 6.000.000 δραχμών εκάστη, αρχής γενομένης την 30.12.1998. Συμφωνήθηκε, περαιτέρω, μεταξύ άλλων, ότι η καταβολή των ως άνω δόσεων θα αποδεικνύεται μόνο με έγγραφη απόδειξη του πωλητή.

Σε περίπτωση καθυστερήσεως καταβολής οποιασδήποτε δόσεως του πιστωμένου τιμήματος περισσότερο από δέκα ημέρες από εκείνη που ορίστηκε να πληρωθεί ή μεταμέλειας του αγοραστή, η οποία αποδεικνύεται, εκτός των άλλων, και από την καθυστέρηση της πληρωμής των ως άνω δόσεων, ο πωλητής έχει επιλεκτικά τα εξής δικαιώματα α) να θεωρήσει το παρόν προσύμφωνο ανίσχυρο, μη δυνάμενο να επιφέρει αποτέλεσμα, με απλή μονομερή δήλωσή του, που θα συνταχθεί ενώπιον της ως άνω συμβολαιογράφου και θα κοινοποιηθεί στον αγοραστή.

Στην περίπτωση αυτή της κηρύξεως εκπτώτου του αγοραστή από τα δικαιώματά του, που απορρέουν από το εν λόγω προσύμφωνο, ο πωλητής από της ως άνω νομίμου επιδόσεως της δηλώσεως, δικαιούται να διαθέσει σε άλλον το ανωτέρω ακίνητο. Σε περίπτωση μεταμέλειας του αγοραστή, με την προϋπόθεση ότι υπάρχει οικονομική εκκρεμότητα του αγοραστή προς τον πωλητή, επέρχονται όλες οι ανωτέρω συνέπειες που αναφέρονται για την περίπτωση καθυστερήσεως του πιστωμένου τιμήματος.

Το εν λόγω κατάστημα περιήλθε στον ενάγοντα-εναγόμενο Π. Θ. δυνάμει του …/….12.1985 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κρίτωνα Κεραμάρη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κηφισιάς...εξ αγοράς από τους Ρ. σύζυγο Ν. Σ. και Γ. Α., με την υπόδειξη της Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΔΕΛΦΟΙ Σ.

ΚΑΙ Θ. Θ. ΟΕ". Την επομένη της υπογραφής του προσυμφώνου, και συγκεκριμένα την Πρωτοχρονιά του 1998, ο εναγόμενος-ενάγων Δ. Θ. επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον έτερο αδελφό του Γ. και του είπε επί λέξει "πάρε το κωλόπαιδο (εννοώντας τον ενάγοντα-εναγόμενο Π. Θ.) και να έλθετε τώρα αμέσως στο σπίτι μου για να υπογράψει ότι πήρε όλα τα λεφτά, για να μην κατέβω κάτω και τον σκοτώσω, έχω τέσσερα ντουφέκια και ένα κιβώτιο σφαίρες".

Ο Γ. Θ. ενημέρωσε σχετικά τον Π. Θ., ο οποίος γνωρίζοντας ότι ο Δ. Θ., που είχε υπηρετήσει στην Αστυνομία, πυροβόλησε κατά το παρελθόν προς εκφοβισμό παρακαθημένων, φοβήθηκε ότι ο τελευταίος θα πραγματοποιήσει την απειλή του, μαζί δε με τον αμφιθαλή αδελφό του Γ. Θ. και τον Α. Γ., φίλο και κουμπάρο του εναγόμενου-ενάγοντα Δ.

Θ., οι οποίοι μεσολαβούσαν για την τακτοποίηση της όλης κατάστασης, μετέβησαν στην οικία του Δ. Θ. στην …, όπου τον συνάντησαν σε έξαλλη κατάσταση, ενώ στην πλάτη ενός καναπέ ήταν τοποθετημένη μια θήκη κυνηγετικού όπλου και πάνω στο τραπέζι της τραπεζαρίας ένα κυνηγετικό δίκαννο SUPER POSE, γεγονός που, εν όψει των προηγηθέντων, προκάλεσε τρόμο και ταραχή στον ενάγοντα-εναγόμενο Π.

Θ.. Ακολούθως, κατέβηκαν όλοι και συγκεντρώθηκαν στο αυτοκίνητο του Α. Γ., όπου σε έξαλλη κατάσταση και με απειλητική διάθεση ο εναγόμενος-ενάγων Δ. Θ. απείλησε εκ νέου τον ενάγοντα-εναγόμενο Π. Θ. ότι θα τον σκοτώσει εάν δεν υπογράψει ότι πήρε όλα τα χρήματα του προσυμφώνου πωλήσεως του καταστήματος. Ο ενάγων-εναγόμενος Π.

Θ., υπό το καθεστώς φόβου για την ζωή του, εξαναγκάστηκε να συντάξει, καθ' υπαγόρευση του Δ. Θ., εξοφλητική απόδειξη στο έντυπο της από 1.1.1998 υπεύθυνης δήλωσης του Ν. 1599/1986, με το εξής περιεχόμενο: "Εισέπραξα σήμερα το υπόλοιπο εκ δραχμών 24.000.000 από τον Δ. Θ. του Θ. εις πλήρη και ολοσχερή εξόφληση τιμήματος αγοράς ακινήτου κειμένου επί της οδού ..., ως το από 31.12.97 προσύμφωνο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Βραχνού", την οποία υπέγραψε και στη συνέχεια θεώρησε το γνήσιο της υπογραφής του στο πλησίον Αστυνομικό Τμήμα.

Η εν λόγω μονομερής δικαιοπραξία (εξοφλητική απόδειξη) είναι άκυρη, διότι η περιλαμβανόμενη σ' αυτήν δήλωση βουλήσεως του Π. Θ.υ περί εξοφλήσεως του συμφωνηθέντος τιμήματος για την πώληση του ως άνω καταστήματος, υπήρξε προϊόν απειλής κατά της ζωής του εκ μέρους του οφειλέτη Δ. Θ., δεδομένου ότι η ως άνω απειλή ήταν σοβαρή, ήτοι πρόσφορη να εμπνεύσει φόβο σε έμφρονα άνθρωπο...Μετά ταύτα, ο Π.

Θ. με το δικόγραφο της υπό κρίση από 18.7.1998 αγωγής του, που κοινοποιήθηκε στον εναγόμενο Δ. Θ. στις 10.12.1998, όπως τούτο προκύπτει από την 15908/1998 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Π., υπαναχώρησε, όπως είχε επιφυλάξει για τον εαυτό του το δικαίωμα αυτό, από τη σύμβαση που περιέχεται στο ως άνω προσύμφωνο, διότι, με την σε βάρος του εκδηλωθείσα συμπεριφορά του, ο Δ.

Θ. δήλωσε έμπρακτα, σοβαρά και οριστικά την πρόθεσή του να μην εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του από το πιο πάνω προσύμφωνο, εξ αιτίας δε της ως άνω παράνομης και αντισυμβατικής συμπεριφοράς του αντισυμβαλλόμενου Δ. Θ., δεν είχε υποχρέωση να τάξει εύλογη προθεσμία προς εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων, αφού από τη στάση του προέκυπτε ότι κάτι τέτοιο θα ήταν άσκοπο.

Την επομένη της καταθέσεως της αγωγής και συγκεκριμένα στις 8.12.1998 ο Π. Θ. μεταβίβασε, αιτία γονικής παροχής, με το …./1998 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Σοφίας Κούσουλα-Παναγάκη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, την ψιλή κυριότητα του επιδίκου καταστήματος στα ανήλικα τέκνα του Θ. και Κ.. Κατά την κατάρτιση του τελευταίου αυτού συμβολαίου γονικής παροχής, τόσο ο Π.

Θ., όσο και η εναγομένη σύζυγός του Β., ως νόμιμοι εκπρόσωποι των ανηλίκων τέκνων τους, γνώριζαν ότι, δεδομένης της ανωτέρω υπαναχωρήσεως, ο Π. Θ. ουδεμία υποχρέωση είχε πλέον αναφορικά με το ακίνητο αυτό απέναντι στον αντισυμβαλλόμενό του ενάγοντα- εναγόμενο Δ. Θ. και επομένως προέβη στη μεταβίβαση αυτή ασκώντας δικαίωμά του και όχι προς βλάβη του τελευταίου.

Ο ισχυρισμός του εναγομένου-ενάγοντος Δ. Θ. ότι συνήψε με τον ενάγοντα-εναγόμενο ετεροθαλή αδελφό του Π. Θ. προφορική σύμβαση εντολής το έτος 1985 και ότι δυνάμει της συμβάσεως αυτής ο τελευταίος προέβη στην αγορά του επιδίκου ακινήτου με το …/….12.1985 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κρίτωνος Κεραμάρη, στο όνομά του μεν αλλά για λογαριασμό και με χρήματα του Δ.

Θ., με την συμφωνία να του το μεταβιβάσει όταν θα του το ζητούσε, δεν αποδείχθηκε. Οι καταθέσεις των εξετασθέντων με την επιμέλεια του εναγομένου-ενάγοντος Δ. Θ. μαρτύρων Α. Γ. και Ν. Κ. επί του θέματος αυτού υπήρξαν ασαφείς, δεδομένου ότι δεν είχαν ιδίαν περί αυτών αντίληψη και από τα έγγραφα, που ο ίδιος νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει, δεν συνάγεται απόδειξη ικανή να θεμελιώσει δικανική πεποίθηση περί της υπάρξεως της ως άνω συμβάσεως εντολής και της εικονικότητας του ως άνω πωλητηρίου συμβολαίου, καθόσον αποκρούονται από αυτό τούτο το περιεχόμενο του ως άνω συμβολαίου, από τους όρους του προσυμφώνου που προαναφέρθηκε, αλλά και από τις σαφείς καταθέσεις των εξετασθέντων με την επιμέλεια του ενάγοντος-εναγομένου Π.

Θ.υ μαρτύρων Γ. Θ. και Ι. Μ., που είχαν ιδίαν αντίληψη περί της αγοράς του επιδίκου ακινήτου από τον ενάγοντα-εναγόμενο Π. Θ., η κατάθεση μάλιστα του πρώτου ως άνω μάρτυρα παραδεκτά λαμβάνεται υπόψη, διότι κρίνεται ότι δεν προσδοκά έννομο συμφέρον από την έκβαση της δίκης και συνακόλουθα δεν είναι εξαιρετέος, εκ του γεγονότος ότι είχε αντιδικία με τον εναγόμενο - ενάγοντα, που αφορούσε άλλο ακίνητο.

Συνεπώς, η υπόσχεση του Π. Θ.υ στο εν λόγω προσύμφωνο περί μεταβιβάσεως στο Δ. Θ. του άνω καταστήματος αιτία πωλήσεως είναι αληθινή, όλο δε το περιεχόμενό του εκφράζει σχετική σοβαρή δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων διαδίκων, απορριπτόμενου, συνακολούθως, ως κατ' ουσίαν αβασίμου του ισχυρισμού περί εικονικότητος α) του ως άνω προσυμφώνου μεταβιβάσεως της ψιλής κυριότητας του επιδίκου καταστήματος λόγω πωλήσεως και β) της ως άνω εξοφλητικής αποδείξεως του εναγόμενου-ενάγοντος Π.

Θ.υ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη έκρινε ότι η εξοφλητική απόδειξη σε έντυπο υπεύθυνης δήλωσης του Ν. 1599/86 είναι άκυρη, διότι η περιλαμβανόμενη σ' αυτή δήλωση βουλήσεως του δανειστή Π. Θ.υ ότι έλαβε το ποσό των 24.000.000 δραχμών σε πλήρη εξόφληση του υπολοίπου τιμήματος σύμφωνα με το προσύμφωνο της 31.12.1997 της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Βραχνού είναι προϊόν απειλής κατά της ζωής του εκ μέρους του οφειλέτη Δ.

Θ. και στη συνέχεια αναγνώρισε την ακυρότητα αυτής, ορθά εκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων και σε σωστό αποτέλεσμα κατέληξε, πρέπει δε να απορριφθούν ως αβάσιμα τα αντίθετα παράπονα, που υποβάλλονται με τους πρώτο, τρίτο και τέταρτο από τους λόγους της έφεσης και τους δεύτερο και τρίτο πρόσθετους λόγους αυτής.

Κρίνοντας, περαιτέρω, ότι η υπόσχεση του πρώτου εφεσίβλητου στο ως άνω προσύμφωνο περί μεταβιβάσεως του επιδίκου καταστήματος αιτία πωλήσεως είναι αληθινή και απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμους τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος α) ότι συνήψε με τον πρώτο εφεσίβλητο Π. Θ. προφορική σύμβαση εντολής το έτος 1985 και ότι δυνάμει αυτής ο τελευταίος αγόρασε με το …/1985 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κρίτωνος Κεραμάρη το επίδικο κατάστημα στο όνομά του μεν αλλά για λογαριασμό και με χρήματα δικά του, με τη συμφωνία να του μεταβιβάσει όταν θα του το ζητούσε και β) ότι είναι εικονική η δια του προσυμφώνου υπόσχεση μεταβίβασης της ψιλής κυριότητας του επιδίκου και η εξοφλητική απόδειξη, σωστά τις αποδείξεις εκτίμησε και ορθά το νόμο εφήρμοσε και ερμήνευσε και σε σωστό αποτέλεσμα κατέληξε, πρέπει δε να απορριφθούν τα αντίθετα παράπονα...Κρίνοντας, τέλος, ότι με το δικόγραφο της από 18.7.1998 αγωγής του ο πρώτος εφεσίβλητος έγκυρα υπαναχώρησε, όπως είχε επιφυλάξει για τον εαυτό του το δικαίωμα αυτό, από τη σύμβαση που περιέχεται στο …/… προσύμφωνο, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, με την σε βάρος του εκδηλωθείσα συμπεριφορά του, ο εκκαλών Δ.

Θ. δήλωσε έμπρακτα, σοβαρά και οριστικά την πρόθεσή του να μην εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του από το πιο πάνω προσύμφωνο, εξ αιτίας δε της ως άνω παράνομης και αντισυμβατικής συμπεριφοράς του αντισυμβαλλομένου εκκαλούντος δεν είχε υποχρέωση να τάξει εύλογη προθεσμία προς εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων, αφού από την στάση του προέκυπτε ότι κάτι τέτοιο θα ήταν άσκοπο.

Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι η επίδοση του δικογράφου της αγωγής, με την οποία ο πρώτος εφεσίβλητος άσκησε το δικαίωμα της υπαναχώρησης, έλαβε χώρα μετά την μεταβίβαση του επιδίκου, λόγω γονικής παροχής, στα τέκνα αυτού, δεν μπορεί να θεμελιώσει την από το άρθρο 393 του ΑΚ ένσταση αποκλεισμού της υπαναχώρησης, διότι, σύμφωνα με όσα εκτίθενται...η εν λόγω διάταξη ρυθμίζει την περίπτωση που είναι επιδεκτική αυτούσιας απόδοσης η παροχή που έλαβε ο υπαναχωρών και η οποία κατέστη αδύνατη συνεπεία της υπ' αυτού εκποίησης ή επιβάρυνσης του ληφθέντος αντικειμένου, πράγμα που δεν συμβαίνει επί υπαναχωρήσεως του πωλητή, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή η αποδοτέα από τον πωλητή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ, ωφέλεια συνίσταται στο ποσό της προκαταβολής, που έλαβε...Πρέπει, μετά ταύτα, να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής στο σύνολό τους".

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 150, 151, 154 και 184 του ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.

Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε, με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, ότι υπήρξε παράνομη απειλή κακού για τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, ότι ο κίνδυνος επέλευσης του κακού ήταν άμεσος, πραγματικός και ικανός να προκαλέσει φόβο σε έμφρονα άνθρωπο, καθώς και ότι η απειλή αυτή έγινε από τον αναιρεσείοντα με σκοπό να προκαλέσει και τελικά προκάλεσε τη δήλωση βούλησης του πρώτου των αναιρεσιβλήτων στις προαναφερόμενες δικαιοπραξίες.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις. Επιπλέον, αβάσιμος είναι ο ίδιος λόγος αναίρεσης (δεύτερος) και κατά το πρώτο σκέλος του, καθώς και ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος και το πρώτο μέρος του, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τους οποίους το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί του ότι καμία απειλή δεν ασκήθηκε απ' αυτόν και ότι το θέμα δημιουργήθηκε από τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων για να καταδολιεύσει τα συμφέροντα αυτού και να δικαιολογήσει τις παράνομες πράξεις του.

Τούτο δε διότι ο ως άνω ισχυρισμός δεν έχει αυτοτέλεια, αλλά είναι απλώς αρνητικός της αγωγής των αντιδίκων του και ως εκ τούτου δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής σχετικά με την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στους κανόνες δικαίου των άρθρων 150 και 151 ΑΚ ως προς το ζήτημα της απειλής και του φόβου που προκλήθηκε απ' αυτόν στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, και μάλιστα χαρακτηριστικά, εκτός των άλλων, αναφέρει και ότι "πέραν του ότι τα πραγματικά γεγονότα έγιναν δεκτά ότι συνέβησαν...

παρά το ότι οι παρόντες κατά τα επεισόδια μάρτυρες....τα περιγράφουν διαφορετικά....πέραν του ότι το συμβάν της απειλής δεν αναφέρθηκε πουθενά....με δεδομένο ότι ο "απειληθείς" ήδη από το Ιούλιο του 1998 είχε μεθοδεύσει τις ενέργειές του...". Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω πρόσθετος λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον, ανεξαρτήτως του ότι δεν αναφέρεται ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, είναι σαφές ότι οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και στη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, αφού αυτός θέτει ως βάση των αιτιάσεών του όχι τις παραδοχές του Εφετείου, αλλά τις παραδοχές τις οποίες τούτο κατά την κρίση του έπρεπε να συναγάγει.

IΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου άρθρου 399 ΑΚ, αν στη σύμβαση συνομολογήθηκε ότι ο οφειλέτης που δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του εκπίπτει από τα συμβατικά του δικαιώματα, θεωρείται ότι ο δανειστής επιφύλαξε για την περίπτωση αυτή δικαίωμα υπαναχώρησης. Η παραπάνω διάταξη περιλαμβάνει ερμηνευτικό κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο η συνομολόγηση ρήτρας έκπτωσης, σε περίπτωση που ο οφειλέτης δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του από τη σύμβαση, λογίζεται ως επιφύλαξη δικαιώματος υπαναχώρησης, επί της οποίας έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 389 έως 397 ΑΚ.

Ως μη εκπλήρωση της σύμβασης από τον οφειλέτη νοείται, κατά τη γενική θεωρία περί μη εκπλήρωσης της σύμβασης, είτε η αδυναμία παροχής (άρθρα 335-336 ΑΚ), είτε η καθυστέρηση εκπλήρωσης, που, όταν ευθύνεται γι' αυτήν ο οφειλέτης, αποτελεί υπερημερία αυτού (άρθρο 340 ΑΚ), είτε τέλος η πλημμελής εκπλήρωση. Η υπαναχώρηση χωρεί με δικαιοπλαστική δήλωση αυτού που έχει το δικαίωμα προς τον άλλο (άρθρο 390 ΑΚ), εκτός της περίπτωσης της ρητής συνομολόγησης ρήτρας αυτόματης έκπτωσης, με την ενέργεια της οποίας η σύμβαση διαλύεται ενοχικώς, αυτοδικαίως και αναδρομικώς και, όταν επέλθει, αποσβέννυνται, κατ' άρθρο 389 ΑΚ, οι υποχρεώσεις για παροχή που πηγάζουν από τη σύμβαση και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν τις παροχές που έλαβαν, σύμφωνα με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της διάταξης, οι αντισυμβαλλόμενοι μπορούν να συμφωνήσουν και να προσδώσουν και άλλες συνέπειες στην υπαναχώρηση. Η υπαναχώρηση αποκλείεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 393 ΑΚ, αν ο δικαιούμενος να υπαναχωρήσει εκποίησε ολικά ή κατά μεγάλο μέρος το αντικείμενο που έλαβε ή το επιβάρυνε με δικαίωμα υπέρ τρίτου.

Η διάταξη αυτή, όπως και εκείνες των άρθρων 391 και 392 ΑΚ, αποσκοπεί στο να αποτρέψει αντιφατική και αντίθετη προς την καλή πίστη συμπεριφορά του δανειστή, ο οποίος δηλώνει ότι υπαναχωρεί τη στιγμή που δεν είναι σε θέση να επιστρέψει την παροχή που έλαβε (ΑΠ 1708/2017, ΑΠ 1484/2009, ΑΠ 886/2011, ΑΠ 88/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με αυτά που δέχθηκε κατά τα ως άνω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς το ζήτημα της άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης εκ μέρους του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και ως προς τη μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας του επιδίκου ακινήτου στα ανήλικα τέκνα του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 389, 390, 391, 392, 397, 399 ΑΚ και δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 393 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 393 ΑΚ.

Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων με το δικόγραφο της από 18-7-1998 αγωγής του νόμιμα υπαναχώρησε από τη σύμβαση που περιέχεται στο υπ' αριθ. 20043/31-12-1997 προσύμφωνο, όπως είχε επιφυλάξει για τον εαυτό του το δικαίωμα αυτό, χωρίς να αναμένει την πάροδο των συμφωνηθεισών προθεσμιών και χωρίς να είναι υποχρεωμένος να τάξει στον αναιρεσείοντα εύλογη προθεσμία εκπλήρωσης των συμβατικών του υποχρεώσεων, ενόψει της αναφερόμενης παράνομης και αντισυμβατικής συμπεριφοράς του τελευταίου και ως εκ τούτου συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού.

Εξάλλου, στην παρούσα περίπτωση δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της προβαλλόμενης από τον αναιρεσείοντα ένστασης περί αποκλεισμού της υπαναχώρησης κατ' άρθρ. 393 ΑΚ λόγω της προηγούμενης μεταβίβασης του επιδίκου ακινήτου από τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων. Τούτο δε διότι η εν λόγω διάταξη ρυθμίζει την περίπτωση που είναι επιδεκτική αυτούσιας επιστροφής η παροχή που έλαβε ο υπαναχωρών και η οποία κατέστη αδύνατη συνεπεία της απ' αυτόν εκποίησης του ληφθέντος αντικειμένου, ενώ στην παρούσα περίπτωση, που πρόκειται περί υπαναχώρησης από τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων πωλητή του επιδίκου ακινήτου, η αποδοτέα απ' αυτόν παροχή (ωφέλεια) που έλαβε, συνίσταται στο ποσό της προκαταβολής που εισέπραξε και όχι στο ακίνητο, του οποίου αυτός είναι κύριος και ήταν υποχρεωμένος, πριν την υπαναχώρηση, να μεταβιβάσει.

Επομένως, είναι αβάσιμοι ο τρίτος κύριος κατά το πρώτο σκέλος του και ο πρώτος πρόσθετος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις. Περαιτέρω, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος και το δεύτερο μέρος του από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό του, τον οποίο είχε προτείνει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφερε με λόγο έφεσης, και ειδικότερα περί άκυρης υπαναχώρησης του πρώτου των αναιρεσιβλήτων από τους όρους του προσυμφώνου είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και το σχετικό λόγο έφεσης και τον απέρριψε ρητά ως αβάσιμο.

IV. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και οι λόγοι έφεσης.

Επίσης, αποτελούν πράγματα και τα επικαλούμενα προς θεμελίωση της αγωγής και των αιτημάτων της περιστατικά. Δεν συνιστούν όμως "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις των ισχυρισμών του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, ούτε οι ισχυρισμοί αυτού που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, είτε ρητά, είτε "εκ του πράγματος", με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ ΑΠ 14/2004, Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1262/2018, ΑΠ 217/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό του, τον οποίο είχε προτείνει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφερε με λόγους έφεσης, και ειδικότερα ότι ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων προέβη στην αγορά του επιδίκου ακινήτου το έτος 1985 μετά από σύμβαση εντολής, που καταρτίστηκε με αυτόν (αναιρεσείοντα) κατά τις διατάξεις των άρθρων 713 επ.

και 719 ΑΚ, στο όνομά του μεν αλλά για λογαριασμό και με χρήματα αυτού (αναιρεσείοντος), με τη συμφωνία να του το μεταβιβάσει, όταν θα του το ζητούσε. Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο κατά τα ως άνω εκτιθέμενα έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και το σχετικό λόγο έφεσης αυτού και τον απέρριψε ρητά ως αβάσιμο.

V. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία ή έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 118/2019, ΑΠ 224/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για ανεπάρκεια της αιτιολογίας απόρριψης του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού του, που τείνει στην κατάλυση του ως άνω ασκηθέντος δικαιώματος του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, ότι δηλαδή συνήψε με αυτόν προφορική σύμβαση εντολής το έτος 1985 και ότι δυνάμει της σύμβασης αυτής ο τελευταίος προέβη στην αγορά του επιδίκου ακινήτου με το υπ' αριθ.

…/1985 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κρίτωνος Κεραμάρη, στο όνομά του μεν, αλλά για λογαριασμό αυτού (αναιρεσείοντος) και με χρήματα δικά του, με τη συμφωνία να του το μεταβιβάσει, όταν θα του το ζητούσε. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η ως άνω αιτιολογία απόρριψης του ισχυρισμού αυτού είναι προφανώς ανεπαρκής, "αφού αποτυπώνει μια στερεότυπη παραδοχή που μπορεί να επαναλαμβάνεται ευχερώς σε κάθε απόφαση, η οποία έγκειται στο ότι οι καταθέσεις των εξετασθέντων με την επιμέλεια του ενός διαδίκου μαρτύρων υπήρξαν ασαφείς, διότι δεν είχαν ιδίαν αντίληψη του θέματος απόδειξης, ενώ οι καταθέσεις των εξετασθέντων με την επιμέλεια του άλλου διαδίκου μαρτύρων ήσαν σαφείς, διότι αυτοί είχαν ιδία αντίληψη".

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω πρόσθετος λόγος αναίρεσης (πέμπτος) είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης για την ως άνω επικαλούμενη ανεπάρκεια ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην αιτιολόγηση, στάθμιση και ανάλυση του πορίσματος που έχει εξαχθεί απ' αυτές, το οποίο όμως έχει διατυπωθεί σαφώς.

Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι δεν δέχθηκε τον ισχυρισμό αυτού περί ύπαρξης σχέσης εντολής μεταξύ του ιδίου (αναιρεσείοντος) και του πρώτου των αναιρεσιβλήτων για την αγορά με το υπ' αριθ. 3540/1985 συμβόλαιο του επιδίκου ακινήτου με δικά του (αναιρεσείοντος) χρήματα, χωρίς όμως να προσδιορίσει με ποιο τρόπο εξοφλήθηκε το τίμημα αγοραπωλησίας του ανωτέρω συμβολαίου, πότε και με χρήματα ποίου, αφού ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων το έτος 1985 ήταν μόλις 25 ετών και χωρίς περιουσία ικανή να εξοφλήσει ολικά ή μερικά το τίμημα και ως εκ τούτου η απόφαση στερείται νόμμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς τη μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 713 και 714 ΑΚ για το πιο πάνω ζήτημα.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι το θέμα της προέλευσης των χρημάτων για την καταβολή του τιμήματος της αγοραπωλησίας του έτους 1985, στο οποίο αναφέρονται οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, αποτελεί απλώς επιχειρηματολογία αυτού για την ενίσχυση του ισχυρισμού του περί κατάρτισης σύμβασης εντολής μεταξύ αυτού και του πρώτου των αναιρεσιβλήτων για την αγορά του επιδίκου ακινήτου με δικά του (αναιρεσείοντος) χρήματα και όχι αυτοτελή ισχυρισμό για την κατάλυση του επικαλουμένου δικαιώματος με την αγωγή του πρώτου των αναιρεσιβλήτων.

Επομένως, στην παρούσα περίπτωση, εφόσον οι ως άνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος δεν αναφέρονται σε αιτιολογία που θεμελιώνει το πραγματικό των σχετικών διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, δεν στοιχειοθετείται ο επικαλούμενος αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ.

VΙ. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ' ένα από αυτά (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 57/2019, ΑΠ 514/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι για την κρίση του ως προς την ένδικη συμφωνία μεταξύ του αναιρεσείοντος και του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και περί του ότι δεν καταρτίστηκε η επικαλουμένη απ' αυτόν (αναιρεσείοντα) σύμβαση εντολής για την αγορά του επιδίκου ακινήτου, έλαβε υπόψη του και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των αντιδίκων του Ι.

Μ., προσδίδοντας σ' αυτήν αποδεικτική δύναμη που δεν είχε από το νόμο και αναφέροντας ότι είχε ιδία αντίληψη περί της αγοράς του επιδίκου ακινήτου. Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στην παραπάνω κατάθεση μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ο νόμος ορίζει, αλλά εκτίμησε αυτήν ελεύθερα κατ' άρθρ. 340 ΚΠολΔ μαζί με τα υπόλοιπα, κατ' είδος αναφερόμενα, αποδεικτικά μέσα και κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τη συμφωνία για την αγορά του επιδίκου ακινήτου.

Επιπλέον, ο ίδιος (πρώτος) λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος και το πρώτο μέρος αυτού από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι τα αναφερόμενα από τον αναιρεσείοντα περί καταβολής απ' αυτόν για την αγορά των επιδίκων ακινήτων (το έτος 1985) του φόρου και των εξόδων ύψους ποσού 550.000 δραχμών με βάση την αναφερόμενη τραπεζική επιταγή, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς.

Είναι δε σαφές ότι τα πιο πάνω αναφερόμενα από τον αναιρεσείοντα αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα αυτού, τα οποία δεν έχουν αυτοτελή ύπαρξη, τείνουν δε απλώς σε επίρρωση του πραγματικού ισχυρισμού του, που αποτελεί και αντικείμενο έρευνας στην ένδικη αγωγή του ιδίου, περί ύπαρξης δηλαδή σχετικής σύμβασης εντολής καθ' όσον αφορά στην αγορά του επιδίκου ακινήτου και εικονικότητας του σχετικού υπ' αριθ. 3540/9-12-1985 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κρίτωνος Κεραμάρη και ως εκ τούτου δεν συντρέχει περίπτωση μη λήψης υπόψη από το Eφετείο πραγμάτων προταθέντων, που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

VIΙ. Aπό το συνδυασµό των διατάξεων των άρθρων 226 παρ. 2, 270 παρ.1, 2 και 6, 341 παρ. 1, 2 και 3 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αυτές ίσχυαν μετά το ν. 2207/1994 και πριν το ν. 2915/2001, προκύπτει ότι στην τακτική διαδικασία ενώπιον του Πολυµελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου, εφόσον εκδίδεται προδικαστική απόφαση και η απόδειξη διεξάγεται σύµφωνα µε το άρθρο 341 ΚΠολΔ, δεν είναι παραδεκτές ως αποδεικτικά μέσα, ούτε στον πρώτο βαθμό ούτε στο δεύτερο, ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συµβολαιογράφου, ούτε καν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον αυτές δόθηκαν, κατά την κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου, επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν στη δίκη, οπότε δεν λαμβάνονται καθόλου υπόψη, ούτε καν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 548/2011, ΑΠ 691/2009, ΑΠ 311/2008, ΑΠ 1574/2005, ΑΠ 1470/1998). Στην προκείμενη περίπτωση επί των ένδικων από 18-7-1998 και από 6-7-1999 αγωγών του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και του αναιρεσείοντος αντίστοιχα, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1244/2001 προδικαστική απόφαση του Πολυµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έταξε αποδείξεις και όρισε ότι οι µάρτυρες θα εξεταστούν ενώπιον του διορισθέντος ως εντεταλµένου δικαστή νεότερου κατά διορισµό εµµίσθου παρέδρου ή πρωτοδίκη του Πρωτοδικείου Αθηνών.

Συνεπώς, η εξέταση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου με επιμέλεια του αναιρεσείοντος των µαρτύρων Π. Α., Α. Π. και Ν. Γ., για την οποία συντάχθηκαν οι προσκομισθείσες απ' αυτόν (αναιρεσείοντα) υπ' αριθ. …, … και …/…-10-2000 ένορκες βεβαιώσεις αντίστοιχα, δεν ήταν επιτρεπτή και οι προαναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις, που λήφθηκαν πριν την ισχύ του ν. 2915/2001, δεν ήσαν παραδεκτές ως αποδεικτικό µέσο, εφόσον οι κρινόµενες αγωγές εκδικάστηκαν µε την τακτική διαδικασία και εκδόθηκε προδικαστική απόφαση, µε την οποία διατάχθηκε απόδειξη σύµφωνα µε το άρθρο 341 ΚΠολΔ. Επιπλέον, οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη ούτε και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον αυτές κατά την κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δόθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στην παρούσα δίκη. Με τα δεδομένα αυτά η προσβαλλόµενη απόφαση, που δεν τις έλαβε υπόψη προκειµένου να σχηµατίσει την κρίση της για το αποδεικτικό της πόρισµα, δεν υπέπεσε στις από τους αριθ. 11 περ. γ' και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πληµµέλειες και επομένως είναι αβάσιμοι οι πέμπτος κύριος και δεύτερος πρόσθετος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα.

VΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 400 αριθ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή της με το ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται εν προκειμένω, δεν εξετάζονται, όταν κληθούν ως μάρτυρες, πρόσωπα που μπορεί να έχουν συμφέρον από τη δίκη.

Από την πιο πάνω διάταξη, σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις του άρθρου 403 παρ. 2 και 4 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με τις οποίες το δικαστήριο αποφασίζει για την προαναφερόμενη περίπτωση και με απλή πιθανολόγηση, προκύπτει ότι ως προς τη συνδρομή ή όχι στο πρόσωπο του μάρτυρα περίπτωσης συμφέροντος, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως απορρέουσα από εκτίμηση πραγμάτων, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 1649/2019, ΑΠ 2194/2014, ΑΠ 1540/2008, ΑΠ 1592/2000).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, εκτός των άλλων, έλαβε υπόψη του και την κατάθεση του μάρτυρα Γ. Θ., που εξετάστηκε με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων, δεχόμενο ότι αυτός δεν προσδοκά έννομο συμφέρον από την έκβαση της παρούσας δίκης και ως εκ τούτου δεν είναι εξαιρετέος.

Με τα δεδομένα αυτά είναι απαράδεκτος ο έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο ότι, λαβάνοντας υπόψη την κατάθεση του ως άνω μάρτυρα του οποίου είχε ζητήσει νομίμως την εξαίρεση, υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου κατ' άρθρ. 559 αριθ. 11α' (κατ' εκτίμηση) και όχι και από τον αριθ. 12 του ίδιου άρθρου, όπως ο ίδιος επικαλείται.

ΙΧ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11α' και β' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Δεν ιδρύεται όμως ο πιο πάνω λόγος από τις εκ περισσού αναφορές της απόφασης που δεν έχουν σχέση με αποδεικτικά μέσα, όπως από τη γενική αναφορά της απόφασης, στην αρχή της αποδεικτικής της σκέψης, για ομολογίες που συνάγονται από τις προτάσεις των διαδίκων, αν δεν συνάγεται ότι λήφθηκε υπόψη ανύπαρκτη ομολογία διαδίκου.

Τούτο δε διότι με την έκφραση αυτή νοούνται τα μη αμφισβητούμενα περιστατικά, πέραν εκείνων για τα οποία σχηματίστηκε δικανική πεποίθηση (ΑΠ 1608/2010, ΑΠ 1987/2009, ΑΠ 1533/2001). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προβάλλει την από το άρθρο 559 αριθ. 11 α' και β' αιτίαση ότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, προκειμένου να καταλήξει στην ως άνω δικανική του κρίση, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τις ομολογίες που συνάγονται από τις προτάσεις των διαδίκων, χωρίς να προσδιορίζει σε τι συνίστανται οι ομολογίες αυτές, από ποιο διάδικο έγιναν και με ποιο περιεχόμενο.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν προσδιορίζεται σ' αυτόν ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου λήφθηκε υπόψη ομολογία και η επίδραση του ισχυρισμού αυτού στο διατακτικό της απόφασης, είναι αβάσιμος. Τούτο δε διότι, πέραν της πιο πάνω εκ περισσού αναφοράς της εν λόγω φράσης από την προσβαλλόμενη απόφαση, από το πλήρες κείμενο αυτής προκύπτει ότι το Εφετείο δεν συνήγαγε κάποια συγκεκριμένη ανύπαρκτη ομολογία του αναιρεσείοντος, κατά την έννοια του άρθρου 261 ΚΠολΔ.

Χ. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 23/2008, ΑΠ 249/2019, ΑΠ 306/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την αναφερθείσα κρίση του δεν έλαβε υπόψη του την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρα Α. Κ., που περιέχεται στην υπ' αριθ. 701/2001 εισηγητική έκθεση.

Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με τον πρώτο (κύριο) λόγο αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος και το δεύτερο μέρος αυτού αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την αναφερθείσα κρίση του περί μη εικονικότητας του υπ' αριθ. …/…-12-1985 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κρίτωνος Κεραμάρη καθόσον αφορά στο επίδικο ακίνητο, δεν έλαβε υπόψη του την προσκομισθείσα με επίκληση υπ' αριθ.

…/…-12-1985 επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας, από τον οποία προέκυπτε ότι αυτός είχε καταβάλει τους τόκους και τα έξοδα για την αγορά του επιδίκου ακινήτου. Πλην όμως από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι σ' αυτήν γίνεται ρητή μνεία (6ο φύλλο, 1η σελίδα) περί λήψης υπόψη και της εν λόγω κατάθεσης, μεταξύ των λοιπών αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, την οποία βέβαια αξιολογεί ως ασαφή λόγω μη ιδίας αντίληψης τούτου (μάρτυρα) για τα αναφερόμενα ζητήματα.

Από τα παραπάνω, σε συνδυασμό και με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο αυτής (απόφασης), δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα και την απόρριψη της έφεσης και των πρόσθετων λόγων έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και είχε απορριφθεί η αγωγή του αναιρεσείοντος.

Επομένως, είναι αβάσιμοι οι πιο πάνω από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τέταρτος πρόσθετος λόγος και πρώτος κύριος λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος και το δεύτερο μέρος αυτού, με τους οποίους προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις. ΧΙ. Με τον έκτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό του, που είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και είχε προτείνει νομίμως με σχετικό λόγο της έφεσής του, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να προβεί στην αγορά του επιδίκου ακινήτου, αφού ήταν άνεργος μέχρι το 1984 και τον συντηρούσε ο ίδιος (αναιρεσείων) και ότι τα χρήματα που έπαιρνε δεν επαρκούσαν ούτε για τη συντήρησή του.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω πρόσθετος λόγος αναίρεσης (έκτος) είναι αβάσιμος, αφού τα πιο πάνω προτεινόμενα από τον αναιρεσείοντα περιστατικά δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την πιο πάνω έννοια, αλλά επιχειρηματολογία του ιδίου (εκκαλούντος-εναγομένου-ενάγοντος) προς ενίσχυση του ισχυρισμού του και καθ' όσον αφορά στη δική του αγωγή περί βασιμότητας της ως άνω επικαλουμένης απ' αυτόν σύμβασης εντολής με βάση την οποία το επίδικο ακίνητο το έτος 1985 αγοράστηκε από τον αναιρεσίβλητο κατά τη σχετική συμφωνία τους με δική του (αναιρεσείοντος) εντολή και δικά του χρήματα.

ΧΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1α' ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το ορισμένο του σχετικού λόγου αναίρεσης ότι εσφαλμένα εφαρμόστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα, δηλαδή που εντοπίζεται ακριβώς η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου.

Αν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 59/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 326/2018, ΑΠ 1970/2017). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον έβδομο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι με τις παραπάνω κρίσεις του και τη μη εξέταση με αποτελεσματικό τρόπο των επιχειρημάτων και των αποδεικτικών του μέσων παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 20 παρ.1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974) και 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (που κυρώθηκε με το ν. 2462/199, οι οποίες κατοχυρώνουν το δικαίωμα της έννομης προστασίας υπό συνθήκες ισότητας των διαδίκων.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθόσον προεχόντως δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο και δεν εξειδικεύεται ποιο είναι το νομικό σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το Εφετείο κατά την εφαρμογή των διατάξεων που επικαλείται και μάλιστα με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά περιστατικά.

Εξάλλου, ο ως άνω λόγος αφορά κατ' επίφαση απόδοση πλημμέλειας από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ στην πραγματικότητα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την κατάληξη του Εφετείου σε διαφορετικό πόρισμα από το θεωρούμενο ως ορθό από τον αναιρεσείοντα, με βάση τα ως άνω αναφερόμενα απ' αυτόν αποδεικτικά στοιχεία.

ΧΙΙΙ. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 πλημμέλεια της παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 288, 281, 914 επ. και 919 (ορθά 939) ΑΚ ως προς το ζήτημα της επικαλούμενης απ' αυτόν για τη θεμελίωση των προϋποθέσεων του αιτήματος της ένδικης αγωγής του κατ' άρθρ. 939 ΑΚ και ειδικότερα της πρόθεσης βλάβης εκ μέρους των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων κατά τη μεταβίβαση του επιδίκου ακινήτου στα τότε ανήλικα τέκνα τους.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος. Τούτο δε διότι, μετά την απόρριψη κατά τα ως άνω όλων των λόγων της αναίρεσης που αφορούν στη γενόμενη δεκτή από το Εφετείο ύπαρξη απειλής εκ μέρους του προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων για την κατάρτιση των αναφερομένων δικαιοπραξιών και στην έλλειψη της επικαλουμένης απ' αυτόν εικονικότητας του προσυμφώνου και της υπεύθυνης δήλωσης, δεν υφίσταται η απαιτούμενη απαραίτητη και αναγκαία προϋπόθεση για την έρευνα και του εν λόγω δεύτερου αιτήματος της αγωγής του (αναιρεσείοντος) κατ' άρθρ. 939 ΑΚ.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29-3-2012 αίτηση και τους από 15-1-2020 πρόσθετους λόγους αναίρεσης του Δ. Θ. του Θ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 6569/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ