314/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated314/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την από 4-2-2008 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου εκθέτει ότι προσέφερε τις υπηρεσίες της ως υπαλλήλου σ' αυτό δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων έργου κατά το χρονικό διάστημα από 12-9-2002 έως 28-2-2008.Ότι οι ανωτέρω συμβάσεις χαρακτηρίσθηκαν προσχηματικά ως συμβάσεις έργου ενώ στην πραγματικότητα συνιστούσαν μια σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 314 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 314/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 22α Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντώνιου Ρουπακιώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΛΙΜΟΥ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Άννας Μαστροκάλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-2-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η απόφαση του Μονομελούς Εφετείου. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-6-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώση επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984).
Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την από 4-2-2008 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου εκθέτει ότι προσέφερε τις υπηρεσίες της ως υπαλλήλου σ' αυτό δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων έργου κατά το χρονικό διάστημα από 12-9-2002 έως 28-2-2008.Ότι οι ανωτέρω συμβάσεις χαρακτηρίσθηκαν προσχηματικά ως συμβάσεις έργου ενώ στην πραγματικότητα συνιστούσαν μια σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Ζητούσε δε με την αγωγή της αυτή να αναγνωρισθεί ότι οι ανωτέρω συμβάσεις έργου συνιστούν μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και να υποχρεωθεί το εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο νατης καταβάλει το συνολικό ποσό των 19.900,4 ευρώ νομιμοτόκως για μη καταβληθείσες αποδοχές άδειες και επιδόματα άδειας, εορτών και γάμου, άλλως να της καταβάλει το ποσό αυτό κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη η υπ' αριθμ. 2412/2010 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, ακολούθως δε, κατόπιν ασκηθεισών δύο αντιθέτων εκ μέρους των διαδίκων μερών εφέσεων, εξεδόθη η ήδη προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία αφού απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ενάγουσας, δέχθηκε την έφεση του εναγομένου (ήδη αναιρεσιβλήτου), εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το κεφάλαιο της που δέχθηκε την αγωγή και ακολούθως απέρριψε την αγωγή.
Συγκεκριμένα το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα ουσιώδη: "Με το με αριθμό πρωτ. 43519/7-8-2002 έγγραφο της Περιφέρειας Αττικής εγκρίθηκε για τον εναγόμενο Δήμο Αλίμου η σύναψη 4 συμβάσεων μίσθωσης έργου για χρονικό διάστημα 18 μηνών και το ΥΠΕΣΔΑ με το από 9-8-2002 ΔΙΠΠ Φ. 1/4004 έγγραφο του ενημέρωσε, ότι το επιχειρησιακό πρόγραμμα Κοινωνία της Πληροφορίας χρηματοδοτεί τα στελέχη που προσλαμβάνονται για 18 μήνες με σύμβαση έργου για την ενίσχυση της παραγωγικής λειτουργίας των ΚΕΠ.
Επειδή πρόκειται για απασχόληση με σύμβαση μίσθωσης έργου, η ασφάλιση των στελεχών θα γίνει στο ΤΕΒΕ. Η συνολική αμοιβή του κάθε αναδόχου ορίσθηκε στο ποσό των 15.840 ευρώ για όλο το διάστημα της σύμβασης. Με το με αριθμό πρωτ. 1883/2-2-2004 έγγραφο της Περιφέρειας Αττικής εγκρίθηκε για το Δήμο Αλίμου η σύναψη 4 συμβάσεων μίσθωσης έργου για χρονικό διάστημα 6 μηνών.
Με το με αριθμό πρωτ. 48417/26-8-2004 έγγραφο της Περιφέρειας Αττικής εγκρίθηκε για το Δήμο Αλίμου η σύναψη 4 συμβάσεων μίσθωσης έργου για χρονικό διάστημα 6 μηνών. Με το με αριθμό πρωτ. 2436/13-1-2005 έγγραφο της Περιφέρειας Αττική εγκρίθηκε για το Δήμο Αλίμου η σύναψη 4 συμβάσεων μίσθωσης έργου για χρονικό διάστημα 6 μηνών.
Με το με αριθμό πρωτ. 51819/7-9-2005 έγγραφο της Περιφέρειας Αττικής εγκρίθηκε για το Δήμο Αλίμου η σύναψη 3 συμβάσεων μίσθωσης έργου για χρονικό διάστημα 15 μηνών. Με το με αριθμό πρωτ. 45140/24-7-2006 έγγραφο της Περιφέρειας Αττικής εγκρίθηκε για το Δήμο Αλίμου η σύναψη 3 συμβάσεων μίσθωσης έργου για χρονικό διάστημα 12 μηνών, αναφέρεται δε σ' αυτό, ότι οι συμβάσεις έργου που διανύει το ΚΕΠ και λήγουν από 1-9- 2006 έως 31-12-2006 θα πρέπει να έχουν λυθεί με κοινή απόφαση και των δύο μερών έως την 30-8-2006 και οι νέες συμβάσεις να υπογραφούν την επόμενη εργάσιμη.
Με το με αριθμό πρωτ. 30518/20-7-2007 έγγραφο της Περιφέρειας εγκρίθηκε για το Δήμο Αλίμου η σύναψη 5 συμβάσεων μίσθωσης έργου για χρονικό διάστημα 6 μηνών. Στα πλαίσια των ανωτέρω, μεταξύ της ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας) και του εναγόμενου ενανομένου Δήμου Αλίμου (ήδη αναιρεσιβλήτου) καταρτίστηκαν, σύμφωνα με τις ρητώς αναφερόμενες σ' αυτές διατάξεις του άρθρου 6 ν. 2527/1997, οι κάτωθι (επίδικες) συμβάσεις έργου υποστήριξης και παραγωγικής λειτουργίας του ΚΕΠ του εν λόγω Δήμου: 1) από 12-9-2002 έως 12-3-2004, 2) από 13-3-2004 έως 12-9-2004, 3) από 13-9-2004 έως 12-3-2005, 4) από 13-3- 2005 έως 12-9-2005, 5) από 13-9-2005 έως 12-12-2006 (λύση, ως άνω, 30-8-2006), 6) από 30-8-2006 έως 30-8-2007 και 7) από 31-8-2007 έως 28-2-2008, αντί αμοιβής 15.840 ευρώ, 5.280 ευρώ, 5.280 ευρώ, 6.000 ευρώ 15.000 ευρώ, 12.000 ευρώ και 6.000 ευρώ, αντιστοίχως, την οποία ελάμβανε κάθε μήνα σε ισόποσες αντίστοιχες μηνιαίες δόσεις.
Η τελευταία εκ των προαναφερομένων συμβάσεων λύθηκε στις 12-9-2007 λόγω μονιμοτιοιήσεως της ενάγουσας στο ΚΕΠ του Δήμου Αθηναίων, κατόπιν σχετικής προκηρύξεως του ΑΣΕΠ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι στις ως άνω συμβάσεις έργου που υπέγραφε η ενάγουσα, προσδιορίζεται το συγκεκριμένο έργο, το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την παράδοσή του, ότι το έργο αφορά εργασίες που δεν ανάγονται στον κύκλο των καθηκόντων των υπαλλήλων του οικείου φορέα, ότι ο ανάδοχος εισπράττει την αμοιβή με δελτίο παροχής υπηρεσιών, ότι δεν υπάρχει υποχρέωση για ασφάλιση του αναδόχου σε φορέα κύριας ή επικουρικής ασφάλισης και ότι η εκτέλεση του έργου δεν συνδέεται με το ωράριο εργασίας της υπηρεσίας.
Σε εκτέλεση των συμβάσεων αυτών η ενάγουσα, η οποία είναι πτυχιούχος Οικονομικών Επιστημών του Παν/μίου Αθηνών, απασχολήθηκε κατά τα επίδικα διαστήματα στο ΚΕΠ Δήμου Αλίμου, προς υλοποίηση δε του έργου που είχε αναλάβει παραλάμβανε αιτήσεις από πολίτες για τη διεκπεραίωση των υποθέσεών τους σε υπηρεσίες του Δημοσίου, τα στοιχεία των οποίων καταχωρούσε σε ειδικό πρωτόκολλο, έλεγχε την πληρότητα των αιτήσεων αυτών, διαβίβαζε τους φακέλους των πολιτών στην αρμόδια για την διεκπεραίωσή τους υπηρεσία, επικοινωνούσε για το λόγο αυτό με τις αρμόδιες αρχές κλπ.
προέβαινε δηλαδή σε όλες τις προβλεπόμενες από τις ως άνω συμβάσεις ενέργειες προς ολοκλήρωση του έργου που είχε αναλάβει με αυτές, συμβάλλοντας έτσι αποτελεσματικά στην υλοποίηση λειτουργίας του ΚΕΠ, χωρίς να υπόκειται ως προς τον τρόπο και το χρόνο εκτέλεσης των καθηκόντων της αυτών σε οδηγίες και έλεγχο των προϊσταμένων της υπηρεσίας αυτής.
Το γεγονός ότι παρείχε τις υπηρεσίες της, όπως είχε συμφωνηθεί και είναι λογικό, στο χώρο του ΚΕΠ και εντός του ωραρίου λειτουργίας του δεν αρκεί από μόνο του να προσδώσει στις επίδικες συμβάσεις το χαρακτήρα εξαρτημένης εργασίας. Επομένως, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί και κατά την επικουρική βάση της ως ουσιαστικά αβάσιμη..." Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω, όσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα ότι οι ένδικες συμβάσεις ήταν πράγματι συμβάσεις έργου και ουδέποτε απέκτησαν τον χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου.
Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στον τρίτο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις και υπό την επίφαση της άνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττονται απαραδέκτως οι ανεπίδεκτες αναιρετικού ελέγχου ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου. Επομένως, ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος αυτού, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
αναιρετική πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ,Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).
Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 178/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια αιτιώμενη κατά την επιτρεπτή νοηματική του απόδοση, ότι: το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς του εναγομένου - εκκαλούντος εφεσιβλήτου ότι με την ενάγουσα τον συνέδεε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου.
Από την παραδεκτή όμως επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης ουδόλως προκύπτει ότι το αναιρεσίβλητο - εκκαλούν προέβαλε τέτοιο ισχυρισμό, αντιθέτως με τον δεύτερο λόγο της έφεσης του αναφέρει "εάν είχε κρίνει ορθά (το πρωτοβάθμιο δικαστήριο) θα έπρεπε να είχε απορριφθεί όχι μόνο περί αναγνώρισης των διαδοχικών συμβάσεων έργου ως μίας ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αλλά θα έπρεπε να είχε απορρίψει καθολοκληρία και τα αιτούμενα κονδύλια" και τούτο ανεξαρτήτως του ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν εμπίπτουν στην προεκτεθείσα έννοια των "πραγμάτων" , και συνακόλουθα ο αναιρετικός λόγος, κατά το ως άνω μέρος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη, η ρηθείσα αναιρετική πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (ΑΠ 630/2004, 970/2002, 1351/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, είναι αβάσιμοι οι 2ος, 4ος και 5ος λόγοι του αναιρετηρίου, κατά το μέρος αυτών, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα.
Συγκεκριμένα προσάπτει στην προσβαλλόμενη ότι δεν έλαβε υπόψη της ομολογία του εναγομένου στο δικόγραφο της έφεσης και των προτάσεων του ότι οι επίδικες συμβάσεις ήταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (2ος λόγος). Από την παραδεκτή όμως επισκόπηση των ανωτέρω δικογράφων προκύπτει ότι ουδαμού το αναιρεσίβλητο δέχεται τον ανωτέρω χαρακτήρα των επίδικων συμβάσεων, στον χαρακτηρισμό άλλωστε των οποίων κατά νόμο προβαίνει μόνον το Δικαστήριο.
Εξ ετέρου προσάπτει στην προσβαλλόμενη ότι δεν έλαβε υπόψη της το από 6-11-2006 πρακτικό συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου του αναιρεσίβλητου (4ος λόγος) καθώς και το κείμενο των ένδικων συμβάσεων έργου (5ος λόγος). Και οι λόγοι αυτοί του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι και τούτο διότι, από τη διαλαμβανόμενη στην απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα προσαχθέντα έγγραφα σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης και τις εκτεθείσες παραδοχές, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεξετίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό υλικό.
Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού, μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 281 Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων".
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-6-2017 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 6692/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2019.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 30η Μαρτίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ