Legislator Case Law & Legislation
314/2019 AI generated

314/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 314/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

314/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά το άρθρο 330 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη αναγνώριση της ακυρότητας της απολύσεως του εργαζομένου δημιουργεί δεδικασμένο, για τους μεταγενέστερους μισθούς υπερημερίας και η διώκουσα την καταβολή των μεταγενεστέρων μισθών αγωγή δεν υπόκειται στην τρίμηνη προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 (ΑΠ 314/1982).

Keywords

AI generated
institution called upon to act unemployment due to technical progress unemployment benefits of directors scientific and technical staff research staff unemployment insurance financing
AI generated
247/2012
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
1666/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/11/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1965/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5266/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9/1/2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανέγνωσε την από 13/4/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως ως προς αμφότερους τους λόγους της. Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
1329/2018
Από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του ν.
813/2025
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 1/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.
1469/2007
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 314 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 314/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20η Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "..." (....), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη ….. και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπυρίδωνα Κωνσταντόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ι. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Σωτηρίου Ναούμ, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 4656/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1265/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-7-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, κάθε αξίωση μισθωτή, που πηγάζει από άκυρη καταγγελία σχέσεως εξηρτημένης εργασίας, είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε εντός τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας, από τη λύση της σχέσεως εργασίας. Η προθεσμία αυτή, η οποία είναι αποσβεστική, αποσκοπεί στην ανάγκη ταχείας άρσης, κάθε αβεβαιότητας, σχετικά με το κύρος της καταγγελίας εργασιακής σχέσης και στην εκκαθάριση εντός συντόμου χρονικού διαστήματος των αξιώσεων των εργαζομένων, που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία, ώστε να μη δημιουργούνται δυσβάστακτες συνέπειες για τον εργοδότη.

Όταν δε παρέλθει άπρακτη η εν λόγω αποκλειστική προθεσμία, επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος προσβολής της καταγγελίας για ακυρότητα. Η τρίμηνη αυτή αποσβεστική προθεσμία διακόπτεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, που εφαρμόζεται και στην αποσβεστική προθεσμία (άρθρο 279 ΑΚ), με την άσκηση καταψηφιστικής ή αναγνωριστικής αγωγής, για τις αξιώσεις του εργαζομένου, που απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας και εξακολουθούν, λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας να υφίσταται.

Η αποσβεστική, όμως, προθεσμία, που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό, λογίζεται, κατά το άρθρο 263 ΑΚ, ως να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή απορριφθεί αυτή τελεσίδικα, για λόγους μη ουσιαστικούς, εκτός αν ο δικαιούχος επανεγείρει την αγωγή εντός έξι (6) μηνών ή, προκειμένου περί αξιώσεων, που υπόκεινται σε βραχύτερη από το χρόνο αυτό αποσβεστική προθεσμία, εντός του βραχύτερου αυτού χρόνου, οπότε η αποσβεστική προθεσμία λογίζεται, ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή (ΑΠ 210/2009).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 330 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη αναγνώριση της ακυρότητας της απολύσεως του εργαζομένου δημιουργεί δεδικασμένο, για τους μεταγενέστερους μισθούς υπερημερίας και η διώκουσα την καταβολή των μεταγενεστέρων μισθών αγωγή δεν υπόκειται στην τρίμηνη προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 (ΑΠ 314/1982).

Στην προκειμένη υπόθεση, από την παραδεκτή (αρθ. 561 παρ. 2) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η ήδη αναιρεσίβλητη η ενάγουσα με την από 27.6.2008 και με αριθμ. εκθ. Κατ. 27429/27.6.2008 προγενέστερη αγωγής της ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της επίδικης από 1.7.2005 σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο ήδη αναιρεσείον να αποδέχεται την εργασία της, με την απειλή σε βάρος του χρηματικής ποινής 10.000 ευρώ, για κάθε άρνηση της σχετικής υποχρεώσεώς του και γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει τους μισθούς υπερημερίας από 9.5.2008 μέχρι 9.9.2008, ποσού 3.945,04 ευρώ, νομιμότοκα από την ημέρα που κάθε μηνιαίος μισθός κατέστη απαιτητός. Με την 1259/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία έγινε αμετάκλητη, μετά την έκδοση επ' αυτής της 2236/2013 απόφασης του Αρείου Πάγου, κρίθηκε, ότι η ως άνω καταγγελία είναι άκυρη και οι απαιτήσεις της ενάγουσας, για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από την καταγγελία 9.5.2008 μέχρι την 9.9.2008 ποσού 3.945,04 ευρώ, συμψηφίστηκαν με την ανταπαίτηση του εναγομένου, για επιστροφή της καταβληθείσας αποζημίωσης, ενώ η αγωγική αξίωση, περί υποχρεώσης του εναγόμενου σε αποδοχή των υπηρεσιών της ενάγουσας, απορρίφθηκε ως αόριστη.

Εν προκειμένω με την προσβαλλόμενη απόφαση η οποία έκρινε επί της αξιώσεως της ενάγουσας ήδη αναιρεσίβλητης για επιδίκαση μισθών υπερημερίας περαιτέρω χρονικού διαστήματος έγιναν δεκτά τα εξής: "Όσον αφορά την υπερημερία του εναγομένου, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα συντρέχει δεδικασμένο από την παραπάνω απόφαση, που αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας και τους μισθούς υπερημερίας, για τον αμέσως προηγούμενο χρόνο, που αποσβέσθηκαν, κατά παραδοχή της ενστάσεως συμψηφισμού, που πρόβαλε το εναγόμενο. Αυτό όμως προϋποθέτει, ότι υπήρξε προηγουμένως το ένδικο δικαίωμα της ενάγουσας και δημιουργεί δεδικασμένο, για την ύπαρξη του δικαιώματος αυτού. Επομένως, εφόσον η εν λόγω καταγγελία της συμβάσεως κρίθηκε τελεσιδίκως άκυρη, η υπό κρίση αγωγή, ως προς την αξίωση της ενάγουσας, για καταβολή μισθών υπερημερίας (656 ΑΚ), που θεμελιούται επί του δεδικασμένου της πιο πάνω προγενέστερης αγωγής, δεν υπόκειται στην ανωτέρω προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την αγωγή επιδίκασης μισθών υπερημερίας, ως απαράδεκτη, γιατί δέχθηκε, ότι αυτή ασκήθηκε, μετά την πάροδο της ως άνω τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις, κατά παραδοχή, ως βάσιμου του σχετικού λόγου της εφέσεως".

Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις προεκτεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚπολΔ αναιρετική πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚπολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε εναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984).

Περαιτέρω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε και τα ακόλουθα ουσιώδη: "Το εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "..." (...), συστάθηκε με το π.δ. 77/2000, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1514/1985 με τίτλο "Ανάπτυξη της επιστημονικής και τεχνολογικής έρευνας, αποτελείται δε από τα εξής έξι (6) Ινστιτούτα:

α) το Ινστιτούτο Τεχνικής Χημικών Διεργασιών (Ι.Τ.ΧΗ.Δ), β) το Ινστιτούτο Πληροφορικής και Τηλεματικής (Ι.Π.ΤΗΛ), γ) το Ινστιτούτο Μεταφορών (Ι.ΜΕΤ), δ) το Ινστιτούτο Αγροβιοτεχνολογίας (ΙΝ.Α), ε) το Ινστιτούτο Τεχνολογίας και Εφαρμογών Στερεών Καυσίμων (Ι.Τ.Ε.Σ.Κ) και στ) το Ινστιτούτο Βιοΐατρικών και Βιομοριακών Ερευνών (Ι.Β.Β.Ε), που το καθένα από αυτά έχει τη δική του γραμματειακή και διοικητική υποστήριξη (άρθρα 1-13 του Κανονισμού Λειτουργίας του εναγομένου) και την Κεντρική Διεύθυνση (Κ.Δ), η οποία συνεπικουρείται από το διοικητικό προσωπικό κάθε Ινστιτούτου, αλλά διαθέτει και αυτοτελή διοικητική υπηρεσία (άρθρο 4 περ.

ζ π.δ. 77/2000 και 1 και 2 του Κανονισμού Λειτουργίας του εναγομένου). Η ενάγουσα προσλήφθηκε για πρώτη φορά από το εναγόμενο, εκπροσωπούμενο από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του, την 1-4-2002, με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, ως προσωπικό γραμματειακής και διοικητικής υποστήριξης, συνέχισε δε να εργάζεται στο τελευταίο με τις από 3-3-2003, 2-2-2004 και 18-1-2005 διαδοχικές έγγραφες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου μέχρι την 1-7-2005, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και του εναγομένου σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.

Σύμφωνα με ρητό όρο της τελευταίας σύμβασης (άρθρο 5) η ενάγουσα προσλήφθηκε από το εναγόμενο σε θέση Διοικητικού ΔΕ, υπήχθη υπηρεσιακά στο Ινστιτούτο Μεταφορών του εναγομένου, συμφωνήθηκε όμως, ότι θα παρέχει τις υπηρεσίες της σε οποιαδήποτε δραστηριότητα - έργο (συναφές με τα καθήκοντα της θέσεώς της) του εναγομένου απαιτηθεί (πλέον των αναφερομένων) στην έδρα των Ινστιτούτων ή της Κεντρικής Διεύθυνσης.

Η ενάγουσα απασχολήθηκε με την παραπάνω ειδικότητα αρχικά στο Ινστιτούτο Μεταφορών (Ι.ΜΕΤ) μέχρι τον Ιανουάριο του 2007 και έκτοτε με την 79/29-11- 2006 απόφαση του ΔΣ του εναγομένου μετακινήθηκε στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας και Εφαρμογών Στερεών Καυσίμων (Ι.Τ.Ε.Σ.Κ) μέχρι που το εναγόμενο κατήγγειλε ακύρως τη σύμβαση εργασίας της, όπως τούτο έχει κριθεί αμετακλήτως με τη με αριθ. 1259/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, επί πλέον, οι απαιτήσεις της ενάγουσας, για μισθούς υπερημερίας, του, από 9-5-2008 μέχρι 9-9-2008, χρονικού διαστήματος, ποσού 3.945,04 ευρώ, συμψηφίστηκαν με την ανταπαίτηση του εναγομένου, για επιστροφή της καταβληθείσας αποζημίωσης.

Για την υπερημερία του εναγομένου, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα συντρέχει, όπως προεκτέθηκε, δεδικασμένο από την παραπάνω απόφαση, που αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας και επιδίκασε μισθούς υπερημερίας, για τον αμέσως προηγούμενο χρόνο. Δεν επικαλείται το εναγόμενο περιστατικά άρσεως της υπερημερίας του, ήτοι δεν ισχυρίζεται, ότι προσκάλεσε την ενάγουσα να προσέλθει να εργαστεί Αντίθετα αποδείχθηκε, ότι συνέχισε να αρνείται την αποδοχή των υπηρεσιών της ενάγουσας, με αποτέλεσμα να είναι υπόχρεο σε καταβολή μισθών υπερημερίας.

Το εναγόμενο, ωστόσο, ισχυρίστηκε, κατά τη συζήτηση στο πρωτόδικο δικαστήριο, ότι η ενάγουσα καταχρηστικά αξιώνει μισθούς υπερημερίας, για το επίδικο χρονικό διάστημα, καθόσον αδικαιολόγητα και κακόβουλα απέφευγε να ανεύρει άλλη εργασία, προκειμένου να λάβει το μισθό της από το εναγόμενο, χωρίς να εργαστεί, παρότι η ανεύρεση εργασίας ειδικότητας γραμματέας στον ιδιωτικό χώρο ήταν ευχερής.

Η άσκηση της εν λόγω αξίωσης της ενάγουσας δεν είναι εξαρχής καταχρηστική, απορριπτομένου, κατ' αρχήν, ως αβάσιμου του σχετικού αυτού ισχυρισμού του εναγόμενου. Η ενάγουσα εύλογα ανεζήτησε εργασία, με βάση τα προσόντα της, τουλάχιστον μέχρι την 9-9-2009, πλην όμως δεν κατέστη δυνατόν να βρεθεί, λόγω της περιορισμένης δυνατότητας εύρεσης εργασίας με την ειδικότητα της υπαλλήλου στον τομέα γραμματειακής και διοικητικής υποστήριξης σε παρεμφερείς επιχειρήσεις, νπιδ.

Ενόψει των ειδικών συνθηκών, ήτοι της ηλικίας, της προϋπηρεσίας, εμπειρίας, των γνώσεων χειρισμού προγραμμάτων Η/Υ και υγείας της ενάγουσας, αυτή κατέβαλε, κατά το μέτρο των δυνατοτήτων της, προσπάθειες, για ανεύρεση όμοιας εργασίας και δεν έμεινε άνεργη ηθελημένα και από κακοβουλία της, για να εισπράξει μισθούς υπερημερίας από το εναγόμενο.

Σημειώνεται, ότι η μνεία, εκ μέρους του εναγομένου, πληθώρας αγγελιών εύρεσης εργασίας δεν συνιστά προσφορά εργασίας ισότιμης ή ανάλογης με την εργασία, που παρείχε στο εναγόμενο η ενάγουσα. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε, ποια είναι η ωφέλεια, που η ενάγουσα θα αποκόμιζε από την προσφερόμενη ισότιμη ή ανάλογη εργασία της, δηλαδή ποιες είναι οι συγκεκριμένες αποδοχές, που θα ελάμβανε από την εργασία αυτή, καθώς και η αιτιώδης συνάφεια, μεταξύ της υπερημερίας του εργοδότη και της ωφέλειας, που αποκόμισε η ενάγουσα.

Επομένως κατά το, από 9-9-2008 μέχρι 9- 9-2009, χρονικό διάστημα, το εναγόμενο είναι υπόχρεο σε καταβολή μισθών υπερημερίας. Η μάρτυρας, που εξετάστηκε κατά πρόταση της ενάγουσας, καταθέτει σαφώς, ότι αναζητούσε εργασία και δεν βρήκε. Ο μάρτυρας που εξετάστηκε, κατά πρόταση του εναγομένου, καταθέτει, ότι εάν ήθελε μπορούσε να βρει εργασία.

Η πρώτη είναι περισσότερο πειστική, διότι ζούσε κοντά στην ενάγουσα. Τουναντίον, ο μάρτυρας του εναγομένου, δεν γνωρίζει σχετικά με τη ζωή της ενάγουσας. Τέτοια εργασία η ενάγουσα θα μπορούσε να είχε βρει τουλάχιστον δώδεκα μήνες, μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος, για το οποίο είχε ζητήσει μισθούς υπερημερίας με την προηγούμενη αγωγή της.

Παρά ταύτα όμως καθ' όλο το μετέπειτα χρονικό διάστημα, μέχρι την ένδικη αγωγή, ήτοι επί σειρά έξι και πλέον ετών αυτή θα μπορούσε εάν εκδήλωνε ενδιαφέρον και προέβαινε σε αληθινή προσπάθεια στον χώρο αγοράς εργασίας, να απασχοληθεί σε άλλον εργοδότη. Αντίθετα, όμως, από ηθελημένη κακοβουλία, ήτοι με πρόθεση να αποκομίσει, χωρίς δικαιολογητικό λόγο, ωφέλεια, με ζημία του εργοδότη (εισπράττοντας τους αξιούμενους μισθούς υπερημερίας, χωρίς να εργάζεται), συνέχισε να εμμένει στην ανωτέρω τακτική, επιμένοντας να ζητεί την επαναπρόσληψή της από το εναγόμενο, παρά το ότι γνώριζε, ότι το τελευταίο πλέον δεν είχε τέτοια δυνατότητα, δεδομένης της χρηματοδότησης των δομών του εναγομένου από το ελληνικό κράτος.

Με τα δεδομένα αυτά, η άσκηση από την εκκαλούσα του δικαιώματος καταβολής μισθών υπερημερίας, για τον από 10-9-2009 και εφεξής χρόνο, προσκρούει στο άρθρο 281 Α.Κ., διότι υπερβαίνει προφανώς τα επιβαλλόμενα, από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, όρια και επομένως πρέπει να γίνει δεκτή, κατά ένα μέρος, ως ουσιαστικά βάσιμη, τη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 656 και 281 Α.Κ., προταθείσα - όπως προεκτέθηκε - με τις προτάσεις του εναγομένου ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως από την εκκάλούσα του δικαιώματος της για καταβολή μισθών υπερημερίας, την οποία επαναφέρει και με τις προτάσεις του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.

Επομένως, η εκκαλούσα δικαιούται μισθούς υπερημερίας, όχι, όμως, για όλο το αιτούμενο χρονικό διάστημα, αλλά από 9-9- 2008 μέχρι 9-9-2009. Ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός της ενάγουσας, κατά τον χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της υπολογίστηκε αμετάκλητα στο ποσό των 986,26 ευρώ - καθώς δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος, υπό το οποίο κρίθηκε ήδη η ένδικη απαίτηση, για τον προγενέστερο χρόνο - και επομένως δικαιούται αυτή, ως μισθούς υπερημερίας του επιδίκου τούτου χρονικού διαστήματος, το συνολικό ποσό των 11.835,12 ευρώ (986,26 ευρώ μηνιαίος μισθός Χ 12 μήνες).

Επίσης, δικαιούται για δώρο Χριστουγέννων 2008 ποσό 986,26 ευρώ [986,26 Χ 1 μηνιαίο μισθό]. Για δώρο Πάσχα 2009 ποσό 493,13 ευρώ [986,26 Χ V2 του μηνιαίου μισθού] και για άδεια - επίδομα άδειας 2009 ποσό 493,13 ευρώ [986,26 Χ V2 του μηνιαίου μισθού]. Για δώρο Χριστουγέννων 2009 ποσό 552,30 ευρώ (2 ημερομίσθια, για κάθε 19ήμερο χρονικό διάστημα της εργασιακής της σχέσης, από 1-5-2009 μέχρι 9-9- 2009, ήτοι 14 ημερομίσθια Χ 39,45 ευρώ το ημερομίσθιο).

Συνολικά, επομένως, δικαιούται να λάβει το ποσό των 14.359,94 Ευρώ. Το εναγόμενο, με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προτείνει την ένσταση συμψηφισμού - η οποία επαναφέρεται, όπως ορίζει το άρθρο 240 του ΚΠολΔ, κατά των ως άνω αξιώσεων της ενάγουσας, για μισθούς υπερημερίας, το ποσό ύψους 1.657,99 ευρώ, το οποίο κατέβαλε στην ενάγουσα, ως υπόλοιπο αποζημίωσης απολύσεως και το οποίο η τελευταία εισέπραξε την 16-5-2008, όπως προκύπτει από την με ίδια ημεροχρονολογία υπεύθυνη δήλωση της.

Συνεπώς, μετά τον συμψηφισμό των αμοιβαίων αυτών απαιτήσεων, κατά το μέρος που καλύπτονται, η ενάγουσα δικαιούται το υπόλοιπο ποσό ύψους 12.701,95 ευρώ. Συνακόλουθα η ένδικη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει, ως ουσιαστικά βάσιμη και α) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ως άνω ποσό και δη με το νόμιμο τόκο, για το ποσό......".

Με τις ανωτέρω κρίσεις του το Εφετείο διέλαβε στον επαγωγικό συλλογισμό του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο όσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα της μερικής καταχρηστικότητας της ένδικης αγωγής ως προς την επιδίκαση δηλαδή μισθών υπερημερίας ολόκληρου του αιτουμένου χρονικού διαστήματος και την μη συνδρομή εν προκειμένω των προϋποθέσεων της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ για το διάστημα για το οποίο επιδικάσθηκαν οι ανωτέρω αποδοχές.

Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚπολΔ αναιρετική πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 Κ.ΠολΔ. Προκύπτει, ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος, που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Δεδικασμένο αποτελεί και η ενδεχομένως άδικη ή εσφαλμένη τελεσίδικη απόφαση (Ολ. ΑΠ 10/2002, ΑΠ 2199/2014, ΑΠ 276/2009).

Εν προκειμένω το Εφετείο δέχθηκε: ".....

Συνεπώς, στην κρινόμενη περίπτωση, από την ως άνω τελεσίδικη (και αμετάκλητη) απόφαση παρήχθη δεδικασμένο, λόγω της ταυτότητας των διαδίκων υπό την αυτή ιδιότητα παρασταθέντων και στην προηγούμενη δίκη και της ταυτότητας της ιστορικής και νομικής αιτίας, ως προς τη διαγνωσθείσα έννομη σχέση, που συνέδεε την ενάγουσα με την εναγομένη από την 1.7.2005 μέχρι την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της στις 9.5.2008, ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως προς την ακυρότητα της από 9.5.2008 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας εκ μέρους του εναγομένου και ως προς την αξίωση για μισθούς υπερημερίας του ορισμένου χρονικού διαστήματος, από το οποίο δεσμεύεται το παρόν Δικαστήριο, καθώς δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος, υπό το οποίο κρίθηκε ήδη η ένδικη απαίτηση για τον προγενέστερο χρόνο".

Επομένως η προσαπτόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 16 του άρθρου 559 ΚπολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει εν προκειμένω δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθμ. 1259/2012 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον λόγω της ήττας του στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (αρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚπολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18.7.2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1265/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης ποσού χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ