314/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/1/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5309/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 666/2010 του Εφετείου Πειραιώς.
Legislator headnote
AI generated314/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ’ ακολουθίαν των προαναφερθέντων πρέπει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να απορριφθεί ως απαράδεκτη η ένδικη αίτηση αναιρέσεως ελλείψει εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας εξαιτίας της από την τελευταία αποδοχής της προσβαλλομένης αποφάσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 § 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
Full text
Απόφαση 314 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 314/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γαλενιανό με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, αντιπροσωπεύεται δε στην Ελλάδα από την εταιρεία με την επωνυμία "... S.A." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Αντώνιο Δράκο - Λιακόπουλο και Δημήτριο Δημητρίου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/1/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5309/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 666/2010 του Εφετείου Πειραιώς.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 8/6/2011 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 891/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 666/2010 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 650/2015 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11/5/2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 298 και 299 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αποδοχή της τελεσιδίκου αποφάσεως, που καθιστά απαράδεκτη την αναίρεση αυτής, μπορεί να γίνει και σιωπηρώς με πράξεις από τις οποίες συνάγεται σαφώς η αποδοχή της (Ολ.ΑΠ 15/2008). Τέτοια πράξη συνιστά και η από τον εναχθέντα ως οφειλέτη καταβολή του χρηματικού ποσού που επιδικάσθηκε στον ενάγοντα με την προσβαλλόμενη απόφαση μετά των τόκων καθώς και της δικαστικής δαπάνης, εφόσον η καταβολή γίνει χωρίς επιφύλαξη (ΑΠ 348/2006 ΑΠ 1085/2001). Η περί τούτου κρίση του δικαστηρίου της ουσίας αφορά εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και γι’ αυτό δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1085/2001).
Η κατά τα άνω αποδοχή της αποφάσεως επάγεται ως δικονομική έννομη συνέπεια την απόρριψη του ασκηθέντος ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου ελλείψει εννόμου συμφέροντος σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 566 § 2 και 566 § 1 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 15/2008 ΑΠ 175/2011). Η αποδοχή, η οποία είναι δυνατή και ως προς ορισμένα μόνο κεφάλαια της αποφάσεως μπορεί να γίνει τόσον πριν όσο και μετά την άσκηση της αναιρέσεως. Για την πρώτη περίπτωση, ήτοι για την αποδοχή της αποφάσεως πριν από την άσκηση της αναιρέσεως, δεδομένου ότι η αποδοχή έχει ως συνέπεια ουσιαστικώς την παραίτηση από το ένδικο αυτό μέσο απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα κατ’ ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 98 παρ. β’ ΚΠολΔ. Για τη δεύτερη περίπτωση, δηλαδή για την αποδοχή της αποφάσεως μετά την άσκηση της αναιρέσεως απαιτείται γενική πληρεξουσιότητα, κατά το άρθρο 27 ΚΠολΔ (ΑΠ 1273/2009) δεν υπόκειται δε η αποδοχή αυτή σε κανένα τύπο και ειδικότερα στον οριζόμενο από τη διάταξη του άρθρου 297 ΚΠολΔ, για την παραίτηση από το δικόγραφο της αναιρέσεως, τύπο, αφού, όπως έχει λεχθεί, η αποδοχή της απόφασης μπορεί να είναι και σιωπηρή.
Στις αμέσως παραπάνω περιπτώσεις ο σχετικός ισχυρισμός του αναιρεσιβλήτου προβάλλεται με την ποινή της απορρίψεώς του ως απαραδέκτου, με τις προτάσεις αυτού (αναιρεσιβλήτου), οι οποίες πρέπει να κατατεθούν μέσα στην οριζομένη από το άρθρο 570 ΚΠολΔ προθεσμία και ειδικότερα 20 ημέρες πριν από τη συζήτηση της υποθέσεως, ανεξαρτήτως αν αυτή έλαβε χώρα κατά την αρχικώς ορισθείσα είτε σε μεταγενέστερη δικάσιμο (ΑΠ 1253/2017, ΑΠ 1435/1988) και ερευνάται από τον ‘ Αρειο Πάγο σύμφωνα με το άρθρο 577 ΚΠολΔ, πριν από την εξέταση του παραδεκτού και βασίμου των λόγων της αναιρέσεως (ΑΠ 175/2011, ΑΠ 1253/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσίβλητη, προς απόκρουση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως της 650/2015 τελεσιδίκου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, προβάλλει δια των κατά την 13-10-2017 κατατεθεισών εγγράφων προτάσεών της και υπό την επίκληση της εκ μέρους της (οφειλετρίας - εναγομένης) αναιρεσείουσας αποδοχής της προσβαλλομένης αποφάσεως δια της ανεπιφυλάκτου καταβολής προς αυτή (δανείστρια - ενάγουσα - αναιρεσίβλητη) του συνολικώς επιδικασθέντος με την ως άνω απόφαση ποσού των 350.840,93 ευρώ [αντιστοιχούντος σε 202.157,08 ευρώ για κεφάλαιο, συν 163.745,71 ευρώ για τόκους υπερημερίας, συν 9.500 € για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη μετ’ αφαίρεση ποσοστού 15% επί των ως άνω τόκων ως αναλογούντα υπέρ του Δημοσίου φόρου δυν.
των άρθρων 62 και 64 ν. 4972/2013] ένσταση (ισχυρισμό) απαραδέκτου της κρινομένης αιτήσεως ελλείψει εννόμου συμφέροντος. Ο ισχυρισμός αυτός είναι νομικά βάσιμος, στηριζόμενος στις προαναφερθείσες διατάξεις, παραδεκτώς δε προβαλλόμενος δια των εμπροθέσμως (προ 20 ημερών από τη συζήτηση) κατατεθεισών προτάσεων της αναιρεσιβλήτου πρέπει να γίνει δεκτός ως και ουσιαστικά βάσιμος αφενός ως εκ της υπό της αναιρεσείουσας συνομολογήσεως της καταβολής από την δια ολοκλήρου του επιδικασθέντος με την προσβαλλομένη απόφαση ποσού και αφετέρου της μη αποδεικνυομένης διατυπώσεως εκ μέρους αυτής οποιασδήποτε επιφυλάξεως αναφορικά με την ασκηθείσα ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αναιρεσείουσα, η οποία συνομολογεί την μη επίσπευση εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως εκ μέρους της νικήσασας αναιρεσίβλητης, προς απόκρουση της παραπάνω, περί απαραδέκτου, ενστάσεως ισχυρίζεται ότι η επικαλουμένη από την αναιρεσίβλητη αποδοχή της αποφάσεως δεν την δεσμεύει ενόψει του ότι αφενός ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ο οποίος προέβη στην κατάρτιση της σχετικής συμφωνίας με τον δικηγόρο της αναιρεσιβλήτου δεν είχε την απαιτουμένη ειδική εντολή για την συνεπιφέρουσα παραίτηση από την ένδικη αίτηση αναιρέσεως αποδοχή της αποφάσεως και αφετέρου ότι "σε κάθε περίπτωση οι δύο πλευρές είχαμε συμφωνήσει ότι μεταξύ μας θα συντασσόταν συμφωνητικό, στο οποίο η εταιρεία μας (αναιρεσείουσα) θα επιφυλασσόταν και ρητά (εγγράφως) του δικαιώματός της να αναιρεσιβάλλει την εφετειακή απόφαση" πλην όμως η αναιρεσίβλητη δεν έστερξε στην υπογραφή του με διάφορες προφάσεις ...
αλλά η εταιρεία πριν καταβληθεί το επιδικασθέν ποσό στην αναιρεσίβλητη στις 9-6-16 είχε ήδη από 16-5-16 ασκήσει την ένδικη αίτηση υλοποιώντας την προφορικά εκφρασθείσα επιφύλαξή της". Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται απορριπτέος κατά μεν το πρώτο σκέλος του ως νομικά αβάσιμος αφού, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, για την μετά την άσκηση της αναιρέσεως λαμβάνουσα χώρα αποδοχή της αποφάσεως, όπως στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία η τελευταία (αποδοχή) αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα, όχι πριν από την άσκηση (16-5-16) της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως, όπως αβασίμως υποστηρίζει η αναιρεσίβλητη, αλλά μεταγενεστέρως και ειδικότερα την 9-6-16, οπότε καταβλήθηκε στην αναιρεσίβλητη το επιδικασθέν με την προσβαλλομένη απόφαση ποσό δεν απαιτείται ειδική, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, αλλά μόνο γενική, πληρεξουσιότητα την οποία δεν αρνείται η τελευταία, και η οποία προκύπτει άλλωστε και από το μετ’ επικλήσεως από την ίδια προσκομιζόμενο .../2014 γενικό δικαστικό πληρεξούσιο της Σ/φου Αθηνών Σ.
Δ., κατά δε το δεύτερο ως ουσιαστικά αβάσιμος αφού καμμία περί των επικαλουμένων προς θεμελίωσή του περιστατικών απόδειξη προσκομίζεται. Αντιθέτως από τα μεταξύ των διαδίκων ανταλλαγέντα ηλεκτρονικά μηνύματα, εκατέρωθεν ως προς τον αριθμό και το περιεχόμενο συνομολογούμενα, προκύπτει η παράλειψη οποιασδήποτε αναφοράς της αναιρεσείουσας, πολύ δε περισσότερο διατυπώσεως επιφυλάξεως, είτε προς άσκηση αναιρέσεως κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως είτε προς συζήτηση του ασκηθέντος ως άνω ενδίκου μέσου.
Κατ’ ακολουθίαν των προαναφερθέντων πρέπει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να απορριφθεί ως απαράδεκτη η ένδικη αίτηση αναιρέσεως ελλείψει εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας εξαιτίας της από την τελευταία αποδοχής της προσβαλλομένης αποφάσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 § 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την [από 11-5-16 και με αριθμ. καταθ. …2016] αίτηση αναιρέσεως της 650/2015 τελεσιδίκου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου από δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Φεβρουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ