314/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 314 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated314/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 314 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 314 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 314/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Α. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Παπαγεωργίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "..."), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Σύριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-4-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 4-11-2009 αγωγή της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 599/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3809/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-3-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 11-11-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των τετάρτου και πέμπτου λόγων της αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβιάζει την υποχρέωσή του να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη, τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο, ήτοι επίκληση από την οποία προκύπτει η ταυτότητα του αποδεικτικού μέσου (Ολ.ΑΠ 23/2008, ΑΠ 168/2014, ΑΠ 179/2013, ΑΠ 87/2013). Μόνο, αν, από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο, ή κατ’ άλλη έκφραση, αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 15/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 481/2013, ΑΠ 483/2013, ΑΠ 495/2013). Ειδικώς οι ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διαφορετικό από τους μάρτυρες ή τα έγγραφα και επομένως θα πρέπει να αναφέρονται ειδικά στην απόφαση ότι έχουν ληφθεί υπόψη, ή ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν τις λαμβάνει υπόψη, διότι, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δεν είχαν προσκομισθεί στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια (ΑΠ 861/2000). Στις διαφορές για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού, που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 ΚΠολΔ, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερες τουλάχιστον ώρες (άρθρ. 674 παρ. 1 εδ. γ’ ΚΠολΔ). Απαραίτητη συνεπώς προϋπόθεση για το επιτρεπτό της εκτίμησης των ενόρκων βεβαιώσεων ως αποδεικτικών μέσων κατά την ως άνω διαδικασία, αποτελεί η λήψη τους, μετά προηγούμενη, πριν από είκοσι τέσσερες τουλάχιστον ώρες, κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου, που τις επικαλείται και τις προσκομίζει, ο οποίος και υποχρεούται στην εκτίμηση και απόδειξη της κλήτευσης, εκτός αν ο αντίδικός του παραστάθηκε κατά τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης. Το δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως τη νομιμότητα της κλήτευσης του αντιδίκου, γιατί η έλλειψή της έχει ως συνέπεια, ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο και επομένως, αν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη του ένορκη βεβαίωση, χωρίς να αποδεικνύεται ότι έχει νομίμως κλητευθεί ο αντίδικος (που δεν παρέστη κατά τη λήψη της), λαμβάνει υπόψη του ανεπίτρεπτο από το νόμο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 68/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ’ αριθμ. 3809/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, δικάζοντος έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος Κ. Α. κατά των εναγομένων α) Μ. Σ. και β) "..." και της υπ’ αριθμ. 599/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο (άρθρο 681Α ΚΠολΔ), 1) απορρίφθηκε η από 21-4-2009 αγωγή του ενάγοντος - εκκαλούντος Κ. Α. και 2) έγινε δεκτή η αντίθετη αγωγή της "...", καταργήθηκε η δίκη ως προς την πρώτη εφεσίβλητη Μ. Σ., λόγω παραιτήσεως του εκκαλούντος ως προς αυτή και απορρίφθηκε η έφεση κατ’ ουσίαν ως προς τη δεύτερη "...", κατόπιν παραδοχής, ότι το ατύχημα οφειλόταν σε αποκλειστική υπαιτιότητα του εκκαλούντος. Το δικαστήριο, προς σχηματισμό της κρίσεώς του αυτής, επανεκτίμησε τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Σ. Μ., θείου του εκκαλούντος και Σ. Σ., υπαλλήλου της δεύτερης εφεσίβλητης που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την απόφασή του πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, τις φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείτο και τα λοιπά έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα της σχηματισθείσης σε βάρος της Μ. Σ., ποινικής δικογραφίας (σχεδιάγραμμα, έκθεση αυτοψίας, προανακριτικές καταθέσεις κ.λπ.). Δεν έλαβε όμως υπόψη του την μετ’ επικλήσεως με τις κατατεθείσες την 24-1-2013 προτάσεις του προσκομισθείσα από τον εκκαλούντα - αναιρεσείοντα, το πρώτον στην κατ’ έφεση δίκη υπ’ αριθμ. ... 23-1-2013 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρός του Δ. Γ., που δόθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και την υπ’ αριθμ. .../21-1-2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού στο πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Π. περί γνωστοποιήσεως της εξετάσεως μαρτύρων και της κλήσεως του αντιδίκου του για παράσταση κατ’ αυτών. Τούτο δε διότι, δεν γίνεται ειδική αναφορά στην απόφαση περί της ως άνω ένορκης βεβαίωσης, όπως έπρεπε, καθώς και της κλήσεως του αντιδίκου του εκκαλούντος, ούτε αναφορά, ότι ενώ γίνεται επίκληση, αυτές δεν προσκομίσθηκαν ή ότι δεν προσκομίσθηκε η ένορκη βεβαίωση στη πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια. Από την επισκόπηση της ως άνω ένορκης βεβαίωσης (υπ’ αριθμ. ...23-1-2013), προκύπτει, ότι τα κατατεθέντα από τον ως άνω μάρτυρα στηρίζουν την αποκλειστική υπαιτιότητα για το επελθόν ατύχημα της οδηγού του ασφαλισμένου στην εφεσίβλητη εταιρεία αυτοκινήτου και επομένως ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Περαιτέρω, η συζήτηση στο ακροατήριο του Εφετείου, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, έγινε στις 24-1-2013 και η απόφαση δημοσιεύθηκε στις 27-6-2013. Ο αναιρεσείων - εκκαλών επικαλέσθηκε με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου την υπ’ αριθμ. ... 23-11-2013 ένορκη βεβαίωση και την υπ’ αριθμ. .../21-1-2013 ως άνω έκθεση επιδόσεως. Από την επισκόπηση των εγγράφων αυτών, προκύπτει, ότι η ένορκη βεβαίωση φέρει ημερομηνία συντάξεως την 23-1-2013, ημέρα Τετάρτη και ώρα 12.45’ και όχι 23-11-2013 που αναφέρεται στις προτάσεις του εκκαλούντος, ενώ η κλήση του αντιδίκου του προς παράσταση κατ’ αυτήν έγινε για την πρώτη ως άνω ημεροχρονολογία και ώρα. Πρόκειται, επομένως, περί της εκ προφανούς παραδρομής, αναφοράς της ημερομηνίας 23-11-2013, αντί της ορθής 23-1-2013. Περαιτέρω, η απεύθυνση, εκ μέρους του αναιρεσείοντος, της γνωστοποιήσεως εξετάσεως μαρτύρων μετά κλήσεως, προς το Ειρηνοδικείο Αθηνών για την ως άνω ένορκη βεβαίωση, αντί της απευθύνσεώς της προς το Εφετείο Αθηνών, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσίβλητη, διότι σ’ αυτό θα εκδικαζόταν η έφεσή του, δεν ασκεί έννομη επιρροή, αφενός διότι η διάταξη του ΚΠολΔ που προέβλεπε τη γνωστοποίηση της εξετάσεως μαρτύρων (397 ΚΠολΔ), η οποία άλλωστε εφαρμοζόταν για την εξέταση των μαρτύρων μετά από έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, έχει καταργηθεί με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2915/2001, αφετέρου δε η κλήση για παράσταση κατά την εξέταση μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, είναι νόμιμη, δεδομένου ότι σ’ αυτή γίνεται αναφορά περί της εκδικάσεως της εφέσεως στις 24-1-2013. Κατόπιν αυτών, ο τέταρτος και ο συναφής πέμπτος λόγος της αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβάσεως του άρθρου 559 αρ. 11γ’ , πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι.
Περαιτέρω, μετά την παραδοχή των παραπάνω λόγων αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καλύπτει στο σύνολό τους τα προσβαλλόμενα κεφάλαια της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ώστε να καθίσταται αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών λόγων του αναιρετηρίου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός αυτού που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013). Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος που δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ), να διαταχθεί δε η απόδοση του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στον καταθέσαντα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 3809/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ. Και Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στον καταθέσαντα.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ