Legislator Case Law & Legislation
314/2015 AI generated

314/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 314/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/3/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 222/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 46/2014 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/7/2014 αίτησή του και τους από 21/12/2014 πρόσθετους λόγους αυτής.

Legislator headnote

AI generated

314/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επί συμβάσεως, η οποία καταρτίσθηκε χωρίς εξουσία του φερομένου ως νομίμου εκπροσώπου της Α.Ε. έχουν ανάλογη εφαρμογή οι περί ελλείψεως πληρεξουσιότητας διατάξεις του άρθρου 229 § 1 ΑΚ, κατά τους ορισμούς της οποίας, στην περίπτωση αυτή, το κύρος της συμβάσεως εξαρτάται από την έγκριση του αντιπροσωπευομένου (ΑΚ 238), ήτοι συγκατάθεση που παρέχεται μετά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 314 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 314/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Δημήτριο Γεώργα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Α. του Μ., κατοίκου ... και ήδη ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Στεφανίδη, που ανακάλεσε την από 10/2/2015 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χάρη Βασιλειάδη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/3/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 222/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 46/2014 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/7/2014 αίτησή του και τους από 21/12/2014 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Γεώργας ανέγνωσε την από 5/2/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως καθώς και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως κατά της 46/2014 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ - αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (αρ. 173, 200 ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.

με εσφαλμένη υπαγωγή (ολ.ΑΠ 7/2006, ολ.ΑΠ 4/2005). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρ. 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 74/2013).

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 65, 67, 68 και 70 ΑΚ συνάγεται ότι, για να υποχρεωθεί νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία, πρέπει αυτή να έχει συναφθεί είτε από το όργανο που το διοικεί και ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του είτε από άλλα φυσικά πρόσωπα, στα οποία παρασχέθηκε σχετική εξουσία από το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο.

Ειδικότερα, η ανώνυμη εταιρεία δεσμεύεται απέναντι στους τρίτους μόνο από πράξεις των συντεταγμένων οργάνων της και εφόσον τηρούνται οι από το νόμο προβλεπόμενες προϋποθέσεις. Οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο δεν μπορεί να εκληφθεί ότι εκπροσωπεί ή δεσμεύει την ΑΕ, πολύ δε περισσότερο αφού ο νόμος (άρθ. 18 § 1, 2 και 22 Ν. 2190/1920) και στο καταστατικό αυτής απαιτούν για τη μεταβίβαση διαχειριστικών αρμοδιοτήτων της ΑΕ αυστηρές προϋποθέσεις, ήτοι συλλογική ενέργεια του διοικητικού συμβουλίου και πιο συγκεκριμένα απόφαση του ΔΣ περί παροχής εξουσιοδοτήσεως σε τρίτον προς διενέργεια συγκεκριμένων πράξεων.

Επομένως, όταν ασκηθεί αγωγή κατά Α.Ε. με αντικείμενο την εκπλήρωση υποχρεώσεων αυτής από σύμβαση, αν αμφισβητηθεί το κύρος της καταρτισθείσας συμβάσεως για έλλειψη νομίμου εκπροσωπήσεως της εταιρείας, ο ενάγων πρέπει να επικαλεσθεί με τις προτάσεις του και στη συνέχεια να αποδείξει, για το κύρος της συμβάσεως, ότι ο αναφερόμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος, η μνεία του οποίου δεν είναι απαραίτητη στην αγωγή, εκπροσωπούσε νόμιμα την εταιρεία, είτε διότι ήταν καταστατικό όργανο αυτής, είτε διότι του είχε δοθεί από καταστατικό όργανο η εξουσία συμβατικής εκπροσωπήσεώς της, αντίστοιχα δε το δικαστήριο πρέπει να διαλάβει στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν την εξουσία του εν λόγω προσώπου να εκπροσωπεί την εταιρεία (ΑΠ 1827/2012, ΑΠ 2107/2009, ΑΠ 1830/2006).

Επί συμβάσεως, η οποία καταρτίσθηκε χωρίς εξουσία του φερομένου ως νομίμου εκπροσώπου της Α.Ε. έχουν ανάλογη εφαρμογή οι περί ελλείψεως πληρεξουσιότητας διατάξεις του άρθρου 229 § 1 ΑΚ, κατά τους ορισμούς της οποίας, στην περίπτωση αυτή, το κύρος της συμβάσεως εξαρτάται από την έγκριση του αντιπροσωπευομένου (ΑΚ 238), ήτοι συγκατάθεση που παρέχεται μετά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας.

Ο περί εγκρίσεως ισχυρισμός παραδεκτά προτείνεται με την προσθήκη στις προτάσεις, μετά την άρνηση της εναγομένης ΑΚ περί μη νόμιμης εκπροσωπήσεώς της κατά την κατάρτιση της συμβάσεως (ΑΠ 2107/2009). Άλλωστε, ο ενάγων φέρει το βάρος να αποδείξει την έγκριση και όχι το νομικό πρόσωπο, την έλλειψη εξουσίας εκπροσωπήσεώς του.

Συνεπώς, εάν δεν προταθεί ο σχετικός περί εγκρίσεως ισχυρισμός ή προταθεί και δεν αποδειχθεί κατ'ουσία, η σχετική σύμβαση είναι ανίσχυρη έναντι της αντιπροσωπευομένης Α.Ε. και δεν παράγει έναντι αυτής αποτελέσματα (ΑΠ 1118/2010).

ΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση από τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα από το Δικαστήριο της ουσίας τούτο δέχθηκε τα κάτωθι: Με την υπ' αριθμ. .../30-9-1979 πράξη του συμβολαιογράφου Ρόδου Χρήστου Γιώρτσου συστήθηκε η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Τουριστικαί και Ξενοδοχειακαί Επιχειρήσεις ... Ανώνυμος Εταιρεία", με έδρα τη … και σκοπό την εκμετάλλευση του ξενοδοχείου με τον τίτλο "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟΝ ...", που βρίσκεται επί της οδού ...

αριθ. 9 στην …, την ίδρυση ξενοδοχειακών και τουριστικών μονάδων στη … και γενικά στην Ελλάδα, την ίδρυση και εκμετάλλευση γραφείων ταξιδίων προσελκύσεως και εξυπηρετήσεως τουριστών, καθώς και συναφών προς τις ξενοδοχειακές και τουριστικές εργασίες επιχειρήσεως, το δε καταστατικό της δημοσιεύθηκε νομότυπα στο Δελτίο ΑΕ και ΕΠΕ της ΑΕ Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο με επίκληση ΦΕΚ 1613/21-10-1971.

Κατά το άρθρο 13 § 2 και 3 του καταστατικού της εναγομένης, ο Διευθύνων Σύμβουλος εκπροσωπεί δικαστικώς και εξωδίκως την εταιρεία, για τη δέσμευση της οποίας, την ανάληψη πάσης υποχρεώσεως και την κατάρτιση πάσης συμβάσεως μετά τρίτων απαιτείται υποχρεωτικώς προηγουμένη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) και η υπογραφή του Προέδρου και του Διευθύνοντος Συμβούλου ή των πληρεξουσίων τους υπό την εταιρική επωνυμία, ενώ με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης (Γ.Σ.) το δικαίωμα υπογραφής μπορεί να χορηγηθεί και σε άλλα μέλη του Δ.Σ.

ή σε πρόσωπα εκτός τούτου, ειδικώς εξουσιοδοτημένα. Κατά το άρθρο 16 § στ' το Δ.Σ. μπορεί με απόφασή του να αναθέσει την εκπροσώπηση της εταιρείας ή τη μεταβίβαση των αρμοδιοτήτων του, εν όλω ή εν μέρει, σε ένα ή περισσότερα εκτός του Δ.Σ. πρόσωπα, καθορίζοντας ταυτόχρονα την έκταση της πληρεξουσιότητας αυτής.

Ο ενάγων ισχυρίστηκε με την αγωγή του, ότι με βάση άτυπη σύμβαση δανείου που καταρτίσθηκε στη Ρόδο την 25-7-1983 μεταξύ αυτού και της εναγομένης, κατέβαλε στην τελευταία το ποσό των 2.800.000 δραχμών (ήδη 8217 Ευρώ), με συμφωνία απόδοσης του δανείου την 25-7-1984 και ύψος επιτοκίου 25%, ότι προς εξασφάλιση δε του δανείου η εναγομένη αποδέχθηκε μία συναλλαγματική, ύψους 3.150.00 δρχ.

και ότι λόγω μη επιστροφής του ποσού του δανείου κατά τη συμφωνηθείσα ημερομηνία αποδέχθηκε προς εξασφάλιση αυτού νέες συναλλαγματικές. Η εναγομένη ανώνυμη εταιρία αμφισβήτησε ρητά το κύρος της επίδικης σύμβασης λόγω ελλείψεως νομίμου εκπροσωπήσεώς της από τον φερόμενο ως συμβληθέντα για λογαριασμό της Τ.

Κ. του Α., ισχυριζόμενη ότι ο τελευταίος δεν ήταν νόμιμος εκπρόσωπός της ούτε είχε εξουσιοδοτηθεί προς τούτο από τα αρμόδια όργανά της. Ο ενάγων επικαλείται, προς απόδειξη του ότι κατά την υπογραφή της άνω δανειακής σύμβασης ο ανωτέρω συμβληθείς εκπροσωπούσε νόμιμα την εταιρία, την ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ένορκη μαρτυρική κατάθεση του αδελφού του Ι.

Α., ο οποίος κατέθεσε ότι η σύμβαση δανείου καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και του Τ. Κ. του Α., ως εκπροσώπου της εναγομένης. Όμως σύμφωνα με την από 30-6-1981 απόφαση της Γ.Σ. και το υπ' αριθμ. 84/3-7-1981 πρακτικό του Δ.Σ. της εναγομένης, που καταχωρήθηκαν νομότυπα στο μητρώο ΑΕ και ΕΠΕ και δημοσιεύθηκαν στο τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο με επίκληση υπ' αριθμ. 3648/29-9-1981 ΦΕΚ, το Δ.Σ.

της εναγομένης, με πενταετή θητεία, αποτελούσαν ο Σ. Κ. του Τ., ως Πρόεδρος, ο Α. Κ. του Α. ως Αντιπρόεδρος, ο Δ. Κ. του Α. ως Διευθύνων Σύμβουλος και οι Α. Κ. του Τ. και Α. Κ. του Α., ως Σύμβουλοι.

Συνεπώς, το έτος 1983 εκπρόσωπος της εναγομένης εταιρείας, σύμφωνα με το άρθρο 13 § 2 του καταστατικού της, ήταν ο Δ. Κ. του Α. ως Διευθύνων Σύμβουλος και όχι ο συμβληθείς στην επίδικη δανειακή σύμβαση Τ. Κ. του Α.. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι τα αρμόδια όργανα της εναγομένης, ήτοι ο εκπρόσωπος αυτής ή το Δ.Σ.

ανέθεσαν στον ανωτέρω συμβληθέντα την εκπροσώπηση της εταιρείας ή του έδωσαν εξουσία να εκπροσωπήσει την εταιρία ειδικά στη συγκεκριμένη σύμβαση. Ούτε, επίσης, αποδείχθηκε ότι η εν λόγω σύμβαση δανείου εγκρίθηκε έστω εκ των υστέρων από την εναγομένη εταιρεία. Για προσκομιζόμενα με επίκληση από τον ενάγοντα αντίγραφα συναλλαγματικών, λήξεως 1995, 1996, και 1997 (χωρίς αναγραφόμενο χρόνο εκδόσεως), που φέρουν στη θέση αποδοχής της σφραγίδα της εναγομένης εταιρίας και δυσανάγνωστη υπογραφή στη θέση του υπογράφοντος για λογαριασμό της, δεν αποδεικνύουν την αποδοχή συναλλαγματικών από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης και δη από την επικαλούμενη σύμβαση δανείου ... .

Το προσκομιζόμενο με επίκληση από τον ενάγοντα από 4-10-1994 έγγραφο, επίσης δεν αποδεικνύει νομότυπη απόφαση του Δ.Σ. της εναγομένης περί αναλήψεως ευθύνης με αποδοχή συναλλαγματικών, αφού αυτό δεν αποτελεί νομότυπο πρακτικό συνεδριάσεως του Δ.Σ. της εναγομένης, καθόσον δεν φέρει αριθμό και ημερομηνία συνεδριάσεως ούτε ονόματα και υπογραφές των μελών του Δ.Σ.

της εταιρείας. Με βάση τα προαναφερόμενα, εφόσον ο ενάγων, ο οποίος φέρει το σχετικό βάρος αποδείξεως, δεν απέδειξε ότι κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης δανείου (25-7-1983) ο συμβαλλόμενος Τ. Κ. του Α. είχε εξουσία να εκπροσωπήσει την εναγομένη για την ανάληψη υποχρέωσης από τη σύμβαση, ούτε ότι η εναγομένη ενέκρινε εκ των υστέρων τη σύμβαση ώστε να καταστεί υπόχρεη εξ αυτής, η εν λόγω σύμβαση είναι ανίσχυρη και δεν παράγει αποτελέσματα έναντι της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας ...".

Εκ των ανωτέρω αναφερομένων το μεν υπάρχει ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 65, 67, 68 και 70 ΑΚ όπως και τα άρθρ. 238 ΑΚ, αφού το Δικαστήριο με σαφείς, μη αντιφατικές και επαρκείς αιτιολογίες, αποδέχεται ότι δεν καταρτίσθηκε σύμβαση δανείου για λογαριασμό της ΑΕ, το δε ότι δεν εγένετο ούτε έγκριση εκ των υστέρων, δια των ανωτέρω αναφερομένων αρνητικών περί τούτου ισχυρισμών της αναιρεσιβλήτου, ούτε βεβαίως δύναται να γίνει λόγος περί σιωπηράς εγκρίσεως, αφού υπάρχει ρητή άρνηση της εγκρίσεως.

Επομένως οι λόγοι οι εναγόμενοι στις παραβιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

ΙΙΙ) Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Για το παραδεκτό του λόγου πρέπει ν'αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το απαράδεκτο ή η ακυρότητα νομίμως είχε προταθεί στο πρωτοβάθμιο και είχε επαναφερθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καθοριζόμενου συγχρόνως του νόμιμου τρόπου προβολής του σχετικού ισχυρισμού στο πρωτοβάθμιο κατά την πρώτη συζήτηση και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης είτε νομίμως με τις προτάσεις στο Εφετείο (ΑΠ 1705/2008, ΑΠ 2013/2007), έστω και αν ο ισχυρισμός αυτός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 259/2009), εκτός αν συντρέχει περίπτωση του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 2246/2009).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 224 εδ. α' ΚΠολΔ είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής, ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 522 του ίδιου κώδικα, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους, με εκείνη δε του άρθρου 525 § 2 είναι απαράδεκτη η υποβολή νέας αίτησης, όπως και η άσκηση ανταγωγής για πρώτη φορά στη δευτεροβάθμια δίκη, ακόμα και αν συναινεί ο αντίδικος.

Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Επιτρέπεται εξαιτίας γεγονότων που επήλθαν μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης να ζητηθεί αντί για το αντικείμενο που ζητήθηκε αρχικά άλλο ή η αξία του ή το διαφέρον. Από τις συνδυασμένες πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι αντικείμενο της πολιτικής δίκης είναι και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας η οικονομική αξίωση που έχει υποβληθεί στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και εκφράζεται με αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας για την προσβαλλόμενη ιστορική αιτία, με απόφαση του δικαστηρίου σύμφωνη προς το υποβαλλόμενο αίτημα.

Η έφεση δεν δημιουργεί νέο αντικείμενο της δίκης, αλλά αποτελεί - αναλόγως αν η πρωτοβάθμια απόφαση ήταν δυσμενής ή ευνοϊκή για όποιον ζήτησε τη δικαστική προστασία, μέσο τελικής επίτευξης ή ματαίωσης της ικανοποίησης της δικανικής αξίωσης με την υποβολή της σε νέα, δευτεροβάθμια, δικαστική κρίση (ΑΠ 821/2010).

Εν προκειμένω με τον σχετικό λόγο της αναίρεσης παραπονείται διότι "η προσβαλλόμενη απόφαση, από λάθος, απέρριψε ως απαράδεκτο τον παραπάνω λόγο εφέσεώς μου (αρ. 281 ΑΚ), αφού τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που προτάθηκαν εμπροθέσμως και προσηκόντως στην πρωτοβάθμια δίκη, απαρτίζουν και θεμελιώνουν την ιστορική βάση του από το άρθρο 281 ΑΚ ισχυρισμού". Όμως από την παραδεκτή επισκόπηση τόσο της αγωγής του όσο και των προτάσεων καθώς και της αντίκρουσης στις προτάσεις της εναγομένης, δεν γίνεται μνεία περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος και ως εκ τούτου παραδεκτώς απορρίφθηκε ο σχετικός (το πρώτον κατ' έφεσιν προβαλλόμενος λόγος) ισχυρισμός. Είναι δε απορριπτέος ως απαράδεκτος και ο λόγος αυτός, ως λόγος αναίρεσης.

IV) Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ - αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ειδικότερα η αιτίαση αφορά τη μη λήψη υπόψη της από 28-11-2007 τηλεομοιοτυπίας (telefax), που αποτελεί έγγραφο κατ' άρθρ. 444 § 3 ΚΠολΔ., που αφορά ουσιώδη ισχυρισμό για την έκβαση της δίκης και δη για την απόδειξη της υπάρξεως εγκρίσεως της επίμαχης δανειακής συμβάσεως. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και ως εκ τούτου συνάγεται ότι αδιστάκτως έλαβε υπόψη και το από 25-11-2007 tele fax, αφού δέχθηκε ότι η εναγομένη "δεν ενέκρινε εκ των υστέρων τη σύμβαση". Η μη ειδική αναφορά στο ως άνω έγγραφο δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκε και υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων επί του ουσιώδους τούτου ζητήματα. Είναι επομένως απορριπτέος ο λόγος αυτός ως αβάσιμος.

V) Τέλος κατά το άρθρο 22 Ν. 2190/1920 ορίζεται ότι το Δ.Σ. είναι αρμόδιο ν' αποφασίζει πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρίας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρίας. Πράξεις του Δ.Σ. ακόμη και αν είναι εκτός του εταιρικού σκοπού, δεσμεύουν την εταιρία απέναντι στους τρίτους, εκτός αν αποδειχθεί ότι ο τρίτος γνώριζε την υπέρβαση του εταιρικού σκοπού ή όφειλε να τη γνωρίζει.

Δε συνιστά απόδειξη μόνη η τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας ως προς το καταστατικό της εταιρίας ή τις τροποποιήσεις. Περιορισμός της εξουσίας του διοικητικού συμβουλίου από το καταστατικό ή από απόφαση της γενικής συνέλευσης δεν αντιτάσσονται στους τρίτους ακόμα και αν έχουν υποβληθεί στις διατυπώσεις δημοσιότητας.

Οι ως άνω διατάξεις προστέθηκαν κατόπιν των Π.Δ. 409/1986 και 29 Ν. 3604/207, προς συμμόρφωση οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης προβάλλεται ότι δεν τηρήθηκαν οι ως άνω διατάξεις, πλην όμως από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρ. 561 § 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η εξουσία του αρχικώς συμβληθέντος να δεσμεύει την Α.Ε.

ούτε και εκ των υστέρων υπήρχε εξουσία δέσμευσης εκ μέρους του Τ. Κ. του Α. προς αποδοχή συναλλαγματικών που να βαρύνουν την Α.Ε. και ούτε σε έγκριση εκ των υστέρων. Και τούτο διότι η ανωτέρω έγκριση παρέχεται από το Δ.Σ. που εκπροσωπεί την εταιρία δρώντας συλλογικά ή από το πρόσωπο που την εκπροσωπεί σύμφωνα με σχετική πρόβλεψη του καταστατικού (ΑΠ 474/2006, ΑΠ 603/2013).

Με το να δεχθεί κατά την ανέλεγκτη κρίση του το Δικαστήριο της ουσίας τ' ανωτέρω δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 22 Ν. 2190/1920, όπως ίσχυε κατά τους χρόνους εκείνους (1983-1994), ούτε περιέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εξουσία έγκρισης και εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της Α.Ε. ως και εκείνων περί εγκρίσεως δικαιοπραξιών σε βάρος των συμφερόντων της Α.Ε.

και συνεπώς ο πρόσθετος λόγος με τις δύο ως άνω εκφάνσεις του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ενόψει των ανωτέρω δεκτών γενομένων πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος κατά της 46/2014 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 § 4 ΚΠολΔ, άρθρ. 12 Ν. 4055/2012) και τέλος να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη σε βάρος του αναιρεσείοντος και υπέρ της αναιρεσιβλήτου που παραστάθηκε και για τις προτάσεις που κατέθεσε (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης και τον πρόσθετο λόγο κατά της 46/2014 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης και για τις προτάσεις που αυτή κατέθεσε, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ