314/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedαπό 1-10-2005 έως 30-9-2006 220,50 ευρώ (210 Χ 5% = 10,50. 210 + 10,50 = 220,50) ευρώ. από 1-10-2006 έως 30-9-2007 232 ευρώ (220,50 Χ 5% = 11,50. 220,50+ 11,50 = 232) ευρώ.
Legislator headnote
AI generated314/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όρος για ποσοστιαία σταδιακή αναπροσαρμογή του μισθώματος που συνομολογείται μετά την 1η Σεπτεμβρίου 1994, ισχύει και για χρόνο (συμβατικό ή με αναγκαστική παράταση), για τον οποίο δεν έχει προβλεφθεί σταδιακή αναπροσαρμογή, εφ' όσον τα μέρη δεν έχουν αποκλείσει την ισχύ του για χρόνο που δεν προβλέπεται από τη σύμβαση".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 314 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 314/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντα: Ι. Λ. του Ι., κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Μαρίας Μαστοράκη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. Τ. του Α., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κων/νου Παναγιωτόπουλου, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-3-2010 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η απόφαση 1232/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης ζητεί o αναιρεσείων με την από 2-12-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιλτιάδης Σπυρόπουλος, ανέγνωσε την από 2-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του π.δ. 34/1995, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 7 παρ. 6 του Ν. 2741/1999, η μίσθωση ισχύει για δώδεκα έτη, ακόμα και αν είχε συμφωνηθεί για βραχύτερο ή αόριστο χρόνο. Εξ άλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 58 παρ. 11 π.δ. 34/1995, ως χρόνος παραμονής στη χρήση του μισθίου με βάση τον οποίο προσδιορίζεται η νόμιμη (δηλαδή η υποχρεωτική) διάρκεια της μισθώσεως, νοείται ο συνολικός χρόνος που συμπληρώνεται χωρίς διακοπή, στο πρόσωπο του μισθωτή, συνυπολογιζομένου και του χρόνου των τυχόν δικαιοπαρόχων του, ανεξαρτήτως του είδους της συμβάσεως.
Ως εκ τούτου, συνυπολογίζεται και ο χρόνος της προγενεστέρας μισθώσεως, στην περίπτωση που αυτή ανανεώνεται ή στην περίπτωση που αυτή καταργείται και συνάπτεται νέα μίσθωση μεταξύ των ιδίων προσώπων. Αν όμως οι συμβαλλόμενοι, στο πλαίσιο της συμβατικής ελευθερίας (άρθρο 361 Α.Κ.) η οποία περιλαμβάνει και την ελευθερία διαμορφώσεως του περιεχομένου της συμβάσεως, ήθελαν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση την κατάργηση της παλαιάς και τη σύναψη νέας μισθώσεως, ανεξαρτήτως από την παλαιά, τότε στο νόμιμο χρόνο διαρκείας της μισθώσεως δεν συνυπολογίζεται ο χρόνος της προηγουμένης μισθώσεως.
Και τούτο διότι η διάταξη του άρθρου 58 παρ.11 π.δ. 34/1995 είναι ερμηνευτική των δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων και δεν εφαρμόζεται, αν σαφώς προκύπτει, ότι με τις εκατέρωθεν δηλώσεις τους, οι συμβαλλόμενοι ήθελαν την κατάρτιση, νέας μισθώσεως ανεξαρτήτως από την παλαιά. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 π.δ. 34/1995 "Το μίσθωμα κατά τη σύναψη της σύμβασης καθορίζεται ελεύθερα από τους συμβαλλομένους και αναπροσαρμόζεται κατά τα χρονικά διαστήματα και το ύψος που ορίζεται στη σύμβαση.
Όρος για ποσοστιαία σταδιακή αναπροσαρμογή του μισθώματος που συνομολογείται μετά την 1η Σεπτεμβρίου 1994, ισχύει και για χρόνο (συμβατικό ή με αναγκαστική παράταση), για τον οποίο δεν έχει προβλεφθεί σταδιακή αναπροσαρμογή, εφ' όσον τα μέρη δεν έχουν αποκλείσει την ισχύ του για χρόνο που δεν προβλέπεται από τη σύμβαση".
Κατά τη σαφή έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 7 παρ. 1 εδ. β' π.δ. 34/1995, η ως άνω σταδιακή αναπροσαρμογή ισχύει και για το χρόνο της αναγκαστικής παρατάσεως της μισθώσεως, εκτός αν αυτή έχει αποκλεισθεί συμβατικώς (βλ. ΑΠ 177/2003). Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 427, 431 και 433 Α.Κ. σαφώς προκύπτει ότι για να επέλθει απόσβεση της ενοχής δια δημοσίας καταθέσεως της παροχής, πρέπει να υπάρχει νόμιμος λόγος δικαιολογών την κατάθεση όπως είναι η υπερημερία του δανειστή, επί πλέον δε πρέπει η κατάθεση αυτή να έχει ως αντικείμενο ακριβώς την οφειλομένη παροχή, διότι αν αυτή έχει ως αντικείμενο παροχή ήσσονα της οφειλομένης, ισοδυναμούσα προς μερική καταβολή, στην οποία δεν δικαιούται κατ' άρθρο 316 Α.Κ.
ο οφειλέτης, δεν επιφέρει, την κατά το κατατεθέν ποσόν μερική απόσβεση της ενοχής, εκτός αν συναινεί ως προς αυτό και ο δανειστής. Ο δανειστής καθίσταται υπερήμερος αν δεν αποδέχεται την παροχή, η οποία του προσφέρεται και η οποία είναι πραγματική και προσήκουσα, δηλαδή είναι κατά ποιότητα και ποσότητα η οφειλομένη και προσφέρεται στον κατάλληλο τόπο και χρόνο.
Ειδικότερα, ο μισθωτής δικαιούται να παρακαταθέσει το μίσθωμα μόνον, αν ο εκμισθωτής αρνείται να το παραλάβει αν και αυτό προσφέρεται πραγματικώς και προσηκόντως (427, 349 Α.Κ.). Σε κάθε, όμως, περίπτωση προϋποτίθεται ότι προσφέρεται το συμφωνηθέν χρηματικό ποσόν μισθώματος, δεδομένου ότι εκ των διατάξεων των άρθρων 416 επ.
Α.Κ. προκύπτει ότι ο εκμισθωτής δεν έχει υποχρέωση αντί καταβολής του συμφωνηθέντος χρηματικού μισθώματος να δεχθεί μέρος αυτού (βλ. ΑΠ 363/93). Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία περί σταδιακής αναπροσαρμογής του μισθώματος αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 7 παρ. 3 του π.δ. 34/1995 περί αναπροσαρμογής του μισθώματος σε ποσοστό 0,75% της μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, κατά τη σαφή έννοια της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 7 παρ.1 εδαφ.
α'του ΠΔ 34/1995, που στηρίζεται στη θεμελιώδη αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361). Στην προκειμένη περίπτωση, το Ειρηνοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 1232/2010, τελεσίδικη απόφασή του, μεταξύ των άλλων, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, ότι αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του από 1-10-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού η καθής η ανακοπή εξεμίσθωσε προς τον ανακόπτοντα ένα ημιϋπόγειο κατάστημα επιφανείας 44 τ.μ.
κείμενο στο Δήμο … και επί της οδού … αρ. …στα …, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από το μισθωτή ως εργαστήριο υδραυλικών και πρατήριο ειδών υγιεινής, τα οποία αυτός εμπορεύεται. Η διάρκεια της μισθώσεως συμφωνήθηκε, διετής ήτοι από 1-10-2004 έως 30-9-2006 (υπ' αρ. 2 όρος του συμφωνητικού). Το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε σε 210 € προκαταβλητέο εντός του πρώτου τριημέρου κάθε μηνός, πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6% (όρος 11 του συμφωνητικού).
Συμφωνήθηκε περαιτέρω το μηνιαίο μίσθωμα να αυξάνεται κάθε έτος της μισθώσεως κατά ποσοστό 5% (υπ' αρ. 4 όρος του συμφωνητικού). Ο ανακόπτων ισχυρίζεται με την κρινομένη ανακοπή όπως παραδεκτώς διορθώθηκε (άρθρο 224 Κ.Πολ.Δ.) ότι η ένδικη μίσθωση καταρτίσθηκε προ τριάντα ετών και συγκεκριμένως την 6-10-1980 μεταξύ αυτού ως μισθωτού και της Α.
Γ. (θείας της καθής η ανακοπή) ως εκμισθωτρίας με τα από 6-10-1980 και 1-10-2004 ιδιωτικά συμφωνητικά. Όπως προκύπτει από το από 5-10-1980 (και όχι 6-10-1980) ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο ο ανακόπτων προσκομίζει, το ως άνω κατάστημα είχε τότε με το συμφωνητικό αυτό εκμισθωθεί σ' αυτόν από την Α. Γ.. Προσκομίζει, επίσης, ο ανακόπτων και επικαλείται με τις προτάσεις του μία σειρά συμφωνητικών με εκμισθώτρια την Α.
Γ., από τα οποία προκύπτει ότι υπήρξαν αλλεπάλληλες παρατάσεις της μισθώσεως μέχρι και την 30-9-1992 (συμφωνητικά από 5-10-1980, 5-10-1982, 5-10-1984, 5-10-1986, 5-10-1988 και 1-10-1990). Μετά την 3-9-1990 η μίσθωση συνεχίσθηκε. Ισχυρίζεται περαιτέρω ο ανακόπτων με την ανακοπή του ότι η καθής η ανακοπή "ανανέωσε το "μίσθωμα" την 1-10-2004" και ότι "κληρονόμησε τη θεία της πρόσφατα και έγινε νυν ιδιοκτήτρια".
Ο περί κληρονομίας ισχυρισμός αυτός είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρεται ο χρόνος θανάτου της ως κληρονομηθείσης φερομένης Α. Γ., ούτε και εκτίθεται νόμιμος τρόπος υπεισελεύσεως της καθής η ανακοπή στην κληρονομία και κατ' ακολουθίαν στη μίσθωση με την ιδιότητα της εκμισθωτρίας. Εξ ετέρου η καθής η ανακοπή δεν αμφισβήτησε μεν την πάλαι ποτέ συναφθείσα μεταξύ Α.
Γ. ως εκμισθωτρίας και ανακόπτοντος ως μισθωτή σύμβαση μισθώσεως και τη διάρκειά της (ουδέν ισχυρίζεται επ'αυτού), ισχυρίζεται όμως ότι η συναφθείσα την 1-10-2004 μίσθωση μεταξύ αυτής ως εκμισθωτρίας και του ανακόπτοντος ως μισθωτή, αποτελεί νέα μίσθωση ανεξάρτητη από την παλαιά. Πράγματι, δεν απεδείχθη στην προκειμένη περίπτωση νόμιμος τρόπος διαδοχής στη μίσθωση, ο δε περί κληρονομικής διαδοχής ισχυρισμός του ανακόπτοντος είναι αόριστος, όπως ήδη εκτέθηκε.
Τούτο, δηλαδή η έλλειψη διαδοχής στη μίσθωση σε συνδυασμό με την ερμηνεία του από 1-10-2004 μισθωτηρίου (Α.Κ.173 και 200), όπου ουδεμία αναφορά γίνεται σε προηγηθείσα μίσθωση, οδηγεί στην κρίση ότι τα μέρη θέλησαν νέα μίσθωση και όχι συνέχεια της προηγουμένης, όπως αβασίμως ο ανακόπτων ισχυρίζεται.
Συνεπώς, η νόμιμη διάρκεια της ενδίκου μισθώσεως είναι η δωδεκαετία μέχρι της λήξεως της οποίας ισχύει, σύμφωνα με τα όσα στη μείζονα σκέψη της παρούσας εκτέθηκαν, η συμφωνηθείσα από τους διαδίκους αναπροσαρμογή του μηνιαίου μισθώματος κατά ποσοστό 5%, επί του προηγουμένου, ετησίως. Έτσι, κατά τα μεταξύ των διαδίκων συμφωνηθέντα, το μηνιαίο μίσθωμα ανήλθε κατά μισθωτικό έτος στα εξής ποσά:
1) από 1-10-2005 έως 30-9-2006 220,50 ευρώ (210 Χ 5% = 10,50. 210 + 10,50 = 220,50) ευρώ.
2) από 1-10-2006 έως 30-9-2007 232 ευρώ (220,50 Χ 5% = 11,50. 220,50+ 11,50 = 232) ευρώ.
3) από 1-10-2007 έως 30-9-2008 243,60 ευρώ (232 Χ 5% = 11,60. 232+ 11,60 = 243,60) ευρώ.
4) από 1-10-2008 έως 30-9-2009 255,80 ευρώ (243,60 Χ 5% = 12,20. 243,60 + 12,20 = 255,80) ευρώ.
5) από 1-10-2009 έως 30-9-2010 268,60 ευρώ (255,80 Χ 5% = 12,80. 255,80 + 12,80 = 268,60) ευρώ.
Το τελευταίο αυτό μίσθωμα μαζί με το τέλος χαρτοσήμου ανήλθε σε 278,28 € (268,60 Χ 3,6% = 9,65. 268,60 + 9,65 = 278,28). (Η καθής η ανακοπή με την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής για την οποία θα γίνει λόγος πιο κάτω, ζητεί ως μηνιαίο μίσθωμα το ποσόν των 268 € και μαζί με το τέλος χαρτοσήμου ποσόν 277,65 € - 268 Χ 3,6% = 9,65. 268 + 9,65 = 277,65-). Μετά τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου η μίσθωση συνεχίσθηκε υπαχθείσα στις προστατευτικές διατάξεις του νόμου (δωδεκαετία).
Ο ανακόπτων, ενώ από την έναρξη της μισθώσεως (1-10-2004) μέχρι και το Σεπτέμβριο του έτους 2009 κατέβαλλε κανονικά τα μισθώματα με τη συμφωνηθείσα, κατά τα ανωτέρω, αναπροσαρμογή, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από την καθής σχετικές αποδείξεις (ενδεικτικώς υπ' αρ.112/1-10-2004, 148/1-10-2005, 182/1-10-2006, 212/1-10-2007 και 244/1-10-2008 και 1-9-2009), αιφνιδίως από το μήνα Οκτώβριο 2009 υπανεχώρησε μονομερώς της συμφωνίας αυτής και προσέφερε μίσθωμα ήσσον του συμφωνηθέντος και συγκεκριμένως προσέφερε 266,56 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του τέλους χαρτοσήμου, ισχυριζόμενος ότι η νόμιμη αναπροσαρμογή του μισθώματος γίνεται κατ' έτος και ανέρχεται σε ποσοστό 0,75% της μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, όπως αυτή υπολογίζεται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία Ελλάδος.
Σε απάντηση της από 30-11-2009 εξωδίκου διαμαρτυρίας οχλήσεως και δηλώσεως εκ μέρους της καθής (κοινοποίηση με την υπ' αρ. .../2-12-2009) έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών …), με την οποία αυτή τον κάλεσε να της καταβάλει το ποσόν των 277,65 € για κάθε έναν από τους μήνες Οκτώβριο και Νοέμβριο 2009, ο ανακόπτων της κοινοποίησε την από 9-12-2009 εξώδικη απάντηση-διαμαρτυρία - δήλωση (κοιν/ση με την υπ' αρ. .../14-12-2009) έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών …) με την οποία της δήλωσε μεταξύ άλλων, επί λέξει, τα εξής: "Στις 26 Οκτωβρίου 2009 κατέθεσα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων......
το ποσόν των 535,17 € για το ενοίκιο, το χαρτόσημο και την αναπροσαρμογή των μηνών Οκτωβρίου και Νοεμβρίου 2009 με αριθμό κατάθεσης ... Το ίδιο έπραξα και στις 2 Δεκεμβρίου 2009 στην ως άνω Υπηρεσία για το ποσόν των 266,56 που αντιστοιχεί στα του μηνός Δεκεμβρίου με αριθμό κατάθεσης .... Διαμαρτύρομαι εντονότατα διότι σύμφωνα με την κειμένη νομοθεσία η νόμιμη αναπροσαρμογή του ενοικίου γίνεται κάθε έτος και ανέρχεται σε ποσοστό 0,75% της μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, όπως αυτή υπολογίζεται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος.
Η διάρκεια του υπ' αρ. .../18-10-2004 συμβολαίου ήταν από 1-10-2004 και έληξε στις 30-9-2006. Σας δηλώνω δε πως η δική σας απαίτηση υπερβαίνει κατά πολύ αυτό που ορίζει η κειμένη νομοθεσία, ως προς το Δείκτη Τιμών Καταναλωτή". Κατόπιν τούτων η καθής η ανακοπή κατέθεσε την από 27-1-2010 αίτησή της, συνεπεία της οποίας εξεδόθη η ανακοπτομένη υπ' αριθμόν …/2010 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία ο ανακόπτων υπεχρεώθη να καταβάλει στην καθής η ανακοπή ποσόν 1.123,35€ για μισθώματα και τέλη χαρτοσήμου των μηνών Οκτωβρίου 2009 έως και Ιανουαρίου 2010, ως και ποσόν 12,75 € για αναπροσαρμογή εγγυήσεως (277,65 Χ 4 μήνες = 1.110,60. 1110,60 + 12,75 = 1.123,35).
Ισχυρίζεται ο ανακόπτων, με την κρινομένη ανακοπή, ότι το μίσθωμα ανερχόταν το Σεπτέμβριο 2009 σε 266,56 € και ότι η καθής παρανόμως, αυθαιρέτως και αντικανονικώς το Σεπτέμβριο 2009 του ζήτησε αύξηση επί πλέον της προβλεπομένης από το από 1-10-2004 συμφωνητικό και συγκεκριμένως του ζήτησε 12,76 € επί πλέον, την οποία αύξηση εκείνος αρνήθηκε ως αντισυμβατική.
Ότι η καθής αρνήθηκε να παραλάβει τα μισθώματα που εκείνος της έδινε και για το λόγο αυτό αναγκάσθηκε να καταβάλλει κάθε μήνα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων 266,56 € και ότι απέστελλε τα γραμμάτια του ΤΠΔ στην καθής. Σχετικώς επικαλείται και προσκομίζει τα εξής γραμμάτια συστάσεως παρακαταθήκης για μισθώματα και τέλη χαρτοσήμου των πιο κάτω μηνών: 1) 617124/26-10-2009 ποσού 266,56 € για Οκτώβριο 2009 και 266,56 € για Νοέμβριο 2009 (σύνολο 535,17 €), 2) .../2-12-2009 ποσού 266,56 € για Δεκέμβριο 2009 και 3) 620404/31-12-2009 ποσού 266,56 € για Ιανουάριο 2010.
Ο ισχυρισμός αυτός, πέραν του ότι πάσχει αοριστία διότι ουδένα περιέχει μαθηματικό υπολογισμό ως προς τη διαμόρφωση του ύψους του κατά τη γνώμη του ανακόπτοντος οφειλομένου μισθώματος, το οποίο αυτός παρακατέθεσε, είναι και κατ' ουσίαν αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, διότι, όπως πλήρως απεδείχθη και από το ως άνω περιεχόμενο της από 9-12-2009 εξωδίκου απαντήσεως του ανακόπτοντος προς την καθής, και από τις καταθέσεις και των δύο μαρτύρων, δηλαδή και εκείνης του ανακόπτοντος, ο ανακόπτων προτού προβεί στη δημοσία κατάθεση δεν προσέφερε την παροχή προσηκόντως, δηλαδή δεν προσέφερε το συμφωνηθέν ποσόν του μισθώματος, όπως διεμορφώθη με τη συμφωνηθείσα αναπροσαρμογή, αλλά λιγότερο, επικαλούμενος το Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (βλ.
και ταυτάριθμα προς την παρούσα πρακτικά, κατάθεση της μάρτυρος του ανακόπτοντος: "Η καθής ήθελε μεγάλη αύξηση της τάξεως του 5%, ο ανακόπτων έπρεπε να δίνει το 0,75% του πληθωρισμού"). Ο ανακόπτων όμως, ώφειλε να καταβάλει τη συμφωνηθείσα αναπροσαρμογή του 5% και όχι το 0,75% του άρθρου 7 παρ. 3 π.δ. 34/1995, διότι το τελευταίο προϋποθέτει έλλειψη συμφωνίας, όπως ήδη στη μείζονα σκέψη της παρούσης εκτέθηκε.
Συνεπώς, η καθής, αποκρούσασα την προσφορά της ελλιπούς παροχής δεν περιήλθε σε υπερημερία δανειστού και ως εκ τούτου με τη δημοσία κατάθεση των μισθωμάτων δεν επήλθε απόσβεση της ενοχής. Άλλωστε οι δύο ισχυρισμοί του ανακόπτοντος, που περιέχονται στην ανακοπή, ο ένας ότι η καθής ζητούσε πλέον του συμφωνηθέντος και ο άλλος ότι αυτός προσέφερε το μίσθωμα σύμφωνα με το Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (και άρα όχι το συμφωνηθέν) αντιφάσκουν μεταξύ τους. Σύμφωνα με αυτά, κατά το χρόνο εκδόσεως της ανακοπτομένης διαταγής, συνέτρεχαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του κύρους της και ιδίως η ύπαρξη της ενδίκου οφειλής, κατά της οποίας βάλλει η ανακοπή. Επομένως, οι εδώ εξεταζόμενοι λόγοι της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής είναι κατ' ουσίαν αβάσιμοι και κατ' ακολουθίαν πρέπει η ανακοπή ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και να επικυρωθεί η υπ' αριθμ…/2010 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών." Ο αναιρεσείων, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενος τους ακόλουθους έξι (6) λόγους: "1 .- Διότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψιν του κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης Διαταγής Πληρωμής ότι δεν υπάρχει συμβατικός χρόνος μίσθωσης, και ότι οι διατάξεις του νόμου 2741/1999 περί 12ετίας ισχύουν και λειτουργούν για την προστασία του μισθωτή των εμπορικών μισθώσεων.
2.- Διότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψιν τον όρο αναπροσαρμογής του ενοικίου σε ποσοστό 5%, και την αναγκαστική ισχύ της εμπορικής μίσθωσης σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2741/1999 και δεν λαμβάνει υπ' όψιν την διάταξη του άρθρου 7 του ΠΔ 34/1995, όπου ρητά αναφέρεται ότι όρος για ποσοστιαία σταδιακή αναπροσαρμογή του μισθώματος που συνομολογείται μετά την 1η Σεπτεμβρίου 1994, ισχύει και για χρόνο συμβατικό ή με αναγκαστική παράταση για τον οποίον δεν έχει προβλεφθεί σταδιακή αναπροσαρμογή, εφ' όσον τα μέρη δεν έχουν αποκλείσει την ισχύ του για χρόνο που δεν προβλέπεται από τη σύμβαση. Η παρούσα σύμβαση μίσθωσης όμως, με τον όρο 12 του συμφωνητικού αναφέρεται σε τυχόν τροποποίηση και παράταση ή αναμίσθωση, η οποία θα αποδεικνύεται αποκλειστικά και μόνον εγγράφως. Η δε τυχόν μη έγκαιρη ενάσκηση από τον εκμισθωτή του δικαιώματός του (όσον αφορά και την παράταση ή αναμίσθωση φυσικά) δεν σημαίνει ποτέ παραίτηση από το δικαίωμα αυτό.
3.- Διότι η ως άνω ρήτρα περί αναπροσαρμογής του μισθώματος κατά ποσοστό 5% του καταβαλλομένου κατά το προηγούμενο έτος, μετά τη παρέλευση πέντε ετών, είναι άκυρη ως καταχρηστική, υπερβαίνουσα τα όρια τα επιβαλλόμενα εκ της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος κατ' άρθρο 281 ΑΚ, και ως εκ τούτου δεν ισχύει.
Σύμφωνα δε με την παράγραφο 2 του άρθρου 7 του ΠΔ 34/1995 σε περίπτωση που δεν υπάρχει συμφωνία αναπροσαρμογής ή αυτή έχει εξαρτηθεί από άκυρη ρήτρα, η αναπροσαρμογή γίνεται μετά διετίαν από την έναρξη της σύμβασης και καθορίζεται ετησίως σε ποσοστό όχι κατώτερο του 6% επί της αντικειμενικής αξίας του μισθίου, ποσό το οποίον έχω υπερβεί κατά πολύ. Ήτοι σύμφωνα με το άρθρο 7 του Π.Δ, 34/1995, αν ληφθεί υπ' όψιν ότι η αρχική τιμή ζώνης για ακίνητα της οδού …είναι 1450, ο Συντελεστής Εμπορικότητας είναι 1,1, ο συντελεστής ορόφου για ακίνητα του υπογείου χώρου 0,80, ο συντελεστής παλαιότητος για ακίνητα άνω των δέκα ετών 0,80 και η επιφάνεια του ακινήτου 44 τ.μ., μας δίδει αντικειμενική αξία 44.915,2, (1450 χ 1,1 χ 0,80 χ 0,80 = 44.915,2), η οποία πολλαπλασιαζόμενη επί 6% (44.915,2 χ 6% = 2.694,91) μας δίδει ετήσιο μίσθωμα το ποσό των 2.694,91, το οποίο διαιρούμενο δια 12 μας δίδει μηνιαίο μίσθωμα το ποσό των 224,57 ευρώ.
4.- Διότι το πρωτόδικο Δικαστήριο κακώς και εσφαλμένως έκρινε ότι η προσφορά των μισθωμάτων δεν ήταν νόμιμη και προσήκουσα έτσι ώστε δεν είχε περιέλθει σε υπερημερία η αντίδικος εκμισθώτρια, ενώ η παρακατάθεση των μισθωμάτων έγινε αφού ήδη προσεφέρθησαν με αναπροσαρμογή σε ποσοστό 75% του δείκτη τιμών καταναλωτή, για δε την παρακατάθεση έγινε ενημέρωση και με την εξώδικο μου με ημερομηνία 9-12-2009, με την οποίαν της γνωστοποιώ τους αριθμούς των γραμματίων παρακατάθεσης. Η δε προσβαλλόμενη Διαταγή Πληρωμής εξεδόθη, αφού έγινε χρήση της εξωδίκου δηλώσεως της αντιδίκου, δίχως να γίνει οποιαδήποτε αναφορά στην δική του εξώδικο, με την οποίαν της γνωστοποίησε την παρακατάθεση των οφειλομένων μισθωμάτων με τους αντίστοιχους αριθμούς των γραμματίων παρακατάθεσης.
5.- Διότι κακώς και εσφαλμένως και κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 58 παρ. 11 του π.δ. 34/1995 ως χρόνος παραμονής στη χρήση του μισθίου.....νοείται ο συνολικός χρόνος που συμπληρώνεται στο πρόσωπο του μισθωτή κατά την έναρξη ισχύος του Νόμου 2.041/1999, ανεξαρτήτως του είδους της σύμβασης. Στο χρόνο αυτό συνυπολογίζεται και ο χρόνος των τυχόν δικαιοπαρόχων του.
6.- Διότι κατά πλημμελή ερμηνεία του νόμου το πρωτόδικο Δικαστήριο κάνει δεκτό ότι οι ισχυρισμοί του, πρώτον ότι η καθ' ης ζητά μίσθωμα πλέον του συμφωνηθέντος και δεύτερον ότι αυτός παρακατέθεσε μίσθωμα αναπροσαρμοσμένο με το 75% του δείκτη τιμών καταναλωτή είναι αντιφατικοί μεταξύ τους, ενώ στην πραγματικότητα οι ισχυρισμοί του αφορούν τον μισθωτή ο οποίος είναι νόμιμος και σε καμιά περίπτωση δύστροπος μισθωτής, κάτι που ήταν επιβεβλημένο να εκτιμήσει δεόντως το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Αφού το 5% του ήδη καταβαλλόμενου μισθώματος μετά παρέλευση πέντε ετών από της σύμβασης, λαμβανομένων υπ' όψιν των συνθηκών που επικρατούν στην αγορά και εν όψει της βαθειάς οικονομικής ύφεσης είναι όρος άκυρος ως καταχρηστικός." Όμως, με τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Ειρηνοδικείο και ενόψει μάλιστα των συμφωνηθέντων με τον όρο (4) του μισθωτηρίου συμφωνητικού, δεν παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου, που αναφέρονται διεξοδικώς στη μείζονα σκέψη, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τους λόγους αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' αποφάσεων Ειρηνοδικείων, μόνον από το άρθρο 560 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Επομένως, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης για ύπαρξη αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών. Οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος που αφορούν στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Δικαστήριο της ουσίας, δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Οι ίδιοι λόγοι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του εισαγωγικού δικογράφου της από 31-3-2010 ανακοπής, κατά της 5704/2010 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών, είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, διότι με την ανακοπή αυτή, μη νόμιμα, προτάθηκαν ισχυρισμοί, αφού ήσαν αόριστοι (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι δεν είχαν εκτεθεί συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, αφορώντα στους όρους της μισθωτικής σύμβασης και αν παρέβη αυτούς η ήδη αναιρεσίβλητη (εκμισθώτρια), ούτε αν αυτή ενήργησε κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του διά της ενδίκου διαταγής πληρωμής αξιουμένου δικαιώματος (ΑΚ 281), ούτε εκτέθηκαν πραγματικά περιστατικά συνδρομής των όρων του άρθρου 7 παρ.2 του ΠΔ 34/1995, ήτοι περί αναπροσαρμογής μετά διετία από την έναρξη της σύμβασης και καθορισμού του μισθώματος ετησίως σε ποσοστό όχι κατώτερο του 6% επί της αντικειμενικής αξίας του μισθίου, περιστατικά που για πρώτη φορά προτείνονται με την αίτηση αναίρεσης.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, στο σύνολό της και καταδικαστεί ο αναιρεσείων, που ηττάται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-12-2010 αίτηση για αναίρεση της 5704/2010 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ