Legislator Case Law & Legislation
314/2011 AI generated

314/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 314/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

314/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΚΠολΔ), προκύπτει ότι αν ερημοδικεί ο εκκαλών κατά τη συζήτηση της έφεσης, το δικαστήριο, αν η συζήτηση γίνεται με την επιμέλεια του ιδίου (εκκαλούντος) ή αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον εφεσίβλητο απορρίπτει την έφεση, χωρίς έρευνα του παραδεκτού και βασίμου των λόγων της, γιατί κατά πλάσμα του νόμου ο εκκαλών θεωρείται ότι παραιτήθηκε από το ασκηθέν ένδικο μέσο της έφεσης.

Keywords

AI generated
legal capacity deportation despite health issues disposition mortis causa medical reasons failure to prove deterioration outdated medical report
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 314 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 314/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Καναβίδη, που διόρισε στο ακροατήριο ως συμπληρεξούσιο και το δικηγόρο Χαράλαμπο Κάπο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Φρεσκάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2321/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4831/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 25-7-2002 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1311/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 4831/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Ακολούθως εκδόθηκαν οι 6074/2005 και 3653/2006 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση των οποίων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-4-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 17-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Α'.- Επί της υπ' αριθμ. 6074/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην του αναιρεσείοντος και απέρριψε την έφεσή του.

Προϋπόθεση του παραδεκτού της συζήτησης της έφεσης είναι η, κατά τους ορισμούς του άρθρου 271 ΚΠολΔ, στο οποίο παραπέμπει η διάταξη του άρθρου 524 §1 του ίδιου Κώδικα, έρευνα της νόμιμης κλήτευσης του απολειπόμενου διαδίκου ή της επίσπευσης της συζήτησης από τον τελευταίο για την ορισθείσα νομίμως δικάσιμο, αλλιώς είναι απαράδεκτη η συζήτηση.

Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 674 § 2 εδ. β' ΚΠολΔ, όπως συμπληρώθηκε το εδ. β' αυτής με το άρθρο 9 § 8α του ν. 2145/1993, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 § 2 του ν. 2298/ 4-4-1995, και ισχύει από τις 4-4-1995, "σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται". Από την τελευταία διάταξη, η οποία εφαρμόζεται και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ.

ΚΠολΔ), προκύπτει ότι αν ερημοδικεί ο εκκαλών κατά τη συζήτηση της έφεσης, το δικαστήριο, αν η συζήτηση γίνεται με την επιμέλεια του ιδίου (εκκαλούντος) ή αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον εφεσίβλητο απορρίπτει την έφεση, χωρίς έρευνα του παραδεκτού και βασίμου των λόγων της, γιατί κατά πλάσμα του νόμου ο εκκαλών θεωρείται ότι παραιτήθηκε από το ασκηθέν ένδικο μέσο της έφεσης.

Αν δε το Εφετείο κατά παραβίαση των ανωτέρω δικονομικών διατάξεων δεν απορρίψει την έφεση λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, γιατί η μη παραίτηση από το ασκηθέν ένδικο μέσο της έφεσης είναι διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού της (άρθρ. 532 ΚΠολΔ).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά εκτιμά ο Άρειος Πάγος (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο δέχθηκε σχετικώς με την άνω προσβαλλόμενη απόφασή του ότι "με την από 20-1-2005 κλήση του ενάγοντος-εκκαλούντος εισάγεται με την επιμέλεια του τελευταίου για να δικαστεί, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης (10-5-2005), η από 12-11-2001 έφεσή του, όπως προκύπτει από την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ε.

Τ. στο επικυρωμένο αντίγραφο της άνω κλήσης, που προσκομίζει και επικαλείται η εναγομένη-εφεσίβλητη". Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, που εκδόθηκε ερήμην του, ότι έλαβε υπόψη παρά το νόμο την από 20-1-2005 κλήση του αναιρεσείοντος, με την οποία εισήχθη να δικαστεί κατά τη δικάσιμο της 10-5-2005 η από 12-11-2001 έφεσή του, ύστερα από την έκδοση της υπ' αριθμ. 1311/2004 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 4831/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που είχε απορρίψει κατ' ουσίαν έφεσή του, παρότι την κλήση αυτή δεν επικαλέστηκε, ούτε προσκόμισε η αναιρεσίβλητη.

Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως, ο οποίος κατ' ορθήν εκτίμηση αυτού θεμελιούται στο άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ (και όχι στο άρθρ. 559 11 περ. β' ΚΠολΔ, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον το Εφετείο, αυτεπαγγέλτως ερευνώντας την τήρηση της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως, δεν υπέπεσε στην άνω πλημμέλεια, με το να απορρίψει την έφεση και να μη κηρύξει απαράδεκτη την συζήτηση της υποθέσεως.

Κατόπιν αυτών, οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος ότι η προαναφερόμενη κλήση είναι (εκτός από διαδικαστικό) και αποδεικτικό έγγραφο και ότι δεν έγινε νόμιμη επίκλησή του , γιατί η χειρόγραφη φράση "κατόπιν κλήσεως του αντιδίκου" στο περιθώριο του σώματος των προτάσεων της αναιρεσίβλητης τέθηκε εκ των υστέρων, αλυσιτελώς προβάλλονται και δεν ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Επομένως, και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, ως αιτίαση από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη ως ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης την άνω επίκληση της κλήσης, παρότι τέτοια επίκληση δεν πρότεινε η αναιρεσίβλητη, είναι αλυσιτελής και πρέπει να απορριφθεί.

Β'.- Επί της υπ' αριθμ. 3653/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας του αναιρεσείοντος.

Κατά το άρθρο 673 § 1 ΚΠολΔ, στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρ. 663 επ. του εν λόγω Κώδικα), ανακοπή ερημοδικίας επιτρέπεται αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Από τη διάταξη αυτή, που, σύμφωνα με το άρθρο 674 § 2 ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην κατ' έφεση δίκη, προκύπτει ότι ανώτερη βία που θεμελιώνει λόγο ανακοπής κατά της ερήμην αποφάσεως, συνιστά κάθε τυχαίο γεγονός παρακωλυτικό της εμφανίσεως του διαδίκου στο δικαστήριο και της συμμετοχής του στην εκδίκαση της υποθέσεως, που ήταν απρόβλεπτο και δεν μπορούσε να αποτραπεί ούτε με ενέργειες άκρας επιμέλειας και συνέσεως.

Επομένως, τέτοιο γεγονός είναι και η απρόβλεπτη αιφνίδια νόσος του μόνου πληρεξουσίου δικηγόρου, εξαιτίας της οποίας κατέστη αδύνατο τόσο να ενεργήσει ο ίδιος την επιβαλλόμενη σ' αυτόν πράξη, όσο και να ειδοποιήσει εγκαίρως τον εντολέα του όπως αυτός είτε ο ίδιος είτε με άλλο πληρεξούσιο δικηγόρο ενεργήσει την εν λόγω πράξη (ΑΠ 1420/2008).

Εξάλλου, από την διάταξη του αριθ. 1 περ. β' του άρθ. 559 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η παράβαση (μη λήψη υπόψη) των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλ. των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας και της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, δημιουργεί λόγο αναίρεσης, μόνον όταν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τούτο δε συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή εσφαλμένα δεν χρησιμοποιεί τα διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς στον κανόνα αυτόν.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικοί δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από τη δεύτερη απορριπτική της ανακοπής ερημοδικίας προσβαλλόμενη 3653/2006 απόφασή του, αναφορικά με το λόγο για συνδρομή ανώτερης βίας, που στήριζε την ανακοπή ερημοδικίας που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων, δέχτηκε τα ακόλουθα που ενδιαφέρουν εδώ: Σε ότι αφορά τους επικαλούμενους λόγους ανώτερης βίας που αφορούν το πρόσωπο του δικηγόρου Αθανασίου Καναβίδη, ενόψει της ώρας (9η πρωινή της 10-5-2005), που εξετάστηκε στην οικία του ο δικηγόρος Αθανάσιος Καναβίδης και ευρέθη πάσχων εκ προκαρδίου άλγους - γενομένου ΗΚΓ έδειξε άτυπα ευρήματα στεφανιαίας νόσου, με σύσταση φαρμάκων ακινησίας και παραμονή στο σπίτι επί διήμερο ( βλ.

την από 10-5-2005 ιατρική βεβαίωση του ιατρού παθολόγου Α. Κ. του Ι.), πιθανολογείται ότι η ασθένεια αυτού δεν συνιστά ανώτερη βία με την έννοια που έχει προαναφερθεί, ενόψει του ότι η συζήτηση της υπόθεσης κατά τη δικάσιμο της 10-5-2005 είχε οριστεί για την 11.00 ώρα και επομένως αυτός μπορούσε να ειδοποιήσει έγκαιρα τον ανακόπτοντα για την αδυναμία παράστασής του στο Εφετείο και έτσι ο τελευταίος να προβεί στις δέουσες ενέργειες για ανάθεση σε άλλο δικηγόρο και ιδία στον Χαράλαμπο Κάπο προκειμένου να εμφανιστεί στο δικαστήριο και να ζητήσει τουλάχιστον την αναβολή της συζητήσεως για τον παραπάνω λόγο.

Σημειώνεται ότι από την πιο πάνω ιατρική βεβαίωση δεν επιβεβαιώνεται ότι ο δικηγόρος Αθανάσιος Καναβίδης υπέστη καρδιακό επεισόδιο , όπως ισχυρίζεται ο ανακόπτων με την κρινόμενη ανακοπή ερημοδικίας, καθώς και ότι η αποδεικτική ισχύς της βεβαίωσης αυτής αποδυναμώνεται από τα ακόλουθα περιστατικά: α) δεν προσκομίζεται από τον ανακόπτοντα το ΗΚΓ που αναφέρεται ότι έγινε, ούτε αναγράφονται στη βεβαίωση αυτή τα φάρμακα των οποίων συστήθηκε η λήψη, γεγονότα που θα επιβεβαίωναν την ασθένεια αυτού και την ανάγκη παραμονής του στο σπίτι, β) καίτοι συστήνεται με αυτήν η παραμονή του Αθανασίου Καναβίδη για δυο ημέρες, αυτός, όπως συνομολογείται στην ανακοπή ερημοδικίας, την επόμενη ημέρα (11-5-2005) μετέβη στο Εφετείο Αθηνών προς επίσκεψη του προέδρου της σύνθεσης που δίκασε την υπόθεση ερήμην του εκκαλούντος (ανακόπτοντος) και της γραμματέα της έδρας προκειμένου να παραλάβει αντίγραφο των προτάσεων της εφεσίβλητης και επικοινώνησε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ανακόπτοντος Χαράλαμπο Κάπο και γ) στην από 21-6-2005 επιστολή του δικηγόρου Αθανασίου Καναβίδη προς τη Δ/νση Νομικών Υπηρεσιών της εφεσίβλητης αυτός αναφέρει ότι τη Δευτέρα 9-5-2005 ασθένησε με στηθαγχικά άλγη και ο ιατρός Αλέξανδρος Κάπος του συνέστησε να παραμείνει ακίνητος στο σπίτι επί διήμερο και όχι την Τρίτη 10-5-2005, όπως αναφέρεται στην ιατρική βεβαίωση και στο δικόγραφο της ανακοπής ερημοδικίας.

Σε κάθε περίπτωση πρέπει να επισημανθεί ότι ο ανακόπτων συνομολογεί στην κρινόμενη ανακοπή ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ήταν ο Χαράλαμπος Κάπος, τον οποίο μάλιστα ενημέρωσε την επομένη της 10-5-2005 ο Αθανάσιος Καναβίδης για τη συζήτηση της έφεσης ερήμην του εκκαλούντος (ανακόπτοντος) και τις ενέργειες που έπρεπε να γίνουν και επομένως θα μπορούσε να υποστηριχθεί βάσιμα ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος για ύπαρξη ανώτερης βίας στο πρόσωπο του πληρεξουσίου δικηγόρου του εκκαλούντος.

Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ανακοπή ερημοδικίας. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά χρησιμοποίησε τα διδάγματα της κοινής πείρας για να υπαγάγει με βάση αυτά τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στον κανόνα του άρθρου 673 § 1 ΚΠολΔ και, ακόμη, δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες την από το ουσιαστικό δίκαιο νομική έννοια της ανώτερης βίας, που αναφέρεται στην ως άνω διάταξη του άρθρου 673 §1 του ΚΠολΔ και είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι ο πρώτος και ο τρίτος λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση για πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1 περ.

β' και 19 του ίδιου Κώδικα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ως αίτηση, την οποία το δικαστήριο άφησε αδίκαστη, νοείται εκείνη που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης και όχι οποιαδήποτε αίτηση που υποβάλλεται από τους διαδίκους, όπως η αίτηση για επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 254 ΚΠολΔ, διατάσσεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, τη δε τυχόν αίτηση του διαδίκου δικαιούται το δικαστήριο να αντιπαρέλθει με σιγή, δεδομένου ότι η σχετική κρίση είναι ανέλεγκτη.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως κατά της άνω αποφάσεως αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι άφησε αδίκαστο το αίτημά του για επανάληψη της συζητήσεως. Ο λόγος αυτός, ως αιτίαση από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ή η λήψη υπόψη καίτοι μη προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος ουσιαστικού ή δικονομικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι δε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται αιτίαση από τον αριθ. 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, διότι, όπως υποστηρίζεται, η ίδια, όπως πιο πάνω, απόφαση παρά το νόμο δέχθηκε τα άνω πραγματικά περιστατικά που αφορούν τη μη συνδρομή ανώτερης βίας, γιατί αυτά δεν προτάθηκαν από την αναιρεσίβλητη. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν αφορά πράγματα κατά την έννοια του νόμου, αλλά ισχυρισμούς που αποτελούν συμπεράσματα του Δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-4-2008 αίτηση του Ν. Κ. για αναίρεση των υπ' αριθμ. 6074/2005 και 3653/2006 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό χιλίων εκατό (1100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Μαρτίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ