Legislator Case Law & Legislation
314/2008 AI generated

314/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 314/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

314/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, το Εφετείο δέχεται με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η κατακύρωση από την υπάλληλο του πλειστηριασμού τρίτη των αναιρεσιβλήτων στην υπερθεματίστρια δεύτερη τούτων του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου της αναιρεσείουσας έγινε αφού προηγήθηκε πρόσκληση τρεις φορές της υπαλλήλου δια του κήρυκος για μείζονα των ήδη γενομένων πλειοδοσία, σύμφωνα με το άρθρο 965 παρ. 2α' Κ.Πολ.Δ..

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 314 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 314/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας-α.καθής η κλήση:χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κριθαρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.καλούσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΧΙΟΥ ΑΕ" η οποία απορροφήθηκε δια συγχωνεύσεως από την καθολική διάδοχο της "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία συγχώνευση ενεκρίθη με την υπ' αριθ. πρωτ. Κ2-7564/16-2-2000 απόφαση της Υφυπουργού Ανάπτυξης, κατεχωρήθη δε αυτή στο ΜΑΕ του Υπουργείου Ανάπτυξης την 16-6-2000. Εκπροσωπήθηκε από τη πληρεξούσια δικηγόρο της Αμαλία Σγουροβασιλάκη, 2.β.καθής η κλήση: ψ2, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρίλεια Παπαδοπούλου, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι το όνομα της 2ης αναιρεσίβλητης είναι ψ2 αντί του εσφαλμένου........ που αναγράφηκε εκ παραδρομής στα δικόγραφα αναιρέσεως και κλήσεων και 3.ψ3, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Ιουνίου 1997 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2976/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 1396/2000 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της αποφάσεως αυτής ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 18.10.2001 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 472/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης. Μετά από κλήση της καλούσας-1ης αναιρεσίβλητης εκδόθηκε η 544/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου που απέρριψε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης μόνο κατά το μέρος που στρέφεται κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης ψ3 και κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η καλούσα-1η αναιρεσίβλητη με την από 10-9-2006 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 17 Φεβρουαρίου 2003 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη, Κωνσταντίνου Βαρδαβάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιες των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα φέρεται προς συζήτηση με την από 10-9-2006 κλήση της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", ως καθολικής διαδόχου λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, της πρώτης αναιρεσίβλητης Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΧΙΟΥ Α.Ε.", η κρινόμενη από 18-10-2001 αίτηση αναιρέσεως της χ1, μετά την έκδοση των υπ' αριθ. 472/2003 και 544/2006 αποφάσεων του Δικαστηρίου τούτου, με την πρώτη των οποίων διετάχθη η επανάληψη της συζητήσεως και τη δεύτερη απορρίφθηκε η αίτηση αυτή αναιρέσεως ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη Συμβολαιογράφο Αθηνών και υπάλληλο του πλειστηριασμού ψ3 (ως προς την οποία και δεν εισάγεται προς συζήτηση με την ως άνω κλήση) και κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως ως προς τους λοιπούς διαδίκους.

Επειδή, το Εφετείο δέχεται με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η κατακύρωση από την υπάλληλο του πλειστηριασμού τρίτη των αναιρεσιβλήτων στην υπερθεματίστρια δεύτερη τούτων του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου της αναιρεσείουσας έγινε αφού προηγήθηκε πρόσκληση τρεις φορές της υπαλλήλου δια του κήρυκος για μείζονα των ήδη γενομένων πλειοδοσία, σύμφωνα με το άρθρο 965 παρ. 2α' Κ.Πολ.Δ..

Η κρίση αυτή του Εφετείου είναι περί τα πράγματα και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με τον οποίο η διαδικασία του πλειστηριασμού είναι άκυρη για την ανωτέρω αιτία, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος κατ' άρθρ. 561 παρ. 1. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθ' όσον από την επίμαχη 7401/1997 έκθεση του αναγκαστικού πλειστηριασμού προκύπτει η τήρηση της διατυπώσεως αυτής.

Ειδικότερα από την επισκόπηση του περιεχομένου της έκθεσης αυτής προκύπτει ότι μετά την καταγραφή των προσφορών των συμμετασχόντων πλειοδοτών ..... και Γ1 και την αναφορά ότι το πλειστηριαζόμενο κατεκυρώθη στο ποσό των δραχμών 6.500.000 στον Γ1, ο οποίος εδήλωσε ότι πλειοδοτεί για την ψ2, αναγράφεται κατά λέξη ότι "αφού συμπληρώθηκε η ώρα δύο (2) το απόγευμα και πέρασαν και είκοσι ακόμα πρώτα λεπτά (20) από την τελευταία προσφορά που έγινε την ώρα 2.20 μ.μ.

κάλεσα τρεις φορές με τον κήρυκα όσους θέλουν να πλειοδοτήσουν πάνω από την παραπάνω τελευταία προσφορά, όμως κανένας άλλος δεν παρουσιάστηκε γιαυτό μετά την τελευταία (τρίτη) πρόσκλησή μου και ενώ ξανακάλεσα, κατακύρωσα το πλειστηριαζόμενο στον Γ1, ο οποίος μου εδήλωσεν ότι πλειοδότησε για λογαριασμό και δια χρημάτων της ψ2".

Συνακόλουθα και ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔικ, διότι παραμόρφωσε στο σημείο αυτό το αποδεικτικό περιεχόμενο της έκθεσης του πλειστηριασμού με σφάλμα αναγνώσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επειδή ναι μεν σύμφωνα με τα άρθρα 1005 ΚΠολΔικ και 1033 ΑΚ η περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως αποτελεί το νόμιμο τίτλο, δυνάμει του οποίου, από της μεταγραφής, μετατίθεται η κυριότητα του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου στον υπερθεματιστή, η μη μεταγραφή όμως από τον τελευταίο (υπερθεματιστή) της περίληψης αυτής, για την οποία μεταγραφή ο νόμος δεν τάσσει προθεσμία, ούτε απαγγέλλει για το γεγονός αυτό ακυρότητα, δεν συνεπάγεται την ακυρότητα του πλειστηριασμού, αλλά αναστέλλει μόνον, έως ότου γίνει, την κτήση του υπερθεματιστή του δικαιώματος που είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση και την άσκηση από τον υπερθεματιστή των από την περίληψη, ως εκτελεστού τίτλου, περαιτέρω δικαιωμάτων του. Επομένως ο τρίτος από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε την ακυρότητα της εκθέσεως του πλειστηριασμού, ενώ η περίληψη δεν μεταγράφηκε, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή, ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔικ, κατά το μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, ενώ έπρεπε να κηρύξει την ακυρότητα του πλειστηριασμού ανεξαρτήτως βλάβης της αναιρεσείουσας αφού η έκθεση βρίθει παρατυπιών, λαθών, παραλείψεων και παρανομιών, δεν το έπραξε, είναι απορριπτέος ως αόριστος αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, σύμφωνα με τα άρθρα 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔικ οι επικαλούμενες παρατυπίες, παραλείψεις και παρανομίες. Ο ίδιος λόγος, κατά το περαιτέρω μέρος του, σύμφωνα με τον οποίο η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε για την ανωτέρω ακυρότητα την πρόκληση στην ίδια ανεπανόρθωτης βλάβης, είναι επίσης απορριπτέος ως αόριστος αφού δεν ορίζεται και πάλιν συγκεκριμένως η παράβαση στην οποία υπέπεσε το Εφετείο και επέφερε ακυρότητα με τη συνδρομή βλάβης.

Επειδή, το Εφετείο έκρινε μεν νόμιμο τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί ακυρότητας του πλειστηριασμού λόγω καταχρηστικής επισπεύσεως της αναγκαστικής εκτελέσεως, τον απέρριψε όμως ως αβάσιμο στην ουσία. Κατέληξε δε στην κρίση αυτή δεχόμενο κυριαρχικώς από τις αποδείξεις, ότι η επισπεύδουσα τράπεζα ματαίωσε τρεις φορές τον πλειστηριασμό στην προσπάθειά της να διευκολύνει την καθ' ης η εκτέλεση αναιρεσείουσα στην αποπληρωμή του χρέους, ούτε και της υποσχέθηκε ότι θα δεχθεί τέταρτη αναβολή αν καταβληθεί περαιτέρω μέρος του χρέους, ενώ και το εκπλειστηρίασμα που επιτεύχθηκε είναι ικανοποιητικό. Εξάλλου, από την επισκόπηση του δικογράφου της από 25/6/1997 ανακοπής της αναιρεσείουσας προκύπτει ότι αυτή δεν στήριξε τον ισχυρισμό της περί καταχρήσεως σε γεγονός ότι μέχρι και του πλειστηριασμού είχε καταβάλλει 5.200.000 δραχμές για χρέος εκ δανείου 4.000.000 δραχμών, συνεπώς το Εφετείο δεν αγνόησε τέτοιο πραγματικό περιστατικό ως στοιχείο του ισχυρισμού καταχρήσεως. 'Ετσι δε που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ και ο περί του αντιθέτου πέμπτος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔικ, είναι αβάσιμος.

Επειδή, με τον έκτο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔικ λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι ενώ αποδέχεται την ύπαρξη σωρείας παραλείψεων στην έκθεση του πλειστηριασμού και κατακυρώσεως, ήτοι δέχεται κατά την αναιρεσείουσα, μη αναφορά της παρουσίας της στη διεξαγωγή του, τα της προδικασίας του πλειστηριασμού, επίδοση επιταγής, προγενέστερα προγράμματα και αναβολές, τον αριθμό της πράξεως συνέχισης του πλειστηριασμού, καθώς και τους όρους της διεξαγωγής του, δεν κήρυξε παρά το νόμο ακυρότητα. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, καθ' όσον δεν προσδιορίζονται με σαφήνεια και πληρότητα οι παραλείψεις στην έκθεση του πλειστηριασμού και κατακυρώσεως, ούτε αναφέρονται οι σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.

Επειδή, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε το λόγο ανακοπής, περί ακυρότητας της εκθέσεως κατασχέσεως λόγω μη αναφοράς σ' αυτήν, ενώ επιβάλλεται (άρθρ. 933 παρ. 2), της αντικειμενικής αξίας του προς εκπλειστηρίαση ακινήτου, προεχόντως ως αόριστο, αφού δεν προσδιορίζεται με την ανακοπή ποία ήταν η αξία αυτή, επικουρικώς δε και ως απαράδεκτο λόγω εκπρόθεσμης προβολής του, αφού έπρεπε να προταθεί έως την έναρξη της τελευταίας πράξεως εκτελέσεως, δηλαδή τη διεξαγωγή του πλειστηριασμού (άρθρ. 934 παρ. 1β'). Με τον έβδομο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔικ αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα της εκθέσεως κατασχέσεως για την ανωτέρω αιτία. Ο λόγος αυτός, με τον οποίο πλήττεται η κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης, είναι απορριπτέος ως αλυσιστελής, αφού η επικουρική απορριπτική αιτιολογία του Εφετείου, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό, δεν πλήττεται με λόγο αναιρέσεως.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε τον λόγο ανακοπής περί ακυρότητας της εκθέσεως κατασχέσεως λόγω μη περιγραφής σαυτήν, όπως επιβάλλεται από το άρθρο 999 ΚΠολΔικ, των συστατικών και παραρτημάτων του προς εκπλειστηρίαση ακινήτου, προεχόντως ως αόριστο, διότι δεν επικαλέστηκε, ούτε απέδειξε η αναιρεσείουσα βλάβη εξαιτίας της πλημμέλειας αυτής της εκθέσεως κατασχέσεως, επικουρικώς δε ως απαράδεκτο λόγω εκπρόθεσμης προβολής του, γιατί η πλημμέλεια αυτή προτάθηκε μετά τη σύνταξη της εκθέσεως για τον πλειστηριασμό.

Με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως, κατά τον δεύτερο μέρος του, προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔικ αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα της εκθέσεως κατασχέσεως για την ανωτέρω αιτία. Ο λόγος αυτός, με τον οποίο πλήττεται η κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού η επικουρική απορριπτική αιτιολογία του Εφετείου, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό, δεν πλήττεται με λόγο αναιρέσεως.

Ο ίδιος, όγδοος, λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται, κατ' ορθή εκτίμηση η από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔικ αιτίαση ότι το Εφετείο κατά ψευδή ερμηνεία και εφαρμογή του Νόμου απέρριψε αδικαιολόγητα τους λόγους της ανακοπής με τους οποίους προβάλλεται ακυρότητα του πλειστηριασμού λόγω παραλείψεων και παρατυπιών, συνισταμένων σε παράτυπες επιδόσεις του δικαστικού επιμελητή ......, στη μη επίδοση προς την εγγυήτρια ......, στην αναφορά της γ' επαναληπτικής περίληψης εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως ως β' επαναληπτικής και στη μη καταβολή του παραβόλου δια την νομότυπη διεξαγωγή του πλειστηριασμού, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, γιατί δεν προσδιορίζονται με πληρότητα οι παρατυπίες και παραλείψεις ούτε αναφέρονται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τα ζητήματα αυτά, ούτε επίσης προσδιορίζεται ποιά είναι η παραβιασθείσα διάταξη του νόμου και σε ποιό συγκεκριμένο νομικό σφάλμα υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-

Απορρίπτει την από 18-10-2001 αίτηση της χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1396/2000 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος αυτής που στρέφεται κατά α) της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΧΙΟΥ Α.Ε.", της οποίας καθολική διάδοχος λόγω συγχωνεύσης με απορρόφηση είναι η Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." και β) της ψ2.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Φεβρουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ