Supreme Court dismisses railway company's appeal on unpaid vacation pay and 100% salary increase.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the railway company's appeal against a lower court ruling ordering it to pay vacation compensation. The court found that the company unlawfully denied vacation and failed to pay the statutory 100% salary increase required by Article 59 of the collective agreement. Consequently, the court upheld the lower court's decision that the company must pay the workers the full amount of their vacation wages.
Legislator headnote
AI generatedArticles 59 of the Collective Agreement and Article 5 of Law 539/1945; The employer is obligated to pay vacation wages with a 100% salary increase when denying a legally entitled vacation, overriding the 25% increase rule for public entities.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 314 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 314/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση - καθού η πρόσθετη παρέμβαση: Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ), δημόσιας κοινωνικοποιημένης επιχειρήσεως, που λειτουργεί με την μορφή ΝΠΙΔ ΑΕ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μανωλά.
Των αναιρεσίβλητων - καλούντων - υπέρ ών η πρόσθετη παρέμβαση: ....(αναφέρονται 33 ονόματα). Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην του 6ου αναιρεσίβλητου .... που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αθηνά Μανίκα - Δήμαινα, η οποία κατέθεσε τις από 13-3-2006 προτάσεις, στις οποίες αναφέρει ότι ο με αριθμό 24 αναιρεσίβλητος .... απεβίωσε, σύμφωνα με την από 26-4-2003 ληξιαρχική πράξη θανάτου και τη δίκη συνεχίζουν επ΄ ονόματί του οι νόμιμες εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του: α) .... , β) .... και γ) .... , τις οποίες εκπροσωπεί η ίδια δια πληρεξουσίου εγγράφου. Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ (Γ.Σ.Ε.Ε.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Καζάκου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων - καλούντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 934/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 815/2003 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 3-3-2003 αίτησή του και τους από 3-12-2004 πρόσθετους λόγους του.
Εκδόθηκε η 1317/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι αναιρεσίβλητοι - καλούντες με την από 25-7-2006 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 30 Δεκεμβρίου 2004 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη Θεόδωρου Αποστολόπουλου, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση - καθού η πρόσθετη παρέμβαση ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την απόρριψη της πρόσθετης παρέμβασης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων - καλούντων - υπέρ ών η πρόσθετη παρέμβαση και της προσθέτως παρεμβαίνουσας την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την παραδοχή της πρόσθετης παρέμβασης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις υπ' αριθ. .... , .... και .... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών .... , προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο α)της από 3-3-2003 αιτήσεως αναιρέσεως με την πράξη ορισμού δικασίμου, β) των από 3-12-2004 προσθέτων λόγων αναιρέσεως, και γ)της από 26-7-2006 πράξεως ορισμού δικασίμου με κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσίβλητους στον έκτο αναιρεσίβλητο ... . Επομένως αφού o τελευταίος δεν εμφανίστηκε κατά την ορισθείσα και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της, ούτε κατέθεσε δήλωση παραστάσεως κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ., πρέπει η συζήτηση της υποθέσεως να προχωρήσει σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Επειδή η δίκη, μετά τη βίαιη διακοπή της με το θάνατο του 24ου από τους αναιρεσίβλητους ... στις 25-4-2003, νομίμως επαναλαμβάνεται από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους αυτού και συγκεκριμένα τη μητέρα του ... και τις θυγατέρες του ... και ... . Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του Α.Ν. 539/1945, "Αι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται υπέρ των αντί μισθού απασχολουμένων εις επιχειρήσεις ή εργασίας, ασκουμένας επί κέρδει, βιομηχανικής, βιοτεχνικής και εμπορικής φύσεως, διενεργείας μεταφορών ή φορτοεκφορτώσεων, ασχέτως της μορφής ή του χαρακτήρος (δημοσίου ή ιδιωτικού) της οργανώσεώς των, ως και εις επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, εις νοσηλευτικά ή άλλα ιδρύματα ή οργανισμούς, ή οιαδήποτε άλλα έργα διεξαγόμενα δια λογαριασμόν ιδιωτών, νομικών προσώπων, οργανισμών δημοσίου δικαίου ή του Δημοσίου, εις σωματεία, συνεταιρισμούς, θεάματα και λέσχας".
Στην παρ. όμως 3 εδ.β' του ίδιου άρθρου ορίζεται, ότι "δεν υπόκεινται εις τας διατάξεις του παρόντος τα πρόσωπα τα αντί μισθού απασχολούμενα εις δημοσίας ή δημοσίου χαρακτήρος υπηρεσίας ή εκμεταλλεύσεις ή επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, εφ' όσον οι σχετικοί κανονισμοί δίδουν εις αυτά δικαίωμα εις ετησίαν άδειαν μετ' αποδοχών, διαρκείας τουλάχιστον ίσης προς εκείνην της αδείας, της προβλεπομένης υπό του παρόντος νόμου".
Με το άρθρο 5 παρ.1 του νόμου αυτού (Α.Ν.539/1995), ορίζεται ότι "Πάσα συμφωνία μεταξύ εργοδότου και μισθωτού, περιλαμβάνουσα την εγκατάλειψιν του εις άδειαν δικαιώματος του μισθωτού ή την παραίτησιν τούτου από του εν λόγω δικαιώματος, και αν προβλέπει την καταβολή εις αυτόν επαυξημένης αποζημιώσεως, θεωρείται ανύπαρκτος".
Επακολούθησε το Ν.Δ. 3755/1957, με το άρθρο 3 του οποίου προστέθηκε στην παρ.1 του άρθρου 5 του Α.Ν.539/1945, ως δεύτερο εδάφιο η ακόλουθη διάταξη: "Επιφυλασσομένων των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, εργοδότης αρνούμενος την χορήγησιν εις μισθωτόν αυτού της νομίμου κατ' έτος αδείας του, υποχρεούται όπως άμα τη λήξει του έτους, καθ' ο δικαιούται αδείας ο μισθωτός, και μετά προηγουμένην διαπίστωσιν της παραλείψεως ταύτης υπό οργάνου του Υπουργείου Εργασίας, καταβάλη εις αυτόν τας αντιστοίχους αποδοχάς των ημερών αδείας, ηυξημένας κατά 100%".
Η προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή κύρωση ισχύει χωρίς εξαίρεση για όλους τους εργοδότες και κατοχυρώνει όλους τους μισθωτούς και κατά συνέπεια και τους εργαζόμενους σε επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας (Ολ.ΑΠ 32/2005). Εξάλλου, η εκμετάλλευση του δικτύου των ελληνικών σιδηροδρόμων αποτελεί μονοπώλιο του Δημοσίου που το είχε εκχωρήσει στο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Σιδηρόδρομοι Ελληνικού Κράτους" (ΣΕΚ).
Οι βασικοί όροι της εκμετάλλευσης αυτής διατυπώθηκαν αρχικά μεν στο από 4/4.9.1935 νομοθετικό διάταγμα "περί διοικήσεως των ΣΕΚ και συμπληρώσεως της περί σιδηροδρόμων νομοθεσίας", διευρύνθηκαν δε αργότερα με το Ν.Δ. 4246/1962. Οι δύο αυτοί νόμοι καταργήθηκαν εν μέρει με το άρθρο 9 του Α.Ν. 392/1968. Μεταξύ των ρυθμίσεων που αφορούσαν τους ΣΕΚ είναι και η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του ανωτέρω Ν.Δ.
της 4.9.1935, που ορίζει ότι "οι ΣΕΚ απολαμβάνουν όλων των προνομίων, δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών, ως και το Δημόσιον, ως προς τας αστικάς αυτού σχέσεις, εφόσον δια του παρόντος ή άλλων νόμων δεν ορίζεται άλλως". Η διάταξη αυτή διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 10 παρ. 10 του Ν.Δ. 4246/62 "Περί ενοποιήσεως των σιδηροδρομικών δικτύων του κράτους και τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί διοικήσεως των ΣΕΚ νομοθεσίας" καθώς και με το άρθρο 4 του Ν.Δ. 674/70 "Περί ιδρύσεως Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος", όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1116/72. (ΟλΑΠ 25/2000).
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, ο ΟΣΕ λειτουργεί ήδη με τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας (άρθρα 1 και 2 του Ν.Δ. 674/1970). Ισχυρίζεται δε ότι εξακολουθεί να έχει τα προαναφερόμενα προνόμια, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο (Σημειώνεται όμως, ότι η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου έκρινε με την 24/2004 απόφασή της, σχετικά με το παραπεμφθέν σ΄ αυτή ζήτημα, ότι η επέκταση και στον ΟΣΕ - μετά τη μετατροπή του σε ΑΕ - του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου, ως προς την έναρξη οφειλής τόκων υπερημερίας (μόνον από την επίδοση καταψηφιστικής αγωγής), αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 20 παρ.1 του Συντάγματος και είναι ανίσχυρα).
Περαιτέρω, στο άρθρο 59 του Ν. 2671/1998 "Ρύθμιση θεμάτων του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ) και άλλες διατάξεις", που ισχύει από 28-12-1998 και κατά συνέπεια ρυθμίζει και τις άδειες που δικαιούνται οι εργαζόμενοι για τα έτη 1998-1999, ορίζονται τα εξής: "α. Το προσωπικό που συμπληρώνει συνεχή απασχόληση στον ΟΣΕ τουλάχιστον δώδεκα μηνών (βασικός χρόνος) δικαιούται κάθε ημερολογιακό έτος άδεια με αποδοχές είκοσι (20) εργάσιμες ημέρες, χωρίς να υπολογίζεται σε αυτές η ημέρα της εβδομάδας κατά την οποία δεν απασχολείται λόγω του εφαρμοζόμενου συστήματος πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας.
β. η άδεια αυτή επαυξάνεται κατά μία εργάσιμη ημέρα κάθε έτος απασχόλησης πέρα από το βασικό χρόνο μέχρι τις είκοσι πέντε (25) εργάσιμες ημέρες...δ. Η άδεια είναι δικαίωμα του προσωπικού για το οποίο δεν χωρεί παραίτηση. στ. Η εκτέλεση των κανονικών αδειών του προσωπικού προγραμματίζεται κάθε χρόνο από τη Διοίκηση με βάση τις αιτήσεις του προσωπικού και τις υπηρεσιακές ανάγκες.
στ. Η κανονική άδεια πρέπει να εκτελείται κατά κανόνα μέχρι 31 Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Κατ' εξαίρεση και όταν συντρέχουν εξαιρετικές υπηρεσιακές ανάγκες, η άδεια εκτελείται το αργότερο μέχρι 31 Μαρτίου του επόμενου έτους. ζ. Για τα λοιπά θέματα που δεν ρυθμίζονται με τα παρόντα εδάφια έχουν εφαρμογή η εκάστοτε ισχύουσα Εθνική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και οι κοινές διατάξεις της Εργατικής Νομοθεσίας".
Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις, που παραπέμπουν στις κοινές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας ως προς τα μη ρυθμιζόμενα από αυτές θέματα - μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η υποχρέωση του εργοδότη να καταβάλει αποζημίωση στον εργαζόμενο σε περίπτωση που αρνηθεί να του χορηγήσει την άδεια που δικαιούται-, συνάγεται ότι και για τον ΟΣΕ, ισχύει ο γενικός κανόνας που θεσπίζεται με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 5 του Α.Ν. 539/1945, και κατά συνέπεια, σε περίπτωση που αρνηθεί να καταβάλει στο μισθωτό τη νόμιμη άδεια μέχρι την ημέρα που ορίζεται στις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 59 παρ.1 του Ν. 2671/1998, υποχρεούται να του καταβάλει τις αντίστοιχες αποδοχές των ημερών αδείας, προσαυξημένες κατά 100%, και δεν έχει εφαρμογή η ισχύουσα για το Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α.
και τα Ν.Π.Δ.Δ. διάταξη της παρ.1 του άρθρου 20 του Π.Δ. 410/1988, σύμφωνα με την οποία η προσαύξηση αυτή ανέρχεται σε ποσοστό 25%. Στην προκείμενη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: Οι αναιρεσίβλητοι είχαν προσληφθεί από το αναιρεσείον με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου και υπηρετούσαν σ' αυτό ως σιδηροδρομικοί υπάλληλοι με διάφορες ειδικότητες.
Κατά τα έτη 1998 και 1999 το αναιρεσείον, αρνήθηκε από υπαιτιότητά του να χορηγήσει στους αναιρεσίβλητους αυτούσια την άδειά τους, παρότι αυτοί υπέβαλαν σχετική αίτηση και επιπλέον δεν κατέβαλε σ' αυτούς ως αποζημίωση τις αντίστοιχες αποδοχές των ημερών της άδειας, με προσαύξηση 100%, την οποία προσαύξηση έκρινε ότι δικαιούνται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Α.Ν. 539/1945, σε συνδυασμό με το άρθρο 59 του νέου ΓΕΚΑΠ/ΟΣΕ, που έχει κυρωθεί με το Ν. 2671/1998 και καταλαμβάνει τις ένδικες απαιτήσεις.
Ακολούθως, το Πρωτοδικείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχτεί την αγωγή των αναισεσίβλητων για καταβολή της ως άνω αποζημιώσεως. Με την κρίση του αυτή το Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις και οι περί του αντιθέτου, από το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως, καθώς και ο μοναδικός λόγος του δικογράφου των προσθέτων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-3-2003 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 815/2003 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ