Legislator Case Law & Legislation
313/2025 AI generated

313/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 313/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

313/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στη περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 313 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 313/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ)", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελευθερία Χριστοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Λ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "EUROLIFE ERB ΑΕ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" και ήδη "EUROLIFE FFH ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κωνσταντίνα Κυπριώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην εν λόγω από 5-12-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις της, δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 65/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-1-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 27-1-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. 41/2023), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 αριθ. 6 του ΚΠολΔ), με αριθ. 65/2021 τελεσίδικη απόφαση του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Αυτή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στη περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 5/2024, ΑΠ 1032/2024).

Περαιτέρω, από το άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1του ν. 4335/2015, με έναρξη ισχύος την 1-1-2016 (σύμφωνα με τη παρ. 4 του ένατου άρθρου του άρθρου 1 του ίδιου νόμου), με το οποίο ορίζεται ότι "ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96, (δηλαδή είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, είτε ειδικά στις εργατικές διαφορές, με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή), είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του", συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στη πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια δίκη (εφόσον ασκηθεί έφεση) θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του (ΑΠ 5/2024, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1578/2021, ΑΠ 667/2020).

Από δε, το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ` αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα αυτής, ότι το δικαστήριο δίκασε κατ` αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου αυτού, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 του ως άνω Κώδικα (ΑΠ 5/2024, ΑΠ 57/2023, ΑΠ 1170/2021, ΑΠ 1305/2020).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την με αριθ. ...-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Θ. Γ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείο Ν.Π.Δ.Δ., που επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της Παρέδρου του ΝΣΚ Ελευθερίας Χριστοπούλου, ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της από 27-1-2023 αίτησης αναίρεσης κατά της με αριθ. 65/2021 τελεσίδικης απόφασης του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με πράξη κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (6-12-2024) και κλήση για να παραστεί κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στην Κωνσταντίνα Κυπριώτη, πληρεξούσια δικηγόρο και αντίκλητο των αναιρεσίβλητων, η οποία, φέρει, κατ` άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, την ιδιότητα της αντικλήτου αυτών για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ):

α) της με αριθ. 6/2020 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Λάρισας και β) της με αριθ. 65/2021 τελεσίδικης απόφασης του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η ως άνω πληρεξούσια δικηγόρος παρέστη ως πληρεξούσια δικηγόρος των πιο πάνω αναιρεσίβλητων, τόσο στη πρωτοβάθμια όσο και στη δευτεροβάθμια δίκη και δεδομένου, ότι δεν προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκε με δικόγραφο από αυτούς προς το αναιρεσείον η τυχόν αντικατάστασή της.

Επομένως, εφόσον ο πρώτος των ως άνω αναιρεσίβλητων Κ. Λ. δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε η, από το άρθρο 242 του ΚΠολΔ σχετική δήλωση στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Το ενάγον και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., με την, από 20-3-2019 (αριθ.

έκθ. κατάθ. 145/2019), αγωγή, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λάρισας, ισχυρίστηκε ότι, στις ...-2013, συνέβη αυτοκινητικό ατύχημα κατά το οποίο, από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, οδηγού του με αριθ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στη δεύτερη εναγόμενη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, τραυματίστηκε η Σ.

Κ., η οποία υπέστη κάταγμα του κάτω οστού, της κνήμης και περόνης, για αποκατάσταση δε των σωματικών βλαβών που υπέστη η ως άνω ασφαλισμένη κατέβαλε το αναιρεσείον, στα αναφερόμενα νοσηλευτικά ιδρύματα, το ποσό των 4.421,75 ευρώ σύμφωνα με την ...-2018 απόφαση του Προέδρου του. Ότι, κατά το ν.δ/γμα 4104/1960, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του ν. 4476/1965 σε συνδ.

με τις διατάξεις του ν. 3918/2011, η αξίωση κατά των εναγόμενων και ήδη αναιρεσίβλητων μεταβιβάστηκε αυτοδικαίως στο ενάγον Ν.Π.Δ.Δ., ως οιονεί καθολικού διαδόχου του ΙΚΑ και για το λόγο αυτό αιτείται την καταβολή του ως άνω ποσού. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την με αριθ. 6/2020 οριστική απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσία δεχόμενο την ένσταση παραγραφής της αξίωσης του ενάγοντος που πρότειναν οι εναγόμενοι.

Κατά της απόφασης αυτής το ενάγον, άσκησε, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, την από 25-6-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. 91/2020) έφεση, με την οποία, επικαλούμενο εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου σχετικά με την προβληθείσα από τους εναγόμενους ένσταση παραγραφής της ένδικης αξίωσής του, ζήτησε την παραδοχή της.

Με το άρθρο 10 παρ. 5 του ν.δ/τος 4104/1960, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του ν. 4476/1965 ορίζεται ότι "επιφυλασσομένης της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 του α.ν 1846/1951, εφόσον ο ασφαλισμένος ή τα μέλη της οικογένειας του, δύνανται να αξιώσουν κατ` άλλους νόμους αποζημίωση δια ζημίαν προσγενομένη αυτοίς, συνεπεία ασθένειας, αναπηρίας η θανάτου του εις διατροφήν αυτών υπόχρεου, η αξίωση αυτή μεταβιβάζεται στο ΙΚΑ δι` ό ποσόν οφείλει ασφαλιστικάς παροχάς, εις τον δικαιούχον της αποζημιώσεως, καθ` ά ειδικότερο θέλει ρυθμισθεί δια β.δ/τος εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Εργασίας, μετά γνώμη του Δ.

Σ. του ΙΚΑ".

Περαιτέρω με το άρθρο 1 του εκδοθέντος, κατά την παραπάνω εξουσιοδότηση, με αριθ. 226/1973 β.δ/γμα, "περί τρόπου υπολογισμού δαπανών του ΙΚΑ, οφειλομένων προς τους ασφαλισμένους ή τα μέλη της οικογένειας των εκ προσγενομένης αυτοίς ζημίας παρά του προς αποζημίωση υπόχρεου" ορίστηκε ότι, "το ποσόν μέχρι του οποίου τυχόν αξίωσις του ασφαλισμένου ή των μελών της οικογένειας του προς αποζημίωσιν δια ζημίαν προσγενομένην αυτοίς λόγω ασθένειας, αναπηρίας ή θανάτου του εις διατροφήν αυτών υπόχρεου μεταβιβάζεται στο ΙΚΑ, συμφώνως με την παρ. 5 του άρθρου 10 του ν.

δ/τος 4104/1960 όπως αντικατεστάθη υπό του άρθρου 18 του ν. 4476/85, καθορίζεται δι` αποφάσεως του διοικητού του ΙΚΑ". Τέλος με το άρθρο 18 του ν. 1654/1986 προστέθηκε στην παρ. 5 του άρθρου 10 ν. δ/τος 4104/1960 διάταξη με την οποία ορίζεται ότι, "Η παραπάνω μεταβίβαση επέρχεται αυτοδικαίως από τότε που γεννήθηκε η αξίωση. Συμψηφισμός του δικαιούχου, παραίτηση, εκχώρηση ή με οποιοδήποτε τρόπο αλλοίωση της αξίωσης του για αποζημίωση είναι άκυρη κατά το μέρος που αφορά τις παραπάνω αξιώσεις του ΙΚΑ από παροχές".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι αξιώσεις για αποζημίωση που γεννήθηκαν μετά την ισχύ του τελευταίου νόμου (1654/1986), η οποία αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην εφημερίδα της κυβερνήσεως (24-11-1986), σύμφωνα με το άρθρο 43 αυτού, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως στο ΙΚΑ, αρκεί, δε, το γεγονός ότι κατά το χρόνο της ζημιογόνου ενέργειας υπήρχε μεταξύ του ασφαλισμένου και του ΙΚΑ ενεργός σχέση κοινωνικής ασφάλισης, δυνάμει της οποίας ο ασφαλισμένος δικαιούτο παροχές, αδιάφορα αν αυτές έχουν καταβληθεί ή όχι από το ΙΚΑ.

Προϋπόθεση επίσης της μεταβίβασης της αξίωσης του ασφαλισμένου στο ΙΚΑ είναι να δικαιούται ο τελευταίος αποζημίωση από τον τρίτο, δηλ. να υφίσταται ζημία που να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του τρίτου (ΑΠ 19/2023). Ακολούθως, με το άρθρο 17 του ν. 3918/2011 (Α' 31/2.3.2011) συστάθηκε, ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, νέος φορέας κοινωνικής ασφάλισης κατ` άρθρο 72 παρ. 2 του ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α` 150), 10 παρ. 1 και 13 παρ. 1 του ν. 4052/2012 (ΦΕΚ Α` 41), με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", με σκοπό την παροχή υπηρεσιών υγείας στους εν ενεργεία ασφαλισμένους, συνταξιούχους και προστατευόμενα μέλη των οικογενειών, των μεταφερόμενων σε αυτόν φορέων, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 5, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 29 παρ. 2 του ν. 4272/2014 ορίζεται ότι οι διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του ν.δ/τος 4104/1960, καθώς και οι διατάξεις του β.δ/τος 226/23.2/21.3.1973 έχουν ανάλογη εφαρμογή και στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

όσον αφορά την υγειονομική περίθαλψη σε είδος, σε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ενιαίου Κανονισμού Παροχών Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 5 του ν. 3918/2011, όπως ισχύει, ορίζεται ότι "Οι διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του ν.δ/τος 4104/1960, καθώς και οι διατάξεις του β.δ/τος 226/23.2/21.3.1973 έχουν ανάλογη εφαρμογή και στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., όσον αφορά την υγειονομική περίθαλψη σε είδος, σε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ενιαίου Κανονισμού Παροχών Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ..

Η αξίωση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. παραγράφεται μετά πενταετία, η οποία αρχίζει από τη γνώση του ζημιογόνου γεγονότος από τον Οργανισμό. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας καθορίζονται οι ειδικότεροι όροι και λεπτομέρειες για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας παραγράφου". Η παράγραφος αυτή διαμορφώθηκε ως άνω μετά την θέση σε ισχύ του άρθρου 29 παρ. 2 του ν. 4272/2014 δηλ.

μετά την 11-7-2014.

Σύμφωνα, εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 55 του ν. 4272/2014, η ισχύς του εν λόγω νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις του. Ο τελευταίος αυτός νόμος δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 145/11-7-2014. Στο δε άρθρο 29 παρ. 2 του ν. 4272/2014 ουδεμία ειδικότερη αναφορά γίνεται σχετικά με την ισχύ του. Έτσι, μετά την επέκταση των ως άνω διατάξεων (της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του ν.δ/τος 4104/1960, καθώς και των διατάξεων του β.δ/τος 226/23.2/21.3.1973) και στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (καθολικό διάδοχο του κλάδου υγείας του Ι.Κ.Α.-ΟΠΑΔ, δυνάμει του προαναφερόμενου άρθρου 17 παρ. 2 του ν. 3918/2011), με το άρθρο 29 παρ. 5 του ν. 3918/2011, όπως η τελευταία παράγραφος προστέθηκε με το άρθρο 29 παρ. 2 του ν. 4272/2014 (ΦΕΚ A 145/11.7.2014 με έναρξη ισχύος από τη δημοσίευση του), η ως άνω εκχώρηση υπέρ του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. καταλαμβάνει μόνο τις αξιώσεις του παθόντος για ατυχήματα, τα οποία λαμβάνουν χώρα μετά τη θέση σε ισχύ του νόμου αυτού στις 11-7-2014 και δεν καταλαμβάνουν γεννημένες αξιώσεις προ του χρονικού αυτού σημείου.

Συνεπώς, το κρίσιμο χρονικό σημείο είναι η ημερομηνία που συνέβη το επίδικο ατύχημα, οπότε και γεννάται η αξίωση του ασφαλισμένου δικαιούχου της αποζημίωσης (ΑΠ 702/2020, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 738/2003).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 937 παρ. 1 του ΑΚ, η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Η παραγραφή της αξίωσης αυτής τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση, προκειμένου δε περί αξίωσης κατά του ασφαλιστή από την επομένη του ατυχήματος (ΑΠ 750/2018, ΑΠ 235/2011).

Γνώση της ζημίας για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξης, όχι όμως και η γνώση της έκτασης της ζημίας ή του ποσού της αποζημίωσης (ΑΠ 552/2023, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 1443/2022, ΑΠ 546/2021). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, ΑΠ 1207/2023, ΑΠ 655/2022).

Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 3/2020 Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Αυτό συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 164/2021).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, το, δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, με τη προσβαλλόμενη 65/2021 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), σχετικά με το κρίσιμο για την έκβαση του λόγου αναίρεσης ζήτημα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: '' ..........

Στις ...-2013 και περί ώρα ..., στη Λάρισα και ειδικότερα, επί της συμβολής των οδών ..., συνέβη τροχαίο ατύχημα μεταξύ της Σ. Κ., η οποία οδηγούσε το με αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο και του πρώτου των εναγομένων, ο οποίος οδηγούσε το με αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του. Το ως άνω ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου των εναγομένων, γεγονός που δεν αμφισβητούν οι εναγόμενοι.

Εξαιτίας του ατυχήματος αυτού, η Σ. Κ., διεκομίσθη στο ΠΓΝΛ όπου και μετά τη χειρουργική επέμβαση, στην οποία υπεβλήθη, παρέμεινε μέχρι και την 27η-11-2013, με διάγνωση ότι υπέστη κάταγμα του κάτω άκρου του οστού της κνήμης, κάταγμα κνήμης και περόνης ΔΕ, που αντιμετωπίσθηκε με τομή επί περόνης, ανεύρεση και ανάταξη του κατάγματος και σταθεροποίηση με πλάκα 8 οπών και 6 βίδες, σύγκληση τραύματος, επιμελής έκπλυση τραύματος, τομή στη μεσότητα του επιγονατιδίου και τοποθέτηση οδηγού υπό ακτινοσκοπικό έλεγχο, στη συνέχεια γλυφανίσματος και τοποθέτηση ενδομυϊκού ήλου orthogix 11/300 mm και κλειδώματος ήλου με 2 βίδες περιφερικά και 2 βίδες κεντρικά, ακολούθως έγινε ακτινοσκοπικός έλεγχος, άριστη ανάταξη και σύγκλειση τραυμάτων(...).

Στις 16-12-2013 η Σ. Κ., ασφαλισμένη στο ΙΚΑ, με ΑΜΑ ..., με την υπ' αυξ. αριθμ. ...-2013 δήλωση ατυχήματος, ανήγγειλε το ατύχημά της στο ΙΚΑ, καθολικός διάδοχος του οποίου κατέστη το ενάγον ν.π.δ.δ., κατά τη διάταξη του άρθρου 29 παρ.1 του ν. 3918/2011. Το τελευταίο, με την υπ' αριθμ. πρωτ. 258/2013 απόφαση του Διευθυντή του Περιφερειακού Υποκαταστήματος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, κατέβαλε στην ασφαλισμένη του το ποσό των 1.272,06 ευρώ, ως διαφυγόντα κέρδη.

Στη συνέχεια, αποδείχθηκε ότι το ενάγον κατέβαλε: α) στο ΠΓΝΛ το ποσό των 310,41 ευρώ για τη νοσηλεία της ασφαλισμένης του από ...-2013 έως 27-11-2013, β) στο ANIMUS Κυανός Σταυρός, το ποσό των 222,31 ευρώ για τη νοσηλεία της ασφαλισμένης του από 21-04-2015 έως 22-04-2015, γ) στο κέντρο "ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ Α.Ε.", το ποσό των 3.850 ευρώ για την αποθεραπεία και αποκατάσταση της ασφαλισμένης του για το χρονικό διάστημα από 27-01-2014 έως 03-06-2015 και δ) το ποσό των 39,03 ευρώ για ακτινογραφίες για το χρονικό διάστημα από 07-02-2014 έως 08- 04-2014 και συνολικώς κατέβαλε ως ασφαλιστικός της φορέας το ποσό των 4.421,75 ευρώ, με τις υπ' αριθμ.

πρωτ. ...-2018 αποφάσεις-υποβλητικά έγγραφα, το ύψος των οποίων δεν αμφισβητούν οι εναγόμενοι. Η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στους εναγόμενους στις 19-04-2019 (...). Οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ότι η αξίωση του ενάγοντος έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 1 και 2 του ν. 489/1976, καθώς από το ατύχημα (...-2013) μέχρι την επίδοση της υπό κρίση αγωγής (19-04-2019) έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας και επικουρικώς κατά τη διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ, δεδομένου ότι το ενάγον έλαβε γνώση της ζημίας της ασφαλισμένης του και του υπόχρεου προς αποζημίωση από το 2013, οπότε η τελευταία ανήγγειλε το ατύχημα στο ΙΚΑ και δυνάμει της υπ' αριθμ. 258/2013 αποφάσεως του ΙΚΑ έλαβε επιδότηση από το τελευταίο για το χρόνο, που παρέμεινε εκτός εργασίας.

Το ενάγον ισχυρίστηκε ότι εν προκειμένω πρόκειται για αυτοδίκαιη υποκατάσταση του ΕΟΠΥΥ στις απαιτήσεις της ασφαλισμένης του και τίθεται σε εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 29 παρ. 5 του ν. 3918/2011, αφενός για την εκ του νόμου υποκατάσταση του ΕΟΠΥΥ και αφετέρου για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής από τη γνώση του ζημιογόνου γεγονότος από τον Οργανισμό.

Κατά τα προπαρατιθέμενα στη μείζονα πρόταση, ενόψει του χρόνου που έλαβε χώρα το ως άνω ατύχημα (...-2013), ήτοι προ της θέσης σε ισχύ του αρθρ. 29 παρ. 2 του ν. 4272/2014 (ΦΕΚ Α 145/11-07-2014), που τροποποίησε το άρθρο 29 παρ. 5 του ν. 3918/2011, δεν καταλαμβάνονται οι γεννημένες αξιώσεις προ του χρονικού αυτού σημείου και συνακόλουθα, οι αξιώσεις της ασφαλισμένης, Σ.

Κ., κατά των εναγομένων δεν καταλαμβάνονται από τον ανωτέρω νόμο και δεν υφίσταται περίπτωση υποκατάστασης του ΕΟΠΥΥ [....]. Συνακόλουθα, δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 29 παρ. 5 του ν. 3918/2011, ως αβασίμως ισχυρίζεται το ενάγον, αλλά ούτε και του άρθρου 10 του π.δ. 237/1986 (ν. 489/1976), ως αβασίμως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι.

Στην προκειμένη περίπτωση, εφαρμοστέα τυγχάνει η διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ (σε συνδυασμό με αυτή του 477 ΑΚ), ως επικουρικώς ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, ήτοι η παραγραφή της αξιώσεως του ενάγοντος τρέχει από τότε που η ζημιωθείσα έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση, προκειμένου δε περί αξιώσεως κατά του ασφαλιστού από της επομένης του ατυχήματος(...) ήτοι από ...-2013 και σε κάθε περίπτωση από 17-12-2013, ενόψει του ότι το ενάγον έλαβε γνώση της ζημίας της ασφαλισμένης του και δη των προβλέψιμων, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ήδη από την αρχή, επιζήμιων συνεπειών της πράξης και του προς αποζημίωση υπόχρεου (των οποίων σημειωτέον ότι η ίδια η παθούσα έλαβε γνώση κατά το χρόνο επέλευσης της ζημίας, ήτοι εκείνον του ατυχήματος), τουλάχιστον στις 16-12-2013, οπότε έγινε, κατά τα προαναφερόμενα, η αναγγελία του ατυχήματος στο ΙΚΑ, καθολικός διάδοχος του οποίου είχε ήδη καταστεί το ενάγον, ενόψει του ότι το άρθρο 29 παρ. 2 του ν. 4272/2014, που απαιτεί γνώση του οργανισμού για την έναρξη της παραγραφής, αφορά σε ατυχήματα που έλαβαν χώρα μετά την 11η-7-2014, κατά τα προπαρατιθέμενα στη μείζονα πρόταση.

Μετά ταύτα, εφόσον από την 16η-12-2013, οπότε έλαβε γνώση ο αρμόδιος υπάλληλος του ΙΚΑ, καθολικός διάδοχος του οποίου είχε ήδη καταστεί το ενάγον από το έτος 2011, μέχρι και την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, την 19η-04-2019 [ημερομηνία επιδόσεως αυτής, κατά τη διάταξη του άρθρου 215 ΚΠολΔ (....)], παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, οι αξιώσεις του ενάγοντος έχουν υποπέσει στην παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, δεκτής γενομένης της ενστάσεως παραγραφής, κατά την επικουρική της βάση, ως ουσία βάσιμης, που νομίμως προέβαλαν οι εναγόμενοι, απορριπτομένης της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμης.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του, κατέληξε στην ίδια κρίση κάνοντας δεκτή τη σχετική ένσταση παραγραφής, έστω και με διαφορετικές αιτιολογίες, δεν έσφαλε κατ' αποτέλεσμα και πρέπει αφού αντικατασταθούν οι αιτιολογίες με αυτές της παρούσας (αρθρ. 534 ΚΠολΔ), να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι:

α) ο σχετικός πρώτος λόγος της έφεσης του εκκαλούντος-ενάγοντος, για εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 10 του ν.δ. 4106/1960 και 29 παρ. 5 του ν. 3918/2011, δεδομένου ότι τόσο η αυτοδίκαιη υποκατάσταση του ενάγοντος, όσο και η νέα αφετηρία για τη συμπλήρωση της πενταετούς παραγραφής, αφορά σε ατυχήματα, που έγιναν μετά την 11η-07-2014 και συνακόλουθα, δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην ένδικη υπόθεση και β) ο σχετικός δεύτερος λόγος της έφεσης του εκκαλούντος - ενάγοντος, για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με το υπ' αριθμ. 52406/28-12-2017 έγγραφο του ΕΦΚΑ, δυνάμει του οποίου διαβιβάστηκαν στο ενάγον αντίγραφα του φακέλου του ατυχήματος, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε η γνώση του ενάγοντος, κατά τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 5 του ν.3918/2011, απαιτείται για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής, μόνο για ατυχήματα που έλαβαν χώρα μετά την 11η-07-2014 και όχι για το ένδικο ατύχημα, που έλαβε χώρα την 23η-11-2013.

Μετά ταύτα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση ....''. Σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές του, το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι η ένδικη αξίωση του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, για καταβολή του ποσού των 4.421,75 ευρώ, υπέπεσε στη πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 του ΑΚ και ότι η παραγραφή αυτή άρχισε από 17-12-2013, οπότε έλαβε γνώση το ΙΚΑ, καθολικός διάδοχος του οποίου είχε ήδη καταστεί το ενάγον (από 2-3-2011) ενόψει του ότι το άρθρο 29 παρ. 2 του ν. 4272/2014, που απαιτεί γνώση του οργανισμού για την έναρξη της παραγραφής, αφορά σε ατυχήματα που έλαβαν χώρα μετά την 11-7-2014.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 του ν.δ/τος 4106/1960 και 29 παρ. 5 του ν. 3918/2011, ενώ ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 937 παρ. 1του ΑΚ, η οποία ήταν εφαρμοστέα διότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό του ανωτέρω κανόνα δικαίου, που εφάρμοσε, καθόσον από 17-12-2013 όταν έλαβε γνώση της ζημίας της ασφαλισμένης του, έως την επίδοση της υπό κρίση αγωγής (19-4-2019) στους αναιρεσίβλητους, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας.

Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο δέχτηκε ότι, λόγω του χρόνου του ατυχήματος (...-2013) δεν είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 29 παρ. 5 του ν. 3918/2011, για την εφαρμογή της οποίας και συνακόλουθα για την έναρξη της (πενταετούς) παραγραφής του άρθρου 29 παρ. 2 του ν. 4272/2014, από τη γνώση του ζημιογόνου γεγονότος από τον οιονεί καθολικό διάδοχο του ΙΚΑ, απαιτείται το ατύχημα να έλαβε χώρα μετά την 11-7-2014.

Και αυτό γιατί ο ν. 4272/2014 δημοσιεύτηκε στις 11-7-2014, στο δε άρθρο 29 παρ. 2 αυτού (ν. 4272/2014) δεν γίνεται καμία αναφορά σχετικά με την ισχύ του και έτσι, μετά την επέκταση των διατάξεων της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του ν.δ/τος 4104/1960 και των διατάξεων του β.δ/τος 226/23.2/21.3.1973 και στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (καθολικό διάδοχο του κλάδου υγείας του ΙΚΑ με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 3918/2011), με το άρθρο 29 παρ. 5 του ν. 3918/2011, όπως η τελευταία παράγραφος προστέθηκε με το άρθρο 29 παρ. 2 του ν. 4272/2014, η ως άνω εκχώρηση υπέρ του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

καταλαμβάνει μόνο τις αξιώσεις του παθόντος για ατυχήματα, τα οποία λαμβάνουν χώρα μετά τη θέση σε ισχύ του νόμου αυτού στις 11-7-2014 και δεν καταλαμβάνει γεννημένες αξιώσεις προγενέστερες του χρονικού αυτού σημείου. Η αιτίαση ότι πριν από την έκδοση της, επακόλουθης πράξης του αρμόδιου οργάνου του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., απόφασης (και όχι του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), που προσδιορίζει το ποσό της αποζημίωσης, δεν έχει γεννηθεί ακόμη η αξίωσή του κατά του υπόχρεου και ότι η παραγραφή αυτής αρχίζει το πρώτο από 28-12-2017, όταν έλαβε γνώση του ζημιογόνου γεγονότος, κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη.

Και αυτό γιατί η έκδοση της απόφασης του αρμόδιου οργάνου του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., που προσδιορίζει το ποσό της καταβλητέας αποζημίωσης στον ασφαλισμένο του - παθόντα, δεν αποτελεί όρο για τη γένεση το πρώτο της αξίωσης του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., αλλά έχει αξία για τον καθορισμό του τελικού ύψους της μεταβιβαζόμενης στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

αξίωσης του παθόντος. Αντίθετη άποψη, που θα εξαρτούσε τη γένεση της αξίωσης αποζημίωσης του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. κατά του υπόχρεου τρίτου (και του ασφαλιστή του) από την έκδοση της απόφασης του αρμόδιου οργάνου του, όχι μόνο θα ήταν αντίθετη στο άρθρο 18 του ν. 1654/1986 της αξίωσης αποζημίωσης του παθόντος, την οποία (μεταβίβαση) συνδέει με τη γένεση της αξίωσης, αλλά και προς το άρθρο 10 παρ. 2 του ν. 489/1976 που ορίζει ότι η παραγραφή της αξίωσης αρχίζει από το ατύχημα.

Επιπλέον η άποψη αυτή θα μετέθετε χρονικά την έναρξη της παραγραφής συνδέοντας αυτή με πράξη (έκδοση πράξης του αρμόδιου οργάνου περί καταβολής αποζημίωσης) που όμως εμπίπτει στη σφαίρα επιρροής του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., με αποτέλεσμα, ουσιαστικά, να επιμηκύνεται ο χρόνος παραγραφής σε βάρος του υπόχρεου. Ο τελευταίος, όμως, όταν συντρέχει περίπτωση κατά νόμο μεταβίβασης της αξίωσης του παθόντος στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., δεν πρέπει να υφίσταται δυσμενείς συνέπειες από τον καθυστερημένο προσδιορισμό της αποζημίωσης προς τον ασφαλισμένο του παθόντα, έστω και αν τότε γίνεται τελικά γνωστό το ποσό που δικαιούται να αξιώσει ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ως εκ του νόμου νέος φορέας της αξίωσης αποζημίωσης.

Επομένως, ο μοναδικός αναιρετικός λόγος με τον οποίο αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεων των άρθρων 10 παρ. 5 του ν.δ/τος 4106/1960 και 29 παρ. 5 του ν. 3918/2011, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατόπιν των παραπάνω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για να ερευνηθεί, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Τα δικαστικά έξοδα της δεύτερης παριστάμενης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά τα άρθρα 62 παρ. 3 περ.

Θ` του ν. 4387/2016 (όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 31 του ν. 4445/2016) και 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και αριθ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), αφού η νομική υπεράσπιση της ένδικης υπόθεσης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ διεξήχθη από αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, όπως ορίζεται στο διατακτικό (Ολ.ΑΠ 21/1994, ΑΠ 194/2023, ΑΠ 788/2022, ΑΠ 559/2021, ΑΠ 1441/2017), ενώ δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, αφού αυτός ερημοδίκησε και δεν υποβλήθηκε σε τέτοια έξοδα, ούτε, φυσικά, υπέβαλε σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-1-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. 41/2023), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 65/2021 απόφασης του, δικάσαντος ως Εφετείο, Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ