Legislator Case Law & Legislation
313/2024 AI generated

313/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 313/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

313/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της εν μέρει ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, κατά το σχετικό νόμιμο υποβληθέν με το αναιρετήριο αίτημα των τελευταίων, ανάλογα όμως με την έκταση της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

Keywords

AI generated
non-implementation of the offending agreements acts without binding force inducement to breach of contract default of party failure to state reasons statutory requirement fulfillment
AI generated
2031/2017
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/9/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 10/11/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης.
657/2019
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1861/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
996/2012
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη), Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα), Αρεοπαγίτες.
870/2019
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/6/2015 αγωγή ακύρωσης διαιτητικής απόφασης της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 1888/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/7/2017 αίτησή της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 313 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 313/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Λ. εταιρείας με την επωνυμία «H. I. «S., που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Π. Α. του Ο., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Περάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Ρ. του Κ., κατοίκου ..., 2) εταιρείας με την επωνυμία «Ε..Η. Ε. Π. «Ε., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) Ν. Κ. του Σ., κατοίκου Αθηνών. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κ. Μ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-9-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1260/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 5291/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-7-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 402 του ΑΚ "Αν κατά την κατάρτιση της σύμβασης δόθηκε αρραβώνας, εφόσον δεν ορίστηκε τίποτε άλλο, θεωρείται ότι δόθηκε για την κάλυψη της ζημίας από τη μη εκτέλεση της σύμβασης". Κατά δε το άρθρο 403 εδ. α` του ιδίου κώδικα "Ο υπαίτιος για τη μη εκτέλεση της σύμβασης χάνει τον αρραβώνα που έδωσε ή αποδίδει διπλάσιον αυτόν που έλαβε".

Από τις διατάξεις αυτές, που είναι ενδοτικού δικαίου, προκύπτει ότι ο αρραβώνας, όταν δεν έχει απλώς επιβεβαιωτικό της κατάρτισης της σύμβασης χαρακτήρα, έχει χαρακτήρα επιτιμίου μεταμελείας, περίπτωση που συντρέχει όταν ο συμβαλλόμενος ή οι συμβαλλόμενοι επιφύλαξαν στον εαυτό τους δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση έναντι καταβολής ποινής (άρθ. 398 ΑΚ), δηλαδή χάνοντας τον αρραβώνα ή αποδίδοντάς τον διπλάσιο, ή έχει αμιγώς χαρακτήρα ποινής (ποινικός αρραβώνας), οπότε επέρχονται οι ίδιες συνέπειες, ενώ διατηρείται και αξίωση αποζημίωσης για την επιπλέον ζημία από τη μη εκπλήρωση (ΑΠ 16/2022, ΑΠ 257/2021, ΑΠ 1161/2020).

Η αρραβωνική σύμβαση, ως παρεπομένη της κυρίας συμβάσεως, υποβάλλεται στον ίδιο συστατικό τύπο, ο οποίος προβλέπεται για την κύρια σύμβαση (ΑΠ 1500/2008). Εξάλλου, κατά το άρθρο 166 ΑΚ, προσύμφωνο είναι η προκαταρκτική ή προπαρασκευαστική σύμβαση, με την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη (ή και μόνο το ένα από αυτά) δεσμεύονται να συνάψουν συγκεκριμένη οριστική σύμβαση μεταξύ τους (ή και με τρίτο πρόσωπο).

Κατά το ίδιο άρθρο, το προσύμφωνο υπόκειται στον τύπο που ορίζει ο νόμος για τη συναπτέα οριστική σύμβαση, δηλαδή αυτό υπόκειται στον ίδιο νόμιμο συστατικό τύπο που προβλέπεται για την προσυμφωνημένη οριστική σύμβαση, ο οποίος είναι το ιδιωτικό ή συμβολαιογραφικό ή άλλο δημόσιο έγγραφο ή δήλωση ενώπιον αρχής, για την οποία συντάσσεται σχετική έκθεση.

Για να είναι έγκυρο το προσύμφωνο, πρέπει να υποβληθεί στον προβλεπόμενο συστατικό τύπο της οριστικής σύμβασης, αλλά και να περιέχει όλους τους ουσιώδεις όρους αυτής (ΑΠ 708/2016, ΑΠ 772/2014). Τέλος, το άρθρο 28 του Ν. 3190/1955 "περί εταιρειών περιορισμένης ευθύνης" (όπως ίσχυε κατά τον ένδικο κρίσιμο χρόνο, δηλαδή πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 4541/2018, ανεξαρτήτως του ότι δεν υπήρξε κάποια μεταβολή ως προς το ενδιαφέρον για την εν λόγω υπόθεση ζήτημα του σχετικού τύπου, ορίζει ότι "1.

Εκτός αντιθέτου διατάξεως του καταστατικού και υπό την επιφύλαξη του άρθρου 29 παρ. 1 (περί μεταβιβάσεως αιτία θανάτου) το εταιρικό μερίδιο είναι μεταβιβαστόν δια πράξεως εν ζωή... 3. Η μεταβίβασις του εταιρικού μεριδίου γίνεται μόνον δια συμβολαιογραφικού εγγράφου περιλαμβάνοντος..., επάγεται δε αποτελέσματα ως προς την εταιρείαν από της εγγραφής εις το κατά το άρθρον 25 βιβλίον των εταίρων...".

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η σύμβαση με την οποία τα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση για τη μεταβίβαση μεριδίου ή μεριδίων Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης (Ε.Π.Ε.) πρέπει να υποβληθεί στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου για να είναι έγκυρη. Μάλιστα, το τελευταίο ισχύει τόσο για την υποσχετική, όσο και για την εκποιητική σχετική δικαιοπραξία, και το αντίστοιχο προσύμφωνο.

Επομένως, η μη τήρηση του τύπου του συμβολαιογραφικού εγγράφου για τη σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης μεριδίου ή μεριδίων Ε.Π.Ε., καθώς και του σχετικού με τη σύμβαση αυτή προσυμφώνου, συνεπάγεται την απόλυτη ακυρότητα της σύμβασης ή του προσυμφώνου, που θεωρούνται σαν να μην έγιναν, η ακυρότητα δε αυτή ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (σχετ.

ΑΠ 1779/1988). Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με την από 20.12.2011 αγωγή τους, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, το περιεχόμενο της οποίας παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), εξέθεταν τα εξής: Ότι η πρώτη και η δεύτερη των εναγομένων ήταν εταίροι κατά ποσοστό 50% η κάθε μία της ημεδαπής εταιρείας με την επωνυμία «Ε.

«Ε., της οποίας διαχειρίστρια ήταν η πρώτη εναγομένη, ενώ στη δεύτερη εναγομένη εταίρος κατά ποσοστό 80% ήταν ο τρίτος εναγόμενος. Ότι η άνω εταιρία είχε ξεκινήσει τις διαδικασίες για την κατασκευή, λειτουργία και εκμετάλλευση δύο (2) φωτοβολταϊκών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, ο ένας στην περιοχή ...

και ο άλλος στην περιοχή της .... Ότι για την αδειοδότηση και την κατασκευή του σταθμού ... είχαν ξεκινήσει οι σχετικές διαδικασίες το έτος 2007, πλην όμως στη συνέχεια δεν προχώρησαν. Ότι μετά από πολύμηνες διαπραγματεύσεις που είχαν ξεκινήσει το Φθινόπωρο του 2009, συνήφθη τελικά μεταξύ της πρώτης εξ αυτών, νόμιμα εκπροσωπούμενης από τον δεύτερο, ως αγοράστριας και των πρώτης και δεύτερης των εναγομένων, ως πωλητριών, το από 18.1.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ουσιαστικά συμφωνήθηκε ότι το προαναφερόμενο έργο της ..., με όλα τα σχετιζόμενα με αυτό δικαιώματα και υποχρεώσεις και περιουσιακά στοιχεία θα μεταβιβαζόταν στην πρώτη από αυτούς, αντί τιμήματος 1.300.000 ευρώ.

Ότι προς τούτο συμφωνήθηκε οι πωλήτριες (πρώτη και δεύτερη των εναγομένων) να μεταβιβάσουν το 100% των εταιρικών τους μεριδίων σε εταιρεία που θα σύστηναν για το σκοπό αυτό στο ..., η οποία έτσι θα καθίστατο η μόνη εταίρος της, στη συνέχεια δε (οι πωλήτριες) θα μεταβίβαζαν το 100% των μετοχών της άνω εταιρίας στην πρώτη από αυτούς.

Ότι, ειδικότερα, στον παρατιθέμενο αυτολεξεί όρο 2 του από 18.1.2010 ιδιωτικού συμφωνητικού οριζόταν ότι: "2. Προκειμένου να πραγματοποιηθεί η παραπάνω μεταβίβαση, οι πωλήτριες υποχρεούνται εντός 30 ημερών από την έκδοση της άδειας παραγωγής του έργου ..., να έχουν μεταβιβάσει το 100% των εταιρικών μεριδίων της εταιρίας στην προαναφερόμενη εταιρία η οποία θα έχει έδρα στο ...

και να έχουν υποβάλει τη σχετική συμβολαιογραφική πράξη - συνέλευση των εταίρων της εταιρίας προς δημοσίευση στο Φ.Ε.Κ. Τ.Α.Ε. Ε.Π.Ε. Στην ίδια συμβολαιογραφική πράξη - συνέλευση των εταίρων της εταιρίας, η, μετά τη μεταβίβαση αυτή, μεριδούχος της εταιρίας θα ορίζεται ως μόνος διαχειριστής της εταιρίας. Η μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων δεν θα τελεί υπό αιρέσεις, όρους ή συμφωνίες και το τίμημα θα έχει ολοσχερώς καταβληθεί, όπως και ο αναλογών φόρο.

Έτσι, μόνος εταίρος και διαχειριστής της εταιρίας θα είναι η προαναφερόμενη συσταθησόμενη εταιρία ...υ η δε εταιρία θα μετατραπεί σε μονοπρόσωπη Ε.Π.Ε. Ακολούθως, εντός 20 ημερών από την υλοποίηση των ανωτέρω, θα λάβει χώρα η μεταβίβαση εκ μέρους των πωλητριών στην αγοράστρια όλων των μετοχών της συσταθησομένης εταιρίας, ταυτοχρόνως με όσα ορίζονται στους όρους 3.β.

και 4.γ. της παρούσης συμβάσεως σχετικά με το έργο ... και σύμφωνα με τις λοιπές διατάξεις του όρου 4 του παρόντος". Ότι το τίμημα ορίσθηκε αρχικώς στο ποσό των 1.300.000 ευρώ, με τη ρητή όμως πρόνοια μείωσής του, στην περίπτωση μείωσης ή κατάργησης της προβλεπόμενης ως τότε επιδότησης κατασκευής φωτοβολταϊκού σταθμού, καθώς και στην περίπτωση μείωσης της τιμής με την οποία θα πωλούσε το παραγόμενο ηλεκτρικό ρεύμα στη Δ., κατά 40%, ώστε το καταβλητέο τίμημα να μην είναι κατώτερο του ποσού των 780.000 ευρώ.

Ότι ρητά προβλέφθηκε και η δυνατότητα της πρώτης από αυτούς να υπαναχωρήσει αζημίως από τη σύμβαση στην περίπτωση που καθίστατο ιδιαίτερα ασύμφορη οικονομικά η περαιτέρω εκτέλεση του έργου. Ότι με την υπογραφή του άνω συμφωνητικού καταβλήθηκε στις πωλήτριες ως αρραβώνας ποσό 130.000 ευρώ (65.000 ευρώ στην κάθε μία), το οποίο, κατά ρητό όρο της σύμβασης (3.α.β), σε περίπτωση υπαιτίου μεταμελείας ή υπαιτίου υπαναχωρήσεώς των πωλητριών για οποιονδήποτε λόγο και δη σε περίπτωση άρνησής τους να συμπράξουν για την ολοκλήρωση της μεταβιβάσεως των μετοχών σύμφωνα με τους όρους του άνω συμφωνητικού, ήταν υποχρεωμένες να αποδώσουν το ως άνω ποσόν εις διπλούν στην πρώτη από αυτούς, χωρίς να αποκλείεται εκατέρωθεν αξίωση για την αποκατάσταση κάθε ζημίας του μη υπαιτίου μέρους της σύμβασης κατά του υπαιτίου.

Ότι την 29.01.2010 καταργήθηκε νομοθετικά η επιδότηση κατασκευής φωτοβολταϊκών σταθμών και το συμφωνηθέν τίμημα αναπροσαρμόσθηκε αυτομάτως, σύμφωνα με το από 18.01.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό, στο ποσό των 780.000 ευρώ, από το οποίο το υπόλοιπο οφειλόμενο τίμημα ανερχόταν στο ποσό των (780.000 -130.000) 650.000 ευρώ. Ότι στο πλαίσιο της καλής συνεργασίας τους με τους εναγόμενους, προέβησαν σε σειρά ενεργειών για την πρόοδο του έργου πριν ακόμη από την υπογραφή του άνω συμφωνητικού, ακολούθησαν οι ενέργειες για την έκδοση της αδείας, η οποία και εκδόθηκε την 19.5.2010 και στη συνέχεια ετοίμασαν και υπέβαλαν το φάκελο στη Δ.

Α.Ε. για την υπογραφή της σύμβασης πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας, η αξία δε όλων αυτών των εργασιών κοστολογείται κατ' ελάχιστο στο ποσό των 30.000 ευρώ. Ότι την 24.06.2010 συστάθηκε στο ... η εταιρεία «S. «S. (που δεν είναι διάδικος), στην οποία τελικά πέραν της πρώτης εναγομένης, που ήταν εταίρος κατά 50% και διαχειρίστρια της νέας αυτής εταιρίας, κατά το υπόλοιπο 50% εταίρος δεν έγινε η δεύτερη εναγομένη αλλά ο τρίτος των εναγομένων, ως εταίρος σε ποσοστό 80% της δεύτερης εναγόμενης.

Ότι μετά τη σύσταση της S. S. μεταβιβάσθηκαν πράγματι σ' αυτήν όλα τα εταιρικά μερίδια της «Ε. «Ε., πλην όμως η συμφωνία δεν ολοκληρωνόταν, διότι είχαν ξεκινήσει συζητήσεις για τον επανακαθορισμό του τιμήματος, το οποίο και μετά την πιο πάνω μείωση ήταν υπερβολικά υψηλό με βάση τις συνθήκες της αγοράς, οι οποίες ξεκίνησαν τον Σεπτέμβριο του 2010 και κατέληξαν τον Νοέμβριο του 2010 στον προσδιορισμό του τιμήματος κατά 100.000 ευρώ χαμηλότερα, ήτοι στο συνολικό ποσό των 680.000 ευρώ, οπότε απέμεναν προς καταβολή 550.000 ευρώ.

Ότι παρότι είχε επέλθει συμφωνία ως προς αυτό, η σχετική τροποποίηση του συμφωνητικού δεν υπογραφόταν με διάφορα προσχήματα από την πλευρά των αντιδίκων, κυρίως επειδή ζητούσαν να καταργηθεί ο υπαρκτός στη σύμβαση όρος που προέβλεπε δικαίωμα υπαναχώρησης της αγοράστριας στην περίπτωση που η εκτέλεσή της γινόταν εξαιρετικά ασύμφορη γι' αυτήν.

Ότι οι συζητήσεις μεταξύ των μερών συνεχίστηκαν μέχρι την 5.4.2011, χωρίς αποτέλεσμα, διότι, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, οι αντίδικοι καμία λύση δεν αναζητούσαν, αλλά διατηρούσαν μόνο τις συζητήσεις μαζί τους προσχηματικά, προκειμένου να τους αποτρέψουν από το να ματαιώσουν τις συμφωνίες που ήδη κρυφίως και αντισυμβατικά είχαν από καιρό συνάψει με άλλους για τη μεταβίβαση των μεριδίων τους.

Ότι, ειδικότερα, όπως πληροφορήθηκαν πολύ αργότερα, οι αντίδικοι είχαν ήδη από τις αρχές του 2011 συμφωνήσει με άλλους (τους Ι. Π. και Κ. Γ.) την πώληση των εταιρικών μεριδίων τους στην Ε. Ε. και μάλιστα είχαν συνάψει μαζί τους και το υπ' αριθ. 2257/22.2.2011 προσύμφωνο πώλησης εταιρικών μεριδίων της συμβολαιογράφου Αθηνών Φιόρης Αθανασίου Πέτρου, αντί τιμήματος 725.080 ευρώ, στο πλαίσιο δε των μεταξύ τους συζητήσεων, προέβησαν κρυφίως την 25.7.2011 και σε αναμεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων της Ε.

Ε. από την S. S. στις αρχικές εταίρους. Ότι τελικά η μεταβίβαση έγινε προς άλλους και δη τους Κ. Β., Α. Β., Ε. Δ., Μ. - Χ. Δ. και Χ. Δ. με το υπ' αριθ. 50.753/26.7.2011 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Στασινόπουλου, δυνάμει του οποίου η πρώτη εναγομένη μεταβίβασε στους άνω αγοραστές όλα τα εταιρικά της μερίδια στην «Ε.

«Ε., αντί τιμήματος 350.000 ευρώ, ενώ η δεύτερη εναγομένη μεταβίβασε μόνο το 10% των μεριδίων της, αντί τιμήματος 105.000 ευρώ. Ότι από όλα τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι συντρέχει υπαίτια μεταμέλεια των αντιδίκων, οι οποίοι υπαίτια και προσχηματικά υπαναχώρησαν από τη συμφωνία τους και αρνήθηκαν να συμπράξουν στην ολοκλήρωσή της προκειμένου να αποκομίσουν μεγαλύτερο όφελος, γι' αυτό και, σύμφωνα με τον ρητό όρο 3.β της σύμβασης, υποχρεούνται να αποδώσουν το άνω ποσό των 130.000 ευρώ εις διπλούν, ήτοι 260.000 ευρώ, ευθυνόμενοι όλοι εις ολόκληρον.

Ότι, περαιτέρω, με τον όρο 3.α.ε. του από 18.1.2010 ιδιωτικού συμφωνητικού, πέραν της επιστροφής εις διπλούν του αρραβώνα, δικαιούνται την αποκατάσταση και κάθε άλλης ζημίας τους, η οποία στην προκειμένη περίπτωση είναι τόσο περιουσιακή, συνισταμένη στην απώλεια του κέρδους που με βεβαιότητα προσδοκούσαν από τη λειτουργία του σταθμού της ..., το οποίο περιορίζουν στο ποσό των 100.000 ευρώ, όσο και ηθική, για την οποία δικαιούνται ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 50.000 ευρώ, τα ποσά δε αυτά των 100.000 ευρώ και 50.000 ευρώ, κατά τα οποία τους ζημίωσαν αντισυμβατικά, παράνομα και υπαίτια οι εναγόμενοι, οφείλουν να τους καταβάλουν οι τελευταίοι τόσο με βάση τον άνω συμβατικό όρο, όσο και με βάση τις διατάξεις των άρθρων 914, 298 και 932 ΑΚ, αφού η αδικοπρακτική ευθύνη μπορεί να συντρέχει και σε περιπτώσεις συμβατικής ευθύνης.

Ότι, ακόμη, οι εναγόμενοι υποχρεούνται να τους καταβάλουν, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, και το ποσό των 30.000 ευρώ, κατά το οποίο και ωφελήθηκαν αδικαιολόγητα από την υπεραξία της εργασίας και των υπηρεσιών τους, στο οποίο ποσό κοστολογείται, κατ' ελάχιστον, με βάση τα τότε ισχύοντα στην αγορά, η αξία όλων των προαναφερθεισών εργασιών στις οποίες προέβησαν για την πρόοδο του έργου και οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα την αδειοδότηση του έργου και την υπογραφή της σύμβασης με τη Δ.

ΑΕ. Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες ζήτησαν, όπως με την από 28.12.2016 προσθήκη - αντίκρουση των προτάσεων, περιόρισαν τα αιτούμενα κονδύλια για την πρώτη ενάγουσα κατά τα 3/4 αυτών σε αναγνωριστικά, του υπόλοιπου 1/4 αυτών απομένοντος καταψηφιστικού και τα αιτούμενα κονδύλια για τον δεύτερο ενάγοντα στο σύνολό τους σε αναγνωριστικά, πλην ενός μέρους από την αιτούμενη ηθική βλάβη, ποσού 12.500 ευρώ, που απομένει καταψηφιστικό:

Α) να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούνται οι εναγόμενοι να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας: 1) στην πρώτη ενάγουσα: α) από το διπλάσιο του αρραβώνα, ποσού (130.000 χ 2=) 260.000 ευρώ, το ποσό των 195.000 ευρώ, β) από το ποσό των 100.000 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη, το ποσό των 75.000 ευρώ, γ) από το ποσό των 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής της βλάβης, το ποσό των 37.500 ευρώ και δ) από το ποσό των 30.000 ευρώ για θετική ζημία, το ποσό των 22.500 ευρώ, και 2) στον δεύτερο ενάγοντα:

α) το διπλάσιο του αρραβώνα, ποσού (130.000 Χ 2=) 260.000 ευρώ, β) από το ποσό των 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, το ποσό των 37.500 ευρώ και γ) το ποσό των 30.000 ευρώ για θετική ζημία, Β) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας: 1) στην πρώτη ενάγουσα: α) από το διπλάσιο του αρραβώνα, ποσού (130.000 Χ 2=) 260.000 ευρώ, το ποσό των 65.000 ευρώ, β) από το ποσό των 100.000 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη, το ποσό των 25.000 ευρώ, γ) από το ποσό των 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής της βλάβης, το ποσό των 12.500 ευρώ και δ) από το ποσό των 30.000 ευρώ για θετική ζημία, το ποσό των 7.500 ευρώ, και 2) στον δεύτερο ενάγοντα:

α) από το ποσό των 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, το ποσό των 12.500 ευρώ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 1260/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή, ως μη νόμιμη και δη ως προς μεν την πρώτη κύρια βάση της, τη στηριζόμενη στην ενδοσυμβατική ευθύνη των εναγομένων από το από 18.1.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης εταιρικών μεριδίων ΕΠΕ, με την αιτιολογία ότι η συμφωνία αυτή, για την οποία δεν συντάχθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο, είναι άκυρη και ουδεμία υποχρέωση των εναγομένων γεννάται από αυτή (απόδοση του αρραβώνα στο διπλάσιο, διαφυγόντα κέρδη, θετική ζημία), ως προς δε τη δεύτερη κύρια βάση της, τη στηριζόμενη στην αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων, με την αιτιολογία ότι στο δικόγραφο της αγωγής δεν γίνεται αναφορά τέτοιων πραγματικών περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει ότι και χωρίς το από 18.01.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό η ενέργεια των εναγομένων να μην εκπληρώσουν τις απορρέουσες από αυτό υποχρεώσεις θα ήταν καθεαυτή παράνομη, κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ.

Κατά της άνω οριστικής απόφασης άσκησαν οι ενάγοντες την από 30.6.2018 έφεση, με τον πρώτο λόγο της οποίας ισχυρίσθηκαν ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απέρριψε την πρώτη κύρια βάση της αγωγής τους ως νόμω αβάσιμη. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε το λόγο αυτό ως αβάσιμο με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: "Εν προκειμένω στην από 1-9-2016 αγωγή εκτίθεται, πλην των άλλων, ότι στις 18.01.2010 μετά από διαπραγματεύσεις με τον Π.

Α. ως νόμιμο εκπρόσωπο και ουσιαστικό ιδιοκτήτη της εταιρίας «H. lNVESTMENTS «S. (2η και 1ος των εναγόντων/εκκαλούντων) καταρτίστηκε στην ... έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ ως αφ' ενός συμβαλλομένων των: α) Α. Ρ. η οποία παραστάθηκε ατομικά και ως εκπρόσωπος της «Ε. «Ε. και β) της "Ε..Η. Ε." και ως αφ' ετέρου συμβαλλομένης της «H.

«S., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον Π.. Α. και ότι μεταξύ άλλων συμφωνήθηκε ότι οι εταιρικές μεριδούχοι της Ε. Ε., ήτοι η Ε..Η. Ε. και η Α. Ρ. δέχθηκαν αίτημα του Π. Α. και ανέλαβαν την υποχρέωση να μεταβιβάσουν τα ανήκοντα σε αυτές εταιρικά μερίδια της Ε. Ε. σε αλλοδαπή εταιρία λουξεμβουργιανού δικαίου που θα εδημιουργείτο με δικές τους δαπάνες και με μόνες μεριδούχους τις ίδιες (Α.

Ρ. και την Ε..Η. Ε.). Ότι, κατά τη συμφωνία των μερών, η νεοσυσταθείσα ως άνω εταιρία θα μεταβίβαζε τα εταιρικά μερίδια της Ε. Ε. στην I. και η Ε. Ε. θα καθίστατο μονοπρόσωπη ΕΠΕ, αντί συνολικού τιμήματος 1.300.000 Ευρώ, με απώτερο σκοπό της ανωτέρω μεταβίβασης την κατασκευή και εκμετάλλευση του φωτοβολταϊκού σταθμού, από την «H.

I.. «S., την άδεια κατασκευής του οποίου κατείχε η Ε. Ε.. Ότι η «H. I.. «S., κατέβαλε κατά την υπογραφή του ανωτέρω συμφωνητικού ως προκαταβολή - αρραβώνα το ποσό των 130.000 Ευρώ στις Α. Ρ. και Ε..Η. Ε., ήτοι από 65.000 ευρώ στην καθεμία. Ότι ρητώς συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση υπαιτίου υπαναχωρήσεως των πωλητριών για οποιονδήποτε λόγο το ποσό αυτό θα κατέπιπτε υπέρ της «H.

I.. «S., και θα επέστρεφε αντίστοιχου ποσού δίγραμμης εγγυητικής επιταγής που είχε δοθεί ως ασφάλεια στον Π.. Α., από τον Ν.. Κ.. Ότι επίσης συμφωνήθηκε αφ' ενός ότι πέραν του ποσού αυτού το μη υπαίτιο μέρος θα δικαιούνταν να αξιώσει την αποκατάσταση πάσης ζημίας του κατά του υπαιτίου σε περίπτωση μη εκτελέσεως της οριστικής σύμβασης μεταβίβασης των μεριδίων, αφ' ετέρου ότι οι μεριδούχοι της αλλοδαπής εταιρίας που θα συνίστατο κατά τα ανωτέρω θα μεταβίβαζαν τα μερίδιά τους στην «H.

I.. «S. ταυτόχρονα με την πλήρη καταβολή του τιμήματος από αυτήν, ήτοι του υπόλοιπου ποσού του 1.170.000 Ευρώ. Ότι την 24.06.2010 συστάθηκε στο ... η εταιρεία με την επωνυμία «S. S..a.r.l (δλδ. S. a sesponsabilite limitee όμοια με την ΕΠΕ του ελληνικού δικαίου) (που δεν είναι διάδικος) από την πρώτη και τρίτο των εναγόμενων, ως εταίρο σε ποσοστό 80% της δεύτερης εναγόμενης, στην οποία (S. S..a.r.l) μεταβιβάσθηκαν όλα τα εταιρικά μερίδια της «Ε.

«Ε.. Ότι η συμφωνία δεν ολοκληρωνόταν, διότι από τον Σεπτέμβριο έως το Νοέμβριο του 2010 η αγοράστρια διαπραγματευόταν με τις πωλήτριες νέα μείωση του τιμήματος κατά 100.000 ευρώ, ώστε να απομένει υπόλοιπο προς καταβολή ποσού 550.000 ευρώ. Ότι οι πωλήτριες δεν συμφωνούσαν μετά τη νέα μείωση του τιμήματος, με τη διατήρηση στην οριστική σύμβαση του όρου περί δικαιώματος υπαναχώρησης της αγοράστριας, στην περίπτωση που η υλοποίηση του έργου της ...

καθίστατο ανέφικτη, για λόγους που δεν οφείλονταν σε υπαιτιότητα της τελευταίας. Υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, καθίσταται σαφές ότι οι ενάγοντες θεμελιώνουν τις αξιώσεις τους για την επιστροφή του αρραβώνος, την καταβολή διαφυγόντων κερδών και αποζημίωσης, σε ιδιωτικό συμφωνητικό με αντικείμενο τη μεταβίβαση εταιρικών μεριδίων το οποίο όμως δεν περιεβλήθη τον συστατικό τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και γι' αυτό ουδέν εξ αυτού δικαίωμα γεννά στους συμβαλλομένους.

Εξάλλου οι ενάγοντες δεν στηρίζουν επικουρικά τις παραπάνω αξιώσεις τους στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Επομένως, ορθά και πλήρως αιτιολογημένα η εκκαλουμένη απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής ως νόμω αβάσιμη, απορριπτομένου ως αβασίμου του 1ου λόγου της έφεσης...". Με βάση τις σκέψεις αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο τον πρώτο λόγο της έφεσης των εναγόντων, με τον οποίο αυτοί παραπονούνταν για την απόρριψη ως μη νόμιμης της πρώτης κύριας βάσης της αγωγής τους, τη στηριζόμενη στην ενδοσυμβατική ευθύνη των εναγομένων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ.α' Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορα αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Κανόνες ουσιαστικού δικαίου είναι και οι διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου του ΑΚ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνη του άρθρου 10 αυτού. Έτσι, όταν η διαφορά, φέρει στοιχεία αλλοδαπότητας, που καθιστά αναγκαία την προσφυγή στις οικείες διατάξεις του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, αλλά το δικαστήριο δεν προσφύγει σ' αυτές, προκειμένου να ανεύρει το εφαρμοστέο δίκαιο και εφαρμόζει το μη εφαρμοζόμενο ελληνικό δίκαιο, τότε παραβιάζει ευθέως, με τη μη εφαρμογή της, καίτοι ήταν εφαρμοστέα, την οικεία διάταξη του ι.δ.δ του ΑΚ και υποπίπτει εντεύθεν στην ανωτέρω πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 του ΑΚ (ΑΠ 1069/2008).

Κατά το άρθρο 10 ΑΚ η ικανότητα του νομικού προσώπου ρυθμίζεται από το δίκαιο της έδρας του. Ως "έδρα" δε, στη διάταξη αυτή, νοείται όχι η καταστατική αλλά η πραγματική, ο τόπος, δηλαδή, όπου είναι εγκατεστημένα τα όργανα που κινητοποιούν τον οργανισμό του νομικού προσώπου, ασκείται πραγματικά η διοίκηση και λαμβάνονται οι βασικές για τη λειτουργία του αποφάσεις (ΑΠ 1460/2022, ΑΠ 1404/2021, ΑΠ 1183/2019).

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι από το δίκαιο της έδρας του νομικού προσώπου ρυθμίζονται τα επί μέρους ζητήματα, που αφορούν στη σύσταση και τον τύπο της συστάσεως, την έναρξη, την έκταση της ικανότητας δικαίου, τη λύση, την επωνυμία και τη διαχείριση του νομικού προσώπου, την αντιπροσωπευτική εξουσία και την ευθύνη των οργάνων αυτού (ΑΠ 1460/2022, ΑΠ 186/2008), καθώς επίσης και τα δικαιώματα που πηγάζουν από τις μετοχές και το φορέα των δικαιωμάτων αυτών, τη μεταβίβαση των μετοχών και την είσοδο και την έξοδο των μελών της εταιρείας.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 337 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται, ότι το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη το δίκαιο που ισχύει σε αλλοδαπή πολιτεία, το έθιμο και τα συναλλακτικά ήθη και αν δεν τα γνωρίζει, μπορεί να διατάξει απόδειξη ή να χρησιμοποιήσει όποιο μέσο κρίνει κατάλληλο χωρίς να περιορίζεται στις αποδείξεις που προσάγουν οι διάδικοι, προκύπτει, ότι όταν το δικαστήριο σε εφαρμογή των ορισμών του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου διαπίστωσε, ότι για τη ρύθμιση της κρινόμενης έννομης σχέσης πρέπει να εφαρμοστεί αλλοδαπό δίκαιο, οφείλει, αν δεν το γνωρίζει, να το πληροφορηθεί, χρησιμοποιώντας κάθε πρόσφορο, κατά την κρίση του μέσο, έχοντας το δικαίωμα να διατάξει και απόδειξη χωρίς να δεσμεύεται από τους διαδικαστικούς ή λοιπούς τύπους της αποδεικτικής διαδικασίας.

Σφάλματα, επομένως, του δικαστή κατά τη διαδικασία αυτή της έρευνας του αλλοδαπού δικαίου δεν ελέγχονται αναιρετικά. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο αν οι ουσιαστικές διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου που εφαρμόστηκαν είναι αυτές που διέπουν την επίδικη έννομη σχέση και αν παραβιάστηκαν ή όχι κατά την εφαρμογή τους (ΑΠ 131/2012).

Πάντως η εφαρμογή του αλλοδαπού δικαίου δεν μπορεί να προταθεί για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο (ΑΠ 34/2005). Και είναι μεν αληθές ότι η διάταξη του άρθρου 562§2 ΚΠολΔ, που προμνημονεύθηκε, αφορά μόνο ισχυρισμούς και όχι κανόνες, ο δικαστής, όμως, δεν είναι υποχρεωμένος να γνωρίζει το αλλοδαπό δίκαιο. Εφόσον μάλιστα το αγνοεί, μπορεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 337 ΚΠολΔ, να διατάξει, όπως έχει ήδη εκτεθεί, απόδειξη ή να χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε μέσο κρίνει κατάλληλο για τη διαπίστωση της ύπαρξης και του περιεχομένου του αλλοδαπού κανόνα δικαίου, χωρίς να περιορίζεται στις αποδείξεις που προσάγουν οι διάδικοι.

Η εκδοχή αυτή είναι σύμφωνη και με το λόγο που οδήγησε στη θέσπιση της διάταξης του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δηλαδή με το ότι ο Άρειος Πάγος δεν αποτελεί δικαστήριο τρίτου βαθμού δικαιοδοσίας και επομένως, δεν μπορεί να διατάξει απόδειξη για την ύπαρξη και το περιεχόμενο κανόνα δικαίου που αγνοεί (ΑΠ 1311/2015, ΑΠ 1487/2013, ΑΠ 131/2012).

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά της ανωτέρω απόφασης του Εφετείου, οι ενάγοντες άσκησαν την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, με τον δεύτερο λόγο της οποίας, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυρίζονται ότι αυτοί με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους παραπονέθηκαν για την πεπλανημένη κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ότι η συμφωνία τους με τους αντιδίκους αφορούσε τη μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων της Ε.

Ε., ενώ το συμφωνητικό δεν αφορούσε τέτοια μεταβίβαση, αλλά τις μετοχές της S. S., πλην όμως το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα όσα εξέθεταν στον άνω λόγο της έφεσής τους, αλλά έλαβε υπόψη άλλα πράγματα που δεν προτάθηκαν από αυτούς, ότι δηλαδή αυτό που είχε συμφωνηθεί και εκκρεμούσε ήταν η μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων της Ε.

Ε. από την S. S. στην πρώτη από αυτούς, με συνέπεια να απορρίψει την πρώτη κύρια βάση της αγωγής τους ως μη νόμιμη, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ. Επίσης, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή τους κατά την πρώτη κύρια βάση της, επειδή εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 28 παρ. 3 του Ν. 3190/1955, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 159, 166 και 180 ΑΚ, δεχόμενη ότι θεμελιώνουν τις αξιώσεις τους σε ιδιωτικό συμφωνητικό με αντικείμενο τη μεταβίβαση εταιρικών μεριδίων ΕΠΕ, ενώ το συμφωνητικό δεν αφορούσε τέτοια μεταβίβαση, αλλά τις μετοχές της S. S., για τη μεταβίβαση των οποίων δεν απαιτείτο συμβολαιογραφικό έγγραφο, αφού, παρόλο που οι εταιρίες του ...υ με τη συγκεκριμένη εταιρική μορφή (δηλαδή οι "S. a R.

L." και σε συντομογραφία "Sarl") προσομοιάζουν με τις ελληνικές ΕΠΕ, για τη μεταβίβαση των μετοχών ("μεριδίων") τους δεν απαιτείται η τήρηση συμβολαιογραφικού τύπου, αλλά, κατά τη ρητή σχετική πρόβλεψη του Εμπορικού Νόμου του ...υ (Νόμος της 10ης/8/1915) αρκεί ιδιωτικό έγγραφο και συνεπώς υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, εφαρμόζοντας κανόνα δικαίου που δεν τύγχανε εφαρμογής (άρθρου 28 παρ. 3 του Ν. 3190/1955) και παραβιάζοντας εκείνον που όφειλε να εφαρμόσει και δεν εφάρμοσε, δηλαδή το Νόμο της 10ης/8/1915 του ...υ.

Επί των ανωτέρω λόγων αναιρέσεως λεκτέα τα εξής: Όπως, προαναφέρθηκε, οι αναιρεσείοντες με την πρώτη κύρια βάση της αγωγής τους ισχυρίσθηκαν, παραθέτοντας μάλιστα αυτολεξεί τους σχετικούς όρους του από 18.1.2010 ιδιωτικού συμφωνητικού, ότι μεταξύ αυτών και των εναγομένων συμφωνήθηκε ότι το προαναφερόμενο έργο της ..., με όλα τα σχετιζόμενα με αυτό δικαιώματα και υποχρεώσεις και περιουσιακά στοιχεία, θα μεταβιβαζόταν στην πρώτη από αυτούς, αντί τιμήματος 1.300.000 ευρώ, προκειμένου δε να πραγματοποιηθεί η παραπάνω μεταβίβαση συμφωνήθηκε ειδικότερα α) ότι οι πωλήτριες υποχρεούνται εντός 30 ημερών από την έκδοση της άδειας παραγωγής του έργου ..., να έχουν μεταβιβάσει το 100% των εταιρικών μεριδίων της εταιρίας «Ε.

«Ε. στην προαναφερόμενη εταιρία που θα σύστηναν για το σκοπό αυτό στο ..., η οποία έτσι θα καθίστατο η μόνη εταίρος της, και να έχουν υποβάλει τη σχετική συμβολαιογραφική πράξη -συνέλευση των εταίρων της εταιρίας προς δημοσίευση στο Φ.Ε.Κ. Τ.Α.Ε. Ε.Π.Ε, και β) ότι ακολούθως, εντός 20 ημερών από την υλοποίηση των ανωτέρω, θα λάβει χώρα η μεταβίβαση εκ μέρους των πωλητριών στην αγοράστρια όλων των μετοχών της συσταθησομένης εταιρίας.

Περαιτέρω, οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι την 24.06.2010 συστάθηκε στο ... η εταιρεία «S. «S. (που δεν είναι διάδικος) από την πρώτη και τρίτο των εναγόμενων, ως εταίρο σε ποσοστό 80% της δεύτερης εναγόμενης, στην οποία (S. S.) μεταβιβάσθηκαν όλα τα εταιρικά μερίδια της «Ε. «Ε. με συμβολαιογραφικό έγγραφο και κατέστη έτσι αυτή η μόνη μεριδούχος, πλην όμως στη συνέχεια οι πωλήτριες δεν προχώρησαν στη μεταβίβαση στην αγοράστρια όλων των μετοχών της συσταθείσας αυτής εταιρίας του ...υ «S. «S., ώστε να ολοκληρωθεί η συμφωνία τους, αλλά υπαίτια και προσχηματικά υπαναχώρησαν από τη συμφωνία τους και αρνήθηκαν να συμπράξουν στην ολοκλήρωσή της προκειμένου να αποκομίσουν μεγαλύτερο όφελος, με συνέπεια να υποχρεούνται, σύμφωνα με τους προαναφερθέντες συμβατικούς όρους, να τους αποδώσουν το άνω ποσό των 130.000 ευρώ εις διπλούν, ήτοι 260.000 ευρώ, καθώς και να αποκαταστήσουν και κάθε περαιτέρω ζημία τους.

Είναι σαφές, λοιπόν, από τα άνω διαλαμβανόμενα στην ένδικη αγωγή περιστατικά, ότι η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία για μεταβίβαση του προαναφερόμενου έργου της ..., θα ολοκληρώνονταν σε δύο στάδια και δη αρχικά οι πωλήτριες θα μεταβίβαζαν τα εταιρικά μερίδια της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «Ε.

«Ε. σε εταιρεία που θα σύστηναν για το σκοπό αυτό στο ..., η οποία έτσι θα καθίστατο η μόνη εταίρος της, και στη συνέχεια θα μεταβίβαζαν το 100% των μετοχών της εταιρίας αυτής στην πρώτη ενάγουσα. Ρητά δε αναφέρουν περαιτέρω οι ενάγοντες ότι οι πωλήτριες εκπλήρωσαν την πρώτη υποχρέωσή τους, αφού μεταβίβασαν νόμιμα τα εταιρικά μερίδια της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «Ε.

«Ε. στην εταιρεία S. S. που σύστησαν για το σκοπό αυτό στο ..., όχι όμως και την περαιτέρω υποχρέωσή τους να μεταβιβάσουν τις μετοχές πλέον τις εν λόγω αλλοδαπής εταιρίας στην πρώτη ενάγουσα, αλλά υπαίτια και προσχηματικά υπαναχώρησαν από τη συμφωνία τους και δη αρνήθηκαν να συμπράξουν για την ολοκλήρωση της μεταβίβασης των μετοχών, με συνέπεια να ευθύνονται για την εις διπλούν απόδοση του αρραβώνα και την αποκατάσταση κάθε περαιτέρω ζημίας τους.

Προκύπτει συνεπώς, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ως άνω, πραγματικά περιστατικά, ότι η ασκούμενη με αυτή αξίωση των εναγόντων θεμελιώνεται στο δεύτερο μέρος της συμφωνίας των διαδίκων, αναφορικά με την αναληφθείσα από τις πωλήτριες περαιτέρω συμβατική υποχρέωση να μεταβιβάσουν στην αγοράστρια τις μετοχές της αλλοδαπής εταιρίας που θα σύστηναν στο ..., με την οποία άλλωστε μεταβίβαση των μετοχών συνδέθηκε τελικά και η συμβατική υποχρέωση των πωλητριών για απόδοση εις διπλούν του δοθέντος αρραβώνα σε περίπτωση μεταμέλειάς τους ή υπαίτιας υπαναχώρησής τους, κατά τον άνω ρητό όρο (3.α.β) του από 18.1.2010 ιδιωτικού συμφωνητικού, και όχι στο πρώτο μέρος της συμφωνίας, που αφορούσε τη μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων της ημεδαπής εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Ε.

Ε., αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι πωλήτριες, ανεξαρτήτως ακυρότητας της πρώτης επί μέρους αυτής συμφωνίας, εκπλήρωσαν την αντίστοιχη υποχρέωσή τους, μεταβιβάζοντας νόμιμα τα εταιρικά μερίδια της «Ε. «Ε. στην εταιρεία S. S. που σύστησαν για το σκοπό αυτό στο .... Επομένως, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, η ένδικη διαφορά φέρει στοιχεία αλλοδαπότητας, που καθιστά αναγκαία την προσφυγή στις οικείες διατάξεις του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου του αστικού κώδικα, η εγκυρότητα δε της περιεχόμενης στο ίδιο ιδιωτικό συμφωνητικό δεύτερης επί μέρους συμφωνίας, για τη μεταβίβαση των μετοχών της αλλοδαπής εταιρίας, ρυθμίζεται, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, από το κατά το άρθρο 10 ΑΚ δίκαιο της έδρας της πιο πάνω νομίμως, κατά τα εκτιθέμενα, συσταθείσας αλλοδαπής εταιρείας.

Κατά συνέπεια, η εκτίμηση από το Εφετείο, ότι οι ενάγοντες θεμελιώνουν τις αξιώσεις τους για την επιστροφή του δοθέντος αρραβώνα και την καταβολή αποζημίωσης σε ιδιωτικό συμφωνητικό με αντικείμενο τη μεταβίβαση εταιρικών μεριδίων, το οποίο όμως δεν περιεβλήθη τον συστατικό τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, με συνέπεια να μη γεννάται κανένα δικαίωμα από αυτό στους συμβαλλόμενους, και κατόπιν αυτού απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή κατά την πρώτη κύρια βάση της, δεν ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο της αγωγής, αφού οι ενάγοντες δεν ισχυρίσθηκαν ότι η νεοσυσταθείσα ως άνω αλλοδαπή εταιρία θα μεταβίβαζε τα εταιρικά μερίδια της «Ε.

«Ε. στην πρώτη ενάγουσα, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη, αλλά τις μετοχές της ιδίας αυτής εταιρίας, η οποία θα είχε ήδη καταστεί μόνη μεριδούχος της εταιρίας «Ε. «Ε.. Τον ανωτέρω σχετικό περί του εφαρμοστέου δικαίου ισχυρισμό τους οι ενάγοντες προέβαλαν, εμμέσως πλην σαφώς, ενώπιον του Εφετείου, όπως τούτο προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της από 30-6-2018 εφέσεώς τους, καθόσον, ειδικότερα, παραπονέθηκαν ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο υπέλαβε ότι η ένδικη διαφορά αφορά στη μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων της «Ε.

«Ε. και, συνακόλουθα, εμμέσως ισχυρίστηκαν ότι εφαρμοστέο δίκαιο ήταν αυτό του ...υ. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του ερεύνησε και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη κατά το Ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, ήτοι κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 28 παρ. 3 του Ν. 3190/1955, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 159 και 180 ΑΚ, χωρίς να προσφύγει στη διάταξη του άρθρου 10 του ΑΚ για την ανεύρεση του διέποντος το αγωγικό δικαίωμα δικαίου, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου αυτή διάταξη, με τη μη εφαρμογή της, καίτοι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της.

Έτσι, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τους αρ. 8 και 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, κατά τους ανωτέρω βάσιμους δεύτερο και τέταρτο, αντίστοιχα, λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, συνεπεία δε της αναιρετικής εμβέλειας των λόγων αυτών, παρέλκει η εξέταση των πρώτου και τρίτου λόγων αναιρέσεως, από τους αριθ. 20 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη, α) για παραμόρφωση του περιεχομένου του από 18.1.2010 ιδιωτικού συμφωνητικού, και β) για αντιφατικές, άλλως ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με την απόρριψη της πρώτης κύριας βάσης της αγωγής τους, πέραν του ότι οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον ως προς την πρώτη κύρια βάση της αγωγής δεν υπήρξε ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και συνακόλουθα αποδεικτικό πόρισμα, αλλά κατά τη βάση αυτή η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, με συνέπεια να μη θεμελιώνεται ούτε ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ (ΑΠ 187/2014, ΑΠ 1611/2010), ούτε ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ (Ολ.

ΑΠ 9/2011, Ολ. ΑΠ 3/1997, ΑΠ 615/2019).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330, και 932 του ιδίου κώδικα, προκύπτει, ότι για τη δημιουργία ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια (εκ δόλου ή εξ αμελείας), επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας (Ολ.ΑΠ 12/2008, ΑΠ 184/2020, ΑΠ 1383/2019). Η παραβίαση, όμως, ενοχικής σύμβασης εκ μέρους κάποιου από τους συμβαλλομένους και όταν αυτή γίνεται με υπαίτια πράξη ή παράλειψη αυτού ή των προσώπων που χρησιμοποιούνται για την εκπλήρωση των από τη σύμβαση υποχρεώσεων του, δεν συνιστά, αυτή καθ` εαυτή, αδικοπραξία με την έννοια των άρθρων 914 επ.

ΑΚ και δεν γεννά, πέραν από τις αξιώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση, και αξίωση αποζημίωσης αυτού κατά τις άνω διατάξεις, εκτός εάν η υπαίτια πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάσθηκε η ενοχική σύμβαση, λαμβάνουσα χώρα και χωρίς τη συμβατική σχέση, θα ήταν παράνομη ως αντικείμενη στο υπό του δικαίου και δη υπό των άνω άρθρων επιβαλλόμενο γενικό καθήκον του να μη ζημιώνει κανείς άλλον υπαίτια (ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 862/2020, ΑΠ 727/2019, ΑΠ 920/2018).

Κατά συνέπεια όταν το πταίσμα που επέφερε τη ζημία ταυτίζεται κατά το πραγματικό αυτού περιεχόμενο με την παραβίαση της σύμβασης και τη δημιουργία της παρανομίας, δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί αδικοπραξίας (ΑΠ 587/2020, ΑΠ 985/2015, ΑΠ 725/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με την ερειδόμενη στην επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων δεύτερη κύρια βάση της ένδικης αγωγής, η οποία απορρίφθηκε πρωτοδίκως ως μη νόμιμη και επαναφέρθηκε από τους αναιρεσείοντες με τον σχετικό δεύτερο λόγο της έφεσής τους, δέχθηκε τα εξής: "Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε την αγωγή ορισμένη πλην νόμω αβάσιμη με το σκεπτικό ότι "...Περαιτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη και η δεύτερη κύρια βάση της αγωγής, που επιχειρείται να στηριχθεί στις διατάξεις περί αδικοπραξίας, για το λόγο ότι στο δικόγραφο της αγωγής δεν γίνεται αναφορά τέτοιων πραγματικών περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει ότι και χωρίς το από 18.01.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό η ενέργεια των εναγομένων να μην εκπληρώσουν τις απορρέουσες από αυτό υποχρεώσεις θα ήταν καθεαυτή παράνομη, κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, δεδομένου ότι από μόνη της η παραβίαση συμβατικής υποχρέωσης δεν συνιστά αδικοπραξία, όπως προεκτέθηκε στη νομική σκέψη...".

Με τον 2ο λόγο της έφεσης τους οι εκκαλούντες παραπονούνται διότι η εκκαλουμένη απέρριψε ως νόμω αβάσιμη τη δεύτερη κύρια βάση της αγωγής τους που στηριζόταν στις περί αδικοπραξιών διατάξεις. Η αιτιολογία της εκκαλουμένης, όπως αυτή εκτέθηκε παραπάνω είναι πλήρης και στηρίζεται στην ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 335 και 914 ΑΚ με την έννοια ότι μόνη η παραβίαση ενοχικής σύμβασης από κάποιον από τους συμβαλλόμενους και όταν αυτή οφείλεται σε υπαιτιότητά του δεν συνιστά αδικοπραξία με την παραπάνω έννοια και δεν γεννά πέραν των αξιώσεων του αντισυμβαλλομένου από τη σύμβαση και αξίωση αποζημίωσης αυτού κατά το άρθρο 914 του ΑΚ, εκτός αν η παραβίαση της σύμβασης έγινε με πράξη ή παράλειψη, η οποία, αν γινόταν και χωρίς τη συμβατική σχέση, θα ήταν παράνομη ως αντικείμενη στο επιβαλλόμενο από το δίκαιο και μάλιστα το παραπάνω άρθρο 914 καθήκον να μη ζημιώνει άλλον υπαίτια ...

Τέτοια όμως συμπεριφορά δεν εκτίθεται στην αγωγή, την δεύτερη κύρια βάση της οποίας η εκκαλουμένη ορθά απέρριψε, απορριπτομένου ως αβασίμου του 2ου λόγου της έφεσης...". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την αγωγή, κατά την αδικοπρακτική της βάση, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη του εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, και τούτο διότι, με βάση το προαναφερθέν περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, το οποίο κυριαρχικά κρίνεται από το δικαστήριο, δεν περιέχονται σ' αυτήν στοιχεία ώστε να μπορεί να θεμελιωθεί αποζημιωτική από αδικοπραξία ευθύνη των αναιρεσιβλήτων, δοθέντος ότι το επικαλούμενο πταίσμα τους, που επέφερε την επικαλούμενη ζημία των αναιρεσειόντων, δηλαδή η παράλειψη των αναιρεσιβλήτων να ολοκληρώσουν τη μεταξύ τους συμφωνία, δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς την καταρτισθείσα με το από 18.1.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό σύμβαση, στα πλαίσια της οποίας φέρεται να ενήργησαν οι αναιρεσίβλητοι, και ταυτίζεται κατά το πραγματικό του περιεχόμενο με την παραβίαση της σύμβασης, ενώ στο αγωγικό δικόγραφο δεν αναφέρονται άλλα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που θα συνιστούσαν, καθ' εαυτά, αδικοπραξία, αιτιωδώς συνδεόμενη με την επικαλούμενη ζημία των αναιρεσειόντων, χωρίς την ύπαρξη της, ως άνω, επικαλούμενης παράβασης συμβατικής υποχρέωσης των αναιρεσιβλήτων.

Πράγματι όλα τα επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες περιστατικά σχετικά με την ασυνέπεια των πωλητών στις υποχρεώσεις που είχαν αναλάβει, τις διαπραγματεύσεις τους με άλλους υποψήφιους αγοραστές, την αναμεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων της «Ε. «Ε. στους αρχικούς εταίρους και την τελική μεταβίβαση των μεριδίων αυτών σε τρίτους, συνάπτονται απολύτως με την παραβίαση της άνω συμβάσεως, χωρίς την ύπαρξη της οποίας η συγκεκριμένη συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων δεν θα ήταν παράνομη.

Συνεπώς, δεχόμενο το Εφετείο ότι δεν εκτίθεται στην αγωγή συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων που να ήταν παράνομη και χωρίς την ύπαρξη της συμβατικής σχέσης, έλαβε υπόψη του το σύνολο των εκτιθεμένων στην αγωγή περιστατικών, κρίνοντας ορθώς ότι με βάση αυτά η αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη κατά την αδικοπρακτική της βάση, και όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο, από τον αριθ. 8 εδ' β του ΚΠολΔ, λόγο της αίτησής τους, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017).

Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 5/2020).

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής (ΑΠ 18/2018).

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής ή ένστασης και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής ή ένστασης, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 261/2020, ΑΠ 18/2018, ΑΠ 1487/2017).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Κατά δε το άρθρο 908 εδ.

α` του ίδιου Κώδικα λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται υπηρεσίες ή εργασίες με άκυρη σύμβαση, ο αντισυμβαλλόμενος του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης, η οποία συνιστά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια την οποία απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες (ΑΠ 72/2023, ΑΠ 408/2020, ΑΠ 1462/2012, ΑΠ 1387/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες με την ένδικη αγωγή τους, πέραν των όσων ζήτησαν με τις πρώτη και δεύτερη κύριες βάσεις της αγωγής τους, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, και το ποσό των 30.000 ευρώ, κατά το οποίο και ωφελήθηκαν αδικαιολόγητα από την υπεραξία της εργασίας και των υπηρεσιών τους.

Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι στο πλαίσιο της καλής συνεργασίας τους με τους εναγόμενους, προέβησαν σε σειρά ενεργειών για την πρόοδο του έργου πριν ακόμη από την υπογραφή του άνω συμφωνητικού, αναφέροντας ενδεικτικά ότι την 1.12.2009 υποβλήθηκε στην Περιφέρεια ... η αίτηση για την έκδοση απόφασης υπαγωγής του έργου καθώς και στη συνέχεια, στη Διεύθυνση Σχεδιασμού και Ανάπτυξης της Περιφέρειας ..., ο φάκελος για την περιβαλλοντική αδειοδότηση του έργου.

Ότι ακολούθησαν οι ενέργειες για την έκδοση της αδείας, η οποία και εκδόθηκε την 19.5.2020, και στη συνέχεια ετοίμασαν και υπέβαλαν το φάκελο στη Δ. ΑΕ για την υπογραφή της σύμβασης πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας. Ότι η αξία όλων αυτών των εργασιών στις οποίες προέβησαν για την πρόοδο του έργου και οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα την αδειοδότηση του έργου και την υπογραφή της σύμβασης με τη Δ.

ΑΕ., κοστολογείται κατ' ελάχιστο στο ποσό των 30.000 ευρώ, με βάση τα τότε ισχύοντα στην αγορά. Επικαλούμενοι λοιπόν ότι οι ενάγοντες ωφελήθηκαν αδικαιολόγητα από την υπεραξία της εργασίας και των υπηρεσιών τους, ζήτησαν και το ποσό αυτό των 30.000 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί ως προς το αίτημα αυτό αφήνοντάς το αδίκαστο.

Με τον 3ο λόγο της έφεσής τους παραπονέθηκαν οι ενάγοντες για την παράλειψη της εκκαλουμένης να αποφανθεί για την εν λόγω αξίωσή τους. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τον λόγο αυτό της έφεσης των εναγόντων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος αυτό και ακολούθως, αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, την απέρριψε τελικά κατά το άνω αίτημα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, με τις ακόλουθες σκέψεις και αιτιολογίες: "Οι ενάγοντες στις σελ. 6 και 7 της αγωγής τους αναφέρουν κατά λέξη τα εξής: "4.

Όπως προαναφέρεται, όταν συνήφθη η συμφωνία, η διαδικασία για την αδειοδότηση του έργου της ... πρακτικά είχε εγκαταλειφθεί από τους αντιδίκους. Στο πλαίσιο των σχέσεων καλής συνεργασίας που εμείς επιδιώκαμε, προβήκαμε σε σειρά ενεργειών για την πρόοδο του έργου (η 1 η από μας, μέσω κυρίως της εμπειρίας της μετόχου της I., η οποία είχε σημαντική εμπειρία στην αδειοδότηση και στην κατασκευή τέτοιων έργων, ενώ ο 2* από μας παρέχοντας σχεδόν επί καθημερινής βάσεως την προσωπική ενασχόληση και εργασία του), ζητώντας φυσικά και λαμβάνοντας, όπου απαιτείτο, τη συνεργασία της πλευράς των πωλητριών (αφού επρόκειτο για εργασίες που γίνονταν επ' ωφελεία του έργου, το οποίο ανήκε ακόμη σ' αυτούς και μόνο), κυρίως της 1ης εναγόμενης, η οποία κυρίως ασχολείτο με τα απαραίτητα τεχνικά ζητήματα που έπρεπε να αντιμετωπισθούν για την πρόοδο των εργασιών.

Ενδεικτικά, από τις ενέργειες που έγιναν αναφέρουμε ότι την 1.12.2009 -πριν δηλαδή καν υπογραφεί το από 18.1.2010 συμφωνητικό!- υποβλήθηκε από τον 2ο από μας στην Περιφέρεια ... η αίτηση για έκδοση Απόφασης Υπαγωγής του έργου (αρ. πρωτ. 5022/1-12-2009) καθώς και, στη συνέχεια, στη Διεύθυνση Σχεδιασμού και Ανάπτυξης της Περιφέρειας ..., ο φάκελος για την περιβαλλοντική του Αδειοδότηση (αρ.

πρωτ. 6159/7-12-2009). Η Απόφαση Υπαγωγής πράγματι εκδόθηκε την 14.12.2009 και εστάλη αφενός στη ΡΑΕ για την έκδοση της Αδειας Παραγωγής Και αφετέρου στην Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση ... για την έκδοση της Εγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων του έργου. Ακολούθησαν οι ενέργειες για την έκδοση της Άδειας του έργου, η οποία πράγματι έλαβε χώρα την 19.5.2010, χάρις αποκλειστικά στις δικές μας ενέργειες.

Στη συνέχεια, μπαίνοντας πλέον στην τελική φάση των διαδικασιών, έχοντας επιτελέσει απίστευτη πρόοδο σε ελάχιστο χρόνο, ετοιμάσαμε και, μετά από εργασία πολλών εξειδικευμένων ανθρώπων που απασχολήσαμε χωρίς καμία επιβάρυνση των πωλητριών ή της Ε. Ε., υποβάλαμε στη Δ. ΑΕ το φάκελο για έκδοση των Όρων Σύνδεσης του Εργου (αρ.

πρωτ. 7910/13-7-2010) και προβήκαμε σε κάθε απαιτούμενη ενέργεια ώστε να εκδοθεί η έγκριση περιβαλλοντικών όρων από τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση ..., η οποία πράγματι έγινε λαμβάνοντας υπόψη τα έγγραφα που προηγουμένως είχαμε καταθέσει στην Περιφέρεια ... για τον σκοπό αυτόν. Μετά δε την έκδοση της οριστικής προσφοράς σύνδεσης, ετοιμάσαμε και υποβάλαμε προς τη Δ.

ΑΕ το φάκελο για την υπογραφή της σύμβασης πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας (αρ. πρωτ. 350/12- 1-2011). Η αξία όλων των παραπάνω εργασιών, για ένα έργο ισχύος περίπου 1,5 MZZ όπως το συγκεκριμένο, κοστολογούνται κατ' ελάχιστον με βάση τα ισχύοντα εκείνη την εποχή στην αγορά στο ύψος των 30.000 ευρώ". Η εκκαλουμένη παρέλειψε να αποφανθεί ως προς το αίτημα αυτό αφήνοντάς το αδίκαστο και γι' αυτό θα πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου της έφεσης να εξαφανιστεί, να κρατηθεί δε και να δικαστεί από το δικαστήριο τούτο η αγωγή ως προς αυτό, και να απορριφθεί αυτή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, καθόσον οι ενάγοντες δεν προσδιορίζουν τις επιμέρους εργασίες, τους διενεργήσαντες αυτές και το κόστος εκάστης εξ αυτών, ούτως ώστε να προκύπτει το συνολικό ποσό των 30.000 ευρώ, που ισχυρίζονται ότι ωφελήθηκαν οι εναγόμενοι και το οποίο ζητούν με βάση τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, προκειμένου να έχουν οι αντίδικοί τους τη δικονομική δυνατότητα να αμυνθούν".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας ως απαράδεκτη την αγωγή, κατά την τρίτη, επίσης κύρια, εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη του εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, ούτε κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο. Και τούτο διότι, με βάση το προαναφερθέν περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, το οποίο κυριαρχικά κρίνεται από το δικαστήριο, δεν προσδιορίζονται αναλυτικά όλες οι επί μέρους εργασίες, στις οποίες προέβησαν οι αναιρεσείοντες και κυρίως το κόστος κάθε μίας από αυτές, ούτως ώστε να προκύπτει το συνολικό ποσό των 30.000 ευρώ, κατά το οποίο ισχυρίζονται ότι ωφελήθηκαν οι αναιρεσίβλητοι, ώστε να μπορεί να θεμελιωθεί η αγωγή κατά τη βάση αυτή στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον έκτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδουν στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της τους πιο πάνω ισχυρισμούς τους που διέλαβαν στην αγωγή και εσφαλμένα έκρινε αόριστη την αγωγή κατά την άνω βάση της, ενώ σ' αυτήν περιέχονταν όλα τα αναγκαία για τη θεμελίωσή της στοιχεία, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Κατόπιν όλων των παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση και δη ως προς το κεφάλαιο της πρώτης κύριας βάσης της ένδικης αγωγής και μόνον. Στη συνέχεια, πρέπει να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση κατά το άνω μέρος στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της εν μέρει ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, κατά το σχετικό νόμιμο υποβληθέν με το αναιρετήριο αίτημα των τελευταίων, ανάλογα όμως με την έκταση της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 5291/2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση κατά το μέρος αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση δικαστές. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες αυτό αναιρεσείοντες. Και ΚΑΤΑΝΕΜΕΙ τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων και επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσιβλήτων ένα μέρος από τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Φεβρουαρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ