Supreme Court dismisses appeals against a civil court's finding of tortious conduct due to lack of legal error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed two appeals filed by individuals against a Third Instance Court's judgment finding them liable for a tort. The appellants argued the lower court made legal errors regarding the nature of the wrongful act and the sufficiency of its reasoning. The court rejected these claims, stating that the lower court correctly evaluated the evidence and applied the law without legal mistakes.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 573 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on alleged legal errors regarding the characterization of facts or the application of substantive law is inadmissible if the lower court's decision rests on a proper evaluation of evidence and correct legal reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 313 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 313/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Π. του Α., κατοίκου ..., 2) Χ. Π. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αργύριο Αργυριάδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Μ. του Σ., 2) Μ. Π. του Χ., συζύγου Γ. Μ., 3) Χ. - Σ. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Παπαναστασίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Β. Της αναιρεσείουσας: Β. Π. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Φακή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Μ. του Σ., 2) Μ. Π. του Χ., συζύγου Γ. Μ., 3) Χ. - Σ. Μ. του Γεωργίου, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Παπαναστασίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/12/2014 αγωγή των υπό στοιχεία Α και Β ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12461/2017 μη οριστική και 12465/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 2170/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχείο Α αναιρεσείοντες με την από 11/6/2021 αίτησή τους και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 18/6/2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, κατ' άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο, σε κάθε στάση της δίκης, μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.
Στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης, λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους και επειδή έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης, των: Α) από 11-6-2021 (1700/157/16-6-2021) και Β) 18-6-2021 (...) αιτήσεων για αναίρεση της 2170/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, επί της έφεσης, που άσκησαν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι αμφοτέρων των υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεως κατά της 12465/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή τους ως ουσία αβάσιμη.
Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η υπόθεση ακολούθησε την κάτωθι διαδικαστική διαδρομή: Οι 1) Γ. Μ. και 2) Μ. Π. άσκησαν κατά των 1) Β. Π., 2) Γ. Π., 3) Χ. Π. και 4) Α. Π. την από 10-7-2011 (32691/5-8-2011) αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, επικαλούμενοι αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, ζητούσαν να υποχρεωθούν αυτοί να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, ως αποζημίωση, το ποσό των 406.600 ευρώ καθώς και το ποσό των 200.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 11803/2014 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, το οποίο, αφού έκρινε ότι έχει διεθνή δικαιοδοσία προς εκδίκαση της διαφοράς και ότι εφαρμοστέο δίκαιο είναι το ελληνικό, ως δίκαιο του τόπου, όπου διαπράχθηκε το αδίκημα, την απέρριψε ως απαράδεκτη, ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης των εναγόντων, καθόσον, αφενός μεν στο δικόγραφο αυτής δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά παραπλάνησης του πρώτου των εναγόντων από τους εναγόμενους, ενώ, ως προς τη δεύτερη εξ αυτών, κατά τα στη αγωγή εκτιθέμενα, συντρέχει μεν στο πρόσωπό της η ιδιότητα των πλανηθείσας καθώς και αυτής που επιχείρησε την κρίσιμη περιουσιακή διάθεση, πλην όμως, ζημιωθείσα είναι η εταιρεία των εναγόντων, που εδρεύει στο …..
στο όνομα και για λογαριασμό της οποίας, καταρτίστηκε η επίμαχη σύμβαση αγοραπωλησίας του ακινήτου και η οποία νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της αγωγής κατά των εναγομένων για την ανόρθωση κάθε περιουσιακής ή μη ζημίας της από την επικαλούμενη αδικοπρακτική τους συμπεριφορά. Ακολούθως, οι 1) Γ.
Μ., 2) Μ. Π. και 3) Χ.-Σ. Μ. άσκησαν την (ένδικη) από 16-12-2014 (25495/17-12-2014) αγωγή κατά των 1) Β. Π., 2) Γ. Π. και 3) Χ. Π., με την οποία, επικαλούμενοι αδικοπρακτική σε βάρος τους συμπεριφορά των τελευταίων (απάτη), ζήτησαν, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, να υποχρεωθούν αυτοί (εναγόμενοι), εις ολόκληρον ο καθένας, να τους καταβάλουν, ως αποζημίωση, το ποσό των 406.600 ευρώ και ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 100.000 ευρώ, επικουρικά, επικαλούμενοι ακυρότητα της επίδικης σύμβασης, ως αντίθετης στα χρηστά ήθη, ανήθικης και καταπλεονεκτικής, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων να τους καταβάλουν, το ποσό των 203.300 ευρώ έκαστος καθώς και το ανωτέρω ποσό, ως χρηματική ικανοποίησή τους, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν και επικουρικότερα, στην περίπτωση, που ήθελε κριθεί ότι η επίδικη σύμβαση είναι έγκυρη, δήλωσαν ότι υπαναχωρούν αυτής με την άσκηση της αγωγής και ζήτησαν να υποχρεωθούν έκαστος των δεύτερου και τρίτου των εναγομένων να τους καταβάλουν το ποσό των 203.300 ευρώ, κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις καθώς και το ως άνω ποσό, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης.
Επί της ως άνω (δεύτερης) αγωγής, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε, καταρχήν, τη 12461/2017 μη οριστική απόφασή του, με την οποία δέχθηκε ότι έχει διεθνή δικαιοδοσία για την εκδίκαση της υπόθεσης και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να προσκομιστεί, με επιμέλεια του επιμελέστερου των διαδίκων, γνωμοδότηση του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου, σχετικά με τους κανόνες του ρουμανικού δικαίου, που ρυθμίζουν τα ζητήματα των επικουρικών αγωγικών βάσεων.
Στη συνέχεια, εκδόθηκε η 12465/2018 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε νόμιμη η αγωγή, ως προς την κύρια και τις επικουρικές βάσεις της, απορρίφθηκε, όμως, αυτή ως ουσία αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι την από 14-11-2018 (24852/4052/14-11-2018) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 2170/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε τύποις και ουσία δεκτή η έφεση των εναγόντων, εξαφανίστηκε η εκκληθείσα απόφαση και, αφού κρατήθηκε και δικάστηκε η αγωγή τους, έγινε εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη, ως προς την κύρια βάση της και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, σε καθένα των δύο πρώτων εναγόντων, το ποσό των 128.200 ευρώ, ως αποζημίωση και το ποσό των 11.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης και στον τρίτο των εναγόντων το ποσό των 128.200 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.
Κατά της απόφασης αυτής, οι δυο πρώτοι των εναγομένων ? εφεσιβλήτων άσκησαν την από 11-6-2021 (Α') υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και η τρίτη εξ αυτών την από 18-6-2021 (Β') τοιαύτη, οι οποίες ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495 παρ. 3Β περ. δ', 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι παραδεκτές (άρθ. 577 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.) και, συνεκδικαζόμενες, πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτών (άρθ. 577 παρ.3 του ίδιου Κώδικα).
Κατά το άρθρο 321 του Κ.Πολ.Δ., δεδικασμένο, το οποίο, κατά το άρθρο 332 του ίδιου Κώδικα, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες.
Κατά δε το άρθρο 324 του ίδιου Κώδικα, το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά που συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη αγωγή, ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα), που αφορά στη συγκεκριμένη έννομη σχέση (Α.Π. 1255/2015, Α.Π. 1550/2010).
Έτσι, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων αυτών, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση, από την οποία αυτό έχει παραχθεί, δηλαδή, εμποδίζει το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι, χάριν του δημόσιου συμφέροντος και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων μεταξύ των ίδιων διαδίκων (Α.Π. 108/2019, Α.Π. 59/2019, Α.Π. 1218/2019).
Το δεδικασμένο εκτείνεται και επί του κριθέντος οριστικώς δικονομικού ζητήματος. Ως τέτοιο, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 322 παρ ιβ' του Κ.Πολ.Δ., νοείται κυρίως η απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης, λόγω ελλείψεως μιας ή περισσοτέρων διαδικαστικών προϋποθέσεων, που αναφέρονται είτε στους διαδίκους (ικανότητα να είναι διάδικος ή να παρίσταται στο δικαστήριο), είτε στο δικαστήριο (αρμοδιότητα), είτε στο αντικείμενο της δίκης (εκκρεμοδικία, δεδικασμένο), είτε στο εισαγωγικό έγγραφο της δίκης (ορισμένο της αγωγής).
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την ως άνω διάταξη, η ενεργητική και η παθητική νομιμοποίηση του διαδίκου, ως διαδικαστική προϋπόθεση της διεξαγωγής της δίκης, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δεδικασμένου, εφ` όσον στη νέα μεταξύ των ίδιων διαδίκων δίκη, πρόκειται για την αυτή έννομη σχέση. Η απόφαση, που απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη, δεν λύει το ζήτημα της υπάρξεως ή όχι του ουσιαστικού δικαιώματος, του οποίου έγινε επίκληση.
Έτσι, το δικαίωμα αυτό εξακολουθεί να είναι νομικά αμφισβητήσιμο και μετά την απόρριψη της αγωγής. Τούτο δε, διότι η δέσμευση από το δεδικασμένο καταλαμβάνει το συγκεκριμένο λόγο απορρίψεως της αγωγής, με την έννοια ότι, σε περίπτωση ασκήσεως νέας όμοιας αγωγής με την προηγούμενη, ήτοι αγωγής που εμφανίζει την ίδια δικονομική έλλειψη, το δικαστήριο θα απορρίψει αυτή, ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου περί την έλλειψη της εν λόγω διαδικαστικής προϋποθέσεως, χωρίς να ερευνήσει, αν, ορθώς ή εσφαλμένως, έκρινε το προηγούμενο δικαστήριο.
Αντίθετα, εφόσον με τη δεύτερη αγωγή διορθωθεί ή συμπληρωθεί η έλλειψη της διαδικαστικής προϋποθέσεως, δεν ισχύει πλέον το δεδικασμένο και είναι επιτρεπτή η άσκηση εκ νέου της αγωγής (Α.Π. 524/2021, Α.Π. 190/2008).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 16 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Για να είναι ο λόγος αυτός ορισμένος, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο, με σαφήνεια, το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ` αυτή με δύναμη δεδικασμένου, ενόψει του αντικειμένου της νέας δίκης και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά, που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν παραβιάστηκαν οι διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας για το δεδικασμένο.
Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή, την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων για το δεδικασμένο, σε σχέση με όσα έγιναν ανελέγκτως δεκτά, ήτοι, αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και, σε καταφατική περίπτωση, αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών, ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων (Α.Π. 846/2018).
Αν η κρίση για το δεδικασμένο στηρίζεται μόνο επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή όχι του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση, από την οποία απορρέει το δεδικασμένο (Ολ.Α.Π. 7/2013, Α.Π. 1218/2018, Α.Π. 456/2018, Α.Π. 869/2017, Α.Π. 1255/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση από 11-6-2021 (Α') αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δέχθηκε ότι δεν παράγεται δεδικασμένο από την 11803/2014 ήδη αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η από 10-7-2011 (32691/5-8-2011) αγωγή των δύο πρώτων εναγόντων (Γ. Μ. και Μ. Π.) κατά των ήδη εναγομένων, πλέον των Α. Π. και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "S... S.A.", ως απαράδεκτη, παρότι υφίσταται ταυτότητα διαδίκων, ιστορικής και νομικής αιτίας.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των κάτωθι διαδικαστικών εγγράφων προέκυψαν τα εξής: Α) Στο δικόγραφο της πρώτης από 10-7-2011 αγωγής προκύπτει ότι οι εκεί ενάγοντες (Γ. Μ. και Μ. Π.) ιστορούσαν τα εξής: "Στο τέλος του μηνός Νοεμβρίου 2007, η α' των εναγομένων Β. Π. συναντήθηκε με τη δεύτερη από εμάς Μ.
Π., γνωστή και φίλη της από ετών και της μίλησε για την εμπορική δραστηριότητα που είχε αναπτύξει στην περιοχή του Βουκουρεστίου (Ρουμανία) που συνίστατο στην αγορά και στη συνέχεια πώληση σε ακριβότερη τιμή οικοπέδων για οικιστική χρήση ή επιχειρηματική χρήση... τις επόμενες ημέρες επικοινώνησε μαζί της και της ζήτησε να συζητήσουν με μεγαλύτερη λεπτομέρεια για τις αγοραπωλησίες οικοπέδων στο Βουκουρέστι και της είπε ότι είχε δήθεν να της διαμηνύσει κάποια ενδιαφέροντα πράγματα σχετικά.
Τον Ιανουάριο του 2008..., η δεύτερη από εμάς μετέβη στο Βουκουρέστι για προσωπικούς λόγους... Με την ευκαιρία αυτή, η β' εναγομένη της ζήτησε να συναντήσει τους δεύτερο και τρίτο εναγομένους, με τους οποίους είπε ότι συνεργάζονταν στις αγοραπωλησίες γης εκεί και οι οποίοι διέθεταν οικόπεδα και αγρούς με ικανοποιητικές προοπτικές κερδοφορίας και κανόνισε σχετική συνάντηση.
Στη συνέχεια, η β' από εμάς... επισκέφθηκε στο Βουκουρέστι τους β' και γ' εναγόμενους και συγκεκριμένα στο γραφείο τους, όπου τελικά βρήκε μόνο τον γ' εναγόμενο, ο οποίος της έδειξε την περιοχή των οικοπέδων σε ένα χάρτη του Βουκουρεστίου, ενώ στην οθόνη του υπολογιστή του της έδειξε το σχέδιο γης (τοπογραφικό) με ονόματα αγοραστών, όπως της δήλωσε.
Επιπλέον της μίλησε για σχέδια επενδυτικά, τους είπε ότι δήθεν έχουν αγοράσει Βρετανοί έκταση εκεί και θα γίνει μεγάλο εμπορικό κέντρο... ή ξενοδοχείο και ότι η αξία της γης θα είναι πολύ αυξημένη μελλοντικά. Τους διαβεβαίωσε επίσης ότι η έκταση αυτή ήταν μπροστά στον δημόσιο ασφαλτοστρωμένο δρόμο... Μετά την επιστροφή της β' από εμάς στην Ελλάδα, η α' εναγομένη συνέχισε να την ενημερώνει για τον τρόπο που έπρεπε να ενεργήσει και ειδικότερα για τη χορήγηση πληρεξουσιότητας με έγγραφο...
προς τον β' εναγόμενο Π. Γ., για να επιμεληθεί και να οργανώσει την ίδρυση εταιρείας και μετά, στο όνομα της εταιρείας να γίνει η αγορά της γη. Καθώς όμως εμείς προβαίναμε στις ενέργειες που μας υποδείχθηκαν από τους εναγομένους, η πρώτη από αυτούς επικοινώνησε μαζί μας στα μέσα Φεβρουαρίου 2008,... άρχισε να ασκεί έμμεση πίεση σ' εμάς, ώστε να προχωρήσουμε γρήγορα τις διαδικασίες για να μη χαθεί η ευκαιρία της αγοράς της έκτασης αυτής.
Άμεσα και αφού πεισθήκαμε από όσα μας έλεγε η α' εναγομένη, την 21-2-2008 στείλαμε τα απαιτούμενα χρήματα, όπως εκείνη μας υπέδειξε... Παράλληλα, στάλθηκαν τα δικαιολογητικά έγγραφα που ζητήθηκαν από τον β' εναγόμενο στο Βουκουρέστι, για να συστήσει την εταιρεία και να υπογράψουμε το συμβόλαιο για την αγοραπωλησία του οικοπέδου (με αγοράστρια την εταιρεία που θα συστήνονταν)....
απαιτήθηκε να συμμετέχει και ο β' εναγόμενος στην εταιρεία που θα ιδρύαμε, με ποσοστό 1%, για να μπορεί (όπως έλεγε) να ενεργεί για λογαριασμό μας... Η β' από εμάς μετέβη στο Βουκουρέστι αρκετές φορές, στα τέλη Μαρτίου του 2008, τον Ιούνιο του 2008 και τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους για να... ρωτήσει τους β' και γ' εναγομένους για το καταστατικό της εταιρείας, που συνέστησαν για εμάς, να πάρει αντίγραφο, να δει την περιοχή...
και να ορίσουν την ημερομηνία των συμβολαίων. Αυτές τις φορές ήταν και η α' εναγομένη... στο Βουκουρέστι, που ήταν παρούσα και στην υπόδειξη του ακινήτου επιτόπου, η οποία έγινε από τους β' και γ' εναγομένους. Φυσικά καμία νύξη δεν έγινε ότι επρόκειτο για ζώνη πλημμύρας. Τα συμβόλαιο έγιναν τελικά το τρίτο δεκαήμερο Οκτωβρίου 2008...
στις 26 Οκτωβρίου 2008, ο πρώτος από εμάς μετέβη στο Βουκουρέστι και στις 27 Οκτωβρίου μετέβη ο ίδιος, με την αδελφή της β' εναγομένης και τον άνδρα της, να του δείξουν το οικόπεδο. Αντίκρισε μια έκταση τουλάχιστον δέκα μέτρα κάτω από το επίπεδο του κεντρικού δρόμου, γεμάτη νερά, ανισόπεδη και κυριολεκτικά έμεινε άναυδος.
Πήρε αμέσως την α' εναγομένη στο τηλέφωνο... και... διαμαρτυρήθηκε για αυτό που εκείνη μας οδήγησε να κάνουμε και διατύπωσε αμέσως την άποψη ότι επρόκειτο για ρέμα... Στη συνέχεια, ο πρώτος από εμάς επικοινώνησε με τον β' εναγόμενο και του ζήτησε να ακυρωθούν τα συμβόλαια καθώς η αγορά αυτή ήταν προβληματική.
Αυτός του αρνήθηκε οποιαδήποτε ακύρωση και του είπε ότι το μόνο που μπορούσε να γίνει είναι να συνεννοηθούμε με την α' εναγομένη, η οποία μεσολαβεί και βρίσκει τους πελάτες, ώστε να βρει εκείνη έναν άλλον αγοραστή, για να πουληθεί η έκταση αυτή και έτσι να μας επιστραφούν χρήματα... Σε τηλεφωνική επικοινωνία που ακολούθησε μετά μεταξύ του α' από εμάς και του γ' εναγομένου και σε σχετική έντονη διαμαρτυρία για την κατάσταση του ακινήτου καθώς και για το ύψος του τιμήματός του, τον διαβεβαίωνε ότι είναι το πρώτο στον δρόμο, οικοδομήσιμο καθώς και ότι ο Ρουμάνος αρχιτέκτονας έχει ήδη τα σχέδια και προχωρεί τις σχετικές διαδικασίες, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να μας επιστρέψει τα χρήματά μας...
και συνέχισε να τον διαβεβαιώνει ότι όλα δήθεν βαίνουν καλώς και να μην ανησυχεί... Έκτοτε και αφού πεισθήκαμε από τις διαβεβαιώσεις των εναγομένων ότι θα τακτοποιούσαν το θέμα, τον Αύγουστο του 2009, τηλεφωνήσαμε στον γ' εναγόμενο... για να πληροφορηθούμε για τις εξελίξεις με τις εργασίες για τον χαρακτηρισμό του συγκεκριμένου αγρού ως οικόπεδο, τον επιτρεπόμενο συντελεστή δόμησης αυτού κ.λπ....
Η απάντηση που λάβαμε από εκείνον ήταν ότι στη Ρουμανία υπάρχει τρομερή γραφειοκρατία και γενικά καθυστερήσεις και οτιδήποτε νεότερο θα μας ενημέρωνε. Τελικά, όμως, όπως αποδείχθηκε... με τη συμπεριφορά τους κατάφεραν να τους καταβάλουμε αφελέστατα 406.600 ευρώ μετρητά την 21/02/2008 για ένα συμβόλαιο που υπογράφηκε 21/10/2008, δηλαδή οκτώ (8) μήνες αργότερα και με αντικείμενο συναλλαγής ένα κομμάτι γης το οποίο δεν μπορεί να αξιοποιηθεί με κανένα τρόπο για τη χρήση που εμείς το προορίζαμε...
το ακίνητο αυτό βρίσκεται σε χαρακτηρισμένη από τις αρχές της Ρουμανίας ζώνη πλημμύρας και επ' ουδενί μπορεί να αλλάξει ο χαρακτηρισμός αυτός γιατί το ακίνητο είναι ενταγμένο στο πλαίσιο αντιμετώπισης έκτακτων αναγκών της χώρας αυτής. Όλα αυτά τα γνώριζαν παρά πολύ καλά οι εναγόμενοι και μας το απέκρυψαν, με σκοπό φυσικά να αποκομίσουν περιουσιακό όφελος σε βάρος μας και μάλιστα όφελος 406.600 ευρώ...".
Με βάση αυτό το ιστορικό, επικαλούμενοι αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων σε βάρος τους, οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθούν αυτοί, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, να τους καταβάλουν το ποσό των 406.600 ευρώ, ως αποζημίωση και το ποσό των 200.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν.
Β) Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 1180/2014 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε αυτή "ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης των εναγόντων προς άσκησή της. Ειδικότερα, από τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά ουδόλως προκύπτει ότι οποιοσδήποτε από τους εναγομένους προέβη σε οποιαδήποτε παράσταση ψευδούς γεγονότος αναφορικά με το επίμαχο ακίνητο προς τον πρώτο ενάγοντα ή παρασιώπησε την αλήθεια ως προς την ύπαρξη του επικαλούμενου ελαττώματός του, το οποίο συνάπτεται αναγκαία με την αξία και την κατά προορισμό χρήση του, δοθέντος ότι δεν διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της αγωγής μνεία περί οποιασδήποτε επαφής και συνάντησης του πρώτου ενάγοντος με κάποιον ή κάποιους από τους εναγόμενους πριν από την καταβολή σε λογαριασμό της πρώτης εναγομένης του αναφερόμενου χρηματικού ποσού για την εξόφληση του τιμήματος αγοράς του ακινήτου ή έστω ακόμη και πριν από την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου αγοραπωλησίας...
Περαιτέρω, όσον αφορά στη δεύτερη ενάγουσα... συντρέχει μεν στο πρόσωπό της η ιδιότητα τόσο της πλανώμενης όσο και της επιχειρούσας την κρίσιμη περιουσιακή διάθεση, πλην όμως, η επικαλούμενη περιουσιακή βλάβη, που συνίσταται στην καταβολή του ανωτέρω χρηματικού ποσού που δεν ισοσταθμίζεται με ισάξια αντιπαροχή, λόγω της μηδαμινής αξίας του πωληθέντος ακινήτου, συνεπεία του αναφερόμενου στην αγωγή ελαττώματός του..., δεν επήλθε στο πρόσωπο της δεύτερης ενάγουσας, αλλά τη βλάβη αυτή, εφόσον υποτεθεί αληθής, υφίσταται η εταιρία περιορισμένης ευθύνης, που εδρεύει στο Βουκουρέστι, την οποία συνέστησαν οι ενάγοντες και στο όνομα και για λογαριασμό της οποίας καταρτίστηκε η επίμαχη σύμβαση...".
Γ) Στο δικόγραφο της δεύτερης (ένδικης) από 16-12-2014 αγωγής τους, οι ενάγοντες (α) Γ. Μ., β) Μ. Π. και γ) Χ.-Σ. Μ.) ιστορούσαν τα εξής: "Με το από 21-10-2008 συμβόλαιο αγοραπωλησίας..., η εταιρεία μας με την επωνυμία "S..C.. B. I. S.R.L.", με έδρα το ..., εκπροσωπούμενη από τη 2η από εμάς, αγόρασε από την εταιρία "P. V. I. S.A." ένα αγροτεμάχιο έκτασης τριών χιλιάδων οκτακοσίων τετραγωνικών μέτρων (3.800 μ2) στην κοινότητα Ν.....
ως τίμημα αναγράφηκε στο συμβόλαιο το ποσό των 152.000€. Το πραγματικό τίμημα όμως συμφωνήθηκε να είναι 406.600€. Το ανωτέρω τίμημα... προεξοφλήθηκε ολοσχερώς, αφού προηγουμένως, είχαμε εκδώσει, στις 21 Φεβρουαρίου 2008, δύο τραπεζικές επιταγές..., ποσών 152.000€ και 254.600€, αντίστοιχα πληρωτέες από τον τραπεζικό λογαριασμό..., που ανήκε στους τρεις πρώτους από εμάς...
Τις επιταγές αυτές οπισθογραφήσαμε στην 1η εναγομένη, η οποία, αφού κατέθεσε αυθημερόν τις παραπάνω επιταγές σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό, της, ενέβασε πέντε ημέρες αργότερα και συγκεκριμένα στις 26 Φεβρουαρίου 2008, για λογαριασμό του 2ου και 3ου εκ των εναγομένων, το μεν ποσό των 152.000 € σε τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας "P. V.
I. S.A.", το δε ποσό των 254.600 € σε τραπεζικό λογαριασμό της κυπριακής εταιρίας με την επωνυμία "R. I. LTD"... Αγοραστής του επίδικου ακινήτου ήταν φαινομενικά μόνο η εταιρία μας με την επωνυμία "S..C.. B. I. S.R.L.". Η συγκεκριμένη εταιρία συστάθηκε προκειμένου, αποκλειστικά και μόνο να καταστεί δυνατή η απόκτηση ακινήτου από εμάς στη Ρουμανία.
Πρόκειται για μια τυπική προϋπόθεση, την οποία θέτει το εκεί ισχύον ρουμανικό δίκαιο... Στην πραγματικότητα αγοραστές του ακινήτου ήμασταν οι 1ος, 2η και 3ος εκ των εναγόντων... Οι αντισυμβαλλόμενοί μας στην επίδικη σύμβαση... γνώριζαν και είχαν συναινέσει ότι, στην πραγματικότητα, συμβάλλονται προσωπικά με τον 1ο, τη 2η και τον 3ο από εμάς.
Πωλήτρια του επίδικου ακινήτου ήταν φαινομενικά μόνο η "P. V. I. S.A.". Στην πραγματικότητα πωλητής του ακινήτου ήταν ο 2ος και ο 3ος εκ των εναγομένων... Το επίδικο ακίνητο ωστόσο είχε ουσιώδες πραγματικό ελάττωμα, που αναιρούσε ολοσχερώς τη χρησιμότητά του. Συγκεκριμένα το επίδικο ακίνητο, κατά τον κρίσιμο χρόνο της μεταβίβασης της κυριότητας του ακινήτου, ανήκε στην αντιπλημμυρική ζώνη (καλούμενη και ζώνη πόλντερ).
Αυτό απέκλειε κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης καθώς και στο άμεσο και απώτερο μέλλον την οποιαδήποτε μελλοντική κατασκευή νέων εγκαταστάσεων, κατοικιών ή βοηθητικών κτιρίων στο επίδικο ακίνητο ή την οποιαδήποτε εκμετάλλευση του ακινήτου... ο 3ος εκ των εναγομένων, Χ. Π., ρητώς και επανειλημμένα διαβεβαίωνε με ψευδή και αθέμιτο τρόπο τη 2η από εμάς ότι το επίδικο ακίνητο δεν είχε κανένα πρόβλημα, ότι μπορούμε να το οικοδομήσουμε το αργότερο εντός εξαμήνου από τη σύναψη της επίδικης πώλησης...
Την ίδια δόλια συμπεριφορά επέδειξε ο Χ. Π. το Φεβρουάριο του 2008, όταν απέστειλε φαξ στην 1η εκ των εναγομένων, προκειμένου η τελευταία να μας το προωθήσει, όπως και πράγματι έπραξε, φαξ με το οποίο μας γνωστοποιούσε ότι με την καταβολή των 406.600 ευρώ θα αποκτούσαμε ακίνητο της συγκεκριμένης επίδικης έκτασης 3.800 τ.μ., προκειμένου βάσει των όσων είχαν ήδη διαμειφθεί μεταξύ μας, να ανοικοδομήσουμε το ακίνητο και να το μεταπουλήσουμε σε πολύ υψηλότερη τιμή....
Το άμεσο αποτέλεσμα της παραπάνω συμπεριφοράς των εναγομένων ήταν ασφαλώς να παραπλανηθούμε και να πιστέψουμε εσφαλμένα ότι αγοράζουμε ακίνητο, το οποίο δεν έχει κανένα πρόβλημα και επιδεκτικό άμεσης αξιοποίησης και εκμετάλλευσης. Αυτός ήταν και ο λόγος, για τον οποίο η 2η από εμάς, Μ. Π., κατόπιν εξουσιοδότησής μου από τον σύζυγό μου, 1ο των εναγόντων και το γιο μου, 3ο εκ των εναγόντων, προέβην στην περιουσιακή διάθεση, μέσω έκδοσης δύο τραπεζικών επιταγών τον Φεβρουάριο του 2008 του χρηματικού ποσού των 406.600 ευρώ...
Το χρηματικό ποσό προήλθε από την περιουσία μας, δηλαδή, από την περιουσία που ανήκε στον 1ο, στη 2 και στον 3ο εκ των εναγόντων, με αποτέλεσμα να υποστούμε ισόποση περιουσιακή βλάβη... Όλα δε τα παραπάνω -δυστυχώς, βεβαιωθήκαμε ότι συντρέχουν μόλις το έτος 2010... συγκεκριμένα, στις 27 Οκτωβρίου 2008, ο 1ος από εμάς μπόρεσα να απαλλαγώ από τις ασφυκτικές επαγγελματικές μου υποχρεώσεις και έτσι μετέβην στο Βουκουρέστι, προκειμένου να επισκεφθώ το μέρος, όπου βρισκόταν η 'χρυσή ευκαιρία' της επένδυσής μας.
Εκεί για πρώτη φορά αντίκρισα το οικόπεδο που αγοράσαμε και το οποίο ήταν αφενός μεν πλημμυρισμένο με μεγάλη ποσότητα νερού και αφετέρου σε επίπεδο πολύ χαμηλότερο του δρόμου... Επικοινώνησα, λοιπόν, ανήσυχος με την 1η εκ των εναγομένων, η οποία με διαβεβαίωσε... ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα και ότι το ακίνητο, ακόμη και σε αυτή την κατάσταση, είναι βέβαιο ότι θα ενταχθεί στο σχέδιο πόλης και ότι θα οικοδομηθεί σύμφωνα με το σχέδιο...".
Δ) Η 2170/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ήδη αναιρεσιβαλλομένη, έκρινε ότι "σύμφωνα με το ως άνω περιεχόμενο της αγωγής, αυτή, ως προς την κύρια βάση της, περιέχει πλήρη στοιχεία της ενεργητικής νομιμοποίησης και του εννόμου συμφέροντος των εναγόντων, αφού αρκούσαν προς τούτο η αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων δια της εξαπάτησης αυτών, ώστε να αποκτήσουν έναντι αυτών δικαίωμα αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ενόψει του υφιστάμενου αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της απατηλής εις βάρος τους συμπεριφοράς των εναγομένων και της ζημίας που υπέστησαν οι ίδιοι αφού, κατά τα ιστορούμενα σ' αυτήν, η σύσταση της εταιρίας με την επωνυμία "S..C..
B. I. S.R.L." ήταν εντελώς τυπική και λειτούργησε μόνον ως προϋπόθεση που θέτει το ρουμανικό δίκαιο για τη μεταβίβαση στο όνομά της τής επίδικης έκτασης, ενώ οι πραγματικοί αγοραστές ήταν οι ίδιοι. Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι από την υπ' αριθμ. 11803/2014 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που κατέστη τελεσίδικη..., δεν παράγεται δεδικασμένο στην παρούσα δίκη, διότι η έλλειψη της διαδικαστικής προϋπόθεσης που αναφέρεται στην ενεργητική νομιμοποίηση του πρώτου και της δεύτερης εναγόντων, εξαιτίας της οποίας απορρίφθηκε η υπ' αριθμ. 92692/2011 αγωγή ως απαράδεκτη, με τη δεύτερη κρινόμενη αγωγή, κατά τα ανωτέρω αναφερθέντα, συμπληρώθηκε...
και επομένως ο αντίθετος σχετικός ισχυρισμός των εν λόγω (δεύτερου και τρίτου) εναγομένων περί απαραδέκτου της ένδικης αγωγής λόγω του παραγόμενου από την εν λόγω απόφαση δεδικασμένου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθώς ερμηνεύοντας τις σχετικές διατάξεις, δέχθηκε ότι δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο, που παρήχθη από την τελεσίδικη 11803/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δεν κάλυπτε την υπό το ανωτέρω περιεχόμενο της δεύτερης αγωγής αξίωσης τους.
Και τούτο διότι στο δικόγραφο της δεύτερης (ένδικης) από 16-12-2014 αγωγής εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία δικαιολογείται η ενεργητική νομιμοποίηση των δύο πρώτων εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων για να Εζητήσουν τη διωκόμενη δι' αυτής (αγωγής) έννομη προστασία και, συνακόλουθα, όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες στον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης τυγχάνουν αβάσιμα.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Η πρώτη εναγομένη, κάτοικος Θεσσαλονίκης, που διατηρούσε από 25ετίας φιλικές σχέσεις με την οικογένεια της δεύτερης ενάγουσας, περί το τέλος Νοεμβρίου 2007, σε συνάντηση, που έλαβε χώρα στη Θεσσαλονίκη, ενημέρωσε την τελευταία για μία πολύ συμφέρουσα επένδυση..., που αφορούσε την αγορά ακινήτου στη Ρουμανία και δη στην περιοχή εγγύς του Βουκουρεστίου, όπου και η ίδια είχε επενδύσει, αγοράζοντας ακίνητα με προοπτική αποκομιδής κερδών λόγω της αύξησης της αξίας τους.
Γνωστοποίησε, μάλιστα, σ' αυτήν, ότι η οικογένεια Π. και η εταιρία που είχαν συστήσει, δραστηριοποιούνται στην αγορά αξιοποίησης και πώλησης ακινήτων στην περιοχή. Όπως η ίδια την διαβεβαίωσε επρόκειτο για πολύ αξιόλογους επιχειρηματίες που ειδικεύονταν στην κτηματαγορά της Ρουμανίας, είχαν προβεί σε σημαντικές αγορές ακινήτων και μάλιστα την περίοδο εκείνη διέθεταν προς πώληση ακίνητα ιδιοκτησίας της εταιρίας τους, τα οποία αποτελούσαν μεγάλη ευκαιρία για όσους θα τα αγόραζαν, λόγω της επικείμενης αξιοποίησής τους και ανόδου της εμπορικής τους αξίας.
Το γεγονός ότι η πρώτη εναγομένη, με την οποία,... οι φιλικές τους σχέσεις ανάγονταν σε χρόνο πλέον της 20ετίας, κατά τη διάρκεια του οποίου δημιουργήθηκε αμοιβαία σχέση εμπιστοσύνης, διαβεβαίωσε τη δεύτερη ενάγουσα ότι επρόκειτο για ιδιαιτέρως επικερδή επένδυση, στην οποία, ακριβώς, λόγω του συμφέροντος χαρακτήρα της, συμμετείχε και η ίδια αγοράζοντας ακίνητα, αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα γι' αυτήν, ώστε αμέσως ενημέρωσε τον σύζυγό της, πρώτο ενάγοντα και τον υιό της, τρίτο ενάγοντα, σχετικά με τα όσα η τελευταία (πρώτη εναγομένη) της παρουσίασε με τόση έμφαση.
Ακολούθως, μετά από συναπόφαση με αυτούς (πρώτο και τρίτο ενάγοντες), η δεύτερη ενάγουσα ενημέρωσε αυτήν (πρώτη εναγομένη) για το κοινό τους ενδιαφέρον να πραγματοποιήσουν την εν λόγω επένδυση. Περί τον Ιανουάριο του 2008, η δεύτερη ενάγουσα επισκέφθηκε στο Βουκουρέστι της Ρουμανίας την αδελφή της..., οπότε πραγματοποιήθηκε η πρώτη, με επιμέλεια της πρώτης εναγομένης, συνάντηση με τον τρίτο εναγόμενο στο τεχνικό γραφείο που διατηρούσαν οι δεύτερος και τρίτος (εναγόμενοι) στην πόλη του Βουκουρεστίου.
Εκεί, ο τελευταίος, παρουσία και της αδελφής της δεύτερης ενάγουσας, της επέδειξε σε έναν χάρτη την περιοχή Ν. (D.) με τα υποψήφια προς πώληση ακίνητα από το συνολικού εμβαδού 27 στρεμμάτων ακίνητο, ιδιοκτησίας της εταιρίας με την επωνυμία "P. V. I. S.A.", της οποία ο δεύτερος εναγόμενος ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής και ο ίδιος ενεργούσε κατ' εντολή και για λογαριασμό της, επισημαίνοντάς της ότι πρόκειται για μεγάλη ευκαιρία, αφού, κατά τους ισχυρισμούς του, είχαν πρόθεση για δημιουργία εμπορικού κέντρου (MALL) ξενοδοχείων, πολυκαταστημάτων, μετά την έκδοση με φροντίδα τους των σχετικών αδειών, που, όπως την διαβεβαίωσε, δεν παρουσίαζαν κανένα πρόβλημα και από το οποίο (ακίνητο) θα μπορούσαν να αγοράσουν αυτοτελές τμήμα.
Μάλιστα της επέδειξε και μακέτα, όπου απεικονιζόταν σε μικρογραφία το εμπορικό κέντρο, που η ιδιοκτήτρια εταιρία επρόκειτο να ανεγείρει. Περί το Φεβρουάριο του 2008, η πρώτη εναγομένη... επικοινώνησε τηλεφωνικά, στη Θεσσαλονίκη, με τον πρώτο (ενάγοντα) και τον ενημέρωσε ότι ο τρίτος εκ των εναγομένων βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις για την πώληση ακινήτων στην ίδια περιοχή σε μεγάλη κατασκευαστική εταιρεία...
και για τον λόγο αυτό οι ενδεχόμενες αγοραστικές κινήσεις τους θα έπρεπε να επισπευσθούν καθώς υπάρχει μεγάλο αγοραστικό ενδιαφέρον, ενώ θα έπρεπε να προκαταβληθεί το τίμημα για να μη 'χαθεί η ευκαιρία'. Μετά από συνεννόηση με τη σύζυγό του-δεύτερη ενάγουσα και τον υιό του-τρίτο ενάγοντα, τελικά, ο πρώτος ενάγων δήλωσε τηλεφωνικά σ' αυτήν (πρώτη εναγομένη) ότι προτίθενται να πραγματοποιήσουν την αγορά, οπότε, μετά από ενημέρωση της πρώτης εναγομένης προς τον τρίτο εναγόμενο, για την εκδήλωση ενδιαφέροντος των εναγόντων, ακολούθησε η αποστολή εκ μέρους αυτού (τρίτου εναγομένου, την 15-2-2008, τηλειομοιοτυπίας (FAX), στην τηλεφωνική συσκευή της πρώτης εναγομένης..., που αυτή, στη συνέχεια, προώθησε στους ενάγοντες..., στην οποία αναγράφηκε η αξία της υπό αγορά έκτασης, εμβαδού 3.800 τ.μ., ήτοι 406.600 ευρώ, με αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα 152.000,00 ευρώ και ο τρόπος καταβολής του στους αναγραφόμενους τραπεζικούς λογαριασμούς, ήτοι 152.000,00 ευρώ στον τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε η εταιρία "P. V.
I. S.A.", στην …BANK …. και 254.600,00 ευρώ στον τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε η εταιρεία, συμφερόντων της οικογένειας των δεύτερου και τρίτου των εναγομένων, "R. I. LTD" στην M. P. B. P. στη Λεμεσό της Κύπρου. Σε πλήρη εξόφληση του ανωτέρω τιμήματος... εκδόθηκαν, την 21-2-2008, σε διαταγή της δεύτερης ενάγουσας, οι υπ' αριθμ. ...
τραπεζικές επιταγές, ποσού, αντίστοιχα, 152.000,00 ευρώ και 254.600,00 ευρώ, πληρωτέες από τον υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό που διατηρούσαν οι ενάγοντες στην τράπεζα "E. E. E. AE", τις οποίες η λήπτρια (δεύτερη ενάγουσα) οπισθογράφησε στην πρώτη εναγομένη και η τελευταία, αφού κατέθεσε, αυθημερόν, το σύνολο του χρηματικού ποσού, που ενσωματώθηκε σ' αυτές, σε προσωπικό της λογαριασμό, την 26-2-2008, ενέβασε, ποσό 152.000,00 ευρώ στον τραπεζικό λογαριασμό ...
της "P. V. I. S.A." στην E. B. R. και το ποσό 254.600,00 ευρώ στον τραπεζικό λογαριασμό ... της "R. I. LTD" στη M. P. B. P….... Συγχρόνως, η πρώτη εναγομένη ενημέρωσε τους ενάγοντες ότι για την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου αγοράς, θα έπρεπε να συσταθεί, τυπικά και μόνο, μία εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα τη Ρουμανία, καθώς σύμφωνα με τη νομοθεσία της χώρας...
Όσον αφορά τη διαδικασία για τη σύσταση της εταιρίας, τους διαβεβαίωσε ότι ήταν απλή και ότι θα έπρεπε να εξουσιοδοτήσουν τον δεύτερο εναγόμενο, ώστε αυτός να επιμεληθεί για τα διαδικαστικά θέματα της ίδρυσής της. Έτσι, μετά τη συγκέντρωση και τω απαραίτητων δικαιολογητικών από την Ελλάδα, για την έκδοση των οποίων επιμελήθηκε η πρώτη εναγομένη, συνεστήθη, την 15-5-2008, η εταιρία με την επωνυμία "S..C..
B. I. S.R.L.", με έδρα το Βουκουρέστι, κύρια δραστηριότητα την αγοραπωλησία ίδιων ακίνητων αγαθών, μέλη τους ενάγοντες... και τον Γ. Π. (δεύτερο εναγόμενο), εταιρικό κεφάλαιο 1000 ΛΕΪ, που θα έπρεπε να κατατεθούν έως την ημερομηνία σύστασης της εταιρίας (χωρίς, όμως, να προκύπτει η καταβολή αυτού...), το οποίο θα ήταν διανεμημένο μεταξύ των εταίρων ως εξής:
Ο Μ. Γ., 33 μετοχές, αξίας 330 ΛΕΪ, σε μετρητά, αντιπροσωπεύοντας το 33% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου, η Π. Μ., 33 μετοχές, αξίας 330 ΛΕΪ, σε μετρητά, αντιπροσωπεύοντας το 33% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου, ο Μ. Χ.-Σ., 33 μετοχές, αξίας 330 ΛΕΪ, σε μετρητά, αντιπροσωπεύοντας το 33% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου και ο Π.
Γ., 1 μετοχή αξίας 10 ΛΕΪ, σε μετρητά, αντιπροσωπεύοντας το 1% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου. Η διοίκηση και διαχείριση της εταιρίας ορίσθηκε ότι θα ασκείται από τον Π. Γ., δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος, σημειωτέον, είχε και την ιδιότητα του διαχειριστή της πωλήτριας εταιρίας... Ακολούθησε δεύτερο ταξίδι στο Βουκουρέστι, που οργανώθηκε από την πρώτη εναγομένη...
Στο ταξίδι αυτό, η δεύτερη ενάγουσα συνοδευόμενη από την πρώτη εναγομένη, γνώρισε τον δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος της συστήθηκε ως νόμιμος εκπρόσωπος της ιδιοκτήτριας εταιρίας καθώς και τους Π. Π. και Δ. Τ., υποψήφιους επενδυτές, όπως οι εναγόμενοι (πρώτη και δεύτερος) της ανέφεραν. Ακολούθως, μετέβησαν όλοι μαζί, συνοδευόμενοι και από την αδελφή της δεύτερης ενάγουσας...
στην περιοχή D., όπου είδαν το αγροτεμάχιο. Στη συνέχεια, συνετάγη το συμβόλαιο αγοραπωλησίας..., δυνάμει του οποίου η εταιρία με την επωνυμία "P. V. I. S.A.", εκπροσωπούμενη από τον διαχειριστή της δεύτερο εναγόμενο μεταβίβασε στην εταιρία με την επωνυμία "S..C.. B. I. S.R.L.", εκπροσωπούμενη... από την εταίρο της δεύτερη ενάγουσα, την κυριότητα ενός αγροτεμαχίου, έκτασης 3.800 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στην κοινότητα D.
Vale... Ως τίμημα της αγοραπωλησίας, όπως προαναφέρθηκε, ορίσθηκε το ποσό των 152.000,00 ευρώ, το οποίο... καταβλήθηκε πλήρως από τους εταίρους της αγοράστριας εταιρίας, Π. Μ., Μ. Γ. και Μ. Χ., ενώ, όπως επίσης αναγράφηκε στο συμβόλαιο αλλά τους διαβεβαίωσαν και οι εναγόμενοι δεν υπήρχε κανένα βάρος στο ακίνητο και κανένα ελάττωμα πραγματικό ή νομικό.
Περί τον Οκτώβριο 2008, ο πρώτος ενάγων επισκέφθηκε το ακίνητο, που φέρεται ότι αγόρασε η εταιρία και τότε, προς μεγάλη έκπληξη, διαπίστωσε ότι αυτό ήταν πλημμυρισμένο με μεγάλη ποσότητα νερού. Επικοινώνησε, ανήσυχος, με τους τρίτο και πρώτη εναγομένους, οι οποίοι προσπάθησαν να τον καθησυχάσουν και μάλιστα η τελευταία τον διαβεβαίωσε ότι παρά το γεγονός τούτο, όσα οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι τους είχαν υποσχεθεί σχετικά με την αξιοποίηση του ακινήτου, επρόκειτο να πραγματοποιηθούν.
Στο διάστημα που μεσολάβησε, οι ενάγοντες επικοινωνούσαν με τους δεύτερο και τρίτο εναγομένου εκδηλώνοντας το ενδιαφέρον τους για την πορεία των εργασιών, πλην αυτοί τους καθησύχαζαν, λέγοντας ότι λόγω γραφειοκρατίας, παρουσιάζονται καθυστερήσεις, μέχρι που, περί το Δεκέμβριο του 2010, διαπίστωσαν, μετά από έρευνα που πραγματοποίησαν στις αρμόδιες υπηρεσίες της Ρουμανίας ότι το ακίνητο στην εν λόγω περιοχή ήταν χαρακτηρισμένο από το ρουμανικό κράτος ως ζώνη πλημμύρας, ενταγμένο στο πλαίσιο αντιμετώπισης έκτακτων αναγκών της πόλης, επί του οποίου απαγορευόταν οποιαδήποτε ανοικοδόμηση ή χρήση του...
Όπως προκύπτει από τα έγγραφα που προσκομίζουν με επίκληση οι ενάγοντες... 'το γήπεδο βρίσκεται σε ζώνη πόλντερ και περιλαμβάνεται στο Πλάνο κινδύνου της Υπηρεσίας έκτακτων αναγκών'... 'το εν λόγω οικόπεδο βρίσκεται σε ζώνη φυσικής υπερχείλισης του ποταμού (polder) D., όπου είναι δυνατόν να γίνει πλημμύρα και σύμφωνα με το Νόμο Ποταμών 107/1996, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 49 (1) του Ν. 310/2004: 'Απαγορεύεται η τοποθέτηση νέων οικονομικών ή κοινωνικών κτιρίων, κατοικιών ή προσαρτημάτων αυτών στην περιοχή της κοίτης μέγιστου πλάτους του ποταμού και στις περιοχές προστασίας...'.
Επίσης από τα συλλεγόμενα στοιχεία που αναφέρονται στις περιοχές των μεγαλύτερων ποταμών του Νομού Ίλφοβ, όπου είναι δυνατόν να υπάρχουν υπερχειλίσεις των ποταμών... προκύπτει ότι το οικόπεδο ιδιοκτησίας σας βρίσκεται σε φυσική περιοχή υπερχείλισης του ποταμού (polder) D.. Έχοντας υπόψη το ανωτέρω σας γνωστοποιούμε ότι το εν λόγω οικόπεδο βρίσκεται σε περιοχή κινδύνου πλημμύρας...'.
Περαιτέρω, από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους δεύτερο και τρίτο εναγομένους έγγραφα προκύπτει ότι εκδόθηκε από το Νομαρχιακό Συμβούλιο Ilfov το αρ. …από 20-02-2013 πιστοποιητικό πολεοδομίας.... ως προς το οικονομικό καθεστώς ότι η σημερινή χρήση του οικοπέδου είναι ως διαρρύθμιση 'ΦΥΣΙΚΗ ΛΕΚΑΝΗ ΚΑΤΑΚΛΙΣΗΣ ΝΤΡΑΓΚΟΜΙΡΕΣΤΙ' και ότι ο Δήμαρχος της Κοινότητας D.-Vale έχει αδειοδοτήσει θετική την ΕΚΠΟΝΗΣΗ ΤΟΠΙΚΟΥ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ (PUZ), ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΑΠΟΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΧΩΡΩΝ ΓΙΑ ΤΡΟΦΙΜΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΠΡΟΣΥΣΚΕΥΑΣΜΕΝΑ, ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΚΟΙΝΗΣ ΩΦΕΛΕΙΑΣ, σύμφωνα με την άδεια αρ. 7412 από τις 17.12.2012, με την τήρηση των όρων που επιβάλλονται μέσω της άδειας και ως προς το τεχνικό καθεστώς αυτού...
Τέλος δε, εκδόθηκε από το Δημαρχείο της κωμόπολης D.-Vale... το... αρ. ..10.1.2013 έγγραφο στο οποίο, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι '... Το οικόπεδο στο οποίο αναφέρεστε βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως, στο οποίο δεν δύναται να ανεγερθούν κτίσματα, διότι αυτή η περιοχή λειτουργεί ως πόλντερ για την προστασία της πρωτεύουσας από τα πλημμυρικά φαινόμενα.
Έχοντας υπόψη ότι το οικόπεδο δικιάς ιδιοκτησίας που βρίσκεται στο Χωράφι 64 είναι πλημμυριζόμενο οικόπεδο, αποτελώντας το Φυσικό πόλντερ D.... από τη γραμμή προστασίας της πρωτεύουσας, γεγονός για το οποίο δεν μπορούν να ανεγερθούν κτίσματα και επομένως δεν μπορούμε να εκδώσουμε το επικείμενο πιστοποιητικό πολεοδομίας...'....
κατά των ως άνω εναγομένων και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "S. C. P. V. I. S.A.", οι Π. Π., Δ. Τ., Χ. Μ. και εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία 'Επενδύσεις Π.-Τ. ΕΠΕ' άσκησαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, την από 17-11-2014... αγωγή, με την οποία επικαλούμενοι τα ίδια πραγματικά περιστατικά και την ίδια αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων εξ αιτίας της οποίας απώλεσαν για την αγορά ακινήτων στις περιοχές Βουκουρεστίου, D.
και F., το συνολικό ποσό των 534.000,00 ευρώ, ζήτησαν, κατά την κύρια βάση αυτής, την επιστηριζόμενη στην αδικοπραξία λόγω απάτης των εναγομένων, την καταψήφιση του ως άνω ποσού πλέον χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Επ' αυτής εκδόθηκε, σε δεύτερο βαθμό, η ... υπ' αριθμ. 2053/2020 απόφαση, με την οποία κρίθηκε, τελεσίδικα, μεταξύ άλλων, ότι άπαντες οι εναγόμενοι είχαν γνώση ως προς το ακίνητο στην περιοχή D....
τόσο κατά την καταβολή των χρηματικών ποσών που αντιστοιχούσαν στο συμφωνηθέν τίμημα, όσο και κατά το χρόνο σύνταξης των δικαιοπραξιών, ότι αυτό εντασσόταν σε ζώνη πλημμύρας και ήταν αδύνατη η αξιοποίησή του και ότι αυτοί ενήργησαν, αποκρύπτοντας τούτο από τους αγοραστές, με σκοπό να καρπωθούν το ποσό του τιμήματος, επί ζημία των τελευταίων.
Και στις δύο υποθέσεις... αποδεικνύεται ότι καθοριστικό ρόλο για την κατάρτιση των επίμαχων συμβάσεων, διαδραμάτισε η πρώτη εναγομένη, η οποία αποτέλεσε τον 'συνδετικό κρίκο'... δημιούργησε σχέση εμπιστοσύνης με αυτούς, παρουσιάζοντάς τους ότι και η ίδια είναι αγοράστρια αντίστοιχων διαιρετών τμημάτων γης...
Η ως άνω συμπεριφορά των εναγομένων(πρώτης, δεύτερου και τρίτου), οι οποίοι ενήργησαν, κατόπιν συναπόφασης, με απόλυτη σύμπνοια απόψεων και δράσεων... αποτελεί παράνομη και υπαίτια (άρθρ. 330 εδαφ. β' ΑΚ), δηλαδή αδικοπρακτική συμπεριφορά (914 ΑΚ, 386 ΠΚ). Ειδικότερα, οι ως άνω εναγόμενοι εν γνώσει τους και με σκοπό παράνομου οφέλους, παρέστησαν ψευδώς στους ενάγοντες ότι το ακίνητο στην περιοχή D.
ήταν οικοδομήσιμο και διαβεβαίωσαν αυτούς ότι επρόκειτο εκεί ν' ανεγερθούν εγκαταστάσεις εμπορικού κέντρου, ξενοδοχείων και συναφούς χρήσης οικοδομημάτων, αποκρύβοντας ότι τούτο ευρίσκεται σε ζώνη πλημμύρας και ήταν αδύνατο να αξιοποιηθεί για την οικιστική ή επιχειρηματική χρήση που τους παρουσίασαν και αυτοί προσέβλεπαν προς αποκομιδή κέρδους, με αποτέλεσμα, από την ως άνω απατηλή συμπεριφορά, να παρασυρθούν στην ως άνω δήλωση βούλησης και να υποστούν ζημία, αντίστοιχη με το ιδιαίτερα σημαντικό χρηματικό ποσό που κατέβαλαν ως τίμημα, αφού η πραγματική αξία του μεταβιβασθέντος ακινήτου ήταν μηδαμινή, μέρος δε αυτού (τιμήματος), βάσει της συμφωνίας τους, κατέληξε, μετά βεβαιότητας, στην περιουσία της πρώτης εναγομένης.
Το γεγονός ότι για το ακίνητο στην περιοχή D. έχει εκδοθεί το προαναφερθέν πιστοποιητικό της πολεοδομίας δεν διασφαλίζει και την τελική έκδοση πολεοδομικής άδειας καθώς, όπως γίνεται σχετική αναφορά σ' αυτό, τόσο η έναρξη ενός Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου (PUG) για το εν λόγω ακίνητο πρόκειται να πραγματοποιηθεί κατόπιν αδειοδότησης από την Διοίκηση Ρουμανικών Υδάτων όσον και το Τοπικό Πολεοδομικό Σχέδιο (PUZ), που μέλλει να εκπονηθεί για τις λειτουργικές ρυθμίσεις που τύχουν εφαρμογής επ' αυτού, θα πρέπει να θεωρηθεί από πλειάδα αρχών μεταξύ των οποίων η προαναφερθείσα υπηρεσία (Εθνική Διοίκηση Ρουμανικών Υδάτων), που, όπως προαναφέρθηκε, έχει ήδη απαντήσει αρνητικά σχετικά με τη δυνατότητα αποχαρακτηρισμού της φυσικής ζώνης πόλντερ ενώ, όπως επισημαίνεται σ' αυτό (πιστοποιητικό πολεοδομίας), τούτο, ενδεχομένως, να αντικατασταθεί με άλλο που θα ζητηθεί για τη θεώρηση και έγκριση του Τοπικού Πολεοδομικού Σχεδίου, που να εξυπηρετεί την έκδοση της άδειας κατασκευής για τις εγκεκριμένες λειτουργίες και σε κάθε περίπτωση, εάν τελικά εκδοθεί οικοδομική άδεια γι' αυτό, θα αφορά την κατασκευή αποθηκών και εμπορικών χώρων για τρόφιμα και άλλα προϊόντα προκατασκευασμένα και όχι την ανέγερση εμπορικού κέντρου, ξενοδοχείων και συναφούς χρήσης οικοδομημάτων, όπως ψευδώς τους είχαν διαβεβαιώσει οι εναγόμενοι και, μάλιστα, μετά τη δημιουργία πολυδάπανων κατασκευών (ειδικοί πυλώνες για την αποφυγή των υδάτων ενδεχόμενης πλημμύρας).
Συνεπώς, οι ενάγοντες δικαιούνται για την ανόρθωση της ζημίας τους, από την ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν. Η ζημία που οι ενάγοντες υπέστησαν, η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά των εναγομένων ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 384.600 ευρώ, που αντιστοιχεί στη διαφορά του καταβληθέντος τιμήματος (406.600,00 ευρώ) και της ενεστώσας αγοραίας αξίας του ακινήτου καθώς... η εμπορική αξία αυτού... ανέρχεται στο ποσό των 22.000,00 ευρώ. Το ανωτέρω ποσό του καταβληθέντος προς τους εναγόμενους τιμήματος αντιστοιχεί στο μερίδιου εκάστου των εναγόντων επί των καταθέσεων του κοινού τραπεζικού λογαριασμού, από τον οποίο ανασύρθηκαν τα ποσά που ενσωματώθηκαν στις εκδοθείσες ως άνω τραπεζικές επιταγές.
Συνεπώς, η ζημία που έκαστος εξ αυτών υπέστη ανέρχεται στο ποσό των 128.200,00 (384.600,00 χ 1/3) ευρώ. Περαιτέρω, οι πρώτος και δεύτερη ενάγοντες (μετά την παραίτηση του τρίτου ενάγοντος από την αξίωσή του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης) από την προαναφερθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, δικαιούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 299, 914 και 932 ΑΚ να αξιώσουν από τους τελευταίους χρηματική ικανοποίηση, για την αποκατάσταση της ηθικής τους βλάβης...
πρέπει να επιδικαστεί σε έκαστο εξ αυτών το ποσό των 11.000,00 ευρώ... Πρέπει να σημειωθεί ότι δικαιούχοι των ως άνω ποσών αναφορικά με τη μεταβίβαση του ακινήτου στην περιοχή D. είναι οι ενάγοντες, ως αμέσως ζημιωθέντες από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, καθώς σ' αυτούς έλαβε χώρα η παράσταση εκ μέρους των τελευταίων (εναγομένων) των ψευδών γεγονότων ως αληθινών, βάσει των οποίων προέβησαν στη διάθεση των εν λόγω χρηματικών ποσών, ενεργώντας αυτοτελώς, ήτοι για δικό τους λογαριασμό και συμφέρον και όχι για λογαριασμό της εταιρίας με την επωνυμία "S..C..
B. I. S.R.L.", της οποίας η σύσταση πραγματοποιήθηκε μεταγενέστερα και αφού είχε ήδη λάβει χώρα η περιουσιακή μετακίνηση των επιδίκων χρηματικών ποσών, αποκλειστικά και μόνο για τις ανάγκες τήρησης της τυπικής διαδικασίας κατάρτισης του συμβολαίου μεταβίβασης και αυτή ουδεμία περαιτέρω λειτουργική ύπαρξη είχε, ενώ και κατά τη σύναψη του συμβολαίου μεταβίβασης της κυριότητας του ακινήτου, το νομικό πρόσωπο της εν λόγω εταιρίας, συναλλάχθηκε μόνο για να προσδώσει νομιμότητα στην αγοραπωλησία, κατά τα ως άνω αναφερθέντα και ουδεμία συναλλακτική πρόθεση είχε.
Υπόχρεοι στην καταβολή των ως άνω χρηματικών ποσών είναι η πρώτη εναγομένη και οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι, οι τελευταίοι, υπό τις ιδιότητες (ο δεύτερος) του νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή της πωλήτριας εταιρείας με την επωνυμία "P. V. I. S..A.", που ως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο διοικούσε και αντιπροσώπευε αυτήν και είχε υποχρέωση εποπτείας και ελέγχου της όλης δραστηριότητάς της, όπως και υποχρέωση πρόνοιας και προστασίας των εννόμων συμφερόντων των συναλλασσομένων μαζί της και (ο τρίτος) του εντολοδόχου της πωλήτριας εταιρίας, ενεργήσαντος κατ' εντολή και για λογαριασμό αυτής.
Οι τελευταίοι, υπό τις ιδιότητές τους αυτές, φέρουν προσωπική αδικοπρακτική ευθύνη για τις υπαίτιες παραβάσεις των νομίμων υποχρεώσεών τους. Πρέπει να σημειωθεί ότι η πωλήτρια εταιρία "P. V. I. S..A." αποδείχθηκε ότι είχε πραγματική συναλλακτική δραστηριότητα τόσο κατά το χρόνο προ της κατάρτισης της επίμαχης σύμβασης καθώς στο όνομά της καταρτίστηκαν συμβάσεις αγοράς ακινήτων...
κατατέθηκε σε τραπεζικό λογαριασμό της ιδίας τμήμα του τιμήματος της επίμαχης αγοραπωλησίας, κατατέθηκαν στο όνομά της αιτήσεις για την έκδοση των προαναφερθέντων πιστοποιητικών από τις αρμόδιες ρουμανικές αρχές όσο και μεταγενέστερα, περαιτέρω δε (αποδείχθηκε) ότι είχε πραγματική συναλλακτική πρόθεση και κατά τη σύναψη του επίδικου συμβολαίου μεταβίβασης της κυριότητας του ακινήτου.
Πρέπει να επισημανθεί ότι οι πρώτος και δεύτερη ενάγοντες υπέβαλαν ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης την από 13-6-2011 έγκληση εναντίον των πρώτης, δεύτερου, τρίτου εναγομένων και του Α. Π...., με βάση την οποία ασκήθηκε σε βάρος των τελευταίων ποινική δίωξη για το αδίκημα της απάτης από κοινού κατ' εξακολούθηση από την οποία προκλήθηκε περιουσιακή ζημία με αντίστοιχο όφελος άνω των 73.000 ευρώ...
διατάχθηκε η διενέργεια ανάκρισης..., μετά το πέρας της οποίας εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 513/2013 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, που αποφάνθηκε αμετακλήτως, να μη γίνει κατηγορία σε βάρος των κατηγορουμένων. Η κρίση του ως άνω Συμβουλίου συνεκτιμάται από το παρόν Δικαστήριο χάριν σεβασμού του προβλεπόμενου από τις διατάξεις των άρθρων 6 § 2 της ΕΣΔΑ και 14 § 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, τεκμηρίου αθωότητας των κατηγορουμένων, πλην δεν δεσμεύει τούτο καθώς από την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου δεν παράγεται δεδικασμένο, κατ' άρθρο 321 ΚΠολ.Δ, δεσμεύον το παρόν πολιτικό Δικαστήριο (ΟλΑΠ 4/2020)...".
Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση των εναγόντων κατά της 12465/2018 οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, εξαφάνισε την εν λόγω εκκληθείσα απόφαση και, αφού κράτησε και δίκασε την από 16-12-2014 αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτή ως ουσία βάσιμη, κατά την κύρια βάση της.
Ειδικότερα, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε α) ότι η πρώτη των εναγομένων ? εφεσιβλήτων (ήδη αναιρεσείουσα), Β. Π., εκμεταλλευόμενη τη μακρά φιλία της με τη δεύτερη των εναγόντων - εκκαλούντων (ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων), Μ. Π., από το Νοέμβριο του 2007 και εφεξής, κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια να πείσει την τελευταία καθώς και τους λοιπούς ενάγοντες - εκκαλούντες και ήδη αναιρεσιβλήτους, σύζυγο και υιό αυτής, να αγοράσουν ακίνητο στη Ρουμανία, με προοπτική κερδών, λόγω της αύξησης της αξίας του, καθώς και ότι οι συνεναγόμενοί της - εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσείοντες, αξιόλογοι επιχειρηματίες, που εξειδικεύονταν στην αγορά αξιοποίησης και πώλησης ακινήτων στην κτηματαγορά της Ρουμανίας, διέθεταν προς πώληση ακίνητα, ιδιοκτησίας της εταιρείας τους, τα οποία αποτελούσαν μεγάλη ευκαιρία για όσους θα τα αγόραζαν, β) ότι, τον Ιανουάριο 2008, η δεύτερη ενάγουσα επισκέφθηκε, με επιμέλεια της πρώτης εναγομένης, τον τρίτο εναγόμενο - τρίτο των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσείοντα, στο τεχνικό του γραφείο στο Βουκουρέστι, ο οποίος της επέδειξε χάρτη της περιοχής Ντραγκομιρέστι, με τα προς πώληση ακίνητα, συνολικού εμβαδού 27 στρεμμάτων, ιδιοκτησίας της εταιρείας "P. V.
I. S.A.", της οποίας ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής, με σκοπό τη δημιουργία εμπορικού κέντρου, ξενοδοχείων και πολυκαταστημάτων, της επέδειξε μάλιστα και μακέτα των ως άνω κτισμάτων, γ) ότι το Φεβρουάριο 2008, οι ενάγοντες, πεισθέντες από τις ανωτέρω διαβεβαιώσεις των εναγομένων για τη συγκεκριμένη επένδυση και, μετά την πίεση των τελευταίων να επισπεύσουν τις κινήσεις τους, λόγω του μεγάλου ενδιαφέροντος που είχε εκδηλωθεί για την αγορά των ως άνω ακινήτων, στις 21-2-2008, προκατέβαλαν εξ ιδίων το συμφωνηθέν τίμημα για την αγορά ακινήτου στην ως άνω περιοχή, εμβαδού 3.800 τ.μ., ύψους 406.600 ευρώ, με την έκδοση δύο (2) επιταγών, πληρωτέων από το κοινό τραπεζικό τους λογαριασμό, τις οποίες οπισθογράφησαν στην πρώτη εναγομένη, η οποία, στη συνέχεια, ενέβασε τα ποσά σε τραπεζικούς λογαριασμών δύο εταιρειών των συνεναγομένων της, δ) ότι για την κατάρτιση της μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας, όφειλαν, σύμφωνα με το δίκαιο της Ρουμανίας, να συστήσουν εταιρεία, κατά το ρουμανικό δίκαιο, προκειμένου να συμβληθεί αυτή ως αγοράστρια, η οποία (εταιρεία) συνεστήθη στις 15-5-2008, με την επωνυμία "S..C..
B. I. S.R.L.", με έδρα το Βουκουρέστι, με εταίρους τους ενάγοντες, που μετείχαν, κατά ποσοστό 33% του εταιρικού κεφαλαίου έκαστος καθώς και ο δεύτερος των εναγομένων, κατά ποσοστό 1% του εταιρικού κεφαλαίου, ο οποίος, μάλιστα, ορίστηκε και διαχειριστής της εταιρείας, προκειμένου, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του, να αναλάβει τη διεκπεραίωση της διαδικασίας μεταβίβασης, ε) ότι το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο καταρτίστηκε στις 21-10-2008, από συμβολαιογράφο Βουκουρεστίου, στ) ότι, εκ των υστέρων, οι ενάγοντες αντιλήφθηκαν ότι το πωληθέν σ' αυτούς ακίνητο βρισκόταν σε περιοχή, η οποία είχε χαρακτηριστεί από το ρουμανικό κράτος, ως ζώνη πλημμύρας και ήταν ενταγμένο στο πλαίσιο αντιμετώπισης έκτακτων αναγκών της πόλης του Βουκουρεστίου, επί του οποίου απαγορευόταν οποιαδήποτε ανοικοδόμηση ή χρήση του, όπως βεβαιώνεται από τα σχετικά έγγραφα των αρμόδιων ρουμανικών αρχών, παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις των εναγομένων, στ) ότι οι ενάγοντες δικαιούνται την ανόρθωση της προξενηθείσας σε βάρος τους ζημίας, περιουσιακής και μη, η οποία τελεί σε άμεση αιτιώδη συνάφεια με την αδικοπρακτική συμπεριφορά απάντων των εναγομένων, ως αμέσως ζημιωθέντες εξ αυτής, δεδομένου ότι η ως άνω εταιρεία ("S..C..
B. I. S.R.L.") συνεστήθη εκ των υστέρων, όπως προεκτίθεται, αποκλειστικά και μόνον για τις ανάγκες τήρησης της τυπικής διαδικασίας μεταβίβασης του ακινήτου, κατά το ισχύον, κατά τον κρίσιμο χρόνο, δίκαιο της Ρουμανίας, ενώ υπόχρεοι για την καταβολή της αποζημίωσης είναι οι εναγόμενοι, ως έχοντες προσωπική αδικοπρακτική ευθύνη.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ.α` του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (Ολ.Α.Π. 1/2022, Ολ.Α.Π. 3/2020, Ολ.Α.Π. 28/1998). Για το ορισμένο του συγκεκριμένου αναιρετικού λόγου πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου καθώς και η επίδραση του σφάλματος στο διατακτικό της απόφασης.
Εφόσον κρίθηκε κατ' ουσίαν η υπόθεση, πρέπει, για τη θεμελίωση του λόγου τούτου, να αναφέρονται στο αναιρετήριο, επιπλέον, με σαφήνεια και οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές της ελάσσονος πρότασης) που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου καθώς και η έννομη συνέπεια, που, με βάση αυτές, διαγνώστηκε (Α.Π. 1206/2019, Α.Π. 221/2018).
Με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974 ορίζεται ότι "1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως... 2.
Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", το οποίο, σε ενωσιακό επίπεδο ισχύει, βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 Σ.Ε.Ε., σύμφωνα με το οποίο "Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών".
Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., που ορίζει ότι "Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο".
Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον στο άρθρο 71 Κ.Π.Δ., σύμφωνα με το οποίο "οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με το νόμο" και είναι συνέπεια της ενσωματώσεως της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 "για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας" με το νόμο 4596/2019.
Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί, κατ` αρχήν, τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο άμεσα με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7.1 Συντ. και 14 Π.Κ.). Το τεκμήριο αθωότητας, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής ? δικονομικής εγγυήσεως που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό.
Η εφαρμογή, επομένως, του τεκμηρίου αθωότητας συνεχίζεται και μετά το πέρας της ποινικής δίκης και την έκδοση της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, εκτεινόμενη και εκτός των ποινικών διαδικασιών, ώστε να διασφαλιστεί για πάντα στο μέλλον το δικαίωμα του αθωωθέντος να εμφανίζεται στην έννομη τάξη, αλλά και στην κοινωνία ότι δεν είναι ένοχος του συγκεκριμένου αδικήματος που του αποδόθηκε και ότι η αθωότητά του θα είναι σεβαστή.
Τέτοια δε αθωωτική ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υποθέσεως και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος, π.χ. λόγω ελλείψεως στοιχείων της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υποστάσεως ή απόφαση που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο "λόγω αμφιβολιών" ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιοδήποτε τρόπο και εξαιτίας θανάτου ή ανακαλεί την εις βάρος του έγκληση ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου.
Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει, όταν ασκείται αγωγή αποζημιώσεως, λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
του Α.Κ., η άσκηση της οποίας (αποζημιωτικής αγωγής) δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση μιας άλλης επί πλέον "ποινικής κατηγορίας" κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει και του ότι η, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις (των άρθρων 914 επ.
Α.Κ.), αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει το χαρακτήρα ποινής, αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδικάσεως αποζημιώσεως είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα - ενάγοντα.
Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών. Οι ρυθμίσεις αυτές επιβάλλουν το δεδικασμένο να είναι, κατ` αρχήν, δεσμευτικό μόνον εντός της οικείας δικαιοδοσίας, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη.
Αποδεικτική δέσμευση από δικαστικές αποφάσεις άλλων δικαιοδοτικών κλάδων μπορεί να γίνει ανεκτή, μόνον, όταν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη, είτε σε διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, είτε σε διατάξεις της οικείας δικονομίας (όπως στο άρθρο 5 παρ. 2 Κ.Δ.Δ.). Η συνταγματική, άλλωστε, πρόβλεψη τριών διακριτών δικαιοδοσιών, αποκλείει την ύπαρξη μιας και ενιαίας έννομης τάξεως, στο πλαίσιο της οποίας η κρίση του ποινικού δικαστηρίου και συγκεκριμένα η αμετάκλητη αθωωτική απόφαση αυτού, αυτόματα και άνευ άλλου τινός, πρέπει να γίνεται αποδεκτή από το αστικό δικαστήριο, το οποίο πρέπει να καταλήξει σε αποτέλεσμα συμβατό με την αθωωτική ποινική απόφαση, και, κατ` επέκταση, να απορρίψει την αγωγή αποζημιώσεως του παθόντος - ενάγοντος, καθ` όσον διαφορετικά δημιουργείται ρήγμα της ενιαίας αυτής έννομης τάξεως.
Η συνεπής εφαρμογή του ως άνω κριτηρίου (της διαταράξεως της ενιαίας έννομης τάξεως) θα έπρεπε να οδηγεί στο συμπέρασμα της δεσμεύσεως και του ποινικού δικαστηρίου από την αμετάκλητη προγενέστερη απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου, δηλαδή, όταν η απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου εκδίδεται σε πρώτο χρόνο και έπεται η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, πράγμα, όμως, που δεν συμβαίνει, καθ` όσον η τοιαύτη απόφαση (του πολιτικού δικαστηρίου) εκτιμάται ελεύθερα, με βάση τον κανόνα της ηθικής αποδείξεως, αλλά και κατά το άρθρο 62 Κ.Π.Δ., λαμβανομένου υπόψη ότι η ενότητα της έννομης τάξεως δεν είναι δυνατό να ισχύει μόνον προς τη μία κατεύθυνση, εξαρτώμενη από το τυχαίο γεγονός ότι έχει εκδοθεί πρώτα η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου.
Ούτε είναι δυνατόν να υποστηριχθεί ότι πρέπει να αναστέλλεται η διαδικασία, κατά το άρθρο 250 του Κ.Πολ.Δικ. και συνακόλουθα η έκδοση της αποφάσεως του πολιτικού δικαστηρίου, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, διότι έτσι η αναστολή αυτή θα κατέληγε να είναι υποχρεωτική για το πολιτικό δικαστήριο, ενώ ο δικονομικός νομοθέτης την εντάσσει στη διακριτική του ευχέρεια, και μάλιστα, δίχως να δημιουργείται λόγος εφέσεως ή αναιρέσεως επί μη αποδοχής του σχετικού αιτήματος του διαδίκου, ενώ, επιπλέον, το πολιτικό δικαστήριο οφείλει να συνεκτιμά την παρέλκυση που θα προκαλέσει η αναστολή της δίκης, ώστε να χορηγεί αυτήν με σύνεση.
Τούτο, ανεξάρτητα από το ότι δεν μπορεί να καθίσταται εκ των προτέρων γνωστή η έκβαση της ποινικής δίκης, διότι είναι δυνατόν το ποινικό δικαστήριο να οδηγηθεί σε καταδικαστική απόφαση για τον εναγόμενο, οπότε το τεκμήριο αθωότητας δεν θα ισχύει, και ο διαδραμών χρόνος της αναστολής θα καθίσταται εκ του αποτελέσματος ατελέσφορος, συμβάλλοντας έτσι στην καθυστέρηση απονομής της δικαιοσύνης.
Η μη ύπαρξη, άλλωστε, ενιαίας έννομης τάξεως ενισχύεται περαιτέρω και από τα ακόλουθα: α) από τη διαφορετική φύση της διαδικασίας και της ευθύνης και β) από τους διαφορετικούς κανόνες κατανομής του βάρους αποδείξεως. Ειδικότερα, στην ποινική δίκη ισχύει το ανακριτικό σύστημα συλλογής των αποδείξεων, σε αντίθεση με το σύστημα διαθέσεως και συζητήσεως της πολιτικής δίκης και του βάρους επικλήσεως και προσκομίσεως των αποδεικτικών μέσων από τους διαδίκους της πολιτικής δίκης.
Η προσκόμιση, αυτή και μόνη, της αθωωτικής αποφάσεως του εναγομένου, ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου, θα αρκούσε για να τεθεί εκποδών το υποβληθέν αποδεικτικό υλικό, η δε νομοθετική ρύθμιση για το βάρος των διαδίκων προσκομίσεως και επικλήσεως των αποδεικτικών μέσων, κατ` άρθρο 237 του Κ.Πολ.Δικ., θα καθίστατο κενό γράμμα.
Είναι, εξάλλου, χαρακτηριστικό ότι το τεκμήριο αθωότητας ενεργοποιείται, μόνον όταν προσκομιστεί με επίκλησή της η αθωωτική ποινική απόφαση στο πολιτικό δικαστήριο. Στα πολιτικά δικαστήρια ο εναγόμενος έχει βάρος να απαντήσει επί της αγωγής, είτε αρνούμενος απλά ή αιτιολογημένα είτε υποβάλλοντας ενστάσεις, εάν δε δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, το δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει ως ομολογημένη την ιστορική βάση της αγωγής (άρθρο 261 του Κ.Πολ.Δικ.).
Εξάλλου, είναι ενδεχόμενο ακόμη και μετά την αθώωση του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη, αυτός, ως εναγόμενος, να ομολογήσει την ιστορική βάση της αγωγής κατά το άρθρο 352 του Κ.Πολ.Δικ., σε αντίθεση με την προαναφερθείσα μη αυτοενοχοποίησή του, οπότε το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να θεωρήσει ως αποδεδειγμένη την ιστορική βάση της αγωγής, επί ποινή μάλιστα αναιρετικού ελέγχου, κατ` άρθρο 559 αριθ. 12 του Κ.Πολ.Δικ., και να την δεχθεί κατ` ουσίαν.
Απαιτείται, εξάλλου, διαφορετικός βαθμός δικανικής πεποιθήσεως για την κήρυξη ενός κατηγορουμένου ενόχου από το ποινικό δικαστήριο, σε σχέση με την παραδοχή πολιτικού δικαστηρίου ότι συντελέστηκε ένα αστικό αδίκημα, που είναι συγχρόνως και έγκλημα. Έτσι, στην ποινική δίκη, επί αμφιβολιών ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, αυτός κηρύσσεται αθώος, κατ` εφαρμογήν της αρχής in dubio pro reo, ενώ, στην πολιτική δίκη δεν ισχύει η αρχή αυτή, για την κατάφαση δε αν διαπράχθηκε το ταυτιζόμενο με το ποινικό αστικό αδίκημα ο πολιτικός δικαστής πρέπει να σχηματίσει πλήρη και βεβαία δικανική πεποίθηση.
Ως εκ τούτου, η αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια είναι προϊόν άλλων (λιγότερο αυστηρών) αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η αντίστοιχη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως. Επομένως, η αυτοτέλεια των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών (ποινικής και πολιτικής) έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική.
Επιβάλλεται, όμως, να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση.
Συνεπώς, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις. Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα, μάλιστα, από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής διώξεως, δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξιώσεως για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται, βάσει της αρχής ne bis in idem.
Το τεκμήριο αθωότητας, όμως, σημαίνει ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την αθώωση του κατηγορουμένου, ούτε επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την αθωωτική απόφαση για να αντλήσει από αυτήν επιχειρήματα για την ενοχή του (κατηγορουμένου).
Οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής αποφάσεως, τόσο στο αιτιολογικό - σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, αφού και τα δύο αυτά στοιχεία έχουν το ίδιο δεσμευτικό αποτέλεσμα, δεν πρέπει να θέτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ιδίως με την επίκληση ότι:
α) η αθωότητα του κατηγορουμένου είναι προϊόν αμφιβολιών και όχι βεβαιότητας του δικαστηρίου για την αθωότητά του, β) η απόφαση λήφθηκε κατά πλειοψηφία και όχι ομόφωνα, γ) στηρίχθηκε στη μη απόδειξη του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος (δόλου), δ) διαφώνησε ο εισαγγελέας της έδρας, ε) κατά της αθωωτικής αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία, όμως, απορρίφθηκε για δικονομικούς - τυπικούς λόγους, κ.ά.
Το πολιτικό δικαστήριο, το μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, το δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, πολύ δε περισσότερο διότι ο εναγόμενος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δικάζεται δις για την ίδια πράξη.
Το πολιτικό, δηλαδή, δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται, όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι` αυτόν η ποινική δίωξη, προσέτι δε λέξεις και εκφράσεις, ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ενώ η τυχόν διενέργεια προσθέτων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο.
Τελικώς, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα in concreto, εν όψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως και του τρόπου διατυπώσεως των αιτιολογιών, που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας (Ολ.Α.Π. 4/2020).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ. β` του Κ.Πολ.Δ., η οποία ορίζει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο, αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ` αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς (Α.Π. 45/2019, Α.Π. 2345/2009).
Ως διδάγματα δε της κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών (Α.Π. 723/2020, Α.Π. 20/2019, Α.Π. 1662/2012, Α.Π. 2195/2009).
Για την πληρότητα δε και το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παραβίαση, διαφορετικά ο λόγος της αναίρεσης είναι αόριστος (Α.Π. 828/2020, Α.Π. 103/2013, Α.Π. 1270/2008, Α.Π. 1675/2006).
Εξάλλου, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για παραβίαση τέτοιου κανόνα, αλλά, στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. (Α.Π. 1223/2022, Α.Π. 894/2020, Α.Π. 799/2020).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν, από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (Ολ.Α.Π. 1/1999, Α.Π. 16/2022).
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο (Ολ.Α.Π. 24/1992, Α.Π. 34/2016).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου, υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιο δηλαδή, στοιχείο αναγκαίο για την επάρκεια τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποιά αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει (Α.Π. 1034/2020, Α.Π. 976/2020, Α.Π. 1199/2018, Α.Π. 69/2016).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη "πράγματα" που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο και με την έννοια αυτή "πράγμα" αποτελεί η ιστορική βάση της αγωγής, η ανταγωγή, καθώς και η ένσταση και η αντένσταση, όχι, όμως, οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε επίσης τα προς απόδειξη των ισχυρισμών αποδεικτικά μέσα, ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εάν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 470/2022, Α.Π 559/2020).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 του Κ.Πολ.Δ. αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα και η ομολογία, η μη λήψη υπόψη των οποίων ή του περιεχομένου αυτών δεν ιδρύει τον ερευνώμενο από τη διάταξη του αριθμό 8 εδ. β του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
λόγο αναίρεσης (Α.Π. 237/2019, Α.Π. 261/2016).
Ακόμη, κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ` του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 346 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν, δηλαδή, στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.
Α.Π. 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο. Από ουδεμία, ωστόσο, διάταξη επιβάλλεται η ειδική μνεία και η χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη κλπ.), από δε την ειδική αναφορά της αποφάσεως σε κάποιο από αυτά, δεν συνάγεται ότι τα λοιπά δεν λήφθηκαν υπόψη.
Μόνον, αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ. Α.Π. 2/2008, Ολ. Α.Π. 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (Α.Π. 1189/2022, Α.Π. 407/2020, Α.Π. 112/2020). Περαιτέρω, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας, από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.
του ίδιου Κώδικα, εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή, ότι περιέχει περιστατικά, προφανώς διάφορα, από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.
Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (Α.Π. 1135/2021, Α.Π. 1440/2002). Για να θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, στο έγγραφο, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, κατά το περιεχόμενο του και δεν αρκεί ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του, σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, το οποίο, εξάλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 1/1999).
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ` αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου.
Α) Επί της από 11-6-2021 (1700/157/16-6-2021) αιτήσεως αναιρέσεως (ως προς τους λοιπούς λόγους αυτής):
Με το δεύτερο λόγο της εν λόγω αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι, λόγω της πλήρους έλλειψης μείζονος πρότασης του δικανικού της συλλογισμού, έχει ελλείψεις, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και αφορούν στην ενεργητική νομιμοποίηση των διαδίκων. Οι αιτιάσεις αυτές που αφορούν στην έλλειψη μείζονος πρότασης, δηλαδή, στην έλλειψη νομικών διατάξεων, δεν ιδρύουν το λόγο αυτό, ο οποίος αναφέρεται στην εκ πλαγίου παράβαση κανόνος δικαίου, δια της ανεπάρκειας, ελλείψεων ή αντιφάσεων των παραδοχών της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης επί ζητήματος, που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης τυγχάνει απαράδεκτος.
Με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση (Α') αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό περί άρσης της αυτοτέλειας νομικού προσώπου, τον οποίο, όμως, δεν πρότειναν οι αναιρεσίβλητοι με την αγωγή τους.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ήρθη η αυτοτέλεια της εταιρείας με την επωνυμία "S.C. B. I. S.R.L.", με έδρα το …της Ρουμανίας. Αντίθετα, από τις προεκτιθέμενες πλήρεις και σαφείς παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης καταδεικνύεται ότι το Εφετείο δεν αποφάνθηκε σχετικά με το ζήτημα αυτό, δηλαδή, την άρση της αυτοτέλειας της ως άνω εταιρείας, η οποία συνεστήθη, στις 15-5-2008, μεταξύ των εναγόντων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων καθώς και του δεύτερου των εναγομένων - εφεσιβλήτων και ήδη πρώτου των αναιρεσειόντων στην υπό κρίση (Α') αίτηση αναίρεσης, ο οποίος, μάλιστα, ανέλαβε τη διοίκηση και διαχείριση της εταιρείας αυτής, αλλά δέχθηκε ότι η εταιρεία αυτή συνεστήθη, αποκλειστικά και μόνον, για την τυπική εγκυρότητα της μεταβιβαστικής συμβάσεως του επίδικου ακινήτου, στις 21-10-2008, από τη συμβολαιογράφο Βουκουρεστίου G.
G., η οποία το επικύρωσε αυθημερόν, όπως επιβαλλόταν από τους κανόνες του δικαίου της Ρουμανίας, εφόσον το ακίνητο αυτό βρίσκεται εντός του εδάφους της χώρας αυτής, καθώς και ότι οι συνεννοήσεις μεταξύ των διαδίκων σχετικά με την επικείμενη αγοραπωλησία, οι οποίες έλαβαν χώρα, προ της συστάσεως της ως άνω εταιρείας, ήτοι από το Νοέμβριο του 2007 μέχρι το Φεβρουάριο του 2008 και, εντεύθεν, οι ψευδείς και παραπλανητικές διαβεβαιώσεις των εναγομένων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων προς τους ενάγοντες - εκκαλούντες και ήδη αναιρεσιβλήτους, σχετικά με τα χαρακτηριστικά του ακινήτου και το επικερδές της συγκεκριμένης επένδυσης, συνεπεία των οποίων οι τελευταίοι παραπλανήθηκαν και στις 21-2-2008, ήτοι τρεις (3) περίπου μήνες προ της συστάσεως της ως άνω εταιρείας και οκτώ (8) μήνες προς της καταρτίσεως της μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας, προκατέβαλαν, εξ ιδίων πόρων, στους εναγόμενους-εφεσίβλητους και ήδη αναιρεσείοντες το τίμημα της επικείμενης αγοράς, ήτοι το ποσό των 406.600 ευρώ, κατά το οποίο οι ίδιοι ζημιώθηκαν.
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, επικουρικώς, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμηνεύοντας την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., δέχθηκε ότι οι ενάγοντες-εκκαλούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ήταν οι απατηθέντες και συγχρόνως οι αμέσως ζημιωθέντες εκ της αδικοπρακτικής τους συμπεριφοράς, ενώ η περιουσιακή ζημία επήλθε στην περιουσία της ως άνω εταιρείας.
Ενόψει όσων προεκτίθενται, από τις σαφείς και αναλυτικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι οι ενάγοντες - εκκαλούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι είναι οι αμέσως ζημιωθέντες από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων, καθώς αυτοί, ως εξαπατηθέντες από τους τελευταίους, προέβησαν στη διάθεση του ανωτέρω ποσού, εξ ιδίων, για δικό τους λογαριασμό και όχι για λογαριασμό της εταιρείας "S.C.
B. I. S.R.L.", η οποία συνεστήθη μεταγενέστερα, μετά την πάροδο τριών (3) περίπου μηνών, αφότου έλαβε χώρα η περιουσιακή μετακίνηση του επίδικου χρηματικού ποσού, αποκλειστικά και μόνον για τις ανάγκες τήρησης της, κατά το ρουμανικό δίκαιο, τυπικής διαδικασίας κατάρτισης του συμβολαίου μεταβίβασης της κυριότητας του ακινήτου, η οποία έλαβε χώρα μετά πάροδο οκτώ (8) μηνών.
Συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με το λόγο αυτό τυγχάνουν αβάσιμα.
Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε το προβλεπόμενο από το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ τεκμήριο αθωότητας, γιατί δεν ασχολήθηκε μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερεύνησε και την τέλεση του ποινικού αδικήματος της απάτης, χρησιμοποίησε λέξεις και εκφράσεις, που έθεσαν σε αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής απόφασης, ενώ το σκεπτικό της αστικής απόφασης καλύπτει ως αποδεδειγμένα όλα τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία, που ουσιαστικά ισοδυναμούν με απόδειξη της διάπραξης της υποκειμενικής και αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος της απάτης από τους αναιρεσείοντες, οι οποίοι απηλλάγησαν με το απαλλακτικό βούλευμα.
Περαιτέρω, με το πρώτο σκέλος του έκτου λόγου, οι αναιρεσείοντες, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζουν ότι το Εφετείο κατέληξε σε διαφορετικό από το αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα αποδεικτικό πόρισμα, χωρίς όμως να το αντικρούσει, ενόψει της σοβαρότητας του συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου.
Σύμφωνα με όσα παρατίθενται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, οι αιτιάσεις αυτές τυγχάνουν αβάσιμες. Και τούτο διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το ως άνω απαλλακτικό βούλευμα (513/2013 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης) και αξιολόγησε τα στοιχεία της σχετικής ποινικής διάταξης, που αποτέλεσαν τη βάση τόσο της ποινικής όσον και της αστικής ευθύνης των εναγομένων ? εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων, περιορίστηκε δε ρητώς μόνο στα στοιχεία, που αφορούν στην αστική ευθύνη των ανωτέρω και κατέληξε, μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα, σε διαφορετικού του ως άνω βουλεύματος αποδεικτικό πόρισμα.
Σύμφωνα, λοιπόν, με τις παρατιθέμενες παραδοχές, το Εφετείο, ως είχε υποχρέωση, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε το ως άνω απαλλακτικό βούλευμα, χωρίς η υποχρέωση αυτή να ισοδυναμεί με δέσμευση τούτου από το εν λόγω βούλευμα και χωρίς έχει προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία ως προς τους λόγους απαλλαγής των εναγομένων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων, σε χαρακτηρισμούς ή κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα ή δηλώσεις καταλογισμού της ποινικής ευθύνης στους αμετακλήτως απαλλαγέντες ή να αποφαίνεται άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή τους, προσέτι δε δεν χρησιμοποίησε λέξεις και εκφράσεις, με τέτοιο τρόπο, ώστε να τίθεται υπό αμφισβήτηση η ορθότητα του απαλλακτικού βουλεύματος και του εξ αυτού παραγομένου τεκμηρίου αθωότητας τούτων.
Συνεπώς, οι ανωτέρω λόγοι τυγχάνουν αβάσιμοι.
Με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά τα λοιπά σκέλη τούτου, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα υπ' αυτών αποδεικτικά έγγραφα, ήτοι τη …άδεια από την Εθνική Διοίκηση Ρουμανικών Υδάτων, το από 25-5-2010 μήνυμα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας καθώς και τους ισχυρισμούς των αντιδίκων τους στο δικόγραφο των από 11-2-2014 προτάσεών τους.
Ο λόγος αυτός, ως προς τα ανωτέρω δύο (2) πρώτα έγγραφα, είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, διαβεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσα και τα συγκεκριμένα, φερόμενα ως παραληφθέντα, έγγραφα, τα οποία μνημονεύονται ειδικώς και παρατίθεται το περιεχόμενό τους.
Η άποψη των αναιρεσειόντων ότι εάν το Εφετείο εκτιμούσε τα ως άνω αποδεικτικά μέσα θα ήγετο σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση προς τη θεμελιώδη επιταγή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
και, συνεπώς, τυγχάνει απαράδεκτη, Εξάλλου, ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που αναφέρεται στη μη λήψη υπόψη του δικογράφου των προτάσεων των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων είναι απαράδεκτος, καθόσον οι προτάσεις και οι σ' αυτούς περιεχόμενοι ισχυρισμοί των διαδίκων δεν αποτελούν αποδεικτικά μέσα.
Με τον έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης και δη το πρώτο σκέλος τούτου, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια. Συγκεκριμένα, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 386 του Π.Κ., ως προς τα στοιχεία της θετικής γνώσης τους για το επικαλούμενο ελάττωμα του πωληθέντος ακινήτου, της την εκ μέρους τους παράστασης ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή της αθέμιτης απόκρυψης ή αποσιώπησης αληθινών γεγονότων, συνεπεία των οποίων παραπλανήθηκαν οι ενάγοντες - εκκαλούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι καθώς των ψευδών διαβεβαιώσεών τους για τη δυνατότητα ανοικοδόμησης του επίδικου ακινήτου, παραθέτοντας την ορθή, κατά την άποψή τους, κρίση, στην οποία όφειλε να αχθεί το Εφετείο.
Συνεπώς, με τις αιτιάσεις αυτές, οι αναιρεσείοντες, υπό την επίφαση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας, ψέγουν το Εφετείο για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή, βάλλουν κατά της αναιρετικώς ανέλεγκτης κρίσης του Εφετείου περί τα πράγματα και, συνακόλουθα, ο λόγος αυτός τυγχάνει απαράδεκτος. Περαιτέρω, η διαλαμβανόμενη στο δεύτερο σκέλος του ίδιου αναιρετικού λόγου αιτίαση, με την οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια της παραβίασης διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι απαράδεκτη, προεχόντως, λόγω αοριστίας του αναιρετηρίου δικογράφου, καθόσον, οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται δίδαγμα ή διδάγματα της κοινής πείρας, όπως η έννοια αυτών παρατίθεται στην ανωτέρω νομική σκέψη, καθώς και τον κανόνα δικαίου, στην ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου αφορούν. Η αιτίαση αυτή, εξάλλου, είναι επίσης απαράδεκτη, καθόσον οι αναιρεσείοντες παραθέτουν κρίσεις των ιδίων, ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, δηλαδή, ως προς την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου περί τα πράγματα (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Με τον όγδοο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη σε ανεπαρκείς και αντιφατικές παραδοχές αυτής, ως προς ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφορώντα στην εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 147 του Α.Κ.
και 386 του Π.Κ. Πλην όμως, από το περιεχόμενου του αναιρετηρίου προκύπτει ότι, με τον λόγο αυτό, οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται ότι οι παραδοχές της προσβαλλομένης δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού των ως άνω κανόνων δικαίου, που εφάρμοσε για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή ότι οι παραδοχές αυτές αντιφάσκουν μεταξύ τους, με συνέπεια να μην μπορεί να ελεγχθεί από τον Άρειο Πάγο αν ορθώς εφαρμόστηκαν οι ως άνω διατάξεις, αλλά αιτιάσεις, που αφορούν στην αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων καθώς επίσης και σε κρίσεις, που αναφέρονται στην, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, ορθή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού.
Συνακόλουθα, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Σε κάθε περίπτωση δε τυγχάνει αβάσιμος, καθόσον, όπως προεκτίθεται, το Εφετείο, με πλήρεις και αναλυτικές αιτιολογίες, χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές κρίσεις, διέλαβε όλα τα πραγματικά περιστατικά, που καλύπτουν το πραγματικό των κανόνων δικαίου που εφάρμοσε και αφορούν στην αδικοπρακτική συμπεριφορά ενός εκάστου των εναγομένων εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων σε βάρος των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, την εξ αυτής ζημία, που υπέστησαν οι τελευταίοι καθώς και τον άμεσο αιτιώδη σύνδεσμο, μεταξύ της αδικοπραξίας και της προξενηθείσας ζημίας.
Με τον ένατο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του αναφερόμενου σ' αυτόν αποδεικτικού εγγράφου, καθόσον από διαγνωστικό σφάλμα δέχθηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο.
Ειδικότερα, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του …..20-2-2013 Πιστοποιητικού Πολεοδομίας, το οποίο προσκομίστηκε με επίκληση από τους εναγομένους - εφεσιβλήτους και ήδη αναιρεσείοντες και αναφέρεται στο αναιρετήριο δικόγραφο στη ρουμανική γλώσσα και σε επικυρωμένη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, ως προς το κρίσιμο στοιχείο που αφορά στο τι καλείται να αδειοδοτήσει η Διοίκηση Ρουμανικών Υδάτων και δη ότι, ενώ το ανωτέρω έγγραφο ρητώς αναφέρεται σε μελέτη που θα περιλαμβάνει τις τεχνικές κατασκευαστικές λύσεις, η αναιρεσιβαλλομένη, παραμορφώνοντας το περιεχόμενο του εγγράφου τούτου, διαλαμβάνει ότι η όλη διαδικασία για την έναρξη του Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου χρήζει αδειοδότησης από την Διοίκηση Ρουμανικών Υδάτων, η οποία θα κληθεί για να αποχαρακτηρίσει το επίδικο ακίνητο από ζώνη πόλντερ.
Στο έγγραφο αυτό, το οποίο προσκομίζεται από τους αναιρεσείοντες, εκτίθενται, εκτός των άλλων, ότι: "Με σκοπό την εκπόνηση ΤΟΠΙΚΟΥ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ (…) ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΑΠΟΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΧΩΡΩΝ ΓΙΑ ΤΡΟΦΙΜΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΡΟΣΥΣΚΕΥΑΣΜΕΝΑ, ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΚΟΙΝΗΣ ΩΦΕΛΕΙΑΣ. Κατόπιν της αιτήσεως που κατατέθηκε από την (1) Εταιρία P. F.
V. S..R..L..... B. I. S.R.L., αντιπρόσωπος Γ. Π.... Για ακίνητο-οικόπεδο ή/και κατασκευές που βρίσκεται στο Νομό…, Κοινότητα.... Σύμφωνα με τις προβλέψεις του Νόμου αρ. 50/1991 σχετικά με την εξουσιοδότηση των εργασιών κατασκευής, όπως επανεκδόθηκε και συμπληρώθηκε, ΠΙΣΤΟΠΟΙΕΙΤΑΙ 1. ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ: Το οικόπεδο βρίσκεται στην εκτός σχεδίου περιοχή της κοινότητας Ντραγκομιρέστι Βάλε.
Το οικόπεδο επιφανείας 24.360,00 τ.μ. βρίσκεται υπό την ιδιοκτησία των ακόλουθων ιδιοκτητών:... την Εταιρία B. I. S..R.L.... Ο Δήμαρχος της Κοινότητας Ντραγκομιρέστι Βάλε έχει αδειοδοτήσει θετικά την ΕΚΠΟΝΗΣΗ ΤΟΠΙΚΟΥ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ (…) ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΑΠΟΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΧΩΡΩΝ ΓΙΑ ΤΡΟΦΙΜΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΡΟΣΥΣΚΕΥΑΣΜΕΝΑ, ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΚΟΙΝΗΣ ΩΦΕΛΕΙΑΣ, σύμφωνα με την άδεια αρ.
… από τις 17.12.2012, με την τήρηση των όρων που επιβάλλονται μέσω της άδειας. 3. ΤΟ ΤΕΧΝΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ: Το οικόπεδο βρίσκεται στην εκτός σχεδίου περιοχή σύμφωνα με το εγκεκριμένο Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο (..). Η έναρξη ενός Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου για το ως άνω αναφερόμενο οικόπεδο θα πραγματοποιηθεί κατόπιν της αδειοδότησης από τη Διοίκηση Ρουμανικών Υδάτων μιας μελέτης που θα αφορά τους όρους κατασκευής που υποχρεωτικά θα καθορίσει και τις τεχνικές κατασκευαστικές λύσεις, σύμφωνα με την άδεια αρ. ../2011 και σύμφωνα με το Κυβερνητικό Διάταγμα 7/2011, αριθμ. 32 για την τροποποίηση και τη συμπλήρωση του νόμου αρ. 250/2001 σχετικά με τη διαρρύθμιση του εδάφους και την πολεοδομία, για επιφάνειες τουλάχιστον 10.000 τ.μ.
στην περίπτωση της λειτουργίας για την κατοίκηση και κατόπιν της απόκτησης μιας άδειας σκοπιμότητας που εκπονηθεί από τον προϊστάμενο - αρχιτέκτονα και θα εγκριθεί, ανάλογα με την περίπτωση, σύμφωνα με την αρμοδιότητα, από τον πρόεδρο του νομαρχιακού συμβουλίου, με την προηγούμενη άδεια του δημάρχου της κοινότητας, μέσω της οποίας θα καθορίζεται η περιοχή που ακολουθεί να ρυθμιστεί μέσω ΤΟΠΙΚΟΥ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ (…), οι λειτουργικές κατηγορίες της ανάπτυξης και οι πιθανές υπηρεσίες, υποχρεωτικές ρυθμίσεις ή αναγκαίοι εξοπλισμοί δημοσίου συμφέροντος...
Το παρόν πιστοποιητικό μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον δηλωμένο σκοπό για: ΕΚΠΟΝΗΣΗ ΤΟΠΙΚΟΥ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ (…) ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΑΠΟΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΧΩΡΩΝ ΓΙΑ ΤΡΟΦΙΜΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΡΟΣΥΣΚΕΥΑΣΜΕΝΑ, ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΚΟΙΝΗΣ ΩΦΕΛΕΙΑΣ ΕΚΠΟΝΗΣΗ ΤΟΠΙΚΟΥ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ (…) ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΑΠΟΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΧΩΡΩΝ ΓΙΑ ΤΡΟΦΙΜΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΡΟΣΥΣΚΕΥΑΣΜΕΝΑ, ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΚΟΙΝΗΣ ΩΦΕΛΕΙΑΣ...
Η λειτουργία που ζητείται δεν προβλέπεται στο παρόν Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο (PUG, που έχει εγκριθεί για τη συγκεκριμένη περιοχή...". Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι παραδοχές της οποίας παρατίθενται ανωτέρω, το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε ότι το γεγονός ότι για το ακίνητο στην περιοχή D. έχει εκδοθεί το προαναφερθέν πιστοποιητικό πολεοδομίας, δεν διασφαλίζει και την τελική έκδοση οικοδομικής άδειας καθώς, όπως γίνεται αναφορά σ' αυτό, τόσο η έναρξη του Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου για το εν λόγω ακίνητο πρόκειται να πραγματοποιηθεί κατόπιν αδειοδότησης από την Διοίκηση Ρουμανικών Υδάτων όσο και το Τοπικό Πολεοδομικό Σχέδιο που μέλλει να εκπονηθεί για τις λειτουργικές ρυθμίσεις που θα τύχουν εφαρμογής επ' αυτού, θα πρέπει να θεωρηθεί από πλειάδα αρχών, μεταξύ των οποίων η προαναφερόμενη υπηρεσία καθώς και σε κάθε περίπτωση, εάν τελικά εκδοθεί οικοδομική άδεια γι' αυτό, θα αφορά την κατασκευή αποθηκών και εμπορικών χώρων για τρόφιμα και άλλα προϊόντα προσυσκευασμένα, ορθώς ανέγνωσε το ως άνω έγγραφο και, συνακόλουθα, ο λόγος αυτός τυγχάνει αβάσιμος.
Β) Επί της από 18-6-2021 (...) αιτήσεως αναιρέσεως:
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι τόσον αυτή όσον και οι λοιποί συνεναγόμενοί της επέδειξαν αδικοπρακτική συμπεριφορά σε βάρος των εναγόντων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων παραβίασε το ερειδόμενο στις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974 και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, τεκμήριο αθωότητάς της, αμφισβητώντας το 513/2013 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, το οποίο αποφάνθηκε ότι δεν στοιχειοθετείται στο πρόσωπο των εγκαλουμένων το αδίκημα της απάτης, αποδίδοντας, κατ' ορθή εκτίμηση των περιεχομένων στο λόγο αυτό αιτιάσεων, την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
αναιρετική πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός τυγχάνει αβάσιμος, καθόσον, όπως εκτίθεται στην ανωτέρω νομική σκέψη, το Εφετείο, μη εναρμονίζοντας τις πραγματικές παραδοχές του με αυτές του ως άνω αμετακλήτου βουλεύματος, δεν παραβίασε τις συγκεκριμένες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού ο σεβασμός του τεκμηρίου της αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλύεται να καταλήξει -μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα? σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική αθώωση και να τη θέσει ως βάση για την απόφασή του.
Και ναι μεν το πολιτικό δικαστήριο έχει υποχρέωση συνεκτιμήσεως της αθωωτικής απόφασης ή του απαλλακτικού βουλεύματος - όπως στην προκειμένη περίπτωση έπραξε το εφετείο ? η υποχρέωση συνεκτιμήσεως, όμως, δεν ισοδυναμεί σε οποιαδήποτε περίπτωση με δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου από την αμετάκλητη απαλλακτική κρίση του ποινικού δικαστηρίου.
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στην παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914 του Α.Κ. και 386 του Π.Κ. υπαγάγοντας εσφαλμένα τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στις ανωτέρω διατάξεις.
Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, ενώ από το αποδεικτικό υλικό δεν προέκυψε ότι αυτή υπέδειξε τα ακίνητα στους ενάγοντες-εκκαλούντες και ήδη αναιρεσιβλήτους ή ότι τους έπεισε να προβούν στην επίμαχη αγορά ούτε ότι αυτή γνώριζε την πραγματική και νομική κατάσταση των ακινήτων, κατά το χρόνο αγοράς ούτε ότι αυτή είχε οποιαδήποτε σχέση με την πωλήτρια εταιρεία ούτε ότι αυτή έλαβε οποιαδήποτε αμοιβή ή άλλο παράνομο όφελος από την καταβολή του τιμήματος, εν τούτοις, το Εφετείο κατέληξε στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα ότι αυτή, όπως και οι λοιποί συνεναγόμενοί της - εφεσίβλητοι, αδικοπρακτική σε βάρος των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων συμπεριφορά.
Οι ως άνω διαλαμβανόμενες αιτιάσεις δεν ιδρύουν το συγκεκριμένο αναιρετικό λόγο, καθόσον δεν αφορούν σε νομικά σφάλματα της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αλλά κρίσεις και επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που συνέχονται με την αξιολόγηση και της στάθμιση των αποδείξεων.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός τυγχάνει απαράδεκτος.
Με τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 και 330 του Α.Κ., καθόσον διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού δεν αναφέρεται ποια είναι η ζημιογόνος συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, ο παράνομος χαρακτήρας της πράξης, η υπαιτιότητα που τη βαρύνει καθώς ο πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος. Από τις προπαρατιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, διέλαβε όλα τα απαιτούμενα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία στοιχειοθετείται η αδικοπρακτική συμπεριφορά της ήδη αναιρεσείουσας σε βάρος των ήδη αναιρεσιβλήτων, ως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αυτής και της προξενηθείσας σε βάρος τους ζημίας. Συνακόλουθα, ο λόγος αυτός τυγχάνει αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή των παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες, ενόψει της ήττας τους (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ. δ του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός τους (άρθρ. 106, 179, 180 παρ. 1, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ
α) την από 11-6-2021 (…) αίτηση των 1) Γ. Π.. και 2) Χ. Π.. και β) την από 18-6-2021 (...) αίτηση της Β. Π. για αναίρεση της 2170/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11-6-2021 (1700/157/16-6-2021) αίτηση αναιρέσεως.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες, ενεχομένους κατ' ίσα μέρη, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18-6-2021 (...) αίτηση αναιρέσεως.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2023.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ