Legislator Case Law & Legislation
313/2022 AI generated

313/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 313/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

313/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αριθμό 1900Β/16-10-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Δ.

Keywords

AI generated
psychological sequelae psychiatric treatment insurance coverage of psychotherapy medical needs of child congenital mental impairment psychiatric impairment
AI generated
273/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
870/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
167/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευστάθιο Νίκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου- Βασιλείου, Γεωργία Κατσιμαγκλή και Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.
72/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
1547/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 313 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 313/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) … και 4) Μ. Χ. του Α., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι 1ος και 4η παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παρασκευά Λιάρτη και οι 2η και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παρασκευά Λιάρτη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Φ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "……..", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργουλόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-5-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 10-9-2018 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 2ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2875/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 228/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-4-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της 2ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμνος διάδικος επέσπευσε εγκύρως την συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν την συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αριθμό 1900Β/16-10-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Δ.

Π., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν την συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 11-4-2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 3723/430/2020 αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (14-1-2022), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, όσον αφορά στον πρώτο αναιρεσίβλητο, στον εκπροσωπήσαντα αυτόν ενώπιον του Εφετείου πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδριανό Διακάτο.

Κατά συνέπεια, αφού ο ως άνω πρώτος αναιρεσίβλητος δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.).

Η κρινόμενη από 11-4-2020 (αρ. κατ.3723/430/2020) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 228/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο (αρθ. 614 παρ.6 Κ.Πολ.Δ. όπως ισχύει μετά την ισχύ του ν.4335/2015) έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 29-5-2018 και με αρ. κατάθεσης 51626/2569/2018 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες, ήδη αναιρεσείοντες, ζήτησαν, μετά την τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος τους σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων, ήδη αναιρεσιβλήτων, να καταβάλουν σε κάθε έναν από αυτούς τα στην αγωγή αναφερόμενα ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστησαν εξαιτίας του θανάσιμου τραυματισμού του συγγενούς τους Χ.

Χ., οφειλομένου σε τροχαίο ατύχημα, το οποίο έλαβε χώρα κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται στην αγωγή, λόγω αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου, οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας …. αυτοκίνητου και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προξενούμενες από αυτό σε τρίτους σωματικές βλάβες και υλικές ζημιές στην δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία ….

Η τελευταία άσκησε κατά του παραπάνω πρώτου εναγομένου την από 10-9-2018 με αρ. κατάθεσης 84622/3922/2018 παρεμπίπτουσα αγωγή,(η οποία δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω) και με την οποία, αναφερόμενη στο πιο πάνω τροχαίο ατύχημα και για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν, ζήτησε, μετά την τροπή του αιτήματός της σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει ό,τι υποχρεωθεί να καταβάλει αυτή στους ενάγοντες της πρώτης (κύριας) αγωγής.

Επί των αγωγών αυτών, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η με αρ.2875/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτές έγιναν μερικά δεκτές κατά τα ειδικότερα σε αυτή αναφερόμενα. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν από τους διαδίκους, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αντίθετες εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε την από 24-12-2018 έφεση που άσκησε ο πρώτος εναγόμενος-πρώτος αναιρεσίβλητος ως και την από 25-12-2018 έφεση που άσκησε η δεύτερη εναγόμενη-δεύτερη αναιρεσίβλητη ως προς τους ενάγοντες-αναιρεσείοντες και δέχτηκε ως βάσιμη στην ουσία της την έφεση που άσκησαν οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που αφορά στην κύρια με αριθμό κατάθεσης 51626/2569/2018 αγωγή και στην συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, την δέχτηκε μερικά ως βάσιμη στην ουσία της, επιδικάζοντας στους ενάγοντες τα αναφερόμενα υψηλότερα από τα επιδικασθέντα πρωτοδίκως ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008, Α.Π. 73/2020).

Δηλαδή "πράγματα" υπό την ως άνω έννοια αποτελούν και οι λόγοι της εφέσεως ή αντεφέσεως, οι οποίοι όμως αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 845/2011). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009).

Με τον πρώτο και δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, όπως αυτοί ενιαίως εκτιμώνται, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε ως βάσιμη στην ουσία της την προταθείσα από τους εναγόμενους ένσταση συνυπαιτιότητας του θανόντος στην έκταση της ζημιάς του, την οποία καθόρισε σε ποσοστό 30%,για τον λόγο, ότι αυτός, κατά τον χρόνο του ατυχήματος δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, χωρίς όμως να λάβει υπόψη τον νομίμως προταθέντα πρωτοδίκως και επαναφερθέντα με την ασκηθείσα από αυτούς έφεση ισχυρισμό τους, ότι ο πρώτος εναγόμενος (πρώτος αναιρεσίβλητος), κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 82 παρ.4 του ν.2696/1999, είχε εγκαταστήσει στο εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου του μεγάλου μεγέθους μεταλλική κατασκευή, αποτελούμενη από ογκώδεις οριζόντιους μεταλλικούς σωλήνες, οι οποίοι ενώνονται κάθετα με αιχμηρά προεξέχοντα μεταλλικά ελάσματα, που κάλυπτε ολόκληρη την εμπρόσθια επιφάνεια του αυτοκινήτου και προεξείχε περί τα 25 εκ.

Η ύπαρξη δε αυτής της κατασκευής ήταν η μοναδική, άλλως η κύρια αιτία θανάτου του συγγενούς τους, διότι τα αιχμηρά μέρη της κατασκευής προκάλεσαν την αφαίρεση του κράνους, που έφερε ο θανών, από το κεφάλι του κατά την πρόσκρουση πάνω σε αυτή, με αποτέλεσμα στην συνέχεια να κτυπήσει πάνω στην ίδια σκληρή μεταλλική κατασκευή και να υποστεί τις ένδικες βαριές και θανατηφόρες σωματικές βλάβες και ότι, ενόψει του ότι η πρόσκρουση του θανόντος στο αυτοκίνητο έγινε με μικρή ταχύτητα (10 - 15 χιλ/ώρα), αυτός δεν θα υφίστατο τα σοβαρότατα θανατηφόρα τραύματα στο κεφάλι του, αν στο εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου υπήρχε ο προβλεπόμενος νόμιμα πλαστικός προφυλακτήρας και όχι η παραπάνω σκληρή και ανένδοτη μεταλλική επιφάνεια.

Ότι, συνεπώς, δεν θα επερχόταν ο θανάσιμος τραυματισμός του παθόντος, αν δεν είχε τοποθετηθεί στο ζημιογόνο όχημα η παραπάνω κατασκευή. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν "πράγμα", υπό την εκτεθείσα στην μείζονα πρόταση έννοια, ήτοι αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό, αλλά αιτιολογημένη άρνηση στην προταθείσα από τους εναγόμενους ένσταση συνυπαιτιότητας του θανόντος στην έκταση της ζημιάς του και, επομένως, είναι απορριπτέοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς".

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Η από την παραπάνω διάταξη προβλεπόμενη παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ελέγχεται μόνον, αν τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, αφορούν στην ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αορίστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Ελέγχεται δε και η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αν τα διαπιστωθέντα από αυτό πραγματικά περιστατικά, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν, αντικειμενικώς, ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος ζημιογόνου γεγονότος, ως συναγομένη, με την χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων, υπό την αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ Ολομ., 20/2005, 28/1998, 32/1996, καθώς και ΑΠ Ολομ.

Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ). Δεν αρκεί, για το ορισμένο του λόγου αυτού, η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017). Συγκεκριμένα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε στον κανόνα του άρθρου 300 Α.Κ., το δίδαγμα της κοινής πείρας, σύμφωνα με το οποίο ο κίνδυνος πρόκλησης θανατηφόρου τραυματισμού ενός ανθρώπου από πρόσκρουση πάνω σε ανένδοτη μεταλλική επιφάνεια είναι μεγαλύτερος σε σχέση με την πρόσκρουση πάνω σε ενδοτική πλαστική επιφάνεια, η οποία είναι κατασκευασμένη με τέτοιο τρόπο, ώστε να απορροφά και διαχέει την ενέργεια που παράγεται από την πρόσκρουση. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαραδέκτως προτεινόμενος, διότι υπό την επίκληση της προβαλλομένης πλημμέλειας της παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας (το αναφερόμενο δεν συνιστά τέτοιο αλλά επιχείρημα υπέρ των απόψεων των αναιρεσειόντων) πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα.

Από τις διατάξεις του άρθρου 932 ΑΚ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, στο πλαίσιο της διακριτικής εξουσίας που έχει από το άρθρο αυτό, δύναται να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του δικαιούχου εξ αδικοπραξίας, αφού συνεκτιμήσει, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, τα πραγματικά περιστατικά (κριτήρια καθορισμού) που τίθενται υπόψη του, όπως είναι οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, ο βαθμός του πταίσματος του υπόχρεου - δράστη, το είδος και οι συνέπειες της προσβολής, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, η κοινωνική και η περιουσιακή κατάσταση των μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (ΑΠ 405/2015, ΑΠ 532/2012), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 1361/2013).

Ο προσδιορισμός από το δικαστήριο της ουσίας του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, με κρίσιμο χρόνο εκείνον της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν υπόκειται, κατ` αρχήν, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (ΚΠολΔ 561 § 1), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, ερειδόμενη επί του άρθρου 25 § 1 (εδάφ. δ`) του Συντάγματος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 10/2017, 9/2015, ΑΠ 1864/2017).Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 747/2017).

Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, όπως εκτιμάται, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο προέβη στον καθορισμό της οφειλόμενης εκ του άρθρου 932 ΑΚ εύλογης αποζημιώσεως κατά παράβαση της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας που επιβάλλουν τα άρθρ. 2 παρ.1 και 25 § 1 του Συντάγματος, ως και η διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, άλλως καθ` υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, επιδικάζοντας σε αυτούς ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το ποσό των 50.000 ευρώ σε κάθε έναν από τους δύο πρώτους και 28.000 σε κάθε έναν από τους λοιπούς, αντίστοιχα, ποσά που υπολείπονται καταφανώς των επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις. Από την παραδεκτή, κατ` άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, σχετικά με το κεφάλαιο επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης κατ' άρθρο.932 Α.Κ. δέχτηκε όσον αφορά στις συνθήκες του ατυχήματος, την υπαιτιότητα των εμπλακέντων σε αυτό και τον θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς των αναιρεσειόντων τα ακόλουθα:

"Την ….και περί ώρα 16.00' ο Χ. Χ. Α., οδηγώντας το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ….δίκυκλο μοτοποδήλατο έβαινε επί της οδού …., στο Δήμο …., με κατεύθυνση από ….προς το Κλειστό….. Κατά τον αυτό τόπο και χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος - παρεμπιπτόντως εναγόμενος, οδηγώντας το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας …. αυτοκίνητο, ασφαλισμένο κατ' εκείνον τον χρόνο για τις ζημίες τις δυνάμενες να προκληθούν εις βάρος τρίτου από την κυκλοφορία της στη δευτέρα εναγομένη - παρεμπιπτόντως ενάγουσα - ασφαλιστική εταιρία, ερχόμενος από την οδό… , εκινείτο επί ανωνύμου δημοτικής οδού, η οποία διασταυρώνεται (σχηματίζοντας ισόπεδο κόμβο σχήματος Τ με την οδό ….

έμπροσθεν του …., προτιθέμενος, να στρίψει αριστερά και να κινηθεί προς… . Στο σημείο, όπου συνέβη το ένδικο ατύχημα, η δημοτική οδός …. εμφανίζει μεγάλη κατωφέρεια (για τα προς το κέντρο του Λαυρίου κινούμενα οχήματα) είναι οδός διπλής κατευθύνσεως, συνολικού πλάτους 6,5 μέτρων, διαθέτει δε μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση (πλάτους 3,25 μέτρων).

Αντιστοίχως, η ανώνυμος οδός είναι ομοίως οδός διπλής κατευθύνσεως, συνολικού πλάτους 7 μέτρων, διαθέτει δε μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση (πλάτους 3,5 μιέτρων). Είναι ευθεία και οριζόντια, ενώ στο μέσο και δεξιό τμήμα της υπάρχει διαχωριστική νησίδα. Επί της διαχωριστικής νησίδας υπάρχει ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα Ρ - 7 (απαγορεύεται η είσοδος εις όλα τα οχήματα) αφορώσα τους προτιθεμένους να κινηθούν επί του προς … ρεύματος κυκλοφορίας όσον αφορά την εξ αριστερών διέλευση της νησίδος (σημειωτέον ότι, όπως εξάλλου δεν αμφισβητείται εξ ουδενός των διαδίκων μερών, η αναφορά στο συνοδεύον την έκθεση αυτοψίας πρόχειρο σχεδιάγραμμα που συνέταξε η επιληφθείσα του ατυχήματος αστυνομική αρχή περί υπάρξεως πινακίδος ….(STOP) οφείλεται σε προφανή παραδρομή - κατά του περιεχομένου του εν λόγω σχεδιαγράμματος, όπως και κατά της συντασσομένης, σύμφωνα με τα άρθρα 148 επ.

και 180 Κ.Ποιν.Δ., από την αρμόδια αστυνομική αρχή εκθέσεως αυτοψίας, επιτρέπεται ανταπόδειξη, καθόσον πρόκειται για γεγονότα την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης τους (άρθρα 438 και 440 Κ.Πολ.Δ) και ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα …. (υποχρεωτική διέλευση μόνο από τη δεξιά πλευρά της νησίδος).

Η κατάσταση του εξ ασφάλτου οδοστρώματος, κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο ήταν ξηρά - καλή, ως εκ του χρόνου του ατυχήματος υπήρχε φυσικός φωτισμός ημέρας, επικρατούσε "καλοκαιρία" ενώ η ορατότητα των οχημάτων εκτιμάται ότι δεν περιοριζόταν. Η κυκλοφορία τόσο των οχημάτων όσο και των πεζών εκτιμάται ως "μέτρια".

Το ανώτατο όριο επιτρεπομένης ταχύτητας προσδιορίζεται σε πενήντα (50) χιλιόμετρα/ωριαίως (κατοικημένη περιοχή - άρθρο 20 παρ. 1 Ν. 2696/1999 Κ.Ο.Κ. - Α.Π. 204/2018) (βλ. σχετικές καταγραφές στις οικείες στήλες της εκθέσεως αυτοψίας, την οποία συνέταξε η επιληφθείσα του ατυχήματος αστυνομική αρχή). Καθ' όν χρόνο αμφότερα τα οχήματα προσέγγιζαν τον τόπο του ατυχήματος, ο πρώτος εναγόμενος, προτιθέμενος, όπως προανεφέρθη, να στρίψει αριστερά και να κινηθεί προς Άνω Όρια, δεν συμμορφώθηκε προς τις κατά τα ανωτέρω επί της διαχωριστικής νησίδας ρυθμιστικές της κυκλοφορίας πινακίδες Ρ - 7 (απαγορεύεται η είσοδος εις όλα τα οχήματα), αφορώσα τους κινουμένους επί του προς ….

ρεύματος κυκλοφορίας, και …… (υποχρεωτική διέλευση μόνο από τη δεξιά πλευρά της νησίδος) αλλά διήλθε την ως άνω νησίδα εξ αριστερών, εισερχόμενος κατ' αυτόν τον τρόπο εις-το αντίθετο της πορείας του ρεύμα κυκλοφορίας. Αποτέλεσμα της ενεργείας του αυτής ήταν να εισέλθει εντός του αντιθέτου ρεύματος πορείας του, να αποφράξει την πορεία του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … δικύκλου μοτοποδηλάτου, που οδηγούσε ο Χ.

Χ. του Α. και να συγκρουσθούν εν τέλει τα δύο οχήματα. Ειδικότερα, το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ΗΧ - 2248 δίκυκλο μοτοποδήλατο επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα του επί του εμπροσθίου τμήματος του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ΚΡΒ - 1635 Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου. Υπό τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το ένδικο τούτο ατύχημα, κατά το οποίο ο δικυκλιστής Χ.

Χ. του Α. τραυματίσθηκε θανασίμως {ειδικότερα υπέστη εμπιεστικό κάταγμα του δεξιού κροταφικού οστού μετά συνοδού υποσκληρηδίου αιματώματος και θλάσεις του εγκεφάλου - υπεβλήθη σε αποσυμπιεστική κρανιεκτομή δεξιά και παροχέτευση του υποσκληριδίου αιματώματος, στην οποία δεν ανταποκρίθηκε θετικά, εκδηλώνοντας μυδρίαση άμφω χωρίς φωτοκινητικά αντανακλαστικά, καθώς είχε υποστεί ισχαιμικές αλλοιώσεις του δεξιού ημισφαιρίου και στελέχους - παρέμεινε διασωληνωμένος και υπό μηχανική υποστήριξη έως την… , οπότε και κατέληξε κατόπιν καρδιακής ανακοπής, απότοκης του εγκεφαλικού τραυματισμού οφείλεται σε υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου - οδηγού του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας …αυτοκινήτου, καθόσον από αμέλειά του δεν επέδειξε την επιβαλλόμενη επιμέλεια και προσοχή, όπως όφειλε και μπορούσε να επιδείξει ως μέσος συνετός οδηγός υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις, την εμπειρία του και την κοινή λογική (άρθρα 330 εδ.

β', 914 Α.Κ.), δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία επί του οχήματος που οδηγούσε (λόγω και του ότι τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, όπως ειδικότερα κατωτέρω θα εκτεθεί) ώστε να δύναται ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους για την αποφυγή ατυχήματος χειρισμούς και δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του κατά τέτοιο τρόπο ώστε να είναι εις θέση να διακόψει ασφαλώς την πορεία του εντός του ορατού, έμπροσθεν αυτού τμήματος της οδού προ οιουδήποτε δυναμένου να προβλεφθεί εμποδίου με αποτέλεσμα να αγνοήσει τις υπάρχουσες επί της πορείας του ρυθμιστικές πινακίδες … (απαγορεύεται η είσοδος εις όλα τα οχήματα) και … (υποχρεωτική διέλευση μόνο από τη δεξιά πλευρά της νησίδος) να διέλθει την ως άνω νησίδα εξ αριστερών και να εισέλθει εντός του αντιθέτου της πορείας του ρεύματος κυκλοφορίας, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 3, 12 παρ. 1, 13 παρ. 3, 16 παρ. 1,4, 19 παρ. 1, 2 και 3, 26 παρ. 1, 4 και 42 παρ. 1 Ν. 2606/1999 - Κ.Ο.Κ.

όπου και επήλθε η σύγκρουση των οχημάτων.....".

Περαιτέρω και αφού έγινε δεκτό ότι ο θανατωθείς δεν έφερε προστατευτικό κράνος και ότι θεμελιώνεται, για το λόγο αυτό, συντρέχουσα συνυπαιτιότητα αυτού για την πρόσκληση των εκ του ατυχήματος συνεπειών, σε ποσοστό 30%, το δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Εν προκειμένω, όπως προανεφέρθη, ο τραυματισθείς, κατά το ένδικο ατύχημα, Χ.

Χ. του Α., απεβίωσε την… , συνεπεία καρδιακής ανακοπής, αποτόκου των κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων που υπέστη κατά το ένδικο ατύχημα (βλ. την προαναφερόμενη υπ' αριθμόν πρωτ/λου 2331/24.8/2017 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής, που συνέταξε η Διευθύντρια του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Χ.

Σ.). Περαιτέρω, όπως προέκυψε, ο ως άνω (Χ. Χ. του Α.), διήγε, κατά το χρόνο θανάτου του, το … έτος της ηλικίας του (είχε γεννηθεί κατά το έτος ...... Συνεπεία του θανάτου του ανωτέρω, οι συγγενείς του - ενάγοντες δοκίμασαν ψυχική οδύνη. Για τον καθορισμό του επιδικαστέου ποσού πρέπει πρωτίστως να ληφθούν υπόψη οι σχέσεις των εναγόντων με το θανόντα, οι οποίες από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε ότι δεν ήσαν καλές (αντιθέτως προέκυψε ότι διατηρούσαν πολύ καλές - αρμονικές σχέσεις), η ηλικία του θανόντος …..

ετών, κατά το χρόνο θανάτου του, όπως προανεφέρθη) και των δικαιούχων. Ειδικότερα, λαμβανομένων υπόψη: α) του στενού συγγενικού και ψυχικού δεσμού που υπήρχε ανάμεσα σε αυτούς (ενάγοντες) και το θανόντα, β) του βαθμού της βαρυνούσης, κατά τα προεκτεθέντα, το θανόντα συντρεχούσης αμελείας (σημειωτέον εν προκειμένω ότι στο συντρέχον πταίσμα του παθόντος αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία, καθόσον συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα προσδιοριστικά στοιχεία για το ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως που θα επιδικασθεί, γ) των εν γένει συνθηκών του ατυχήματος και δ) της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως των μερών (ο θανών τύγχανε ….

ενώ ο υπαίτιος οδηγός - πρώτος εναγόμενος …, χωρίς πάντως να προκύπτει είτε ότι κάποιος εξ αυτών ήταν κάτοχος αξιόλογης περιουσίας είτε ότι αποκέρδαινε ιδιαίτερα εισοδήματα μη λαμβανομένης υπόψη της τοιαύτης της δευτέρας εναγομένης - ασφαλιστικής εταιρείας, η ευθύνη της οποίας είναι εγγυητική χωρίς πάντως να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση εκάστου στοιχείου και των εν γένει περιστάσεων, όπως εκτιμώνται βάσει των κανόνων της κοινής πείρας της λογικής, όπως τα στοιχεία αυτά προαναφέρθησαν και λαμβάνονται υπόψη ως προσδιοριστικοί παράγοντες του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως, δικαιούνται αμφότεροι οι πρώτος και δεύτερα των εναγόντων, γονείς του θανόντος....ηλικίας κατά το χρόνο θανάτου του συγγενούς τους, ….

ετών, αντιστοίχως,..... το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ έκαστος και αμφότερες οι τρίτη και τετάρτη των εναγόντων, αδελφές του θανόντος.... ηλικίας κατά τον χρόνο θανάτου του συγγενούς τους … και ….. ετών αντίστοιχα, το ποσό των είκοσι οκτώ χιλιάδων (28.000) ευρώ (μη συνυπολογιζομένου του ποσού των σαράντα (40) ευρώ, κατά το οποίο διατυπώθηκε επιφύλαξη από έκαστο των εναγόντων προκειμένου να νομιμοποιηθεί ως πολιτικώς ενάγων κατά την εναντίον του υπαιτίου οδηγού ποινική δίκη, ποσά που κρίνονται εύλογα μετά τη στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων.

Σημειωτέον ότι το υπέρ εκάστου συγγενούς του θανόντος συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος ποσό κρίνεται ότι σε κάθε περίπτωση δεν ενέχει παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση των αναιρεσειόντων, λόγω ψυχικής οδύνης στα προαναφερθέντα ποσά, παραβίασε, με το να μην εφαρμόσει, την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον τα επιδικασθέντα ως άνω ποσά, υπό τις περιστάσεις που προαναφέρθηκαν, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπολείπονται, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, αληθώς από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, Κατόπιν τούτου πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το παραπάνω μέρος της, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος της αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή εκτός εκείνου, που δίκασε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν και προτάσεις (άρθρα 176, 183,189 παρ.1,191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό. Τέλος πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στους καταθέσαντες αυτό αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 228/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το προαναφερθέν μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον, που δίκασε προηγουμένως.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Και Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Φεβρουαρίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ