Legislator Case Law & Legislation
313/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of factual basis regarding contract validity and evidence evaluation.

Case Number 313/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court of Veria's decision regarding a commercial credit agreement dispute. The appellants argued the lower court erred in accepting the validity of a contract clause prohibiting offsetting account funds, claiming the court failed to examine the evidence. The court rejected this, ruling that the First Instance Court properly applied substantive law without needing to enter the merits of the dispute to reject the counterclaim as illegal.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 19 C.PolD; Art. 559 no. 20 C.PolD: An appeal based on lack of factual basis or distortion of evidence is inadmissible if the court of first instance rejected the claim without entering the merits and issuing a reasoned finding on the evidence.

Keywords

AI generated
lack of factual basis distortion of evidence commercial credit agreement contract validity offsetting account funds appeal dismissal substantive law application

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 19 C.PolD
Art. 559 no. 20 C.PolD
Art. 495 para. 3 C.PolD
Art. 106 C.PolD
Art. 176 C.PolD
Art. 183 C.PolD
Art. 191 para. 2 C.PolD
Art. 174 A.C.
ac
Art. 281 A.C.
ac
Art. 361 A.C.
ac
Art. 372 A.C.
ac
Law 2251/1994 para. 2 no. 6 and 7 no. kz'

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 313 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 313/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:

1) Εταιρείας με την επωνυμία «… ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και το διακριτικό τίτλο «… ΑΒΕΕ», που εδρεύει στην ... Ημαθίας και εκπροσωπείται νόμιμα,

2) Γ. Α. του Ν., κατοίκου Βέροιας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Διαμαντόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις,

3) Ν. Α. του Γ., κατοίκου Βέροιας, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο,

4) Χ. Α. του Ν., κατοίκου Βέροιας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Διαμαντόπουλο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και το διακριτικό τίτλο «ALPHA BANK», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κανέλλια και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 06.10.2015 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 168/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2361/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15.10.2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[Ι] Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 271/2012, ΑΠ 1351/2011). Ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, χωρίς να εισέλθει στην ουσία της διαφοράς και να διατυπώσει αποδεικτικό πόρισμα, απέρριψε την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή για κάποιο τυπικό λόγο (ΟλΑΠ 3/1997, (ΑΠ 1419/2019, ΑΠ 1284/2017, ΑΠ 295/2017, ΑΠ 701/2011, ΑΠ 121/2009, ΑΠ 1821/2008, ΑΠ 893/2008), ούτε όταν οι ελλείψεις ή αντιφάσεις ανάγονται στην αιτιολόγηση της ερμηνευτικής εκδοχής του δικαστηρίου (ΑΠ 1022/1992).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Κατά δε το άρθρο 536 το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα, χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου δεν εφαρμόζονται, όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετά την εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως δικάζει την υπόθεση κατ’ ουσίαν. Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι μόνο του το τυπικό (δικονομικό) σφάλμα του εφετείου σε σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 534 δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως, εκτός αν το εντεύθεν παραγόμενο δεδικασμένο δεν έχει την ίδια έκταση, εκ τούτου δε επέρχεται βλάβη του διαδίκου που δικαιολογεί το έννομο συμφέρον του για την άσκηση αναιρέσεως (ΑΠ 470/2018, ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 298/2010, ΑΠ 134/2008, ΑΠ 1253/2005).

Με τον πρώτο (στοιχ. 2.1) λόγο της κρινόμενης αίτησης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο ότι:

(α) έκρινε μη νόμιμη την ένστασή τους, περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αντιδίκου τους, για καταγγελία της ένδικης σύμβασης πίστωσης – εγγύησης και, συνακόλουθα, απορριπτέο τον πρώτο λόγο της ανακοπής τους, που την περιείχε, με αποτέλεσμα να απορρίψει ως αβάσιμο το σχετικό λόγο της έφεσής τους, με τον οποίο αυτοί παραπονούντο για εσφαλμένη απόρριψή της, ως μη νόμιμης, από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, διαλαμβάνοντας, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ανεπαρκείς αιτιολογίες, συνιστάμενες στην παράλειψή του να αναφέρει, σ' αυτή, εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, που καθιστούν νόμιμη την ένδικη καταγγελία, κατ’ άρθρ. 281 ΑΚ.

Συγκεκριμένα δε, παρέλειψε να αναφέρει τις συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα, η ένδικη καταγγελία, όπως τη μακρόχρονη και σχεδόν αποκλειστική συνεργασία μεταξύ αυτών και της αντιδίκου τους, την υπερεπαρκή εμπράγματη εξασφάλιση της τελευταίας, επί της μεγάλης αξίας ακίνητης περιουσίας της πρώτης αυτών (πρωτοφειλέτιδας), την καλλιέργεια εκ μέρους της (αντιδίκου τους), προσδοκιών τους, για την επίλυση της μεταξύ τους διαφοράς, μέσω διαπραγματεύσεων, με αποτέλεσμα τη δημιουργία, σ’ αυτούς της, εύλογης, πεποίθησης ότι δεν θα ασκήσει το σχετικό της δικαίωμα και, τέλος, την ύπαρξη των αντικειμενικών παραγόντων της οικονομικής κατάστασης της χώρας, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, των αρχών του καλοκαιριού του έτους 2015 (επιβολή τραπεζικής αργίας και ελέγχου κεφαλαίων).

Και, (β) υπερέβη το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης, αφού έκρινε απορριπτέους, το δεύτερο κύριο λόγο και τον από 24.11.2015 πρόσθετο λόγο της ένδικης ανακοπής τους, ως μη νόμιμο και ως ουσιαστικά αβάσιμο αντίστοιχα, χωρίς, όμως, αυτοί (αναιρεσείοντες) να έχουν προσβάλει, με την ένδικη έφεσή τους, τα σχετικά κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε κρίνει ομοίως.

Ο λόγος, όμως, αυτός, ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του, δεν ιδρύεται και, συνεπώς, κρίνεται απαράδεκτος, καθόσον:

(α) κατά την πρώτη αιτίασή του, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού έκρινε απορριπτέα ως μη νόμιμη, την ανωτέρω ένσταση των ήδη αναιρεσειόντων και, εντεύθεν, απορριπτέο τον πρώτο κύριο λόγο της ένδικης ανακοπής, που την περιείχε, απέρριψε το σχετικό λόγο της ένδικης έφεσης, με τον οποίον ο ανωτέρω ισχυρισμός της επαναφέρθηκε, σ’ αυτό, χωρίς να εισέλθει στην ουσία της διαφοράς και να διατυπώσει αποδεικτικό πόρισμα, ενώ, κατά τα λοιπά οι επικαλούμενες ελλείψεις ανάγονται στην αιτιολόγηση της ερμηνευτικής εκδοχής του δικαστηρίου, αναφορικά με την έννοια της προαναφερθείσας διάταξης (281 ΑΚ).

Και, (β) κατά τη δεύτερη αιτίασή του, εκτιμώμενη, ορθώς, ως από τον αριθμό 8 (και όχι 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω ελλείψεως σχετικού εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειόντων να την προτείνουν, δεδομένου ότι, το Εφετείο, με το να ερευνήσει και κρίνει απορριπτέους τους ανωτέρω κύριο και πρόσθετο λόγους της ένδικης ανακοπής χωρίς λόγο έφεσης, ως προς τα αναφερόμενα σ’ αυτούς ζητήματα, δεν κατέληξε σε δυσμενέστερο για τους αναιρεσείοντες διατακτικό και δεν χειροτέρευσε τη θέση τους ως εκκαλούντων, με τη δημιουργία δυσμενέστερου δεδικασμένου, από εκείνο που απορρέει από την πρωτόδικη απόφαση, η οποία, κατά τα προκύπτοντα από την επισκόπησή της (561 παρ. 2 ΚΠολΔ), αλλά και κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, είχε κρίνει ομοίως και ως προς αυτές τις, απορριπτικές, διατάξεις της, οι οποίες δεν προσβλήθηκαν με, σχετικό, λόγο έφεσης, έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη.

[IΙ] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 179/2019, ΑΠ 3/2019, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 449/2014, ΑΠ 1420/2013).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994, που έχει τίτλο «προστασία καταναλωτών» όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το ν. 3587/2007, και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού η καταχρηστικότητα ενός Γ.Ο.Σ. κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση του (ΟλΑΠ 15/2007), οι όροι που έχουν διαμορφωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών) απαγορεύονται και είναι άκυροι αν έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, ο δε καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της συμβάσεως ή άλλης συμβάσεως από την οποία αυτή εξαρτάται. Εξάλλου, εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των Γ.Ο.Σ., συνεπεία διαταράξεως της συμβατικής ισορροπίας, στην παρ. 7 του ιδίου ως άνω άρθρου 2 παρατίθεται ενδεικτικός κατάλογος ειδικών καταχρηστικών Γ.Ο.Σ., θεωρουμένων κατ’ αμάχητο τεκμήριο καταχρηστικών (ΑΠ 1463/2017). Μεταξύ αυτών των όρων είναι και οι υπό στοιχεία:

(γ) που προβλέπουν προθεσμία καταγγελίας της σύμβασης υπερβολικά σύντομη για τον καταναλωτή ή υπερβολικά μακρά για τον προμηθευτή,

(ε) που επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα μονομερούς τροποποιήσεως ή λύσεως της συμβάσεως χωρίς ορισμένο, ειδικό και σπουδαίο λόγο, ο οποίος να αναφέρεται στη σύμβαση. Και,

(στ) που επιτρέπουν στον προμηθευτή να καταγγείλει σύμβαση αόριστης διάρκειας χωρίς εύλογη προθεσμία.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, συνάγεται ότι η δικαιολογητική βάση της τελευταίας (εδ. στ) είναι ταυτόσημη με εκείνη του εδ. γ' και ειδικότερα του σκέλους της, που αναφέρεται στην προθεσμία καταγγελίας του προμηθευτή. Το μόνο, που επιπροσθέτως ρυθμίζεται στην τελευταία αυτή διάταξη και δεν καλύπτεται από εκείνη του, προηγουμένου, εδ. γ' είναι η πλήρης απουσία πρόβλεψης σε καταναλωτική σύμβαση αόριστης διάρκειας του δικαιώματος τακτικής καταγγελίας του προμηθευτή, δηλαδή καταγγελίας χωρίς την ανάγκη επίκλησης σπουδαίου λόγου.

Περαιτέρω, από τη γενική αρχή της ΑΚ 288, κατά την οποία «ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη» συνάγεται, εξ αντιδιαστολής, ότι η ρηθείσα ακυρότητα δεν θίγει το δικαίωμα του προμηθευτή να καταγγείλει για σπουδαίο λόγο τη σύμβαση αόριστης διάρκειας, χωρίς την τήρηση (ή με τήρηση ιδιαίτερα σύντομης) προθεσμίας. Επομένως, ΓΟΣ σε καταναλωτική σύμβαση, στις οποίες συγκαταλέγεται η ένδικη, ο οποίος προβλέπει τη δυνατότητα της (πιστούχου) τράπεζας να κλείνει τον αλληλόχρεο λογαριασμό χωρίς την τήρηση προθεσμίας, με την προϋπόθεση, όμως, της συνδρομής σπουδαίου λόγου, προς τούτο, δεν εμπίπτει στην έννοια των όρων, που θεωρούνται, από την προαναφερθείσα διάταξη, καταχρηστικοί κατ’ αμάχητο τεκμήριο. Σημειουμένου ότι, το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται, έτι περαιτέρω και από την παρ. 1 του Παραρτήματος της Οδηγίας 93/13, στο οποίο αναφέρονται ενδεικτικά ρήτρες, οι οποίες είναι δυνατό να χαρακτηρισθούν καταχρηστικές, μεταξύ των οποίων και εκείνες του εδ,. ζ', που επιτρέπουν στον επαγγελματία να καταγγέλλει απροειδοποίητα, χωρίς να συντρέχει σοβαρός λόγος, σύμβαση αορίστου διαρκείας.

Εξάλλου, από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση λόγω του σφάλματος, που επικαλείται. Όταν λοιπόν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς, σε περισσότερες από μία επάλληλες, κύριες και επικουρικές αιτιολογίες και με την αναίρεση δεν πλήττονται όλες ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά η μία απ’ αυτές, οι λόγοι αναίρεσης, που προσβάλουν τις λοιπές, απορρίπτονται ως αλυσιτελείς, διότι το διατακτικό στηρίζεται όχι σε όλες συγχρόνως τις αιτιολογίες, αλλά μόνο στη μία και μάλιστα πρωτίστως στην κύρια και επικουρικά στις λοιπές (ΟλΑΠ 25/2003, 25/1994, ΑΠ 1060/2019, ΑΠ 437/2011).

Εν προκειμένω, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του ενδιαφέροντος την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης μέρους της (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), απέρριψε, το δεύτερο λόγο της ένδικης έφεσης των αναιρεσειόντων, με τον οποίο αυτοί παραπονούντο για εσφαλμένη απόρριψη, από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, του πρώτου λόγου του από 20.04.2017 προσθέτου λόγου της ένδικης ανακοπής τους, ισχυριζόμενοι ότι είναι άκυροι, ως καταχρηστικοί, οι όροι 10.1 και 10.2 (ΓΟΣ) της ένδικης (.../1998) δανειακής σύμβασης, κατά τους οποίους η τράπεζα έχει δικαίωμα να καταγγέλει οποτεδήποτε και κατά την κρίση της να αναστέλλει ολικά ή μερικά την πίστωση είτε να καταγγέλλει τη σύμβαση κατά την κρίση της οποτεδήποτε και με άμεσο αποτέλεσμα χωρίς την τήρηση οποιασδήποτε προθεσμίας, με τις ακόλουθες τρεις, επάλληλες, αιτιολογίες του και ειδικότερα:

(α) « [...] Οι εν λόγω ΓΟΣ δεν αντίκεινται στο άρθρο 2 παρ. 7 εδ. ε που απαγορεύει στον προμηθευτή το δικαίωμα μονομερούς λύσης της σύμβασης χωρίς ορισμένο ειδικό και σπουδαίο λόγο, ούτε διαταράσσει την ισορροπία των δικαιωμάrων και υποχρεώσεων των μερών εις βάρος του καταναλωτή, όπως υποστηρίζουν οι ανακόπτοντες. Οι όροι αυτοί δεν επιφυλάσσουν στην τράπεζα το δικαίωμα μονομερούς λύσης της σύμβασης χωρίς ορισμένο και σπουδαίο λόγο, δεδομένου ότι, ρητά αναφέρουν ως λόγο λύσης της σύμβασης την παράβαση εκ μέρους του οφειλέτη των όρων που συνομολογήθηκαν υπάρχει, έτσι, ειδικός και ορισμένος λόγος. Προβλέπεται, έτσι, και ο σπουδαίος λόγος, για την παράβαση του οποίου επιφυλάσσεται στην Τράπεζα το δικαίωμα για μονομερή λύση της σύμβασης. Η τήρηση των ως άνω όρων, εξάλλου, δεν επιφυλάσσουν δυσμενείς συνέπειες στον καταναλωτή χωρίς εύλογο λόγο και παρά τις αντίθετες προβλέψεις και προσδοκίες του και συνεπώς δεν έχει ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών εις βάρος του καταναλωτή [...]».

(β) «[...] Εξ άλλου, μόνο το γεγονός ότι, στην προκειμένη περίπτωση, οι ως άνω όροι ήταν προδιατυπωμένοι στην ένδικη σύμβαση και αποτελούσαν αναγκαία για την πιστοδότρια τράπεζα συνθήκη, ώστε να προχωρήσει στην παροχή της ενδίκου πιστώσεως στην πιστούχο εταιρεία, δεν καθιστά αφ’ εαυτού και άνευ ετέρου άκυρη την επίδικη σύμβαση, όπως οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται, αφού αυτοί δεν συνιστούν άνευ ετέρου υπέρμετρη εκμετάλλευση της οικονομικής τους θέσης και ως εκ τούτου άκυρη, ως αντίθετη στα χρηστά ήθη, την ένδικη σύμβαση. Οι ανακόπτοντες, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, ουδόλως επικαλούνται περιστατικά, αναφορικά με συμπεριφορά της καθ’ ής τράπεζας που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματός της, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα, ώστε να τους δημιουργηθεί η εύλογη πεποίθηση, ότι η καθ’ ής δεν θα ασκούσε το δικαίωμά της στο χρόνο ίτου το άσκησε [...]».

Και, (γ) « [...] Ανεξαρτήτως τούτου, όμως, ο παραπάνω λόγος ανακοπής, ελεγχόμενος υπό το πρίσμα του όρου ως καταχρηστικού, είναι απαράδεκτος λόγω της πρόδηλης αοριστίας του, καθόσον οι ανακόπτοντες, οι οποίοι πράγματι απολαμβάνουν της προστασίας του παραπάνω νόμου, ως πιστούχος και ως εγγυητές, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη διώκουν με τον κρινόμενο λόγο της ανακοπής τους την εν συνόλω ακύρωση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής, θεωρούντες ότι εχώρησε ως άνευ ετέρου εκ της προαναφερομένης αιτίας ακυρότητα του συνόλου της ένδικης συμβάσεως πιστώσεως, δίχως να επικαλούνται ότι, δεν θα προέβαιναν στην κατάρτισή της, εάν γνώριζαν την ακυρότητα του όρου.

Και τούτο διότι, όπως στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη αναφέρεται, σε περίπτωση που έχει εμφιλοχωρήσει ακυρότητα σε όρο (μέρος) τραπεζικής συμβάσεως πιστώσεως, λόγω αντιθέσεώς του στους ορισμούς του Ν. 2251/1994, επέρχεται σχετική ακυρότητα του αντίστοιχου μέρους, χωρίς αυτό να συμπαρασύρει σε ακυρότητα και την υπόλοιπη σύμβαση.

Για να επεκταθεί δε η ακυρότητα του μέρους σε ολόκληρη τη δικαιοπραξία, οφείλει ο επικαλούμενος αυτή πιστούχος καταναλωτής να ισχυριστεί και αποδείξει ότι, η υποθετική θέληση των συμβληθέντων, κατά τον χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως, θα ήταν να μην ισχύσει αυτή στο σύνολό της, εάν γνώριζαν την ακυρότητα του μέρους, ισχυρισμός ο οποίος δεν διαλαμβάνεται στα ένδικα δικόγράφα [...]».

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, όσον αφορά στην πρώτη από τις ανωτέρω τρεις επάλληλες αιτιολογίες του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2251/1994, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες, στην προκειμένη περίπτωση και δεν τις παραβίασε, ευθέως, καθόσον, οι επίμαχοι όροι (10.1 και 10.2) της ένδικης σύμβασης, με βάση τους οποίους καταγγέλθηκε αυτή, από την ήδη αναιρεσίβλητη, πιστώτρια τράπεζα, κατά την προηγούμενη νομική σκέψη της παρούσας, δεν εμπίπτουν στην έννοια των αυτοδίκαια καταχρηστικών ρητρών της εν λόγω διάταξης και δη των περ.

ε' και στ', δεδομένου ότι η ήδη αναιρεσίβλητη, τράπεζα, με βάση αυτούς, είχε το δικαίωμα απρόθεσμης καταγγελίας της (σύμβασης) με τη συνδρομή σπουδαίου λόγου. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπό στοιχείο 2.2 λόγος της κρινόμενης αίτησης κρίνεται αβάσιμος. Εφόσον δε η αμέσως ανωτέρω αιτιολογία, με την οποία κρίθηκε απορριπτέος ο ίδιος πρόσθετος λόγος ανακοπής, η οποία στηρίζει, αυτοτελώς, το ανωτέρω, απορριπτικό του σχετικού λόγου έφεσης, διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης, δεν επλήγη αποτελεσματικά, με τον προηγούμενο αναιρετικό λόγο, ο επόμενος, αυτού, λόγος, υπό στοιχείο 2.4, από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται, για εσφαλμένη απόρριψη, ως αόριστου, του ίδιου ως άνω πρόσθετου λόγου η προαναφερθείσα, υπό στοιχείο (γ) τρίτη, κατά σειρά, επάλληλη της πρώτης, αιτιολογία, είναι αλυσιτελής.

[ΙΙΙ] Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής «πράγματα» θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 109/2012). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία, εκ των πραγμάτων, προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996).

Με τον υπό στοιχείο 2.3 αναιρετικό λόγο, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι, προκειμένου αυτό να κρίνει απορριπτέο ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό τους, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αντιδίκου τους για καταγγελία της ένδικης σύμβασης και, συνακόλουθα, απορριπτέους τους σχετικούς πρώτο, κύριο και από 20.04.2017 πρόσθετο λόγο της ανακοπής τους και, συνακόλουθα, να απορρίψει το σχετικό λόγο της έφεσής τους, με τον οποίον επαναφέρθηκαν σ’ αυτό αυτοί οι λόγοι, δεν έλαβε υπόψη του όλα τα αυτοτελή, περιστατικά, τα οποία επικαλέσθηκαν προς θεμελίωση του προβληθέντος, με αυτούς, ανωτέρω ισχυρισμού, αλλά μερικά, μόνο, από αυτά και δη τα μεταγενέστερα της ένδικης καταγγελίας, που περιέχονται στον πρόσθετο λόγο. Συγκεκριμένα, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του ότι:

(α) Η ήδη αναιρεσίβλητη διέθετε ισχυρές εμπράγματες εξασφαλίσεις για την ένδικη απαίτησή της και μάλιστα χωρίς να υπάρχουν, ούτε αναμένετο να υπάρξουν προνομιακές απαιτήσεις τρίτων σε βάρος της πρώτης αυτών, πιστούχου.

(β) Η τελευταία είχε και έχει έσοδα από την εκμετάλλευση των ακινήτων για τα οποία εξέφρασαν ρητή και κατηγορηματική βούληση εκχώρησής τους προς την αντίδικό τους, προς αποπληρωμή της ένδικης οφειλής τους. Και,

(γ) η προηγηθείσα της ένδικης καταγγελίας συμπεριφορά της αντιδίκου τους, συνισταμένη στις εκεί αναφερόμενες θετικές πράξεις της, προκάλεσε, σ’ αυτούς την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το επίμαχο δικαίωμά της, καθ’ ον χρόνο μάλιστα βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις, κατά τη Διαδικασίας Επίλυσης Καθυστερήσεων, η οποία προβλέπεται από τον Κώδικα Δεοντολογίας, που θεσπίσθηκε με την 116/25-08-2014 Απόφαση της ΤτΕ, σε συμμόρφωση με τις διατάξεις του άρθρου 1 Ν. 4224/2013.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, που ενδιαφέρουν την έρευνα του κρινόμενου αναιρετικού λόγου, το Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα:

« [...] με τον πρώτο λόγο της ανακοπής οι ανακόπτοντες, βάλλοντας κατά της εγκυρότητας της διαταγής πληρωμής, ισχυρίζονται ότι, η εκ μέρους της καθ’ ης δικαστική επιδίωξη της απαίτησής της με την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, και μάλιστα, τόσο το κλείσιμο αλληλόχρεου λογαριασμού, όσο και η καταγγελία της σύμβασης πίστωσης, υπερβαίνουν τα επιβαλλόμενα από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ όρια και είναι καταχρηστική, για το λόγο ότι,

(α) η εκ μέρους της καθ’ ής καταγγελία της επίδικης σύμβασης στις 26.08.2015, έλαβε χώρα ενώ εκκρεμούσε η Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεως στο πλαίσιο του Κώδικα Δεοντολογίας του Ν. 4224/2013, στα πλαίσια της οποίας η καθ’ ής είχε καλέσει τους ανακόπτοντες σε συνάντηση στις 30-6-2015, η οποία δεν πραγματοποιήθηκε για λόγους αντικειμενικούς και ανυπέρβλητους, αναφερόμενοι στην επιβολή τραπεζικής αργίας και περιορισμών στη διακίνηση κεφαλαίων κατά το χρονικό διάστημα από 28.06.2015 μέχρι 06.07.2015), και

(β) η καθ’ ης προέβη σε καταγγελία της σύμβασης, παρότι διέθετε επαρκείς εμπράγματες εξασφαλίσεις επί 73 ακινήτων ιδιοκτησίας της 1ης ανακόπτουσας, αντικειμενικής αξίας 19.088.400,00 € κατά τα λεπτομερώς αναφερόμενα στο δικόγραφο.

Ο λόγος αυτός ελέγχεται ως μη νόμιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθώς, η μη τήρηση της διαδικασίας που προβλέπει ο Κώδικας Δεοντολογίας, που θέσπισε η Τράπεζα της Ελλάδος, δεν συνιστά άνευ ετέρου άκυρη ως αντίθετη κατά το άρθρο 174 ΑΚ σε απαγορευτική διάταξη νόμου, την εκ μέρους της καθ’ ής τράπεζας καταγγελία της συναφθείσας μεταξύ των διαδίκων σύμβασης πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, αφού, η μη τήρηση της ΔΕΚ από την τράπεζα κατά την καταγγελία της πιστωτικής σύμβασης συνιστά μόνο αθέτηση υποχρέωσης έναντι της εποπτεύουσας Τράπεζας της Ελλάδος, που ελέγχει την τήρηση του Κώδικα και επιβάλλει διοικητικές κυρώσεις σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με αυτόν και δεν επάγεται ακυρότητα πράξης.

Ως νόμω αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί και ο λόγος της καταχρηστικότητας του δικαιώματος της καταγγελίας της σύμβασης εκ μέρους της καθ’ ης (281 ΑΚ), λόγο τον οποίο η αιτούσα συνδέει με το παραπάνω γεγονός (της μη τήρησης ολοκλήρωσης της διαδικασίας του Κώδικα Δεοντολογίας), καθώς, η προπαρατεθείσα από τους ανακόπτοντες συμπεριφορά της καθ’ ης, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, δεν στοιχειοθετεί καταχρηστικότητα.

Επισημαίνεται εξ άλλου ότι, η τήρηση της ανωτέρω διαδικασίας (Κώδικα Δεοντολογίας και των διατάξεων των άρθρων 1 § 2 ν. 4224/2013, της Απόφασης ΕΠΑΘ 195/1(29.7.2016), δεν άγει υποχρεωτικά σε συμβιβαστική λύση μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, αφού η όποια επιτευχθείσα λύση θα πρέπει να συμβαδίζει με τις ισχύουσες εποπτικές υποχρεώσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων, ώστε μόνη η μη ολοκλήρωση της διαδικασίας Επίλυσης Καθυστερήσεως στο πλαίσιο του Κώδικα Δεοντολογίας του Ν. 4224/2013, δεν δύναται να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο περί καταχρηστικότητας ισχυρισμό.Τα δε εκτιθέμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 281 ΑΚ, ήτοι δεν συνεπάγονται από μόνα τους υπέρβαση των ορίων που θέτουν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Το γεγονός ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η άσκηση του συμβατικού δικαιώματος της καθ' ης επέφερε τυχόν βλάβη στους ανακόπτοντες, δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει κατάχρηση δικαιώματος, παρά μόνο αν τούτο μπορεί να συνδυαστεί και με άλλες περιστάσεις, όπως λ.χ, όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος, συνθήκη η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω, αφού στους ισχυρισμούς των ανακοπτόντων δεν αναφέρονται, ούτε διαλαμβάνονται τέτοια περιστατικά.

Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής αποφασίζει, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, να εισπράξει την απαίτηση του, διακότποντας παράλληλα την πίστωση του οφειλέτη, με σκοπό να αποτρέψει και τη διόγκωση του χρέους του, ενόψει μάλιστα του γεγονότος ότι, στην προκειμένη περίπτωση οι ανακόπτοντες υπήρξαν ασυνεπείς ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας μόνο αυτός μπορεί να αποφασίζει, εκτός βέβαια αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει προφανής υπέρβαση, στοιχείο που δεν προκύπτει, εν προκειμένω, από τα ιστορούμενα από τους ανακόπτοντες στο δικόγραφο της ανακοπής τους [...]».

Περαιτέρω, ως προς τον ανωτέρω πρόσθετο λόγο ανακοπής, το Εφετείο δέχθηκε, επαλλήλως, προς την ανωτέρω αιτιολογία του, ότι οι ανακόπτοντες: «Εξάλλου, ουδόλως επικαλούνται περιστατικά, αναφορικά με συμπεριφορά της καθ’ ης τράπεζας που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματός της, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα, ώστε να τους δημιουργηθεί η εύλογη πεποίθηση ότι η καθ’ ης δεν θα ασκούσε το δικαίωμά της στο χρόνο που το άσκησε [...]».

Με τις αιτιολογίες του αυτές, το Εφετείο, αφού έκρινε μη νόμιμους τους ανωτέρω κύριο και πρόσθετο λόγους ανακοπής, απέρριψε τον, περί του αντιθέτου, σχετικό (2.2) λόγο της ένδικης έφεσης, με τον οποίο, είχαν επαναφερθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο οι διαλαμβανόμενοι σ' αυτούς (λόγους ανακοπής) ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων, περί καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος της αντιδίκου τους.

Μετά δε την απόρριψη και των λοιπών (2.1 και 2.3) λόγων της ένδικης έφεσης, το Εφετείο, την απέρριψε, στο σύνολό της, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε κρίνει ομοίως. Επομένως, ο κρινόμενος αναιρετικός λόγος κρίνεται αβάσιμος, καθόσον, πέραν του ότι αυτός είναι αλυσιτελής, γιατί πλήττει την ανωτέρω πρώτη επάλληλη αιτιολογία, της πρώτης, από τις προαναφερθείσες τρεις αιτιολογίες της προσβαλλομένης, όπως αυτή αναφέρεται στην παρ.

ΙΙ της παρούσας απόφασης, η οποία (πρώτη αιτιολογία) επλήγη αναποτελεσματικά, με τον προηγούμενο αναιρετικό λόγο, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν αγνόησε, αλλά έλαβε υπόψη όλους τους επίμαχους ισχυρισμούς των ήδη αναιρεσειόντων και όχι μόνον όσους ανάγονται σε μεταγενέστερα, της ένδικης καταγγελίας, περιστατικά, τα οποία αναφέρονται στον πρόσθετο λόγο της, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες και, αφού τους έκρινε, απορριπτέους, με ειδική αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε, συνακολούθως, ρητώς, τον ανωτέρω, περί του αντιθέτου, λόγο της ένδικης έφεσης, με τον οποίον αυτοί επαναφέρθηκαν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, προς κρίση, καθώς και την έφεση, στο σύνολό της, ως ουσιαστικά αβάσιμη.

[IV] Από τις διατάξεις των άρθρων 623, 624, 847, 848 ΑΚ, όπως το πρώτο ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το ν. 4335/2015, προκύπτει ότι διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί εις βάρος του πρωτοφειλέτη και του εγγυητή και για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλοχρέου λογαριασμού, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση ανοίγματος του αλληλοχρέου λογαριασμού και της εγγυήσεως, η κίνηση, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτού, στην πληρωμή του οποίου, με τις νόμιμες επιβαρύνσεις, υποχρεούται και ο εγγυητής, εκτός εάν από την έγγραφη σύμβαση εγγυήσεως προκύπτει σχετικός περιορισμός της υποχρεώσεως του εγγυητή.

Η περιλαμβανομένη στη σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πίστωσης, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τελευταίας, είναι έγκυρη ως δικονομική σύμβαση, διότι δεν προσκρούει στη δημόσια τάξη και μπορεί να αποτελέσει Γενικό Όρο Συναλλαγών (ΓΟΣ), κατά την έννοια του άρθρου 2 ν. 2251/1994 περί προστασίας των καταναλωτών, όπως ο νόμος αυτός ισχύει, δηλαδή όρο που έχει διατυπωθεί εκ των προτέρων από την πιστώτρια Τράπεζα για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, αφού δεν επηρεάζει το βάρος αποδείξεως, ούτε αποκλείει ή περιορίζει υπέρμετρα τη δυνατότητα του πιστούχου καταναλωτή να αμφισβητήσει τα επί μέρους κονδύλια του λογαριασμού, οπότε με την απόδειξη της ακρίβειας αυτών και του προκύπτοντος από τη σύγκριση αυτών καταλοίπου βαρύνεται η πιστώτρια (ΑΠ 370/2012, ΑΠ 35/2011, ΑΠ 15/2007).

Με βάση τη συμφωνία αυτή, το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχουν θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου, βάσει του οποίου μπορεί να εκδοθεί διαταγή πληρωμής, το αντίγραφο δε αυτού έχει αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβεια τούτου βεβαιώνεται από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο (άρθρα 449 παρ.1 ΚΠολΔ, 36 ν. 4194/2013, 14 ν. 1599/1986), δεν μπορεί δε να προσδώσει την αποδεικτική αυτή δύναμη η βεβαίωση της ακριβείας του αντιγράφου από τον αρμόδιο υπάλληλο της πιστώτριας τραπέζης, εκτός εάν αφορά εκτύπωση αποσπάσματος των μηχανογραφικώς τηρουμένων εμπορικών βιβλίων, που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή, οπότε δεν απαιτείται βεβαίωση της ακρίβειας τούτου από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, αφού δεν πρόκειται για αντίγραφο (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 84/2014, ΑΠ 35/2011, ΑΠ 27/2010).

Εάν όμως η ανωτέρω συμφωνία συνοδεύεται και από τον επιπρόσθετο όρο ότι ο πιστούχος δεν δικαιούται να αμφισβητήσει το περιεχόμενο του αποσπάσματος των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, το σκέλος αυτό της συμφωνίας είναι, σε κάθε περίπτωση, άκυρο. Αν μεν αποτέλεσε αντικείμενο ειδικής διαπραγματεύσεως των μερών, είναι άκυρο, κατά το άρθρο 372 ΑΚ, διότι ενέχει υπέρμετρη δέσμευση της βουλήσεως και, συνεπώς, προσκρούει στη δημόσια τάξη (ΑΠ 316/1990).

Αν δε είναι προδιατυπωμένος ως γενικός όρος συναλλαγών είναι άκυρος, ως καταχρηστικός, σύμφωνα με τα άρθρα 2 παρ. 6 και 7 παρ. 2 περ. κζ' του ν. 2251/1994, διότι περιορίζει υπέρμετρα τα αποδεικτικά μέσα του καταναλωτή πιστούχου. Ειδικότερα, σε περίπτωση διαταγής πληρωμής για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλοχρέου λογαριασμού, η οποία εκδόθηκε με βάση έγκυρη ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα θα αποδεικνύεται από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της, ο πιστούχος έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει τα ειδικότερα κονδύλια που περιέχονται στα αποσπάσματα αυτά με την ανακοπή, κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ, στην περίπτωση δε αυτή φέρει και το βάρος των σχετικών αντιθέτων ισχυρισμών του, οι οποίοι πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να καταστούν αντικείμενο αποδείξεως (ΑΠ 387/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1071/2017, ΑΠ 370/2012, ΑΠ 35/2011).

Στην προκειμένη, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, κατά το ενδιαφέρον τον κρινόμενο αναιρετικό λόγο μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα:

« [...] με τον 2° εκ των προσθέτων λόγων ανακοπής οι ανακόπτοντες βάλλοντας κατά του κύρους του συνόλου της επίδικης σύμβασης επικαλούνται ακυρότητα του όρου 9.4 αυτής, σύμφωνα με τον οποίο οι συμβαλλόμενοι συμφωνούν, ότι όλα τα ποσά που θα οφείλονται προς την τράπεζα βάσει της συμβάσεως θα αποδεικνύονται με αποσπάσματα ή αντίγραφα από τα εμπορικά βιβλία της τράπεζας, ότι θα αποτελούν πλήρη απόδειξη των απαιτήσεων της τράπεζας κατ’ αυτών, καθώς και ότι αναγνωρίζουν ότι θα αποτελεί πλήρη απόδειξη και η τηρηθησόμενη λογιστική κατάσταση μετά το οριστικό κλείσιμο των λογαριασμών, εστιάζοντας την ακυρότητά του στο ότι περιορίζει υπέρμετρα τα αποδεικτικά τους μέσα με τη συναγωγή αμάχητων τεκμηρίων.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, αφού η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία, ότι ή οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πίστωσης, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας είναι, ως δικονομική σύμβαση, έγκυρη κατά πάγια νομολογία και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη και δεν προσκρούει στη δημόσια τάξη [...].

Το απόσπασμα αυτό, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχει θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου, το αντίγραφο δε αυτού έχει αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβεια αυτού βεβαιώνεται από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο (αρθρ. 449 παρ. 1 του ΚΠολΔ, 52 ν.δ. 3026/1954, 14 ν. 1599/1986) και συνεπώς μπορεί, σε συνδυασμό με την έγγραφη σύμβαση της πίστωσης, να στηρίξει κατά νόμο την έκδοση διαταγής πληρωμής κατά του πιστούχου, ο οποίος μπορεί απλώς να αμφισβητήσει το ύψος των περιεχομένων στο απόσπασμα κατ' ιδίαν κονδυλίων πιστοχρεώσεων.

Ο σχετικός συνεπώς όρος σε συμβάσεις παροχής πίστωσης δεν συγκαταλέγεται στις αυτοδίκαια καταχρηστικές ρήτρες του άρθρου 2 παρ. 7 του ν. 2251/1994 και ιδίως, στην περίπτωση κζ' αυτού, δεδομένου ότι:

(α) δεν αντιστρέφεται το βάρος απόδειξης, αφού η απόδειξη της οφειλής συντελείται από την πιστώτρια τράπεζα, η οποία εκπληρώνει το σχετικό δικονομικό βάρος με τη χρήση και προσκομιδή ως αποδεικτικού μέσου του αποσπάσματος από τα εμπορικά βιβλία της, και

(β) δεν αποκλείεται ρητά το δικαίωμα ανταπόδειξης από μέρους του πιστούχου, οπότε θα εισαγόταν πράγματι ανεπίτρεπτος περιορισμός των αποδεικτικών μέσων του [...]».

Το Εφετείο, δηλαδή, με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ότι, η περιλαμβανομένη στη σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα, που προκύπτει από το οριστικό κλείσιμο της πιστώσεως, θα αποδεικνύεται και από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τελευταίας, είναι έγκυρη ως δικονομική σύμβαση, διότι δεν προσκρούει στη δημόσια τάξη και ότι μπορεί να αποτελέσει περιεχόμενο Γενικού Όρου Συναλλαγών (ΓΟΣ), κατά την έννοια του άρθρου 2 ν. 2251/1994, μονομερώς προδιατυπωμένου από τη τράπεζα στη σύμβαση, αφού δεν επηρεάζει το βάρος αποδείξεως, ούτε αποκλείει ή περιορίζει υπέρμετρα τη δυνατότητα του πιστούχου καταναλωτή να αμφισβητήσει τα επί μέρους κονδύλια του λογαριασμού.

Περαιτέρω, δέχθηκε ότι, με βάση τη συμφωνία αυτή τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της τραπέζης αποτελούν αποδεικτικό μέσο (έγγραφο), βάσει του οποίου μπορεί να εκδοθεί διαταγή πληρωμής και ότι ο πιστούχος έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει τα ειδικότερα κονδύλια, που περιέχονται στα αποσπάσματα αυτά με άσκηση ανακοπής κατά της εκδοθείσης διαταγής πληρωμής σύμφωνα με το άρθρο 632 ΚΠολΔ.

Επομένως, ο υπό στοιχείο 2.5 λόγος αναιρέσεως, κατά την προβαλλόμενη, με το πρώτο μέρος του, πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στη με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως είρηται διατάξεων κρίση ως απορριπτέου του σχετικού, δευτέρου πρόσθετου λόγου της ένδικης ανακοπής, είναι αβάσιμος, αφενός, διότι το Εφετείο, με τις προαναφερθείσες παραδοχές του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 174, 281, 361 και 372 ΑΚ και 2 παρ. 6 και 7 παρ. 2 περ.

κζ' του ν. 2251/1994 και, αφετέρου, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι, το Εφετείο, δέχθηκε την εγκυρότητα του επίμαχου όρου της ένδικης σύμβασης, κατά το μέρος του εκείνο, που προβλέπει την απαγόρευση ανταποδείξεως κατά των κονδυλίων του λογαριασμού, τα οποία περιλαμβάνονται στα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της αναιρεσιβλήτου, πράγμα, όμως, που δεν προκύπτει από τις πληττόμενες, με τον κρινόμενο λόγο, αιτιολογίες του.

Κατά δε την από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου αιτίαση, που προβάλλεται με το δεύτερο μέρος του, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν ιδρύεται, αφού το Εφετείο, με τις ίδιες παραδοχές του, έκρινε απορριπτέο, ως μη νόμιμο, τον υπόψη πρόσθετο λόγο της ανακοπής των ήδη αναιρεσειόντων, χωρίς να εισέλθει στην ουσία της διαφοράς και να διατυπώσει αποδεικτικό πόρισμα.

[V] Τέλος, ο από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, περί παραμόρφωσης εγγράφου, το οποίο νοείται μόνο το αποδεικτικό έγγραφο, προϋποθέτει, για την ίδρυσή του, εκτίμηση των αποδείξεων, από το δικαστήριο της ουσίας και παραδοχές αυτού επί της ουσίας (ΑΠ 1842/2008, ΑΠ 1362/2003).

Επομένως, ο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559, υπό στοιχείο 2.6 λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, περί παραμόρφωσης εγγράφου, από το δικάσαν Εφετείο και συγκεκριμένα του περιεχομένου του προαναφερθέντος, υπό στοιχείο 9.4 όρου της ένδικης (.../16.06.1998) σύμβασης πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, με συνέπεια να δεχθεί την εγκυρότητα αυτού του όρου και, συνακόλουθα, να κρίνει μη νόμιμο, τον περί του αντιθέτου δεύτερο πρόσθετο λόγο της ένδικης ανακοπής και, στη συνέχεια, να απορρίψει το σχετικό λόγο της ένδικης έφεσης των αναιρεσειόντων, είναι απαράδεκτος. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και από τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, ελλείπει η ιδρυτική, για το λόγο αυτό, προϋπόθεση, καθόσον το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε στο ανωτέρω πόρισμά του, χωρίς να εισέλθει στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και να διατυπώσει αποδεικτικό πόρισμα.

[VΙ] Επομένως, αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που νίκησε κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλε αυτή, με τις προτάσεις της (άρθρα 106, 176, 183 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15.10.2018 αίτηση αναίρεσης της 2361/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ