313/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ από 13-6-2016 και με αριθμό κατάθεσης 81/2016 αίτηση αναίρεσης κατά της 4582/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από το εναγόμενο εκκαλούν και ήδη αναιρεσίβλητο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία (Οργανισμός Πολιτισμού Αθλητισμού και Νεολαίας Δήμου Αθηναίων), ως καθολικό διάδοχο του ΝΠΔΔ με την επωνυμία (Οργανισμός Πολιτισμού και Νεολαίας Δήμου Αθηναίων) έφεσης κατά της 925/2007 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 8-3-2007 (με αριθμό κατάθεσης ...2007) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).
Legislator headnote
AI generated313/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): πρώτο εδάφιο της παρ. 1 δεν διαφέρει από την προϊσχύουσα ρύθμιση, παρά μόνον στην αντικατάσταση του όρου "έγερση" από τον σύγχρονο όρο "άσκηση" της αγωγής. Οι συνέπειες του ουσιαστικού δικαίου εξακολουθούν να εντοπίζονται στο χρονικό σημείο της έγκυρης επιδόσεως της αγωγής, οπότε θεωρείται ότι ο εναγόμενος έλαβε γνώση της εναντίον του αγωγής.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 313 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 313/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 22α Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Β., 2) Π. Ζ., 3) Α. Κ., 4) Γ. Κ., 5) Ν. Μ., 6) Γ. Μ., 7) Σ. Μ., 8) Δ. Μ., 9) Δ. Σ., 10) Κ. Κ., 11) Γ. Σ., 12) Σ. Α. και 13) Α. Π., κατοίκων ... που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Σωτηρακόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Πολιτισμικός Οργανισμός του Δήμου Αθηναίων", που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευγενίας Δημητροπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν η 925/2007 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6964/2009 μη οριστική και 4582/2013 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-6-2016 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 2100/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου που ανέβαλλε την συζήτηση της υπόθεσης εωσότου εκδοθεί απόφαση της πλήρους ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για το ίδιο ζήτημα. Κατόπιν εκδόσεως της 10/2018 απόφασης της πλήρους ολομέλειας του Αρείου Πάγου, οι αναιρεσείοντες με την από 4-7-2018 κλήση τους, επανέφεραν την υπόθεση για εκ νέου συζήτηση.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η από 13-6-2016 και με αριθμό κατάθεσης 81/2016 αίτηση αναίρεσης κατά της 4582/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από το εναγόμενο εκκαλούν και ήδη αναιρεσίβλητο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία (Οργανισμός Πολιτισμού Αθλητισμού και Νεολαίας Δήμου Αθηναίων), ως καθολικό διάδοχο του ΝΠΔΔ με την επωνυμία (Οργανισμός Πολιτισμού και Νεολαίας Δήμου Αθηναίων) έφεσης κατά της 925/2007 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 8-3-2007 (με αριθμό κατάθεσης ...2007) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3). Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι επί της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 2100/2017 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου , η οποία ανέβαλε την έκδοση απόφασης, μέχρι την έκδοση απόφασης της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για το ζήτημα που είχε παραπεμφθεί σε αυτή με την αριθμ. 1855/2017 απόφαση του Α2' Τμήματος του Αρείου Πάγου (ήτοι, αν η καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης για αιτήσεις οι οποίες ασκήθηκαν μετά την 1-1-2016 και στρέφονται κατά αποφάσεων που δημοσιεύτηκαν πριν την ημερομηνία αυτή καταλαμβάνεται ή όχι από την προγενέστερη ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Ήδη δε εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 10/2018 απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία έκρινε αμετάκλητα ως προς το ανωτέρω ζήτημα και νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η κρινόμενη αίτηση με την από 4-7-2018 κλήση των αναιρεσειόντων.
2. Στο άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 (για το Δημόσιο Λογιστικό και τον έλεγχο των δαπανών του Κράτους) η οποία για την ταυτότητα του νομικού λόγου εφαρμόζεται και επί παραγραφής αξιώσεων υπαλλήλων των ΟΤΑ και των εποπτευομένων από αυτούς ΝΠΔΔ (συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 56 ΝΔ 496/1974 περί λογιστικού ΝΠΔΔ, 203 ΠΔ 410/1995 περί Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα και άρθρο 3 ΝΔ 31/1968 με το οποίο επεκτάθηκαν τα προνόμια του Δημοσίου και στους ΟΤΑ) ορίζεται ότι : "η οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της". Εξάλλου, στο άρθρο 91 εδ. α' του ίδιου νόμου ορίζεται ότι κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από του
τέλους του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικά το ζήτημα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των πολιτικών ή στρατιωτικών δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου κατά του Δημοσίου, που αφορούν αποδοχές ή κάθε είδους άλλες απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και, αν ο, σχετικές αξιώσεις βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και ορίζεται ως χρονική αφετηρία της παραγραφής η γέννηση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης. Η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α του ν. 2362/1995, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το ζήτημα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως σαφώς συνάγεται από την προαναφερόμενη ρητή επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 91 εδ. α' του ν. 2362/1995 ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων. Τέτοια ειδική διάταξη είναι και η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3, η οποία, γι' αυτόν τον λόγο, κατισχύει της γενικής διάταξης του άρθρου 91 εδ. α' του ίδιου νόμου ( ΑΕΔ 32/2008, Ολ ΑΠ 29/2006, ΑΠ 9/2017).
3. Η αυτεπάγγελτη λήψη υπόψη της υπέρ Ν.Π.Δ.Δ. παραγραφής δεν αντίκειται στις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 20 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 110 παρ.1 του ΚΠολΔ., που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο τις από αυτές απορρέουσες ως άνω ρητές εγγυήσεις. Η διασφαλιζόμενη από τις διατάξεις αυτές δικαστική προστασία δεν έχει σχέση με την αυτεπάγγελτη εξέταση και λήψη υπόψη της παραγραφής από τα δικαστήρια, αφού η αυτεπάγγελτη αυτή ενέργεια του δικαστηρίου δεν στερεί τους αντιδίκους του Ν.Π.Δ.Δ. από τη δυνατότητα να προβάλλουν, καθ' υποφοράν, ενόψει του (εκ του νόμου) γνωστού σε αυτούς αυτεπαγγέλτου της λήψεως υπόψη της παραγραφής, όλες τις αντενστάσεις που τους παρέχει το ουσιαστικό και δικονομικό δίκαιο για την απόκρουση της παραγραφής (ΑΠ 11/2003).
4. Σύμφωνα με τη νέα διάταξη του αρθ 261 ΑΚ όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ. 1 του ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α 174/20-3-2013) και τις παραγράφους 1 και 3 που ενδιαφέρουν την ένδικη διαφορά "1. την
παραγραφή διακόπτει η άσκηση αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλον τρόπο περάτωση της δίκης 3. Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και
στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση". Το
πρώτο εδάφιο της παρ. 1 δεν διαφέρει από την προϊσχύουσα ρύθμιση, παρά μόνον στην αντικατάσταση του όρου "έγερση" από τον σύγχρονο όρο "άσκηση" της αγωγής. Οι συνέπειες του ουσιαστικού δικαίου εξακολουθούν να εντοπίζονται στο χρονικό σημείο της έγκυρης επιδόσεως της αγωγής, οπότε θεωρείται ότι ο εναγόμενος έλαβε γνώση της εναντίον του αγωγής.
Η σοβαρότερη διαφοροποίηση από την προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ εντοπίζεται στο δεύτερο εδάφιο της πρώτης παραγράφου, το οποίο προβλέπει ταυτοχρόνως διακοπή και μία ιδιότυπη αναστολή της παραγραφής, μέχρι το χρονικό σημείο εκδόσεως τελεσίδικης αποφάσεως ή περατώσεως της δίκης με άλλο τρόπο.
Ο όρος "τελεσίδικη απόφαση" εννοεί την επερχόμενη με οποιοδήποτε τρόπο τελεσιδικία όπως πχ οριστική απόφαση που καθίσταται τελεσίδικη λόγω παρελεύσεως των προθεσμιών για την άσκηση τακτικών ενδίκων μέσων, παραιτήσεως από το δικαίωμα ασκήσεώς τους, αποδοχής της αποφάσεως, αποδοχής της αγωγής κλπ. Εκτός από την τελεσιδικία της αποφάσεως, προβλέπεται περαιτέρω ότι η παραγραφή αρχίζει και πάλι, όταν η δίκη περατωθεί με άλλο τρόπο, ήτοι λόγω καταργήσεως της δίκης με δικαστικό συμβιβασμό (ΚΠολΔικ 293), καθώς και η παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα της αγωγής (ΚΠολΔικ 294-297), εφαρμοζομένου επί παραιτήσεως από το δικόγραφο του άρθρου 263 ΑΚ.
Από το συνδυασμό του νέου άρθρου 261 και του άρθρου 270 ΑΚ, που παραμένει αμετάβλητο, συνάγεται σαφώς ότι η νέα παραγραφή αρχίζει την επομένη της τελεσιδικίας της αποφάσεως ή της περατώσεως της δίκης με άλλο τρόπο. Η τρίτη παράγραφος του (νέου) άρθρου 261 ΑΚ ορίζει ότι η νέα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση.
Εξ ετέρου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 533 παρ. 2 ΚΠολΔικ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει κατ αρχήν το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της πρωτόδικης αποφάσεως, ώστε να μη θεμελιώνεται λόγος εφέσεως εξαιτίας ευνοϊκής υπέρ του εκκαλούντος νομοθετικής μεταβολής. Εξαίρεση εισάγεται, όταν ο νόμος περιέχει ρητή διάταξη ότι αυτός εφαρμόζεται στις εκκρεμείς ενώπιον του Εφετείου δίκες, αν συγχρόνως δεν παραβιάζονται συνταγματικώς προστατευόμενα δικαιώματα ( ΑΠ 148/2017).
5. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το εφετείο δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: Με την εκκαλούμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 07.01.2003 έως και 31.05.2003, απασχολήθηκαν από το εκκαλούν - εναγόμενο ως μουσικοί στα μουσικά σύνολα "...", με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, επιδικάστηκαν δε σε αυτούς τα αναφερόμενα στην εκκαλουμένη χρηματικά ποσά, τα οποία αφορούσαν δεδουλευμένες αποδοχές τους.
Οι ανωτέρω αξιώσεις των εναγόντων, του προαναφερόμενου χρονικού διαστήματος, κατά το χρόνο συζήτησης της κρινόμενης από 08.03.2007 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου …2007 αγωγής δεν είχαν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, όπως έγινε δεκτό με την εκκαλούμενη απόφαση, η οποία απέρριψε την προβληθείσα από το εναγόμενο, με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του στο ακροατήριο, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά και με τις προτάσεις του σε αυτό, ένσταση παραγραφής, κατά παραδοχή σχετικής αντένστασης διακοπής της παραγραφής που πρότειναν παραδεκτά οι ενάγοντες, με τις πρωτόδικες προτάσεις τους, με διακοπτικά γεγονότα την επίδοση, την 14.09.2004, της από 25.06.2004 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 13242/2004 αγωγής των εναγόντων κατά του εναγομένου (βλ.
την με αριθμό ...14.09.2004 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ν. Π.), τη δημοσίευση, την 28.03.2005, της με αριθμό 310/2005 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών επί της ανωτέρω αγωγής, με την οποία απορρίφθηκε αυτή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, και την επίδοση, την 28.03.2007, της από 08.03.2007 και με αριθμό κατάθεσης ...2007 αγωγής (βλ.
την με αριθμό .../28.03.2007 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ν. Γ.), η οποία ασκήθηκε, πριν καταστεί τελεσίδικη η πρώτη αναφερόμενη αγωγή. Ωστόσο, οι εν λόγω αξιώσεις των εναγόντων έχουν ήδη, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης έφεσης, υποπέσει στην επίσης διετή παραγραφή εν επιδικία, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, χωρίς να μεσολαβήσει άλλο διακοπτικό γεγονός, το οποίο έπρεπε να προταθεί από τους εφεσίβλητους - ενάγοντες, παραδεκτά και νόμιμα με αντένσταση διακοπής της παραγραφής, με τις προτάσεις τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης, το οποίο (διακοπτικό γεγονός), εάν αποδεικνυόταν αληθινό, θα επέφερε τη διακοπή της παραγραφής εν επιδικία.
Άλλωστε, στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει αυτεπάγγελτα σε κρίση περί διακοπής της παραγραφής λαμβάνοντας υπόψη τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι καθόσον, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, ο σχετικός ισχυρισμός θα έπρεπε να αποτελέσει το περιεχόμενο αντένστασης των εφεσιβλήτων - εναγόντων).
Εφόσον, λοιπόν, το παρόν Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει αυτεπαγγέλτως την ένσταση της παραγραφής και χωρίς λόγο έφεσης, με βάση μόνο το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα αυτής, η μη προβολή της ένστασης παραγραφής με λόγο έφεσης δεν προκαλεί απαράδεκτο κατά τις παραπάνω διατάξεις, αφού δεν είναι προϋπόθεση της εξαφάνισης της εκκαλουμένης η προηγούμενη παραδοχή ως βάσιμου κάποιου λόγου έφεσης. Αρκεί ότι το εκκαλούν - εναγόμενο ζητεί την απόρριψη της αγωγής και η απόφαση που θα εκδοθεί δεν είναι επιβλαβέστερη γι' αυτό. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η από 08.03.2007 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ...2007 αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη λόγω παραγραφής εν επιδικία των αξιώσεων των εναγόντων. Ενόψει των ανωτέρω, η κρινόμενη έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη. Εν συνεχεία, πρέπει να κρατηθεί και να δικαστεί η υπόθεση ως προς την ουσία της από το παρόν Δικαστήριο, το οποίο υποκαθιστά σε όλα τα δικαιώματα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η προαναφερόμενη αγωγή.
6. Με τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο ορθώς εφάρμοσε και ερμήνευσε τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, λαμβάνοντας υπ'όψιν αυτεπαγγέλτως το θέμα της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων και μη λαμβάνοντας υπ'όψιν τα διακοπτικό της παραγραφής περιστατικά, που δεν προβλήθηκαν καθ'υποφορά με τις προτάσεις των εναγόντων ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου.
Συνεπώς ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η αναιρετική πλημμέλεια από το αρθρ. 560 παρ 1, είναι αβάσιμος.
7. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, μειωμένων κατ'αρθ 281 Κωδ Δημ και Κοιν, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 13-6-2016 αίτηση περί αναιρέσεως της 4582/2013 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή εξακοσίων (600) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαρτίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ