313/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 313 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 313/2018
Legislator headnote
AI generated313/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 313 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 313/2018
Full text
Απόφαση 313 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 313/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Ιωάννη Φιοράκη-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 10η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ρ. συζ. Γ. Χ., 2) Ν. Χ. του Γ., 3) Μ.-Ι. Χ. του Γ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ελευθέριο Γεροκωνσταντή.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Στελιανή Κουστουμπάρδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 5-3-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 207/2014 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 167/2016 του Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-3-2017 αίτηση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 Κ.Πολ.Δ., η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση, από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο. Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κυρία παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού, έννομη δε σχέση, κατά την έννοια των άνω διατάξεων, είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσιδίκως, όχι δε και τα γενεσιουργά ή αποσβεστικά των τελεσιδίκως κριθέντων εννόμων συνεπειών περιστατικά. Δεδικασμένο παράγεται και από τελεσίδικη απόφαση που εκδίδεται επί αναγνωριστικής αγωγής, αφού και στην περίπτωση αυτή τέμνει την διαφορά, όπως και στην περίπτωση της καταψηφιστικής αγωγής, η έκταση δε αυτού προσδιορίζεται από το περιεχόμενο του αιτήματος που απευθύνθηκε προς το δικαστήριο (Ολ.ΑΠ 959/1985). Επομένως, εάν με την τελεσίδικη απόφαση έχει αναγνωρισθεί η κυριότητα του ενάγοντος σε ορισμένο ακίνητο, παράγεται δεδικασμένο που εμποδίζει την έρευνα της ύπαρξης κυριότητας σε μεταγενέστερη δίκη με αίτημα την απόδοση του ιδίου ακινήτου ή τμήματος αυτού, καθόσον καλύπτει την ιστορική και νομική αιτία της νέας αγωγής ως προς το ζήτημα της κυριότητας και δεν επιτρέπεται η εκ νέου έρευνα του τρόπου, με τον οποίο αυτή αποκτήθηκε. Ταυτότητα αντικειμένου της δίκης υπάρχει και στην περίπτωση, κατά την οποία με την προηγουμένη τελεσίδικη απόφαση ο ενάγων αναγνωρίσθηκε έναντι του εναγομένου κύριος ή φορέας άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος επί μείζονος εδαφικής έκτασης, ενώ με την δεύτερη διεκδικητική αγωγή κατά του ίδιου εναγομένου ή των διαδόχων του διώκεται η απόδοση εδαφικού τμήματος, περιλαμβανομένου στην μείζονα αυτή έκταση. Τούτο δε διότι στο τελεσιδίκως αναγνωρισθέν εμπράγματο δικαίωμα κυριότητος επί του όλου ακινήτου, κατά νομική και λογική αναγκαιότητα, περιλαμβάνεται και οποιοδήποτε εδαφικό τμήμα, εμπίπτον στην μείζονα έκταση. Στην περίπτωση όμως που με τη δεύτερη αγωγή ζητείται η αναγνώριση της κυριότητας μείζονος της, ήδη τελεσιδίκως, αναγνωρισθείσας έκτασης δεν υφίσταται δεδικασμένο ως προς το πλέον αυτής (αρχικώς αναγνωρισθείσας έκτασης) διεκδικούμενο εδαφικό τμήμα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή προς τούτο επισκόπηση, με την καταστάσα αμετάκλητη (ΑΠ 501/2011) υπ' αριθ. 64/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε επί της από 21-9-1981 αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής των αυτών με τους νυν αναιρεσείοντες εναγόντων κατά του αναιρεσιβλήτου, αναγνωρίσθηκαν οι πρώτοι συγκύριοι κατά τα λεπτομερώς αναφερόμενα εξ αδιαιρέτου ποσοστά επί ενός ακινήτου, κειμένου στη θέση "…" της περιφέρειας ..., έκτασης 15 στρεμμάτων, συνορευομένου ανατολικά με ιδιοκτησία Γ. Θ., βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Ν. Λ. και Ι. Μ., δυτικά με ρεύμα και νότια με θάλασσα. Με την από 25-3-2013 αγωγή τους οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι έννομο συμφέρον απορρέον από σχετική αμφισβήτηση του αναιρεσιβλήτου, ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι κατά τα αναφερόμενα στο δικόγραφό τους εξ αδιαιρέτου ποσοστά του περιγραφομένου στο δικόγραφό της ακινήτου, συνολικής επιφάνειας 23.440,27 τ.μ. που αποτελείται από δυο, διαχωριζόμενα με αγροτική οδό, τμήματα έκτασης 8.383,36 τ.μ. και 15.056,91 τ.μ. αντίστοιχα που βρίσκονται στην ίδια θέση και με τα ίδια όρια. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, καθόσον οι δυο επίδικες εκτάσεις συμπίπτουν, ασχέτως της εμβαδομετρικής διαφοράς τους και, δεχθέν την έφεση του εναγομένου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή, η οποία είχε γίνει δεκτή πρωτοδίκως. Σύμφωνα όμως με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, εφόσον με την δεύτερη χρονικά αγωγή εζητείτο η αναγνώριση της κυριότητας μείζονος έκτασης από εκείνη που είχε ζητηθεί με την πρώτη και είχε αναγνωρισθεί με την προαναφερθείσα αμετάκλητη απόφαση, δεν υφίστατο πεδίο εφαρμογής του δεδικασμένου επί του, πλέον του αρχικώς αναγνωρισθέντος με την υπ' αριθ. 64/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, εδαφικού τμήματος και, επομένως, ως προς τούτο, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον βάσιμο σχετικό πρώτο λόγο της αναίρεσης.
Ακολούθως και δοθέντος ότι παρέλκει η έρευνα του άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε και του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσειόντων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 167/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο, ως άνω, Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ