Legislator Case Law & Legislation
313/2017 AI generated

313/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 313/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

313/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 27/2/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Keywords

AI generated
compensation for overtime daily sickness allowance weekly commuter allowance sick leave deficit working hours health impairment in military insurance
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 313 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 313/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "... Ανώνυμος Εταιρεία Παροχής Υπηρεσιών, Εμπορική και Αντιπροσωπειών" και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στο ..., διατηρεί υποκατάστημα στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γάτσιο, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Μ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Κωστίκα, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/12/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5208/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 7925/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 29/9/2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 27/2/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στην παρ. 9 του άρθρου 38 ν.1892/1990, (όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του ν.2639/1998 και συμπληρώθηκε με άρθρο 7 Ν.2874/2000), ορίζεται ότι: "Οι αποδοχές των εργαζομένων με σύμβαση ή σχέση εργασίας μερικής απασχόλησης, υπολογίζονται όπως και οι αποδοχές του συγκρίσιμου εργαζόμενου και αντιστοιχούν στις ώρες εργασίας της μερικής απασχόλησης".

Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "εργαζόμενος μερικής απασχόλησης νοείται κάθε εργαζόμενος με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας του οποίου οι ώρες εργασίας υπολογιζόμενες σε ημερήσια, εβδομαδιαία, 15νθήμερη ή μηνιαία βάση είναι λιγότερες από το κανονικό ωράριο εργασίας του συγκρίσιμου εργαζομένου με πλήρη απασχόληση (εδάφ.

α’ ), ως τέτοιος δε νοείται κάθε εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης, που απασχολείται στην ίδια επιχείρηση με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας και εκτελεί ίδια ή παρόμοια καθήκοντα, υπό τις αυτές συνθήκες (εδάφ. β’ )". Έτσι, κατ` εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, για την εξεύρεση της ημερήσιας αμοιβής του μερικώς απασχολουμένου, πολλαπλασιάζεται το ωρομίσθιο που λαμβάνει ο συγκεκριμένος εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης επί τις ώρες εργασίας του μερικώς απασχολουμένου (ΑΠ 1166/2014).

Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ.1 και 3 αν. 539/1945 και 1 παρ. 2 του ν. 1082/1980, 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966 και της Αποφάσεως 19040/1981 των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, ως τακτικές αποδοχές βάσει των οποίων υπολογίζονται oι αποδοχές και το επίδομα αδείας καθώς και τα επιδόματα (δώρα) εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων νοούνται όχι μόνον ο βασικός μισθός, αλλά και κάθε άλλη, κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας, καταβαλλόμενη πρόσθετη παροχή σε χρήμα ή σε είδος με την προϋπόθεση ότι δίδεται σταθερά και μόνιμα, ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας (ΑΠ 183/2016, 128/2016, 1116/2013).

Τακτική αποδοχή, υπό την έννοια αυτή αποτελεί η προσαύξηση για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες, εφόσον αυτή παρέχεται τακτικά και μόνιμα (AΠ 183/2016, 128/2016). Για τον υπολογισμό των επιδομάτων εορτών στις τακτικές αποδοχές κατά την έννοια αυτή περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων και το επίδομα αδείας (AΠ 1688/2012).

Τέλος κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το ν. 4335/2015, έχει δε στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του ως άνω ν. 4335/2015, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε πριν την 1.1.2016, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο, 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών κ.λπ., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε, όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης, του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4)αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.

Όπως προκύπτει από την σαφή διατύπωση των ως άνω διατάξεων, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατ` αποφάσεων των ειρηνοδικείων, απαριθμούνται περιοριστικά σ’ αυτές (oλ.ΑΠ 45/1987, ΑΠ 608/2015, 91/2015, 1870/ 2013, 901/2013), οι οποίες είναι ειδικές, ως προς τους επιτρεπομένους λόγους αναίρεσης κατά των αναφερομένων εκεί αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων (ΑΠ 608/2015, 1870/2013, 901/2013).

Επομένως η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση αιτιολογιών, ήτοι ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου ή Πρωτοδικείου που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 1870/2013, 901/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η εναγομένη διατηρεί επιχείρηση παροχής υπηρεσιών καθαριότητας και φύλαξης, σε δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους, με έδρα το ... και υποκατάστημα στην .... Στις 14.9.2006 η εναγομένη, δια του νομίμου εκπροσώπου της, προσέλαβε την ενάγουσα, με έγγραφη ατομική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για εργασία έξι ωρών ημερησίως και πέντε ημερών εβδομαδιαίως (Δευτέρα έως Παρασκευή), προκειμένου να προσφέρει την εργασία της, ως καθαρίστρια, στο Γενικό Νοσοκομείο "Παπαγεωργίου" Θεσσαλονίκης.

Η έγγραφη αυτή σύμβαση εργασίας γνωστοποιήθηκε στην Επιθεώρηση Εργασίας Θεσσαλονίκης... Κατά τη διάρκεια της σύμβασης αυτής, με νέα έγγραφη σύμβαση, οι διάδικοι συμφώνησαν, στις 1.7.2008, για εργασία πέντε ωρών ημερησίως. Παρά την συμφωνηθείσα όμως μερική αυτή απασχόληση η ενάγουσα απασχολήθηκε πολλές ημέρες και επί επτά ή οκτώ ώρες, καθώς και δύο ή τρία Σάββατα και Κυριακές κάθε μήνα.

Συγκεκριμένα κατά τους μήνες Ιανουάριο έως και Ιούνιο του έτους 2007 εργάσθηκε στα χειρουργεία, όπου απασχολήθηκε επί οκτώ ώρες ημερησίως, καθώς και επί δύο Σάββατα και δύο Κυριακές κάθε μήνα. Από τον Ιούλιο έως και Νοέμβριο 2007 εργάσθηκε στην Ορθοπεδική Κλινική, όπου απασχολήθηκε επί 6-7 ώρες ημερησίως, καθώς και επί δύο Σάββατα και δύο Κυριακές κάθε μήνα, που εφημέρευε η Κλινική αυτή.

Τον Δεκέμβριο 2007 και Ιανουάριο 2008 εργάσθηκε στην Μαιευτική Κλινική επί 6 ώρες ημερησίως, καθώς και δύο Σάββατα και δύο Κυριακές, που εφημέρευε η Κλινική αυτή, επί 8 ώρες ημερησίως. Τον Φεβρουάριο 2008 έως και τον Οκτώβριο 2008 στην Καρδιολογική Κλινική επί 7 ώρες ημερησίως, καθώς και επί δύο Σάββατα και δύο Κυριακές κάθε μήνα, επί 8 ώρες, διότι επί μία ώρα απασχολείτο και στα τακτικά επείγοντα περιστατικά.

Τον Νοέμβριο 2008 εργάσθηκε στην Παιδιατρική Κλινική 12 ημέρες επί 8ωρο, 4 ημέρες επί 7ωρο και μία ημέρα επί 8ωρο, καθώς και δύο Σάββατα επί 17 ώρες συνολικά και δύο Κυριακές επί 16 ώρες συνολικά. Τέλος το μήνα Δεκέμβριο 2008 εργάσθηκε σε όλες τις Κλινικές, καλύπτουσα τα ρεπό άλλων συναδέλφων της, 6 ημέρες επί 6ωρο, 2 ημέρες επί 7ωρο, 3 ημέρες επί 5ωρο, ένα Σάββατο επί 4 ώρες και δύο Κυριακές επί 12 ώρες συνολικά...Το νόμιμο ημερομίσθιο της ενάγουσας, η οποία ήταν έγγαμη και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα δεν συμπλήρωσε 3 έτη υπηρεσίας ανερχόταν:

Α) Βάσει της από 12.4.2007 ΣΣΕ και της υπ’ αριθμόν 19/2007 Διαιτητικής Απόφασης "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών όλης της χώρας", που κατατέθηκε στο Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (αριθ.34/11.5.2007) και κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 37866/22.5.2008 (ΦΕΚ Β 1165/ 25.6.2008), από 1.1.2007, σε 36,58, από 1.9.2007 έως 31.12.2007 σε 32,76 + 10% επίδομα γάμου (3,28) + 5% επίδομα ανθυγιεινής εργασίας (1,64) και συνολικά 37,68 ευρώ και Β) βάσει της διετούς διάρκειας με αριθμό 11/2008 Διαιτητικής Απόφασης, που κατατέθηκε στο Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (αριθ. 6/6.6.2008) και κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 51871/2440/11.7.2008 (ΦΕΚ Β 1448/23.7.2008), από 1.1.2008, σε 33,91 + 10% επίδομα γάμου (3,39) + 5% επίδομα ανθυγιεινής εργασίας (1,70) και συνολικά 39 ευρώ και από 1.9.2008 έως 31.12.2008 σε 35 ευρώ + 3,50 ευρώ επίδομα γάμου + 1,75 ευρώ επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, συνολικά δε 40,25 ευρώ.

Έτσι το νόμιμο ωρομίσθιο της ενάγουσας, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ανερχόταν: α) από 1.1.2007 έως 31.8.2007, σε 36,58 Χ 0,15 = 5,48 ευρώ, β) από 1.9.2007 έως 31.12.2007, σε 37,68 Χ 0,15 = 5,65 ευρώ, γ) από 1.1.2008 έως 31.8.2008, σε 39 Χ 0,15= 5,85 ευρώ και δ) από 1.9.2008 έως 31.12.2008, σε 40,25 Χ 0,15 = 6,03 ευρώ. Επίσης η ενάγουσα δικαιούται τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της υπ’ αριθμόν 19040/1981 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ.1, 2 του αν.

ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του ν.4504/1966 και άρθρο μόνο του ν. 133/1975, που κύρωσε την από 26.2.1975 Ε.Σ.Σ.Ε, ν. 1346/1983 και ν. 3302/2004 επιδόματα εορτών, άδεια, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας. Η εναγομένη, παρόλο που η ενάγουσα προσέφερε κανονικά την εργασία της κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, απασχολούμενη πέραν των συμφωνημένων ωρών εργασίας, καθώς και ορισμένα Σάββατα και Κυριακές, δεν της κατέβαλλε τις, για τις εργασίες αυτές, νόμιμες αποδοχές της, ούτε τα προβλεπόμενα από τις πιο πάνω διατάξεις δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και τις αποδοχές και επιδόματα αδείας, αλλά πολύ μικρότερα χρηματικά ποσά.

Πρέπει να σημειωθεί ότι τα επιδόματα εορτών των εργαζομένων που απασχολούνται σε ένα εργοδότη και αμείβονται με ωρομίσθιο, υπολογίζονται βάσει του μέσου ημερομισθίου που λαμβάνει ο μισθωτός που αμείβεται με τον τρόπο αυτό, το οποίο βρίσκεται με τη διαίρεση του συνόλου των αμοιβών με το συνολικό αριθμό των ημερών που εργάσθηκε ή διατήρησε αξίωση για τις αποδοχές του...

Ειδικότερα: Α) Κατά το έτος 2007 η ενάγουσα εργάσθηκε: 1) Τον Ιανουάριο: α) 176 ώρες και δικαιούταν 964,48 ευρώ (176 Χ 5,48 ευρώ), β) δυο Σάββατα επί 6 ώρες και δικαιούταν 65,78 ευρώ (12 ώρες Χ 5,48 ευρώ) και γ) μία Κυριακή επί 8 ώρες και δικαιούταν 76,72 ευρώ (5,48 ευρώ Χ 75% = 9,59 ευρώ Χ 8 ώρες). Συνολικά δε δικαιούταν 1.106,96 ευρώ (964,48 + 65,76 + 76,72), μείον 215,30 ευρώ οι προβλεπόμενες κρατήσεις (1.106,95 Χ 19,45%) = 891,66 ευρώ, έναντι των οποίων η εναγομένη κατέβαλε 694,78 ευρώ και οφείλει το υπόλοιπο 196,88 ευρώ. 2) Τον Φεβρουάριο:

α) 78 ώρες και δικαιούταν 427,44 ευρώ (78 Χ 5,48 ευρώ), β) ένα Σάββατο επί 8 ώρες και δικαιούταν 43,84 ευρώ (8 ώρες Χ 5,48 ευρώ), γ) μία Κυριακή επί 6 ώρες και δικαιούταν 57,54 ευρώ (5,48 ευρώ Χ 75% = 9,59 ευρώ Χ 6 ώρες) και δ) για τις έξι ημέρες αδείας, δικαιούταν 197,28 ευρώ (6 ημέρες Χ 6 ώρες = 36 ώρες Χ 5,48 ευρώ). Συνολικά δε δικαιούταν 726,10 ευρώ (427,4 + 43.84 + 57,54 + 197,28), μείον 141,23 ευρώ οι προβλεπόμενες κρατήσεις (726,10 Χ 19,45%) = 584,87 ευρώ, έναντι των οποίων η εναγομένη κατέβαλε 494,51 ευρώ και οφείλει το υπόλοιπο 90,36 ευρώ. 3) Τον Μάρτιο:

α) 139 ώρες και δικαιούταν 761,72 ευρώ (139 Χ 5,48 ευρώ) και β) μία Κυριακή επί 8 ώρες και δικαιούταν 76,72 ευρώ (5,48 ευρώ Χ 75% = 9,59 ευρώ Χ 8 ώρες). Συνολικά δε δικαιούταν 838,44 ευρώ (761,72 + 76,72), μείον 163,08 ευρώ οι προβλεπόμενες κρατήσεις (838,44 Χ 19,45%) = 675,36 ευρώ, έναντι των οποίων η εναγομένη κατέβαλε 563,65 ευρώ και οφείλει το υπόλοιπο 111,71 ευρώ. 4) Τον Απρίλιο:

α) 100 ώρες και δικαιούταν 548 ευρώ (100 Χ 5,48 ευρώ), β) ένα Σάββατα επί 8 ώρες τη νύκτα και δικαιούταν 54,80 ευρώ (8 ώρες Χ 5,48 ευρώ = 43, 34 ευρώ Χ 25%) και γ) για τις πέντε ημέρες αδείας, δικαιούταν 164,40 ευρώ (5 ημέρες Χ 6 ώρες = 30 ώρες Χ 5,48 ευρώ). Συνολικά δε δικαιούταν 767,20 ευρώ (548 + 54,80 + 164.40), μείον 149,22 ευρώ οι προβλεπόμενες κρατήσεις (767,20 Χ 19,45%) = 617,98 ευρώ, έναντι των οποίων η εναγομένη κατέβαλε 542,36 ευρώ και οφείλει το υπόλοιπο 75,62 ευρώ. 5) Τον Μάιο:

α) 132 ώρες και δικαιούταν 723,36 ευρώ (132 Χ 5.48 ευρώ), β) 7 ώρες τη νύκτα της Παρασκευής 4.5.2007, για τις οποίες δικαιούταν 47,95 ευρώ (7ώρες Χ 6,85 ευρώ), και γ) ένα Σάββατο επί 8 ώρες και δικαιούταν 43,84 ευρώ (5,48 ευρώ Χ 8 ώρες). Συνολικά δε δικαιούταν 771,31 ευρώ, μείον 150,02 ευρώ οι προβλεπόμενες κρατήσεις (771,31 Χ 19,45%)= 621.29 ευρώ, έναντι των οποίων η εναγομένη κατέβαλε 502,48 ευρώ και οφείλει το υπόλοιπο 118,81 ευρώ. 6) Τον Ιούνιο:

α) 130 ώρες και δικαιούταν 712,40 ευρώ (130 Χ 5,48 ευρώ), β) τρία Σάββατα επί 4 ώρες και δικαιούταν 85,78 ευρώ (12 ώρες Χ 5,48 ευρώ) και γ) δύο Κυριακές επί 4 ώρες και δικαιούταν 76,72 ευρώ (5,48 ευρώ Χ 75% = 9,59 ευρώ Χ 8 ώρες). Συνολικά δε δικαιούταν 854,88 ευρώ (712,40 + 65,76 + 76,72), μείον 166,27 ευρώ οι προβλεπόμενες κρατήσεις (854,88 Χ 19,45%)= 688,61 ευρώ, έναντι των οποίων η εναγομένη κατέβαλε 549,45 ευρώ και οφείλει το υπόλοιπο 139,16 ευρώ. 7) Τον Ιούλιο:

α) 108 ώρες και δικαιούταν 591,84 ευρώ (108 Χ 5,48 ευρώ), β) δύο Σάββατα επί 4 ώρες και δικαιούταν 43,84 ευρώ (8 ώρες Χ 5,48 ευρώ), γ) τρεις Κυριακές επί 4 ώρες και δικαιούταν 115,08 ευρώ (5.48 ευρώ Χ 75% = 9,59 ευρώ Χ 12 ώρες) και δ) για τις τέσσερις ημέρες αδείας δικαιούταν 131,52 ευρώ (4 ημέρες Χ 6 ώρες = 24 ώρες Χ 5,48 ευρώ). Συνολικά δε δικαιούταν 882,28 ευρώ (591,84 + 43,84 + 115,08 + 131,52), μείον 171,60 ευρώ οι προβλεπόμενες κρατήσεις (882,28 Χ 19,45%) = 710,68 ευρώ, έναντι των οποίων η εναγομένη κατέβαλε 916,57 ευρώ, δηλαδή επιπλέον 205,89 ευρώ. 8) τον Αύγουστο:

α) 120 ώρες και δικαιούταν 657,60 ευρώ (120 Χ 5,48 ευρώ), β) δύο Σάββατα επί 4 ώρες και δικαιούταν 43.84 ευρώ (8 ώρες Χ 5,48 ευρώ) και γ) δύο Κυριακές επί 4 ώρες και δικαιούταν 76,72 ευρώ (5,48 ευρώ Χ 75% = 9,59 ευρώ Χ 8 ώρες) και δ) για τις τρεις ημέρες αδείας δικαιούταν 98,64 ευρώ (3 ημέρες Χ 6 ώρες = 18 ώρες Χ 5,48 ευρώ). Συνολικά δε δικαιούταν 876,80 ευρώ (657,60 + 43,84 + 76,72 + 98,64), μείον 170,54 ευρώ οι προβλεπόμενες κρατήσεις (876.80 Χ 19,45%) = 706,26 ευρώ, έναντι των οποίων η εναγομένη κατέβαλε 607.39 ευρώ και οφείλει το υπόλοιπο 98,87 ευρώ. 9) Τον Σεπτέμβριο:

α) 122 ώρες και δικαιούταν 689,30 ευρώ (122 Χ 5,65 ευρώ), β) δύο Σάββατα επί 4 ώρες και ένα Σάββατο επί 8 ώρες, δικαιούταν δε 90,40 ευρώ (16 ώρες Χ 5,65 ευρώ), γ) δύο Κυριακές επί 4 ώρες και δικαιούταν 79,12 ευρώ (5,65 ευρώ Χ 75%= 9,89 ευρώ Χ 8 ώρες). Συνολικά δε δικαιούταν 858,82 ευρώ (689,30 + 90,40 + 79,12), μείον 167,04 ευρώ οι προβλεπόμενες κρατήσεις (858,82 Χ 19,45%)- 691,78 ευρώ, έναντι των οποίων η εναγομένη κατέβαλε 581,36 ευρώ και οφείλει το υπόλοιπο 110,42 ευρώ, 10) Τον Οκτώβριο:

α) 134,5 ώρες και δικαιούταν 759,93 ευρώ (134,5 Χ 5,65 ευρώ), β) ένα Σάββατα επί 4 ώρες και ένα Σάββατο επί 8 ώρες, δικαιούταν δε 67,80 ευρώ (12 ώρες Χ 5,65 ευρώ), γ) δύο Κυριακές επί 8 ώρες και δικαιούταν 158,24 ευρώ (5,65 ευρώ Χ 75%= 9,89 ευρώ Χ 16 ώρες). Συνολικά δε δικαιούταν 985,97 ευρώ (759,93 + 67,80 + 153,24), μείον 191,77 ευρώ οι προβλεπόμενες κρατήσεις (985,97 Χ 19,45%)= 794,19 ευρώ, έναντι των οποίων η εναγομένη κατέβαλε 618,57 ευρώ και οφείλει το υπόλοιπο 175,62 ευρώ. 11) Τον Νοέμβριο:

α) 121 ώρες και δικαιούταν 683,65 ευρώ (121 Χ 5,65 ευρώ), β) δύο Σάββατα επί 8 ώρες και δικαιούταν 90,40 ευρώ (16 ώρες Χ 5,65 ευρώ), γ) δύο Κυριακές επί 8 ώρες και μία Κυριακή επί 7 ώρες, δικαιούταν δε 227,47 ευρώ (5,65 ευρώ Χ 75% = 9,89 ευρώ Χ 23 ώρες). Συνολικά δε δικαιούταν 1.001,52 ευρώ (683,65 + 90,40 + 227,47), μείον 134,80 ευρώ οι προβλεπόμενες κρατήσεις (1.001,52 Χ 19,45%)= 806,72 ευρώ, έναντι των οποίων η εναγομένη κατέβαλε 642,51 ευρώ και οφείλει το υπόλοιπο 164,21 ευρώ.

Και 12) τον Δεκέμβριο: α) 109 ώρες και δικαιούταν 615,85 ευρώ (109 Χ 5,65 ευρώ), β) δύο Σάββατα επί 8 ώρες και δικαιούταν 90,40 ευρώ (16 ώρες Χ 5,65 ευρώ), γ) μία Κυριακή επί 8 ώρες, δικαιούταν δε 79,12 ευρώ (5,65 ευρώ Χ 75%= 9,89 ευρώ Χ 8 ώρες). Συνολικά δε δικαιούταν 785,37 ευρώ (615,55 + 90,40 + 79,12), μείον 152,75 ευρώ οι προβλεπόμενες κρατήσεις (785,37 Χ 19,45%)= 632,62 ευρώ, έναντι των οποίων η εναγομένη κατέβαλε 556,53 ευρώ και οφείλει το υπόλοιπο 76,09 ευρώ.

Επομένως, για το έτος 2007, η εναγομένη οφείλει, για τις διαφορές αποδοχών, συνολικά στην ενάγουσα το ποσό των 1.151.86 ευρώ, ήτοι 1.357,75 οι συνολικές δικαιούμενες διαφορές, μείον 205,89 ευρώ οι επιπλέον ληφθείσες αποδοχές μηνός Ιουλίου. Επίσης για τις διαφορές των επιδομάτων του έτους αυτού οφείλει στην ενάγουσα 911 ευρώ.

Ειδικότερα, ενώ σύμφωνα με τις πιο πάνω μικτές αποδοχές της δικαιούταν η ενάγουσα, μετά την αφαίρεση των νομίμων κρατήσεων: α) για δώρο Πάσχα 540.85 ευρώ, η εναγομένη της κατέβαλε 265,86 ευρώ και οφείλει το υπόλοιπο 274,99 ευρώ. β) για δώρο Χριστουγέννων 790,72 ευρώ, η εναγομένη της κατέβαλε 555,43 ευρώ και οφείλει το υπόλοιπο 225.29 ευρώ και γ) για το επίδομα αδείας 410,72 ευρώ, η εναγομένη δεν κατέβαλε σ’ αυτήν κανένα χρηματικό ποσό.

Έτσι για το έτος 2007 η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 2.062,86 ευρώ (1.151,86 + 911). Και Β) Κατά το έτος 2008 η ενάγουσα εργάσθηκε: 1) Τον Ιανουάριο: α) 140 ώρες και δικαιούταν 819 ευρώ (140 Χ 5,85 ευρώ), β) δύο Σάββατα επί 8 ώρες, δικαιούταν δε 93,60 ευρώ (16 ώρες Χ 5,85 ευρώ) και γ) δύο Κυριακές επί 8 ώρες, δικαιούταν δε 163,84 ευρώ (5.85 ευρώ Χ 75%= 10,24 ευρώ Χ 16 ώρες).

Συνολικά δε δικαιούταν 1.076,44 ευρώ (819 + 93,60 + 163,84), μείον 209,37 ευρώ οι προβλεπόμενες κρατήσεις (1.076,44 Χ 19,45%)= 867,07 ευρώ, έναντι των οποίων η εναγομένη κατέβαλε 897,99 ευρώ και επομένως η ενάγουσα έλαβε επιπλέον 30,92 ευρώ. 2) Τον Φεβρουάριο: α) 116 ώρες και δικαιούταν 678,60 ευρώ (116 Χ 5,85 ευρώ), β) δύο Σάββατα επί 8 ώρες και ένα Σάββατο επί 4 ώρες, δικαιούταν δε 117 ευρώ (20 ώρες Χ 5 85 ευρώ) και γ) δύο Κυριακές επί 8 ώρες και μία Κυριακή επί 4 ώρες, δικαιούταν δε 204,80 ευρώ (5,85 ευρώ Χ 75%= 10,24 ευρώ Χ 20 ώρες).

Συνολικά δε δικαιούταν 1.000,40 ευρώ (678,60 + 117 + 204,80), μείον 194,58 ευρώ οι προβλεπόμενες κρατήσεις (1.000,40 Χ 19,45%) = 805,82 ευρώ, έναντι των οποίων η εναγομένη κατέβαλε 567,70 ευρώ και οφείλει το υπόλοιπα 238,12 ευρώ. 3) Τον Μάρτιο: α) 121 ώρες και δικαιούταν 707,85 ευρώ (121 Χ 5,85 ευρώ), β) δυο Σάββατα επί 8 ώρες και δικαιούταν 93,60 ευρώ (16 ώρες Χ 5,85) και γ) δύο Κυριακές επί 8 ώρες και δικαιούταν 163,84 ευρώ (5,85 ευρώ Χ 75% = 10,24 ευρώ Χ 16 ώρες).

Συνολικά δε δικαιούταν 965,29 ευρώ (707,35 + 33,60 + 163,84), μείον 187,75 ευρώ οι προβλεπόμενες κρατήσεις (965,29 Χ 19,45%) = 777,54 ευρώ, έναντι των οποίων η εναγομένη κατέβαλε 696,37 ευρώ και οφείλει το υπόλοιπο 81,17 ευρώ. 4) Τον Απρίλιο: α) 109 ώρες και δικαιούταν 537,65 ευρώ (109 Χ 5,35 ευρώ), β) δύο ώρες πέραν του 8ώρου στις 9.4.2008, για τις οποίες δικαιούται 7,31 ευρώ για την 9η ώρα (5,85 Χ 25%) και 14,63 ευρώ για την 10η ώρα (7,31 Χ 100%), σύνολο 21.94 ευρώ, γ) δύο Σάββατα επί 8 ώρες και δικαιούταν 93,60 ευρώ (16 ώρες Χ 5,85 ευρώ), δ) τρεις Κυριακές επί 8 ώρες και δικαιούταν 245,76 ευρώ (5,85 ευρώ Χ 75%= 10,24 ευρώ Χ 24 ώρες) και ε) για τις πέντε ημέρες αδείας 175,50 ευρώ (5 Χ 6 ώρες Χ 5,85 ευρώ).

Συνολικά δε δικαιούταν 1.174,45 ευρώ (637,65 + 21,94 + 93,60 + 245,76 η- 175,50), μείον 228,43 ευρώ οι προβλεπόμενες κρατήσεις (1.174,45 Χ 19,45%) = 946,02 ευρώ, έναντι των οποίων η εναγομένη κατέβαλε 570,65 ευρώ και οφείλει το υπόλοιπο 375,37 ευρώ. 5) Τον Μάιο: α) 129 ώρες και δικαιούταν 754,65 ευρώ (129 Χ 5,85 ευρώ), β) τρία Σάββατο επί 8 ώρες και δικαιούταν 140,40 ευρώ (5,85 ευρώ Χ 24 ώρες) και γ) δύο Κυριακές επί 8 ώρες και δικαιούταν 163,84 ευρώ (5,85 ευρώ Χ 75%= 10,24 ευρώ Χ 16 ώρες) Συνολικά δε δικαιούταν 1.058,89 ευρώ, μείον 205,95 ευρώ οι προβλεπόμενες κρατήσεις (1.058,89 Χ 19,45%)= 852,94 ευρώ, έναντι των οποίων η εναγομένη κατέβαλε 760,35 ευρώ και οφείλει το υπόλοιπο 92,59 ευρώ. 6) Τον Ιούνιο:

α) 122 ώρες και δικαιούταν 713,70 ευρώ (122 Χ 5,85 ευρώ), β) δύο Σάββατα επί 8 ώρες και δικαιούταν 93,60 ευρώ (16 ώρες Χ 5,85 ευρώ) και γ) τρεις Κυριακές επί 8 ώρες και δικαιούταν 245,76 ευρώ (5,85 ευρώ Χ 75%= 10,24 ευρώ Χ 24 ώρες). Συνολικά δε δικαιούταν 1.053,06 ευρώ (713,70 + 93,66 + 245,76), μείον 204.82 ευρώ οι προβλεπόμενες κρατήσεις (1.053,06 Χ 19,45%)= 848,24 ευρώ, έναντι των οποίων η εναγομένη κατέβαλε 567,29 ευρώ και οφείλει το υπόλοιπο 280,95 ευρώ. 7) Τον Ιούλιο:

α) 141 ώρες και δικαιούταν 824,85 ευρώ (141 Χ 5,85 ευρώ), β) δύο Σάββατα επί 8 ώρες και δικαιούταν 93,60 ευρώ (16 ώρες Χ 5,85 ευρώ) και γ) δύο Κυριακές επί 8 ώρες και δικαιούταν 163,84 ευρώ (5,85 ευρώ Χ 75%= 10,24 ευρώ Χ 16 ώρες). Συνολικά δε δικαιούταν 1.082,29 ευρώ (824,85 + 23,60 + 153,84), μείον 210,51 ευρώ οι προβλεπόμενες κρατήσεις (1.082,29 Χ 19,45%)= 871,78 ευρώ, έναντι των οποίων η εναγομένη κατέβαλε 721,82 ευρώ και οφείλει το υπόλοιπο 149,93 ευρώ. 8) Τον Αύγουστο:

σ) 94 ώρες και δικαιούταν 549,90 ευρώ (94 Χ 5,85 ευρώ), β) ένα Σάββατο επί 7 ώρες και δύο Σάββατα επί 4 ώρες και δικαιούταν 87,75 ευρώ (15 ώρες Χ 5,85 ευρώ), γ) δύο Κυριακές επί 4 και 5 ώρες, αντίστοιχα, και δικαιούταν 92,16 ευρώ (5,85 ευρώ Χ 75%= 10,24 ευρώ Χ 9 ώρες) και δ) για τις πέντε ημέρες αδείας δικαιούταν 175,50 ευρώ (5 ημέρες Χ 6 ώρες = 30 ώρες Χ 5,85 ευρώ).

Συνολικά δε δικαιούταν 905,31 ευρώ (549,90 + 87,75 + 92,16 + 175,50), μείον 176,08 ευρώ οι προβλεπόμενες κρατήσεις (905,31 Χ 19,45%)= 729,23 ευρώ, έναντι των οποίων η εναγομένη κατέβαλε 614,26 ευρώ και οφείλει το υπόλοιπο 114,97 ευρώ. 9) Τον Σεπτέμβριο: α) 113 ώρες και δικαιούταν 681,39 ευρώ (113 Χ 6,03 ευρώ), β) τέσσερα Σάββατα επί 4 ώρες και δικαιούταν 96,48 ευρώ (16 ώρες Χ 6,03 ευρώ), γ) τρεις Κυριακές επί 4 ώρες και μία Κυριακή επί 5 ώρες, δικαιούταν δε 179,35 ευρώ (6,03 ευρώ Χ 75%= 10,55 ευρώ Χ 17 ώρες).

Συνολικά δε δικαιούταν 957,22 ευρώ (681,39 + 96,48 + 179,35), μείον 186,18 ευρώ οι προβλεπόμενες κρατήσεις (957,22 Χ 19,45%)= 771,04 ευρώ, έναντι των οποίων η εναγομένη κατέβαλε 584,30 ευρώ και οφείλει το υπόλοιπο 186,74 ευρώ. 10) Τον Οκτώβριο: α) 121 ώρες και δικαιούταν 729,63 ευρώ (121 Χ 8,03 ευρώ), β) μία ώρα πέραν του 8ώρου στις 10.10.2008, για την οποία δικαιούται 7,54 ευρώ για την 9η ώρα (6,03 Χ 25%), γ) τρία Σάββατα επί 4 ώρες και ένα Σάββατο επί 5 ώρες, δικαιούταν δε 102,51 ευρώ (17 ώρες Χ 6,03 ευρώ), δ) τρεις Κυριακές επί 4 ώρες και μία Κυριακή επί 5 ώρες, δικαιούταν δε 179,35 ευρώ (6,03 ευρώ Χ 75%= 10,55 ευρώ Χ 17 ώρες).

Συνολικά δε δικαιούταν 1.019,03 ευρώ (729,63 + 7,54 + 102,51 + 179,35), μείον 198,20 ευρώ οι προβλεπόμενες κρατήσεις (1.019,03 Χ 19,45%)= 820,83 ευρώ, έναντι των οποίων η εναγομένη κατέβαλε 539,01 ευρώ και οφείλει το υπόλοιπο 181,82 ευρώ. 11) Τον Νοέμβριο: α) 117 ώρες β) επί εννέα ώρες την 14.11.2008, δικαιούταν δε για την 9η ώρα 7,54 ευρώ (6,03 Χ 25% Χ 1 ώρα), και δικαιούταν 705,51 ευρώ (117 Χ 6,03 ευρώ), γ) τρία Σάββατα επί 4 ώρες και ένα Σάββατο επί 5 ώρες, δικαιούταν δε 102,51 ευρώ (17 ώρες Χ 6,03 ευρώ) και δ) τέσσερις Κυριακές επί 4 ώρες και δικαιούταν 158,80 ευρώ (6,03 ευρώ Χ 75%= 10,55 ευρώ Χ 16 ώρες).

Συνολικά δε δικαιούταν 984,36 ευρώ (705,51 + 7,54 + 102,51 + 168,80), μείον 191,46 ευρώ οι προβλεπόμενες κρατήσεις (984,36 Χ 19,45%)= 792,90 ευρώ, έναντι των οποίων η εναγομένη κατέβαλε 575,45 ευρώ και οφείλει το υπόλοιπο 217,45 ευρώ. Και 12) τον Δεκέμβριο: α) 65 ώρες και δικαιούταν 391,95 ευρώ (65 Χ 6,03 ευρώ), β) ένα Σάββατο επί 4 ώρες και δικαιούταν 24,12 ευρώ (4 ώρες Χ 6,03 ευρώ), γ) δύο Κυριακές επί 4 ώρες και τα Χριστούγεννα, δικαιούταν δε 126,60 ευρώ (6,03 ευρώ Χ 75%= 10,55 ευρώ Χ 12 ώρες) και δ) για τις δέκα ημέρες αδείας δικαιούταν 361,80 ευρώ (10 ημέρες Χ 6 ώρες = 60 ώρες Χ 6,03 ευρώ).

Συνολικά δε δικαιούταν 904,47 ευρώ (391,95 + 24,12 + 126,60 + 361,80), μείον 175,92 ευρώ οι προβλεπόμενες κρατήσεις (904,47 Χ 19,45%)= 728.55 ευρώ, έναντι των οποίων η εναγομένη κατέβαλε 615,61 ευρώ και οφείλει το υπόλοιπο 112,94 ευρώ.

Συνεπώς για το έτος 2008 η εναγομένη οφείλει συνολικά στην ενάγουσα το ποσό των 2.001,17 ευρώ, ήτοι 2.032,0986 ευρώ οι συνολικές δικαιούμενες διαφορές, μείον 30,92 ευρώ οι επιπλέον ληφθείσες αποδοχές μηνός Ιανουαρίου. Επίσης για τις διαφορές των επιδομάτων του έτους αυτού οφείλει στην ενάγουσα 739,38 ευρώ. Ειδικότερα, ενώ σύμφωνα με τις πιο πάνω μικτές αποδοχές της δικαιούταν η ενάγουσα, μετά την αφαίρεση των νομίμων κρατήσεων:

α) για δώρο Πάσχα 558,63 ευρώ, η εναγομένη της κατέβαλε 283,87 ευρώ και οφείλει το υπόλοιπο 274,76 ευρώ. β) για δώρο Χριστουγέννων 871,33 ευρώ, η εναγομένη κατέβαλε 567,74 ευρώ και οφείλει το υπόλοιπο 303,59 ευρώ και γ) για το επίδομα αδείας 444,90 ευρώ, η εναγομένη κατέβαλε 283,87 ευρώ και οφείλει το υπόλοιπο 151,03 ευρώ Έτσι για το έτος 2008 η εναγομένη όφειλε στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 2.740,55 ευρώ (2.001,17 + 739,38).

Συνολικά δε, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα των ετών 2007 και 2008, η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των 4.803,41 ευρώ (2.062,86 + 2740,55). Με τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του Ειρηνοδικείου που είχε δεχθεί την αγωγής της αναιρεσίβλητης.

Με το να υπολογίσει το πρωτοδικείο, με την ως άνω κρίση του τις αμοιβές της αναιρεσίβλητης για τις ώρες που εργάσθηκε με βάση το ωρομίσθιο του εργαζομένου στην ίδια εργασία με πλήρη απασχόληση και όχι με βάση το ημερομίσθιο, τα δε επιδόματα εορτών και άδειας, όπως προκύπτει από τους σχετικούς μαθηματικούς υπολογισμούς, παρά την πλεοναστική αναφορά στη μείζονα σκέψη ότι "πρέπει να σημειωθεί ότι τα επιδόματα εορτών των εργαζομένων που απασχολούνται σε ένα εργοδότη και αμείβονται με ωρομίσθιο, υπολογίζονται βάσει του μέσου ημερομισθίου που λαμβάνει ο μισθωτός που αμείβεται με τον τρόπο αυτό, το οποίο βρίσκεται με τη διαίρεση του συνόλου των αμοιβών με το συνολικό αριθμό των ημερών που εργάσθηκε ή διατήρησε αξίωση για τις αποδοχές του" με βάση τις τακτικές αποδοχές, στις οποίες συμπεριέλαβε και την αναλογία από την προσαύξηση για εργασία της κατά τις Κυριακές κάθε μήνα καθ’ όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα, που παρεχόταν δηλαδή τακτικά και μόνιμα και όχι έκτακτα, κατά τις ως άνω παραδοχές, συνυπολογίζοντας επί πλέον στον υπολογισμό των επιδομάτων εορτών και την αναλογία από το επίδομα άδειας, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 38 του ν. 1892/1990, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν.2639/1998 και συμπληρώθηκε με άρθρο 7 Ν. 2874/2000, της από 12.4.2007 ΣΣΕ και των υπ’ αριθ. 19/2007 και 11/2008 Διαιτητικών Απoφάσεων "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών όλης της χώρας", του ν. 1082/1980, της ΚΥΑ 19040/1981, του α.ν. 539/1945 και του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966.

Επομένως ο πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια ότι παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 38 του ν.1892/1990, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν.2639/1998 και συμπληρώθηκε με άρθρο 7 Ν. 2874/2000, της από 12.4.2007 ΣΣΕ και των υπ’ αριθ. 39/2006, 19/2007 και 11/2008 Διαιτητικών Αποφάσεων "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών όλης της χώρας", με το να υπολογίσει τα οφειλόμενα για τις ώρες εργασίας που πραγματοποίησε η αναιρεσίβλητη με βάση το ωρομίσθιο και όχι το ημερομίσθιο των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών και ο τρίτος από τον ίδιο αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, κατά το σκέλος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια ότι παραβίασε τις υπόλοιπες από τις ως άνω διατάξεις με το να υπολογίσει στον προσδιορισμό των επιδομάτων εορτών και άδειας την προσαύξηση από την εργασία κατά τις Κυριακές, αλλά και την προσαύξηση από την αναλογία του επιδόματος άδειας στα επιδόματα εορτών είναι αβάσιμοι.

Ο πρώτος λόγος κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι με τις ως άνω παραδοχές της "... δεν αποσαφηνίζεται εάν οι συγκεντρωτικά γενόμενες δεκτές ως αποδειχθείσες ώρες εργασίας, της αναιρεσίβλητης για κάθε μήνα και όχι με επί μέρους προσδιορισμό τους για κάθε εβδομάδα ή ημέρα εκάστης εβδομάδας του επιδίκου διαστήματος, συμπίπτουν με την εν συνεχεία παραδοχή για απασχόληση της αναιρεσίβλητης σε ώρες κατά τις ημέρες του Σαββάτου και της Κυριακής και αν έγιναν καθ’ υπέρβαση ή μη του νόμιμου ημερησίου ωραρίου, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς, το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα του ορθού κατά νόμον μαθηματικού υπολογισμού των πραγματικών ωρών απασχόλησης της αναιρεσίβλητης...", αλλά και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι με τις ως άνω παραδοχές της, ως προς τα οφειλόμενα από την αναιρεσείουσα στην αναιρεσίβλητη για επιδόματα εορτών και άδειας δημιουργείται ασάφεια ως προς την ύπαρξη και το ακριβές ύψος αυτών, χωρίς ρητή αναφορά του νόμου και χωρίς κανέναν νομικό υπολογισμό, χωρίς δηλαδή να διευκρινίζεται αν ο υπολογισμός έγινε με βάση τις τακτικές αποδοχές κατά τον κρίσιμο χρόνο καταβολής των επιδομάτων αυτών ή με βάση το μέσο ημερομίσθιο του συνόλου των ημερών που εργάσθηκε και λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό κάθε επιδόματος, είναι απαράδεκτοι, διότι με αυτούς αποδίδεται, στην πραγματικότητα, η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ που κατ’ επίφαση αναφέρεται στο αναιρετήριο, η οποία, όμως, δεν προβλέπεται κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατ` αποφάσεων ειρηνοδικείων.

Τα χρονικά όρια της εργασίας των μισθωτών έχουν καθοριστεί με ειδικές διατάξεις δημοσίας τάξεως, με την έννοια ότι αποτελούν τα ελάχιστα όρια προστασίας των εργαζομένων και συνεπώς με ατομική ή συλλογική σύμβαση εργασίας ή με διαιτητική απόφαση ή άλλη κανονιστική πράξη νομοθετικής ή συμβατικής ισχύος μπορούν να περιοριστούν, όχι όμως και να ξεπεραστούν χωρίς την τήρηση της διαδικασίας για τη νομιμότητα της υπερωριακής απασχολήσεως.

Ειδικότερα: Με την Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. της 26.2.1975, η οποία κυρώθηκε με το ν. 133/1975, εισήχθη η εβδομάδα των πέντε (5) εργασίμων ημερών ή το λεγόμενο διαφορετικά πενθήμερο εργασίας, δηλαδή καθιερώθηκε ως χρονικό όριο εργασίας οι σαράντα πέντε (45) ώρες την εβδομάδα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 της από 14.2.1984 εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την απόφαση του Υπουργού Εργασίας 11770/20.3.1984 (ΦΕΚ Β’ , 81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίστηκε από 1.1.1984 σε 40 ώρες, για την απασχόληση δε πέρα από το συμβατικό (συλλογικό) αυτό εβδομαδιαίο ωράριο έως τη συμπλήρωση του νόμιμου ανώτατου ωραρίου εβδομαδιαίας εργασίας (υπερεργασία) καταβάλλεται αμοιβή, σύμφωνα με το άρθρο 9 της 1/1982 απόφασης του Δ.Δ.Δ.Δ.

Αθηνών, που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του νόμου 1346/1983 (ΑΠ 864/2015). Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει μεταξύ άλλων, ότι υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας η εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας (εντός του 8/ώρου) κατά τα Σάββατα, ημέρα υποχρεωτικής ανάπαυσης λόγω εξάντλησης του 5νθημέρου, απαγορευομένη από κανόνα δημόσιας τάξης, είναι άκυρη και γεννά απαίτηση απόδοσης της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού κατ` αρ. 904 Α.Κ.( ΑΠ 864/2015, 1615/ 2011).

Περαιτέρω, με την ΥΑ 13129/2004 (ΦΕΚ Β` 1643/5-11-2004) "Κήρυξη υποχρεωτικής της απόφασης διαιτησίας 39/2004 που αφορά τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών όλης της Χώρας", που αφορά, μεταξύ άλλων τους εργαζόμενους που απασχολούνται με σχέση εξαρτημένης εργασίας σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στους χώρους του καθαρισμού κτιρίων, ως βοηθητικό προσωπικό καθαριότητας, καθιερώνεται, για τους εργαζομένους που υπάγονται στη ρύθμιση αυτή εβδομαδιαία εργασία πέντε ημερών, 8ώρου ημερήσιας απασχόλησης και 40 ωρών εβδομαδιαίας εργασίας, oι θεσμικοί όροι της ΕΓΣΣΕ όπως ισχύει αποτελούν μέρος αυτής και ισχύουν και για τους μισθωτούς που υπάγονται σ` αυτή, η δε ισχύς της αρχίζει από 1.1.2004 (AΠ 1166/2014).

Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 2 του ν. 435/1976, 1 και 10 παρ. 1 του ΒΔ 748/1966, τις διατάξεις της 8900/1956 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και του άρθρου 904 ΑΚ, προκύπτει ότι σε εκείνον που παρέσχε την εργασία του κατά τις Κυριακές πρέπει να χορηγηθεί αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση διαρκείας 24 συνεχών ωρών σε άλλη, εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας που άρχισε την Κυριακή.

Η εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την Κυριακή χωρίς χορήγηση άλλης ημέρας αναπαύσεως την εβδομάδα που ακολουθεί την Κυριακή, απαγορευμένη από τους πιο πάνω κανόνες δημοσίας τάξεως, είναι άκυρη και γεννά, πέραν της προσαύξησης 75% επί του νομίμου ημερομισθίου για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο, απαίτηση αποδόσεως της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Η ωφέλεια αυτή, όπως και στην περίπτωση εργασίας κατά το Σάββατο, ως έκτης ημέρας σε σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, συνίσταται στις αποδοχές τις οποίες ο εργοδότης θα κατέβαλλε σε άλλο μισθωτό, που θα απασχολείτο με έγκυρη σύμβαση εργασίας κατά τις ως άνω ημέρες, υπό τις αυτές συνθήκες με τον ακύρως κατ` αυτές εργασθέντα (ΑΠ 67/2015, 32/2013, 376/2010,1732/2005).

Στην αξίωση αυτή, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, περιλαμβάνονται και τα καταβαλλόμενα στο μισθωτό επιδόματα, μόνο εφόσον αυτά θα καταβάλλονταν και στο μισθωτό, τον οποίο θα προσλάμβανε άλλως ο εργοδότης, αφού διαφορετικά, ως προς αυτά, δεν υπάρχει πλουτισμός του εργοδότη (ΑΠ 32/2013, 1732/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, με τις αναφερόμενες στην προηγούμενη σκέψη παραδοχές του, το Μονομελές Πρωτοδικείο, επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη, αμοιβές, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, για εργασία που παρασχέθηκε από αυτήν προς την αναιρεσείουσα, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα τα Σάββατα και τις Κυριακές, ως έκτη και έβδομη ημέρα της εβδομάδας, υπολογίζοντας στο ωρομίσθιο με βάση το οποίο υπολόγισε την αποδοτέα ωφέλεια που αποκόμισε η αναιρεσείουσα εργοδότρια και το επίδομα γάμου, που λάμβανε η αναιρεσίβλητη για την εργασία της κατά το διάστημα της πενθήμερης εργασίας της, στα πλαίσια της έγκυρης σύμβασης που την συνέδεε με την αναιρεσείουσα, που δεν αποτελεί όμως ωφέλεια, κατά τα προαναφερόμενα, αφού δεν είναι βέβαιο ότι ο εργαζόμενος που θα απασχολείτο στη θέση της αναιρεσίβλητης με έγκυρη σύμβαση εργασίας θα δικαιούτο το επίδομα γάμου.

Με την κρίση του αυτή το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. της 26.2.1975, η οποία κυρώθηκε με το ν. 133/1975, των άρθρων 6 της από 14.2.1984 ΕΓΣΣΕ, 2 του ν. 435/1976, 1 και 10 παρ. 1 του ΒΔ 748/1966, της 8900/1956 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, της Δ.Α. 39/2004 "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών όλης της Χώρας" και του άρθρου 904 ΑΚ.

Επομένως ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια αυτή είναι βάσιμος. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, που κρίθηκε βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιό της, που αναφέρεται στην αμοιβή της αναιρεσίβλητης για εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές και αργίες, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον, από εκείνον που την εξέδωσε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα, λόγω της ισομερούς νίκης και ήττας κάθε διάδικου μέρους (άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβλήθηκε αίτημα με το αναιρετήριο ή με το δικόγραφο των προτάσεων, ή με αυτοτελές δικόγραφο, (που κατατίθενται τα δύο τελευταία στη γραμματεία του Αρείου Πάγου έως την παραμονή της συζήτησης), διατάσσει με την αναιρετική απόφασή του την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από τη εκτέλεση.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο Άρειος Πάγος για να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, πρέπει αυτή είτε εκούσια είτε αναγκαστική, να έγινε με βάση την αναιρούμενη απόφαση, και όχι με άλλη, γιατί στην τελευταία περίπτωση την επαναφορά διατάσσει, κατά το άρθρο 581 παρ. 3 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο της παραπομπής ενώπιον του οποίου συζητείται και πάλι η έφεση μετά την αναίρεση (ΑΠ 1134/2012, 557/2010, 1677/2008, 1877/2005).

Σε περίπτωση που η εκτέλεση έγινε δυνάμει προσωρινά εκτελεστής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εάν η αναιρεθείσα απόφαση του Εφετείου είχε επικυρώσει την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έχει εφαρμογή στο δικαστήριο του Αρείου Πάγου η ως άνω περί επαναφοράς των πραγμάτων διάταξη, αφού η πρωτόδικη απόφαση μετά την επικύρωση της, θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην αναιρεθείσα Εφετειακή απόφαση (ΑΠ 415/2014, 557/2010,558/2010, 648/2005).

Η αίτηση, όμως, αυτή, είναι ανάγκη, κατά τα άρθρα 216 και 217 ΚΠολΔ, να προσδιορίζει τις αιτίες για τις οποίες καταβλήθηκαν τα επιμέρους χρηματικά ποσά που συνθέτουν το επιδιωκόμενο συνολικό ποσό, ώστε στην περίπτωση που η αναιρεσιβαλλομένη αναιρείται κατά ένα μέρος να είναι εφικτός ο προσδιορισμός του ποσού που θα αποδοθεί (AΠ 1164/2014, 1768/2011, 1158/2011, 1371/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, υπέβαλε με τις προτάσεις της παρούσας συζητήσεως, που κατέθεσε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου την παραμονή της συζητήσεως της υποθέσεως (7.11.2016), αίτηση με την οποία ζητάει να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στη κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της αποδώσει το ποσό των 5.014,77 ευρώ, το οποίο κατέβαλε σ’ αυτήν, για κεφάλαιο (4.803,41 ευρώ) και τόκους (211,35 ευρώ), σε εκτέλεση της προσωρινώς εκτελεστής υπ’ αριθ. 5208/2013 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία στη συνέχεια, όπως προαναφέρθηκε, με την απόρριψη κατ’ ουσίαν της κατ’ αυτής ασκηθείσας εφέσεως, ενσωματώθηκε στην αναιρούμενη υπ’ αριθ. 7925/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου.

Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Μονομελές Πρωτοδικείο, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, σε εκτέλεση της οποίας καταβλήθηκε το ανωτέρω αναφερόμενο συνολικό ποσό, επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη τα αναφερόμενα στην απόφαση χρηματικά ποσά του επίδικου χρονικού διαστήματος για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, επιδομάτων εορτών και αδείας, αποδοχών άδειας και για αμοιβή εργασίας κατά τη νύκτα, τα Σάββατα και τις Κυριακές.

Έτσι, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναιρείται στο σύνολό της, η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων με το πιο πάνω περιεχόμενο, είναι απορριπτέα ως αόριστη, διότι δεν προσδιορίζονται σε αυτή αναλυτικά τα επί μέρους ποσά και οι αιτίες για τις οποίες κατεβλήθησαν, ώστε να καθίσταται εφικτός ο καθορισμός του ποσού που πρέπει να επιστραφεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την 7295/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Και

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ