Legislator Case Law & Legislation
313/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for vague legal basis and failure to address prior rejection.

Case Number 313/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Athens Court of Appeal's decision. The appellants argued that the lower court failed to provide a clear legal basis for rejecting their claim regarding commercial agency termination. The court found the appeal inadmissible because the cited legal provision was too vague and the lower court's reasoning did not sufficiently address why this specific basis was rejected. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the cited legal basis is vague and the lower court's reasoning fails to clearly explain the error in applying the law to the facts.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague legal basis commercial agency termination damages Code of Civil Procedure legal reasoning costs of litigation

Cited Legislation

AI generated
Articles 176, 183 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 1, 8 and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 3 para. 1 and 3 of the Rome Convention of 1980
Law 1792/1988
Article 89 b of the German Commercial Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 313 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 313/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης που τελεί υπό εκκαθάριση με την επωνυμία "ΑΘΗΝΑΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ Αντιπροσωπειών Εμπορίου και Βιομηχανίας ΕΠΕ", που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα από την Χ1, 2. Χ1, κατοίκου ......, 3. Χ2, κατοίκου ...... και 4. Χ3, κατοίκου ......, Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φωτεινή Ευσταθίου.

Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΟΠΕΛΑΝΤ ΓΚΕ ΕΜ ΜΠΕ ΧΑ (Copeland GMBH) που εδρεύει στο ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Μιχελή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-7-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4323/1998 προδικαστική 9539/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 5035/2003 μη οριστική και 1061/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-9-2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 26-11-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της συμπροσβαλλόμενης με αριθ. 5035/2003 εν μέρει οριστικής απόφασής του, το Εφετείο δέχθηκε ότι από τη νόμιμα προσκομιζόμενη και από τα δύο διάδικα μέρη σε νόμιμη μετάφραση από 11/22-9-1986 έγγραφη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας που καταρτίσθηκε μεταξύ της πρώτης εναγομένης Γερμανικής εταιρίας ως προμηθεύτριας ψυκτικών μηχανημάτων και της πρώτης ενάγουσας ως εμπορικού αντιπροσώπου αυτής και από την όμοια, με ίδια χρονολογία, δεύτερη σύμβαση μεταξύ της εναγομένης και του Χ, ατομικά, ως συμβούλου - εμπορικού αντιπροσώπου, προκύπτει ότι στο άρθρο 7 των άνω δύο συμβάσεων υπάρχει ο παρακάτω κοινός γραπτός όρος "Αυτό το συμβόλαιο διέπεται από την Γερμανική νομοθεσία, αρκεί να μην παραβαίνει την υποχρεωτική νομοθεσία που ισχύει στον τόπο διαμονής και -ή τον τόπο άσκησης της επιχειρηματικής δραστηριότητας του Αντιπροσώπου.

Τόπος εκπληρώσεως είναι το Βερολίνο ...". Περαιτέρω, δέχεται το Εφετείο, ότι με το άρθρο 3 παρ. 1 και 3 της σύμβασης από 19-6-1980 της Ρώμης, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές που κυρώθηκε με το ν. 1792/1988 και έχει στην Ελλάδα την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ορίζονται τα παρακάτω: "Η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο που επέλεξαν τα συμβαλλόμενα μέρη.

Η επιλογή αυτή πρέπει να είναι ρητή ή να συνάγεται με βεβαιότητα από τις διατάξεις της σύμβασης ή τα δεδομένα της υπόθεσης. Η επιλογή από τα συμβαλλόμενα μέρη αλλοδαπού δικαίου, έστω και αν συνοδεύεται από επιλογή αλλοδαπού δικαστηρίου, δεν είναι δυνατόν, όταν κατά το χρόνο της επιλογής όλα τα άλλα δεδομένα της περίπτωσης εντοπίζονται σε μια μόνο χώρα, να θίξει την εφαρμογή εκείνων των διατάξεων από τις οποίες το δίκαιο της χώρας δεν επιτρέπει παρέκκλιση με σύμβαση και που αναφέρονται παρακάτω ως διατάξεις αναγκαστικού δικαίου", το δε άρθρο 10 παρ. 1 εδ.

δ' τη ίδιας ως άνω σύμβασης της Ρώμης, ορίζει ότι "Το σύμφωνα με τα άρθρα 3 έως 6 και12 εφαρμοστέο στη σύμβαση δίκαιο διέπει ειδικότερα, εκτός άλλων, και τους διάφορους τρόπους απόσβεσης λόγω ενοχών, καθώς και τις παραγραφές και επιπτώσεις λόγω παρόδου προθεσμίας". Επίσης, δέχεται το Εφετείο ότι από τα παραπάνω, ερμηνευομένου του άνω όρου των συμβάσεων των διαδίκων, ως απαιτεί η καλή συναλλακτική πίστη, κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ (LEX FORI), συνάγεται με βεβαιότητα ότι συμφωνήθηκε ρητά, με ρήτρα από τα διάδικα μέρη, όπως για κάθε διαφορά που θα προκύψει μεταξύ τους από ή συνεπεία των ως άνω συμβάσεων, εφαρμοστέο δίκαιο θα είναι το Γερμανικό δίκαιο (LEX VOLUNTΑΤΙS του οποίου θα εφαρμοστούν και οι περί παραγραφής διατάξεις, χωρίς να θίγεται η Ελληνική δημόσια τάξη.

Ότι οι περί παραγραφής διατάξεις του Ελληνικού δικαίου, όπως και οι διατάξεις του ΠΔ 219/1991 περί Εμπορικών Αντιπροσώπων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, είναι μεν αναγκαστικού δικαίου αλλά όχι άμεσου εφαρμογής, όπως νοούνται στην άνω σύμβαση και στο άρθρο 7 της Σύμβασης της Ρώμης, ώστε να εφαρμοστεί το Ελληνικό δίκαιο, ειδικά για την παραγραφή ... .

Ότι ανεξαρτήτως τούτου τα δεδομένα της ένδικης περίπτωσης δεν εντοπίζονται όλα στην Ελλάδα, αφού η εναγομένη είναι Γερμανική εταιρία και τόπος εκτέλεσης της σύμβασης είναι το Δυτικό Βερολίνο, ώστε να μην ισχύει η LEX VOLUNTATIS ήτοι το Γερμανικό δίκαιο και για το ζήτημα της παραγραφής, όπως πράγματι θέλησαν τα μέρη ήτοι να εφαρμόζεται ένα δίκαιο ενιαίως για όλα τα ζητήματα της τυχόν διαφοράς που θα προκύψει μεταξύ τους.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την συμπροσβαλλόμενη εν μέρει οριστική με αριθ. 5035/2003 απόφασή του, απέρριψε κατ' ουσίαν τους λόγους της έφεσης των αναιρεσειόντων, με τους οποίους παραπονούντο κατά της πρωτόδικης απόφασης ότι εσφαλμένα έκρινε ότι εφαρμοστέο στην υπό δίκην υπόθεση ήταν το Γερμανικό δίκαιο. 'Ετσι κρίνοντας το Εφετείο, με το να δεχθεί δηλαδή ότι εφαρμοστέο είναι το Γερμανικό δίκαιο, ως το δίκαιο στο οποίο τα διάδικα μέρη ηθέλησαν να υπαγάγουν τις διαφορές τους εκ των επιδίκων συμβάσεων, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 και 3 της Σύμβασης της Ρώμης, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές, που κυρώθηκε με το ν. 1792/1988 και άρχισε να ισχύει στην Ελλάδα από 1-41991, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αφού, διαπιστώνοντας κατά την ανέλεγκτη κρίση του κενό στον προμνησθένα όρο των ενδίκων συμβάσεων, προέβη στην ερμηνεία αυτού, αναζητώντας την αληθή βούληση των μερών, υπό το πρίσμα των αρχών της καλής πίστης και των χρηστών ηθών.

Διέλαβε άλλωστε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, έτσι ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ειρημένων διατάξεων. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οι εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 πλημμέλειες της παραβίασης των προαναφερθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμος.

Ως προς την αιτίαση ότι και υπό την εκδοχή ότι εφαρμοστέο εν προκειμένω δίκαιο είναι το Γερμανικό δίκαιο, μη εφαρμόζοντας ως προς την παραγραφή τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις περί παραγραφής του Ελληνικού δικαίου, το Εφετείο παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 και 3 της Σύμβασης της Ρώμης, υποπίπτοντας έτσι την πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν ερεύνησε την προβληθείσα εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ένσταση παραγραφής της ένδικης αξίωσης των αναιρεσειόντων, αλλά απέρριψε την αγωγή αυτήν κατ' ουσίαν, δεχθέν ότι, εφόσον συνέτρεξε σπουδαίος λόγος καταγγελίας των συμβάσεων εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, οι αναιρεσείοντες δεν είχαν δικαίωμα αποζημίωσης.

Επίσης ως προς την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ επικαλούμενη πλημμέλεια της παραβιάσεως των διατάξεων του ΠΔ 219/1991 ο ίδιος λόγος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι διατάξεις του ΠΔ/τος 219/1991 δεν εφαρμόστηκαν από το Εφετείο, ούτε με βάση τις παραδοχές του συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής τους.

Επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Όπως προκύπτει από τις γνωμοδοτήσεις που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και συγκεκριμένα α) την από 8-8-2000 γνωμοδότηση του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου β) την από 20-7-2000 γνωμοδότηση της δικηγόρου Γερμανίας ......, γ) την από 5-6-2001 γνωμοδότηση της δικηγόρου Γερμανίας ......, καθώς και από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων δικηγόρων Αθηνών ......

και ......, που περιέχονται στην υπ' αριθμ. 1205/1998 εισηγητική έκθεση, στο γερμανικό δίκαιο η σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας διέπεται από τις διατάξεις των παραγράφων 84-92 του Γερμανικού Εμπορικού Κώδικα. Ειδικά για την αποζημίωση του εμπορικού αντιπροσώπου προβλέπει η παράγραφος 89 b του ως άνω κώδικα.

Η παράγραφος αυτή υπέστη ορισμένες τροποποιήσεις με το νόμο της 23.10.1989, προκειμένου να εναρμονισθεί το γερμανικό δίκαιο περί εμπορικής αντιπροσωπείας προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Θεσπίστηκε πάντως μεταβατική περίοδος ως τις 31-12-1993 για τις ήδη υφιστάμενες συμβάσεις, δηλαδή αυτές κατά την παραπάνω χρονική περίοδο διέπονταν από το προγενέστερο δίκαιο.

Ας σημειωθεί ότι και στο ελληνικό δίκαιο ισχύει η ίδια ρύθμιση ως προς την έναρξη ισχύος της κοινοτικής αυτής οδηγίας, αφού στο άρθρο 11 του π.δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων" ρητά ορίστηκε ότι "οι διατάξεις του παρόντος προεδρικού διατάγματος εφαρμόζονται στις συμβάσεις που συνάπτονται μετά την έναρξη της ισχύος του" (παρ.1), ενώ "για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών από συμβάσεις που συνήφθησαν πριν από την ισχύ του παρόντος προεδρικού διατάγματος εφαρμόζονται οι διατάξεις του διατάγματος αυτού την 1η Ιανουαρίου 1994".

Στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει του ότι οι καταγγελίες των ενδίκων συμβάσεων αντιπροσωπείας έγιναν στις 31-8-1992, εφαρμογή επί της ένδικης διαφοράς έχουν οι διατάξεις της παραγράφου 89 b του Γερμανικού Εμπορικού Κώδικα, όπως ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με το νόμο της 23-10-1989ι οι οποίες ορίζουν τα ακόλουθα " (1) ο εμπορικός αντιπρόσωπος μετά τη λύση της συμβατικής σχέσεως δύναται να απαιτήσει από τον επιχειρηματία εύλογη αποζημίωση αν και στο βαθμό που 1.

Ο επιχειρηματίας από τις εμπορικές σχέσεις με νέους πελάτες, τους οποίους απέκτησε ο εμπορικός αντιπρόσωπος, έχει σημαντικά οφέλη και μετά τη λύση της συμβατικής σχέσεως. 2. Ο εμπορικός αντιπρόσωπος εξαιτίας της λύσεως της συμβατικής σχέσεως χάνει αξιώσεις για προμήθεια, την οποία θα είχε αν αυτή συνεχιζόταν, από συναλλαγές που έχουν ήδη καταρτισθεί ή που μελλοντικά θα καταρτίζονταν με πελάτες τους οποίους αυτός απέκτησε. 3.

Η καταβολή αποζημιώσεως κρίνεται δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των συνθηκών. Προς την προσέλκυση νέας πελατείας εξομοιώνεται το ότι εμπορικός αντιπρόσωπος έχει διευρύνει τόσο σημαντικά τις εμπορικές σχέσεις με έναν πελάτη, ώστε αυτό οικονομικά αντιστοιχεί με προσέλκυση νέου πελάτη. (2) Η αποζημίωση ανέρχεται το ανώτερο σε μια ετήσια προμήθεια, που υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο των τελευταίων πέντε ετών της δραστηριότητας του εμπορικού αντιπροσώπου ή άλλης ετήσιας αμοιβής.

Σε περίπτωση συμβατικής σχέσεως μικρότερης διάρκειας λαμβάνεται ως βάση ο μέσος όρος της διάρκειας δραστηριότητας. (3) Η αξίωση δεν υφίσταται αν ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατάγγειλε τη συμβατική σχέση, εκτός αν η συμπεριφορά του επιχειρηματία έδωσε την αφορμή ή αν η συνέχιση της δραστηριότητας του εμπορικού αντιπροσώπου δεν μπορεί να απαιτηθεί εντός των ορίων της καλής πίστης λόγω ηλικίας ή ασθένειας.

Η αξίωση δεν υφίσταται ακόμη αν ο επιχειρηματίας κατάγγειλε τη συμβατική σχέση και για την καταγγελία υπήρχε σοβαρός λόγος εξαιτίας υπαίτιας συμπεριφοράς του εμπορικού αντιπροσώπου". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι για την καταβολή αποζημίωσης στον εμπορικό αντιπρόσωπο πρέπει να υφίστανται και οι τρεις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος και οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να υπάρχουν ταυτόχρονα και θεωρούνται ισοδύναμες.

Το καταβλητέο ποσό αποζημίωσης ανέρχεται το πολύ στην ετήσια προμήθεια ή άλλη ετήσια αμοιβή, η οποία υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο των εσόδων των τελευταίων πέντε ετών. Αξίωση όμως αποζημίωσης δεν υφίσταται όταν ο επιχειρηματίας έχει καταγγείλει την συμβατική σχέση και υπήρχε σπουδαίος λόγος για την καταγγελία λόγω υπαίτιας συμπεριφοράς του εμπορικού αντιπροσώπου.

Σπουδαίος λόγος υφίσταται όταν δεν μπορεί να ζητηθεί από τον καταγγέλοντα, με βάση την αρχή της καλής πίστης, να συνεχίσει την σύμβαση μέχρι την πάροδο της τακτικής προθεσμίας καταγγελίας. Το ζήτημα αυτό δεν αποφασίζεται με μοναδικό κριτήριο το γεγονός που έχει προκαλέσει την καταγγελία, αλλά λαμβάνονται υπόψη όλες οι συνθήκες της συμβατικής σχέσης, όπως το είδος και η διάρκειά της, η διαμόρφωση των προσωπικών και αντικειμενικών σχέσεων, οι επιτυχίες του εμπορικού αντιπροσώπου και η συμπεριφορά του ίδιου του καταγγέλοντα (Εφετείο Στουτγάρδης ΒΒ 1960 σελ. 956)".

Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα εξής : "Η εναγόμενη εταιρία, που εδρεύει στο ......, είναι εταιρία παραγωγής ψυκτικών μηχανημάτων και από το έτος 1980 είχε ως εμπορικό αντιπρόσωπό της στην Ελλάδα τον Χ, ο οποίος και αντιπροσώπευε την πιο πάνω αλλοδαπή εταιρεία διαμέσου της συσταθείσας από το 1979 πρώτης ενάγουσας υπό εκκαθάριση εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Αθηναϊκό Γραφείο Αντιπροσωπειών Εμπορίου και Βιομηχανίας Ε.Π.Ε.".

Διαχειρίστρια της τελευταίας αυτής εταιρίας περιορισμένης ευθύνης ήταν η Α (πρωτοδίκως δεύτερη εναγομένη) από το 1979 μέχρι τις 28-8-1992, οπότε διαχειριστής αυτής ορίστηκε ο Χ. Ο τελευταίος, που ήταν μόνιμος κάτοικος του ......, απεβίωσε στις 28-2-1993 και δυνάμει εκ διαθήκης κληρονομικής διαδοχής κληρονομήθηκε επ' ωφελεία απογραφής από τους τρεις τελευταίους ενάγοντες, δηλαδή από τη σύζυγο και τα δύο τέκνα του.

Στις 22-9-1986 μεταξύ της εναγομένης γερμανικής Εταιρίας και της πρώτης ενάγουσας εταιρίας περιορισμένης ευθύνης καταρτίσθηκε σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, δυνάμει της οποίας η δεύτερη υπό την ιδιότητα του εμπορικού αντιπροσώπου ανέλαβε από την 1-7-1986 και για αόριστο χρόνο, έναντι προμηθείας 1% επί των πωλήσεων, τη διαπραγμάτευση και σύναψη συμβάσεων πωλήσεως στην Ελλάδα των αναφερόμενων στην σύμβαση αυτή ψυκτικών μηχανημάτων στο όνομα και για λογαριασμό της πρώτης.

Την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 22-9-1986, μεταξύ της εναγόμενης γερμανικής εταιρίας και του Χ καταρτίσθηκε σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, δυνάμει της οποίας ο δεύτερος υπό την ιδιότητα του εμπορικού αντιπροσώπου ανέλαβε από την 1-7-1986 και για αόριστο χρόνο, έναντι προμήθειας 4% επί των πωλήσεων, την διαπραγμάτευση και σύναψη συμβάσεων πωλήσεως στην Ελλάδα των αναφερόμενων στην σύμβαση αυτή ψυκτικών μηχανημάτων στο όνομα και για λογαριασμό της πρώτης.

Ρητά ορίστηκε και στις δυο συμβάσεις εμπορικής αντιπροσωπείας α) ότι αυτές θα διέπονται από το γερμανικό δίκαιο και β) ότι η λήξη των συμβάσεων αυτών μπορεί να γίνει από οποιοδήποτε μέρος με προειδοποίηση, που θα επιδοθεί τρεις μήνες πριν τη λήξη του κάθε ημερολογιακού μισού έτους, χωρίς να θίγεται το δικαίωμα να καταγγελθούν οι συμβάσεις αυτές αμέσως, χωρίς προειδοποίηση, λόγω σπουδαίου λόγου.

Στις 31-8-1992 η εναγόμενη γερμανική εταιρία με τα από 31-8-1992 τηλεομοιοτυπικά μηνύματα της, που απέστειλε στην πρώτη ενάγουσα εταιρία περιορισμένης ευθύνης και στον Χ, κατήγγειλε τις πιο πάνω συμβάσεις εμπορικής αντιπροσωπείας αναφέροντας στα τηλεομοιοτυπικά αυτά μηνύματα κατά λέξη "ότι λαμβάνοντας υπόψη την ισχύουσα κατάσταση και τα πολύ γνωστά σε σας πρόσφατα γεγονότα με την παρούσα λύουμε το συμβόλαιο εμπορικής αντιπροσωπείας με άμεση ισχύ και χωρίς ειδοποίηση ή προς διευκόλυνση με προειδοποίηση τριών μηνών πριν από τις 31-12-1992".

Η εναγόμενη γερμανική εταιρία προέβη στην καταγγελία των συμβάσεων εμπορικής αντιπροσωπείας, διότι κατά το τελευταίο προ της καταγγελίας έτος ο εμπορικός αντιπρόσωπος της Χ, που ήταν και βασικός εταίρος της πρώτης ενάγουσας εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με ποσοστό συμμετοχής 45%, των υπολοίπων ποσοστών 45% και 10% ανηκόντων στη σύζυγο του και στην Α αντιστοίχως, είχε επιδοθεί σε έναν υπερβολικά πολυτελή και σπάταλο τρόπο ζωής στο ......, όπου διέμενε, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν σημαντικά χρέη σε βάρος του, τα οποία προσπαθούσε να αντιμετωπίσει με συνεχή τραπεζικό δανεισμό και με την έκδοση ακάλυπτων επιταγών.

Οι ενέργειες αυτές είχαν ως συνέπεια αυτός να απολέσει την αξιοπιστία του απέναντι σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, να καταστεί οικονομικά αφερέγγυος και σημαντικός αριθμός δανειστών του να απαιτεί την άμεση εξόφληση των χρεών του με την απειλή λήψεως δικαστικών μέτρων σε βάρος του. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τα έγγραφα αλλοδαπών τραπεζών και εταιρειών, που επικαλείται και προσκομίζει σε επίσημη μετάφραση η εναγομένη, ο Χ είχε οφειλές α) προς την τράπεζα ΑΜΕRICΑΝ ΕΧΡRESS ποσού 351.348,69 γαλλικών φράγκων από την χρήση της πιστωτικής κάρτας του και για το λόγο αυτό η εν λόγω τράπεζα με την από 7-7-1992 επιστολή της απαγορεύει σ' αυτόν την χρήση της πιστωτικής κάρτας και ζητεί την άμεση εξόφληση της οφειλής του, β) προς την εταιρία ΑΡΙCIL ποσού 3.305,53 γαλλικών φράγκων, γ) προς τον όμιλο ξενοδοχειακών επιχειρήσεων SΒΜ ποσού 136.259,60 γαλλικών φράγκων από την παροχή ξενοδοχειακών υπηρεσιών σε αυτόν, δ) προς την BUREAU VERITAS ποσού 246.642,80 γαλλικών φράγκων, ε) προς την εταιρία PETROSSIAN ποσού 16.116,25 γαλλικών φράγκων, στ) προς την Εθνική Τράπεζα Παρισιού ποσού 9.675.744,80 γαλλικών φράγκων από εγγυήσεις που είχαν καταπέσει, ζ) προς την ίδια τράπεζα ποσού 17.172.847,07 γαλλικών φράγκων από εγγυήσεις που είχαν καταπέσει και η) προς τον απασχολούμενο στις επιχειρήσεις του στο ......

εργαζόμενο ...... καθυστερούσε την καταβολή του μισθού του μηνός Ιουνίου 1992, ενώ οι τράπεζες ΑΜΕRΙCΑΝ ΕΧΡESS ΒΑΝΚ, ΒΑΝQUΕ DΕ DEPOTS και DΝΡ με τις από 16-6-1992, 31-3-1992 και 19-6-2002 επιστολές τους αντιστοίχως ενημερώνουν τον Χ, ότι εξέδωσε ακάλυπτες επιταγές ποσού 50.000, 5.000.000 και 300.000 γαλλικών φράγκων αντιστοίχως και του ζητούν την επιστροφή όλων των μπλοκ επιταγών που έχει στην κατοχή του.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από το 23-2-1993 έγγραφο της Διεύθυνσης Εμπορίου, Βιομηχανίας και Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας του Μονακό, ο Χ από την 1-7-1992 έπαψε να έχει το δικαίωμα προς άσκηση του επαγγέλματος του εμπορικού αντιπροσώπου, ενώ και άλλη γερμανική εταιρία και συγκεκριμένα η εταιρία με την επωνυμία "KUHLAUTOMAT BERLIN GMBH KAB", της οποίας ο Χ ήταν εμπορικός αντιπρόσωπος, κατήγγειλε με το από 23-7-1992 έγγραφό της, τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας που είχε μαζί του.

Η κακή οικονομική κατάσταση, στην οποία είχε περιέλθει ο εμπορικός αντιπρόσωπος της εναγομένης Χ, έγινε γνωστή και στην Ελλάδα από δημοσιεύματα του ημερήσιου τύπου, με αποτέλεσμα οι πελάτες της εναγομένης στην Ελλάδα αφ' ενός μεν να αρνούνται οποιαδήποτε συναλλαγή με τον ίδιο ή με την εκπροσωπούμενη από αυτόν πρώτη ενάγουσα εταιρία περιορισμένης ευθύνης, αφ' ετέρου δε άρχισαν να επιδιώκουν την απευθείας επαφή με την εναγομένη για την αγορά από την τελευταία προϊόντων της, εκφράζοντας παράλληλα και τις διαμαρτυρίες τους προς την εναγομένη για την οικονομική αφερεγγυότητα των εμπορικών αντιπροσώπων της στην Ελλάδα, δηλαδή τόσο του Χ, όσο και της πρώτης ενάγουσας εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, την οποία από άποψη οικονομικής φερεγγυότητας ταύτιζαν με το πρόσωπο του Χ.

Το γεγονός αυτό επηρέαζε κατά τρόπο ιδιαίτερα αρνητικό τις δυνατότητες πωλήσεως ψυκτικών μηχανημάτων της εναγόμενης στην Ελλάδα, αφού είχε κλονισθεί η εμπιστοσύνη τόσο των πελατών της εναγομένης, όσο και της ίδιας προς το πρόσωπο του εμπορικού αντιπροσώπου της Χ καθώς και προς την εκπροσωπούμενη από τον τελευταίο και εμπορικό αντιπρόσωπο της πρώτης ενάγουσας εταιρίας περιορισμένης ευθύνης.

Με τα δεδομένα αυτά η εκ μέρους της εναγόμενης καταγγελία των δύο συμβάσεων εμπορικής αντιπροσωπείας, χωρίς την τήρηση προθεσμίας καταγγελίας, είναι έγκυρη και ισχυρή, αφού συνέτρεχε σπουδαίος προς τούτο λόγος, τέτοιο δε λόγο αναμφιβόλως αποτελούν τα παραπάνω περιστατικά, και δεν ήταν δυνατόν να αξιωθεί από την εναγομένη, σύμφωνα με την αρχή της καλής πίστης, η συνέχιση των συμβάσεων εμπορικής αντιπροσωπείας μέχρι την πάροδο της τακτικής προθεσμίας καταγγελίας.

Εξάλλου, η κακή οικονομική κατάσταση και αφερεγγυότητα των εμπορικών αντιπροσώπων της εναγομένης, που αποτελεί σπουδαίο λόγο καταγγελίας της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, οφειλόταν σε αποκλειστική υπαιτιότητα των εμπορικών αυτών αντιπροσώπων και συγκεκριμένα σε υπαιτιότητα του Χ ατομικά, αλλά και υπό την ιδιότητα του ως νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή της πρώτης ενάγουσας εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, αφού μεγάλο μέρος των προαναφερόμενων χρεών του Χ προκλήθηκαν από τον ιδιαίτερα υπερπολυτελή τρόπο διαβίωσης του και όχι μόνο από την κακή πορεία των επιχειρήσεων του στο ......, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες.

Τα παραπάνω περιστατικά προκύπτουν από το σύνολο των προαναφερόμενων αποδεικτικών στοιχείων και ιδίως από την σαφή και κατηγορική κατάθεση του μάρτυρος της εναγόμενης ...... που διετέλεσε διευθυντής πωλήσεων αυτής κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και ως εκ τούτου έχει σαφή και πλήρη γνώση των περιστατικών που προκάλεσαν την καταγγελία των ένδικων συμβάσεων εμπορικής αντιπροσωπείας, χωρίς να αναιρούνται από την κατάθεση της μάρτυρος των εναγόντων ......

και υπαλλήλου της πρώτης ενάγουσας εταιρίας, η κατάθεση της οποίας δεν κρίνεται πειστική, αφού και η τελευταία αυτή μάρτυρας στην από 2-6-1993 επιστολή της, που απέστειλε στην εναγομένη για να ζητήσει την βοήθεια της προς εξασφάλιση εργασιακών δικαιωμάτων της, θεωρεί ότι ο Χ ήταν αποκλειστικά υπεύθυνος για την διακοπή της εμπορικής συνεργασίας που είχε η εναγόμενη γερμανική εταιρία με τους εμπορικούς αντιπροσώπους στην Ελλάδα.

Συνεπώς, κατά παραδοχή ως βάσιμου σχετικού ισχυρισμού της εναγομένης, τόσο η εμπορική αντιπρόσωπος της πρώτη ενάγουσα εταιρία όσο και οι κληρονόμοι του εμπορικού αντιπροσώπου της Χ δεν έχουν δικαίωμα να αξιώσουν εύλογη αποζημίωση για την καταγγελία των συμβάσεων εμπορικής αντιπροσωπείας, αφού υπήρχε σπουδαίος προς τούτο λόγος και οφειλόταν στην υπαίτια συμπεριφορά των εμπορικών αντιπροσώπων της εναγόμενης.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την αγωγή κατά την από τη σύμβαση αντιπροσωπείας βάση της ως κατ ουσίαν αβάσιμη. Υπό τα ως άνω εκτιθέμενα, ο δεύτερος λόγος, ως και ο συναφής προς αυτόν τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά την από το άρθρο 5591 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αιτίαση περί παραβιάσεως από το Εφετείο των διατάξεων των άρθρων 84-92 του Γερμανικού Εμπορικού Κώδικα, όπως προσαρμόστηκαν με το ν. της 23-10-1989 στην οδηγία 86/653/ΕΟΚ, ερείδονται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει δεν εφαρμόσθηκαν από το Εφετείο οι επικαλούμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, όπως ισχύουν μετά την προσαρμογή τους στην ειρημένη Κοινοτική Οδηγία, ούτε με βάση τις παραδοχές που συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής τους. Εξάλλου, αβάσιμοι είναι οι ίδιοι λόγοι κατά την από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αιτίαση, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της συνδρομής του σπουδαίου λόγου που δικαιολογούσε την έκτακτη καταγγελία αμφοτέρων των επίδικων συμβάσεων, έτσι ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, ία οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Πράγμα, υπό την έννοια αυτή, είναι και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό έστω και αν η απόρριψη του δεν είναι ρητή, αλλά σιωπηρή, συναγόμενη από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996).

Επομένως, είναι αβάσιμος ο τέταρτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος που με αυτόν οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ.8 περ. β' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον έκτο λόγο της έφεσής τους κατά της πρωτόδικης απόφασης με τον οποίο διατύπωσαν παράπονα για την απόρριψη ως αόριστης της επικουρικής βάσης της αγωγής τους για αποζημίωση κατά τις διατάξεις του άρθρου 919 Α.Κ., αφού όπως προκύπτει από την επισκόπηση του αντιγράφου της υπ' αριθμ. 5035/2003 προδικαστικής απόφασης του, το Εφετείο ερεύνησε τον λόγο αυτό έφεσης και τον απέρριψε κατ' ουσίαν.

Ο ίδιος λόγος, ως προς την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ότι δηλαδή χωρίς αιτιολογία το Εφετείο απέρριψε την προαναφερόμενη επικουρική βάση της αγωγής του ως αόριστη, είναι απαράδεκτος αφού για να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αυτός προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν, όπως εν προκειμένω, απορρίπτει την αγωγή, ως νόμω αβάσιμη.

Ο λόγος αυτός, ως προς την εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ απορρέουσα αιτίαση, ότι δηλαδή το Εφετείο, κρίναν ως ορθώς απορριφθείσα πρωτοδίκως την ως άνω επικουρική βάση της αγωγής ως αόριστη, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 914 και 919 του ΑΚ, είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο το ιστορικό της αγωγής σε σχέση με τη συγκεκριμένη επικουρική βάση που απορρίφθηκε ως αόριστη και η νομική κρίση του Εφετείου, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, σχετικά με την έννοια των προαναφερόμενων κανόνων, που οδήγησε σε συγκεκριμένο σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή αυτών με επίδραση στο διατακτικό της.

Επειδή με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η πρώτη των αναιρεσειόντων, επικαλούμενη το άρθρο 559 αρ. 1, 8 και 19 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τον έβδομο λόγο της έφεσής της, με τον οποίο παραπονείται κατά της πρωτόδικης απόφασης για εσφαλμένη απόρριψη της αγωγικής βάσης περί αποζημιώσεως πελατείας, επικουρικώς δε τον απέρριψε αναιτιολογήτως, άλλως κατά παραβίαση των αναφερόμενων πιο πάνω κατά τη διερεύνηση του δεύτερου λόγου ουσιαστικών διατάξεων.

Όπως, όμως, προκύπτει από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, εφαρμόζοντας, και ορθώς - το Γερμανικό δίκαιο περί εμπορικής αντιπροσωπείας και ειδικότερα τις διατάξεις της παραγράφου 89 b του Γερμανικού Εμπορικού Κώδικα, όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το νόμο της 23-10-1989, έκρινε ότι ο εμπορικός αντιπρόσωπος δεν έχει αξίωση αποζημίωσης, στην οποία περιλαμβάνεται και η αποζημίωση πελατείας, όταν η σύμβαση καταγγέλλεται από τον αντιπροσωπευόμενο για σπουδαίο λόγο.

Στη συνέχεια δε, αφού υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στους ως άνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου, έκρινε ότι συνέτρεχε στην προκειμένη περίπτωση σπουδαίος λόγος που δικαιολογούσε την καταγγελία των επιδίκων συμβάσεων, των αναιρεσειόντων μη δικαιουμένων ως εκ τούτου αποζημίωσης, και ακολούθως απέρριψε την αγωγή κατά την κυρία βάση της στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Κατόπιν αυτών, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον έβδομο λόγο έφεσης και τους περιεχόμενους σ' αυτόν ισχυρισμούς αναφορικά με την βάση της αγωγής περί αποζημίωσης πελατείας και τον απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, διαλαμβάνοντας προς τούτο στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός, κατά τις από τους αριθ. 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι αβάσιμος. Κατά την από τον αριθ. 1 του ίδιου ως άνω άρθρου πλημμέλεια περί παραβιάσεως των παραγράφων 84-92 του Γερμανικού Κώδικα, όπως προσαρμόσθηκαν με το νόμο της 23-10-1989 στην οδηγία 86/653/ΕΟΚ, ο ερευνώμενος λόγος ταυτίζεται με τον δεύτερο λόγο και άρα παρέλκει η εκ νέου εξέτασή του. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26 Σεπτεμβρίου 2006 αίτηση των 1) της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΘΗΝΑΪΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ Αντιπροσωπειών Εμπορίου και Βιομηχανίας ΕΠΕ", 2) Χ1, 3) Χ2, και 4) Χ3 για αναίρεση των 1061/2006 και 5035/2003 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών, και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ