Supreme Court allows appeal against traffic accident verdict, overturning liability finding due to insufficient reasoning on driver's negligence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted the appeal against the First Instance Court's judgment regarding a traffic accident involving a motorcycle and a car. The appellants argued that the lower court failed to adequately justify the finding of negligence against the motorcycle driver, violating substantive law provisions on liability. Consequently, the Court declared the appeal admissible, annulled the contested portion of the lower court's decision regarding the motorcycle driver's liability, and remanded the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code; The court must provide sufficient reasoning when attributing liability to a party, ensuring the decision aligns with objective standards of care and common sense.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 312 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 312/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Κ. του Γ., χας Δ. Κ., 2) Π. Κ. του Δ., κατοίκων Λ., 3) Χ. Κ. του Δ., κατοίκου Β. Λ. και 4) Α. χας Γ. Κ., κατοίκου Γ. Λ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ντοκατζή.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Σταμάτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 30-10-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του, δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμ. καταθ. 5560/4252/2018 και 6975/5308/2018 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν με την με αριθμ. καταθ. 5355/4548/2019 παρεμπίπτουσα αγωγή του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13749/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 31/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-4-2022 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από 28-4-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1445/165/13-5-2022), αίτηση αναιρέσεως, όπως παραδεκτά διορθώθηκε η επωνυμία της αναιρεσίβλητης με δήλωσή της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, κατά της υπ' αριθμ. 31/2022 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς προθεσμίας από την δημοσίευση της ανωτέρω προσβαλλομένης αποφάσεως (στις 7-1-2022), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4.335/2015).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 31/2022, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής: Με την από 30-1-2018 (υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 5560/4252/9-3-2018) αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν ότι, κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος και μη διάδικος πλέον Α.
Σ., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική του ευθύνη στην δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "INTERAMERIKAN Ελληνική Εταιρεία Ασφαλίσεων Ζημιών Μονοπρόσωπη Α.Ε.", από αποκλειστική του υπαιτιότητα, συγκρούσθηκε με την υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ΝΚΑ 0824 δίκυκλη μοτοσικλέτα, που οδηγούσε ο Χ. Κ., τέκνο της πρώτης, αδελφός της δεύτερης και εγγονός του τρίτου και της τέταρτης αυτών, με αποτέλεσμα να προκαλέσει τον θάνατο του εν λόγω συγγενούς τους. Με βάση τα περιστατικά αυτά, ζήτησαν, μετά νόμιμη μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής τους σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν σε καθένα αυτών, ως χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, τα αναφερόμενα ποσά.
Επίσης, οι ανωτέρω ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 6975/5308/2018 αγωγή τους, ενώπιον του ιδίου, ως άνω, Δικαστηρίου, επικαλούμενοι το προαναφερθέν ατύχημα, αφού παραιτήθηκαν από την αγωγή τους ως προς τον πρώτο εναγόμενο Αναστάσιο Σιάρκο και ισχυριζόμενοι ότι το ανωτέρω ζημιογόνο Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητο ήταν ανασφάλιστο, ζήτησαν, μετά νόμιμη μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής τους σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του δευτέρου εναγομένου Επικουρικού Κεφαλαίου να καταβάλλει, για την ίδια αιτία, σε καθένα αυτών τα ίδια ποσά. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε τις αγωγές με παρεμπίπτουσα αγωγή - αναγωγή του Επικουρικού Κεφαλαίου κατά του Α.
Σ., εξέδωσε την υπ' αριθμ. 13749/2019 οριστική απόφασή του, με την οποία έκρινε αποκλειστικώς υπαίτιο για την σύγκρουση τον Αναστάσιο Σιάρκο, κήρυξε απαράδεκτη την πρώτη αγωγή και θεώρησε ως μη ασκηθείσα την δεύτερη αγωγή ως προς τον τελευταίο, απέρριψε την δεύτερη κύρια αγωγή και την παρεμπίπτουσα αγωγή και δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν την πρώτη αγωγή.
Κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η από 5-3-2020 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, η από 15-9-2020 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, μόνο κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου και η με αριθμό καταθέσεως 3299/2910/23-12-2020 έφεση του τελευταίου κατά του παρεμπιπτόντως εναγομένου.
Επί των αντιθέτων εφέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 31/2022, απόφαση του τελευταίου Δικαστηρίου, με την οποία οι εφέσεις έγιναν τυπικώς δεκτές, απορρίφθηκαν ως αβάσιμες η δεύτερη και η τρίτη των εφέσεων, έγινε εν μέρει δεκτή η πρώτη αυτών ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, διακρατήθηκε η από 30-1-2018 αγωγή, έγινε εν μέρει δεκτή αυτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης να καταβάλει στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες:
α) στην πρώτη ενάγουσα το ποσόν των 60.000 ευρώ, β) στην δεύτερη ενάγουσα το ποσόν των 40.000 ευρώ και γ) στους τρίτο και τέταρτη ενάγοντες το ποσόν των 13.0000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επιδόσεως της αγωγής.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του Α.Κ. προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξεως ή παραλείψεως αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως και της επελθούσας ζημίας.
Αμέλεια, κατ' άρθρον 330 του Α.Κ., υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που πρέπει να καταβάλλεται κατά την συναλλακτική καλή πίστη από τον δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο, που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικώς να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα (Α.Π. 1940/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1331/2024). Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές.
Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός μεν, ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικώς την έννοια του πταίσματος, αφετέρου δε, ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας, κατά πόσον, δηλαδή, τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικώς, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (Α.Π. 1940/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1331/2024, Α.Π. 1328/2024, Α.Π. 1327/2024).
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (Α.Π. 1940/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1331/2024). Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ. (Α.Π. 1940/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1331/2024, Α.Π. 1328/2024).
Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του Κ.O.K. (Ν. 2696/1999) δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 1940/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1331/2024, Α.Π. 1328/2024, Α.Π. 1327/2024).
Μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο Κ.Ο.Κ. στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή την μείωση των επιζήμιων συνεπειών (Α.Π. 1940/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1331/2024, Α.Π. 1091/2024).
Ακόμη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2.696/1999 (Κ.Ο.Κ.), "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές ..." (Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1091/2024, Α.Π. 1089/2024) Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ.
α' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006, Α.Π. 1940/2024, Α.Π. 1939/2024, Α.Π. 1590/2024). Περαιτέρω, κατά την έννοια του ίδιου άρθρου 559 αριθμ. 1, εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, την συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.
Α.Π. 8/2005). Η παράβαση, όμως, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559, αριθμ. 1, εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντιθέτως, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει, αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως (Ολ.
Α.Π. 8/2005, Α.Π. 1940/2024, Α.Π. 1429/2024, Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1330/2024). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στην διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 1590/2024). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 1941/2024, Α.Π. 1940/2024, Α.Π. 1939/2024). Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 1941/2024, Α.Π. 1940/2024, Α.Π. 1939/2024).
Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1941/2024, Α.Π. 1940/2024, Α.Π. 1939/2024).
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως και υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του Α.Κ., ενώ με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου η αιτίαση ότι δεν έχει νόμιμη βάση, επειδή διέλαβε ελλιπείς και, ταυτοχρόνως, αντιφατικές αιτιολογίες κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, κατ' άρθρον 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., που αφορούν στην συνυπαιτιότητα του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας.
Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 31/2022 προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώραν το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Στις 23.4.2017 και περί ώρα 19:25 περίπου ο Χ.
Κ., συγγενής των κυρίως εναγόντων, με συνεπιβαίνοντα το Δ. Π., χωρίς αμφότεροι να φορούν προστατευτικό κράνος εκινείτο στην Ε.Ο, Θεσσαλονίκης - Καβάλας με κατεύθυνση από Θεσσαλονίκη προς Καβάλα οδηγώντας την υπ' αριθ. κυκλ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, έχοντας αναπτύξει αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα περί τα 100 χιλιόμετρα την ώρα παρότι ήταν σε κατοικημένη περιοχή.
Η ως άνω Εθνική οδός Θεσσαλονίκης - Καβάλας στο ύψος του 33,5 χιλιομέτρου είναι διπλής κατευθύνσεως, ευθεία και οριζόντια, με πλάτος οδοστρώματος 10,30 μ., με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, μεταξύ δε των δυο λωρίδων κυκλοφορίας υπάρχει διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή. Την ως άνω χρονική στιγμή η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά, επικρατούσε φως ημέρας η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική.
Την ίδια χρονική στιγμή ο Α. Σ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του επί της αυτής οδού εκινείτο αντίρροπα ήτοι με κατεύθυνση από Καβάλα προς Θεσσαλονίκη. Καθώς προσέγγισε στη χ.θ. 33,500 χιλιομέτρου της ως άνω οδού, στην είσοδο του δ.δ. Γερακαρούς του Δήμου Βόλβης έχοντας πρόθεση να διασχίσει το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ήτοι αυτό από Θεσσαλονίκη προς Καβάλα και να εισέλθει σε ευρισκόμενο παραπλεύρως του οδοστρώματος πλησίον της οδού πρατήριο καυσίμων ενήργησε αριστερό ελιγμό παραβιάζοντας την υπάρχουσα επί της οδού διπλή διαχωριστική γραμμή χωρίς να ελέγξει την οδό και χωρίς να ενεργοποιήσει τον αριστερό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης ούτως ώστε να γνωστοποιήσει στους λοιπούς χρήστες της οδού την πρόθεσή του να κινηθεί προς τα αριστερά και χωρίς να ακινητοποιήσει το όχημά του για να ελέγξει την κίνηση στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, το οποίο είχε πρόθεση να διασχίσει καθέτως και να αναμείνει την ελευθέρωση του οδοστρώματος ούτως ώστε να κινηθεί με ασφάλεια σ' αυτό με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με την αντιθέτως κινούμενη ως άνω δίκυκλη μοτοσικλέτα της οποίας ο οδηγός είχε αναπτύξει υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, ως προελέχθη περί των 100 χιλιομέτρων την ώρα, την οποία δεν μείωσε, με τροχοπέδηση όταν αντιλήφθηκε την παράνομη κίνηση του ΙΧΕ αυτοκινήτου επί του οδοστρώματος.
Ειδικότερα προσέκρουσε η δίκυκλη μοτοσικλέτα με το εμπρόσθιο μέρος της στο εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου, το οποίο ακινητοποιήθηκε στο μέσον της οδού ενώ η δίκυκλη μοτοσικλέτα ακινητοποιήθηκε εκτός του οδοστρώματος, οι αναβάτες εκτινάχθηκαν λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης και κατέπεσαν ο μεν οδηγός της μοτοσικλέτας, Χ.
Κ. σε ύψωμα με αμμοχάλικο και σε απόσταση 12 μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης, ο δε συνοδηγός, Δ. Π., επίσης, εκτός οδοστρώματος και σε απόσταση περίπου 30 μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης. Τα παραπάνω προκύπτουν σαφώς από το από 23.4.2017 πρόχειρο σχεδιάγραμμα του Τμήματος Τροχαίας Λητής, στο οποίο απεικονίζεται η κίνηση των δυο οχημάτων, το πιθανό σημείο σύγκρουσης που είναι στο ρεύμα κυκλοφορίας όπου εκινείτο η δίκυκλη μοτοσικλέτα του Χ.
Κ. και στο μέσον αυτής καθώς και η πορεία του οχήματος του Α. Σ.. Με βάση τα ως άνω πλήρως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το ατύχημα και οι εντεύθεν αυτού συνέπειες οφείλονται σε συνυπαιτιότητα των δυο εμπλεκόμενων οδηγών ήτοι του οδηγού του αυτοκινήτου, Α. Σ., κατά ποσοστό 65% και του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας, Χ.
Κ. , κατά το υπόλοιπο ποσοστό 35%. Ειδικότερα ο οδηγός του αυτοκινήτου από έλλειψη προσοχής που μπορούσε και όφειλε να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός πραγματοποίησε αιφνίδιο ελιγμό προς τα αριστερά προκειμένου να εισέλθει σε παρακείμενο επί της οδού πρατήριο υγρών καυσίμων παράνομα, παρότι υπήρχε διπλή διαχωριστική γραμμή επί της οδού, δεν παραχώρησε προτεραιότητα στη δίκυκλη μοτοσικλέτα που εκινείτο στο αντίθετο ρεύμα ούτε ανέμεινε τη διέλευση της ως άνω μοτοσικλέτας και την ελευθέρωση του οδοστρώματος προτού πραγματοποιήσει ελιγμό για την είσοδό του στο πρατήριο υγρών καυσίμων ασφαλώς, με αποτέλεσμα εξαιτίας των ως άνω παραλείψεων να επισυμβεί το ένδικο ατύχημα ...
Αλλά συνυπαίτιος του ατυχήματος είναι και ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας ο οποίος από έλλειψη προσοχής που μπορούσε και όφειλε να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός δεν εκινείτο σύννομα επί του οδοστρώματος, ανέπτυξε αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα, περί τα 100 χιλιόμετρα την ώρα, χωρίς να έχει ρυθμίσει αυτήν λαμβάνοντας υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες ενόψει του ότι πρόκειται για κατοικημένη περιοχή με όριο ταχύτητας 50 χιλιόμετρα την ώρα, την οποία δεν μείωσε με τροχοπέδηση εγκαίρως, όταν αντιλήφθηκε το όχημα του Α.
Σ. αλλά προσπάθησε ανεπιτυχώς και αργοπορημένα να τροχοπεδήσει μειώνοντας κάπως την ταχύτητα του οχήματος του, όχι όμως επαρκώς ώστε να αποφύγει τη σύγκρουση των δυο οχημάτων που ήταν σφοδρότατη, με αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του Χ. Κ. και τον σοβαρό τραυματισμό του Δ. Π., που είναι απόρροια και της αμελούς οδηγικής συμπεριφοράς του δικυκλιστή.
Επίσης ο τελευταίος στερείτο άδειας ικανότητας οδήγησης του συγκεκριμένου οχήματος πλην όμως αυτό δεν επέδρασε στην πρόκληση του ατυχήματος καθόσον δεν προέκυψε ότι θα ήταν διαφορετικά τα αποτελέσματα αν διέθετε τέτοια άδεια ικανότητας οδήγησης. Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο Χ. Κ. από το ατύχημα υπέστη επικράνιο αιμορραγία μετωποβρεγματικά, κατάγματα όλου του κρανίου, κατάγματα της βάσεως του κρανίου, κατάγματα του σπλαχνικού κρανίου, τραυματικές αιμορραγικές θλάσεις της εγκεφαλικής ουσίας, τραυματικές αιμορραγικές γραμμοειδείς ρήξεις ήπατος, κατάγματα των οστών της λεκάνης, αιμορραγικές θλάσεις εντερικού σωλήνα, μικρό αιμοπεριτόναιο, συνεπεία των οποίων επήλθε ο θάνατός του.
Από την έκταση και του είδους του τραυματισμού του δικυκλιστή προκύπτει ευχερώς ότι δεν φορούσε προστατευτικό κράνος το οποίο αν έφερε πιθανότατα να περιόριζε την έκταση των κακώσεών του και τον βαρύτατο τραυματισμό του. Η συνυπαιτιότητα του δικυκλιστή λοιπόν στο θανάσιμο τραυματισμό του πρέπει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου να προσδιορισθεί στο ποσοστό 30%".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε, αφενός μεν, ότι συνυπαίτιοι για την σύγκρουση είναι και οι δύο οδηγοί, ο οδηγός του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου κατά ποσοστό 65% και ο θανών οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας κατά ποσοστό 35%, αφετέρου δε, ότι ο τελευταίος συνετέλεσε και ο ίδιος στην έκταση του τραυματισμού του λόγω της μη χρήσεως κράνους ασφαλείας κατά ποσοστό 30%.
Ακολούθως, το Εφετείο ερεύνησε την έφεση της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και αφού δέχθηκε αυτήν ως βάσιμη κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, ως προς τις διατάξεις της από 30-1-2018 αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων στο σύνολό της και αφού κράτησε και ερεύνησε αυτήν κατ' ουσίαν, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας να καταβάλει στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, ως χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, στην πρώτη ποσό 60.000 ευρώ, στην δεύτερη ποσό 40.000 ευρώ και σε καθένα από τους τρίτο και τέταρτη ποσό 13.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δεχθέν ύπαρξη συνυπαιτιότητας του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του Α.Κ. και 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ.
Ειδικότερα, η πληττόμενη απόφαση, αν και αναφέρει ότι για την συναγωγή της δικανικής της κρίσεως έλαβε υπ' όψιν, πλην άλλων και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, εν τούτοις, όπως αποδεικνύεται από τις παραδοχές της, δεν τα χρησιμοποίησε, για να ανεύρει με βάση αυτά την αληθή έννοια της συνυπαιτιότητας και ειδικώς τον αιτιώδη σύνδεσμο ανάμεσα στην οδηγική συμπεριφορά του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας και στο επελθόν αποτέλεσμα της ενδίκου συγκρούσεως.
Πιο συγκεκριμένα, ενώ η πληττόμενη απόφαση δέχεται ότι ο ασφαλισμένος της αναιρεσίβλητης Α. Σ., οδηγός του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, αφού παραβίασε την διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, επιχείρησε αιφνιδιαστικά ελιγμό προς τα αριστερά, χωρίς αφή του αριστερού δείκτη αλλαγής κατευθύνσεως, φράσσοντας το ρεύμα κυκλοφορίας της μοτοσυκλέτας, επιπλέον δε, ότι δεν κινήθηκε προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος της οδού και παραλλήλως με την διπλή διαχωριστική γραμμή, ούτε ακινητοποίησε το όχημά του πριν προβεί στην εν λόγω κίνηση (είσοδο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας), προκειμένου να γίνει αντιληπτή η κίνηση από τα αντίθετα αυτού κινούμενα οχήματα και για να ελέγξει και να επιτρέψει την διέλευση των οχημάτων αυτών, αλλά έστριψε αιφνιδίως αριστερά, προκειμένου να εισέλθει σε παρακείμενο πρατήριο υγρών καυσίμων, φράσσοντας το ρεύμα πορείας της μοτοσυκλέτας, με τις συνέπειες που προαναφέρθηκαν, εν τούτοις, παρά το γεγονός ότι η ως άνω οδηγική συμπεριφορά ήταν ικανή και πρόσφορη από μόνη της να προκαλέσει το ένδικο ατύχημα, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, καταλογίζει στον οδηγό της δίκυκλης μοτοσικλέτας συνυπαιτιότητα στην πρόκληση του ατυχήματος, επειδή λόγω της αυξημένης ταχύτητας που είχε αναπτύξει, δεν μπόρεσε να επιχειρήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, χωρίς να αιτιολογεί με σαφήνεια και επάρκεια την κρίση αυτή.
Το Εφετείο, κατέληξε στο πόρισμά του, περί συνυπαιτιότητος του τελευταίου στο ένδικο ατύχημα, με βάση τις παραπάνω παραδοχές, αλλά και με ανεπαρκείς ακόμη αιτιολογίες, όσον αφορά στην αληθή έννοια της συνυπαιτιότητας (άρθρ. 300 του Α.Κ.) και ειδικώς στον αιτιώδη σύνδεσμο όπως αναφέρθηκε, μεταξύ της οδηγικής συμπεριφοράς του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας και του επελθόντος αποτελέσματος της ενδίκου συγκρούσεως.
Ειδικότερα, δεν διευκρινίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) ποια ήταν η ενδεδειγμένη ταχύτητα, που θα επέτρεπε στον οδηγό της μοτοσυκλέτας, να προβεί σε επιτυχημένη αντίδραση τροχοπεδήσεως για την αποφυγή του ατυχήματος, με βάση την απόσταση που απείχε η μοτοσυκλέτα από το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο κατά την στιγμή του αιφνίδιου προς τα αριστερά ελιγμού του Α.
Σ. και β) ποιος ήταν ο χρόνος, που διέθετε ως οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας, για να αντιδράσει, όταν κατέστη αντιληπτός ο αιφνίδιος αριστερός ελιγμός του αυτοκινήτου του Α. Σ., αφού από τον χρόνο αυτόν, σε συνδυασμό με την απόσταση και την ταχύτητα, εξαρτάται αν υπήρχαν, κατ' αντικειμενική κρίση, και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, επαρκή τοπικά και χρονικά περιθώρια, πρόσφορης αντιδράσεως.
Έτσι η πληττόμενη απόφαση καταλογίζει και στον οδηγό της δίκυκλης μοτοσικλέτας αμελή οδηγική συμπεριφορά, χωρίς να αιτιολογεί επαρκώς, ότι αυτός δεν κατέβαλε την κατ' αντικειμενική κρίση απαιτούμενη προσοχή, την οποία κάθε μέσος συνετός και ευσυνείδητος οδηγός οφείλει να καταβάλλει στην συγκεκριμένη περίσταση, με βάση τους νομικούς κανόνες, την κοινή πείρα και λογική και με βάση τις προσωπικές του γνώσεις, ιδιότητες και ικανότητες, ώστε να προβλέψει και να αποφύγει το επελθόν αποτέλεσμα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το Εφετείο, το οποίο με την πληττόμενη απόφασή του δέχθηκε ύπαρξη συνυπαιτιότητας του οδηγού της μοτοσικλέτας στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, κάνοντας δεκτό τον σχετικό ισχυρισμό της εναγομένης - αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας (άρθρο 300 του Α.Κ.), τον οποίον αυτή επικουρικώς προέβαλε παραδεκτώς ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, επίσης, επανέφερε παραδεκτώς στο Εφετείο, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του ΑΚ, υποπίπτοντας στις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
Μετά από αυτά πρέπει να γίνουν δεκτοί οι λόγοι αναιρέσεως, οι οποίοι και οι δύο αφορούν το κεφάλαιο της υπαιτιότητας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ως προς τους διαδίκους της παρούσας δίκης, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκηση της αναιρέσεως, στους καταθέσαντες αυτό (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 28-4-2022 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 31/2022 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Αναιρεί την παραπάνω απόφαση, κατά το αναφερόμενο, στο αιτιολογικό της παρούσας, μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο ως άνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκηση της αναιρέσεως, στους καταθέσαντες αυτό. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ