Supreme Court allows partial appeal against interest award, remanding case for final judgment on interest calculation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding interest payments. The Court found that while the claim for interest was admissible, the First Instance Court lacked jurisdiction to re-examine the substantive issue after the appeal. Consequently, the Court ordered the State to pay the disputed interest amount from the date of the lawsuit until full payment, while remanding the case for a final ruling on the interest calculation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 8 and 577 of the Code of Civil Procedure; When an appeal leaves no legal ground for the lower court to retry the case, the Supreme Court may issue a final judgment on the merits without remanding the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 312 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 312/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μ. Β., Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Π. του Ε., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Πλέσσα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3048/2015 μη οριστική και 1065/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3923/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 7-2-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, ή αντενστάσεως (ΑΠ 95/2017, 1/2016).
Δεν αποτελούν "πράγματα", οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ενστάσεως, ή αντενστάσεως και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 141/2017) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 11/2017) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 34/2016, 76/2016).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό, το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της αποφάσεως (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1386/2015).
Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως και στην περίπτωση κατά την οποία, το δικαστήριο της ουσίας, στα πλαίσια της αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού και προς τον σκοπό του ακριβέστερου προσδιορισμού κατά το χρόνο, τόπο ή άλλων στοιχείων των εκτιθέμενων πραγματικών περιστατικών στην αγωγή, που συγκροτούν την ιστορική και νομική βάση της, διαφοροποιείται ως προς τα στοιχεία αυτά, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι η διαφοροποίηση αυτή δεν επάγεται αλλοίωση ως προς τα ουσιώδη στοιχεία του περιγραφόμενου στην αγωγή βιοτικού συμβάντος, ως γενεσιουργού αιτίας της διαγνωστέας έννομης συνέπειας (ΑΠ 353/2020, 195/2017).
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση 1) κατά το πρώτο σκέλος αυτού, την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, δεχθέν ότι η κατά ποσοστό 30% αναπηρία του ενάγοντος, εξ αιτίας του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα, δυσχεραίνει την άσκηση του επαγγέλματός του ως ειδικού φρουρού, κατά τον τρόπο που το ασκούσε πριν το ατύχημα, και κατ' αυτό τον τρόπο επιδρά δυσμενώς στο επαγγελματικό του μέλλον, παρά το γεγονός ότι σχετικό ισχυρισμό δεν είχε προβάλει ο ενάγων στο δικόγραφο της αγωγής του και 2) κατά το δεύτερο σκέλος του, την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
β' του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, και δη δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα από αυτό, με λόγο εφέσεως, ισχυρισμό, ότι, αφού ο ενάγων επέστρεψε στην εργασία του και την ασκεί κανονικά, υπηρετώντας στην ίδια μάχιμη θέση, η προκληθείσα αναπηρία του δεν επηρέασε δυσμενώς το επαγγελματικό του μέλλον.
Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν αφορά σε "πράγμα", κατά την εκτεθείσα στην ανωτέρω νομική σκέψη έννοια, αλλά σε περιστατικό που προέκυψε κατά την αξιολόγηση των αποδείξεων, το οποίο δεν μεταβάλλει την ιστορική βάση της αγωγής, των στοιχείων δηλαδή που απαιτούνται για τη διάγνωση της ειδικής αποζημιώσεως εκ του άρθρου 931 ΑΚ, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος, ενόψει του ότι ο ενάγων επικαλείται στην αγωγή του ότι, αν και μπορεί πλέον να κινεί το τραυματισθέν κάτω άκρο του και επέστρεψε στην εργασία του ως μάχιμος αστυνομικός, εξακολουθεί να υπάρχει αδυναμία πλήρους κινήσεως του πέλματός του, που δυσχεραίνει τις δραστηριότητες αυτού.
Ο ίδιος λόγος, και κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι επίσης απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι ο με το προαναφερθέν περιεχόμενο ισχυρισμός δεν συνιστά "πράγμα" με την έννοια του νόμου, αλλά επιχείρημα του εναγομένου - ήδη αναιρεσείοντος, προβληθέν προς υποστήριξη της απόψεώς του ότι η προκληθείσα αναπηρία του ενάγοντος δεν επηρεάζει δυσμενώς το επαγγελματικό του μέλλον, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε κατ' ουσίαν, με την παραδοχή ότι ο ενάγων επέστρεψε μεν στην ενεργό υπηρεσία, πλην όμως η αναπηρία του δυσχεραίνει την άσκηση του επαγγέλματός του ως ειδικού φρουρού, υπό τις συνθήκες που το ασκούσε πριν από τον τραυματισμό του κατά το ένδικο ατύχημα.
Σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ. "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, συνεπεία αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στην συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, την βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσεως.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 10/2017, ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 1210/2020, 1303/2020), πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ..
Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 747/2017).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι επιδικάζεται σε εκείνον που έχει υποστεί την αναπηρία ή την παραμόρφωση, ένα εύλογο χρηματικό ποσό, χωρίς σύνδεση με περιουσιακή ζημία, το ύψος του οποίου καθορίζεται με βάση ορισμένους προσδιοριστικούς παράγοντες, δηλαδή το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, την ηλικία, το φύλο και τις κλίσεις του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ αξιώσεως για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (ΑΠ 701/2020, 548/2020, ΑΠ 142/2020).
Και στην περίπτωση αυτή επιβάλλεται να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, η παραβίαση της οποίας ελέγχεται, όπως και στο άρθρο 932 ΑΚ, ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 142/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 1203/2020, 213/2020, 1445/2018).
Με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 587/2020, 791/2020, 530/2020).
Ειδικότερα, στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υποθέσεως από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσων πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδόμενη με τον λόγο αναιρέσεως πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάσει αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 1106/2020, 1082/2018).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 38/2020, 665/2020).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1195/2020, 1154/2020).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναιρέσεως: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποιες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 530/2020, 38/2020, 125/2019).
Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 1106/2020, 530/2020, 183/2020).
Συνακόλουθα, η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως (ΑΠ 38/2020, 530/2020, 109/2020) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναιρέσεως.
Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να επιδικάσει στον τραυματισθέντα κατά το ένδικο ατύχημα ενάγοντα, το ποσό των 30.000 ευρώ ως ειδική αποζημίωση εκ του άρθρου 931 ΑΚ και το ποσό των 35.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που επιτάσσει η ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος και παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 931 και 932 του Α.Κ., καθώς επίσης και την αρχή της αναλογικότητας.
Ειδικότερα, το αναιρεσείον, αφού παραθέτει στον πιο πάνω αναιρετικό λόγο το περιεχόμενο των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, εν συνεχεία διαλαμβάνει στο αναιρετήριο, αποσπασματικά μόνο, τα συμπεράσματα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, παραθέτοντας επί λέξει, τις παραδοχές, ως προς μεν την εκ του άρθρου 931 ΑΚ "......
Κατά το χρόνο του ατυχήματος ο ενάγων ήταν 31 ετών υγιής. Εξαιτίας του ατυχήματος ο ενάγων έχει υποστεί μόνιμη αναπηρία κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, η άνω δε κατάσταση της υγείας του κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής επιδρά στο μέλλον του επαγγελματικά και οικονομικά, διότι δυσκολεύεται να ασκήσει υπό τις συνθήκες που το ασκούσε προ του ατυχήματος το επάγγελμα του ειδικού φρουρού της ΕΑ.ΑΣ διότι απαιτείται καλή σωματική κατάσταση, ενώ ο ενάγων παρουσιάζει μόνιμη δυσκολία, χωλότητα βάδισης, αδυναμία στην μυϊκή ισχύ του προσθίου κνημιαίου Αρ κάτω άκρου και του εκτείνοντα το μεγάλο δάκτυλο (Αρ), οστεοαρθρίτιδα αρ.
γόνατος. Επίσης επηρεάζει την κοινωνική και την οικογενειακή του ζωή, επηρεάζει αρνητικά την ψυχοσύνθεση του, αντιμετωπίζει προβλήματα στις κοινωνικές του σχέσεις και συναναστροφές. Ενόψει των ανωτέρω το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας του ενάγοντας, κρίνει ότι για την αντιμετώπιση των δυσμενών αυτών επιπτώσεων στην κοινωνική, επαγγελματική και οικονομική του εξέλιξη, πρέπει να του επιδικαστεί εύλογη αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ, η οποία ενόψει της ηλικίας, του είδους και των συνεπειών της αναπηρίας του, του βαθμού της υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος στην πρόκληση του ατυχήματος, πρέπει να οριστεί στο ποσό των 30.000 ευρώ...", ως προς δε τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης "..Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, ο οποίος κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν 31 ετών, υγιής υπέστη από το ανωτέρω ατύχημα ηθική βλάβη.
Ενόψει των συνθηκών που έγινε το ένδικο ατύχημα, του βαθμού υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος στην επέλευση του ατυχήματος, του είδους των σωματικών βλαβών που υπέστη κατά τα ανωτέρω ο ενάγων, την διάρκεια της νοσηλείας του, την ψυχική και σωματική ταλαιπωρία που υπέστη, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων φυσικών προσώπων, και των εν γένει περιστάσεων, όπως εκτιμώνται με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής [.......] της απορρέουσας εκ των διατάξεων του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας [......] το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη για την οποία πρέπει να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να του καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 35.000 ευρώ, το οποίο, μετά τη στάθμιση των προεκτεθέντων στοιχείων κρίνεται εύλογο και δίκαιο....".
Με το περιεχόμενο, όμως, αυτό ο ανωτέρω, από τους αριθμούς 1 εδ. α και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, είναι αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος, διότι στο οικείο δικόγραφο δεν διαλαμβάνονται, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για την επιδίκαση των προαναφερθέντων ποσών, ως ειδική αποζημίωση εκ του άρθρου 931 ΑΚ και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατ' άρθρ. 932 ΑΚ, για να ελεγχθεί, αν, με την επιδίκασή τους, παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου.
Ειδικότερα, δεν αναφέρει ποιες ήταν οι παραδοχές αυτής ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος, τις σωματικές βλάβες που υπέστη ο ενάγων συνεπεία του τραυματισμού του, τον τρόπο με τον οποίο αυτές αντιμετωπίστηκαν (συντηρητικά ή με χειρουργική επέμβαση), το εάν και για πόσο χρονικό διάστημα νοσηλεύθηκε στο νοσοκομείο, ποια ήταν η περαιτέρω εξέλιξη της υγείας του, καθώς και σε τι συνίσταται η καθορισθείσα σε ποσοστό 30% αναπηρία του, ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη της εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αποδιδόμενης πλημμέλειας.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 21 του κ.ν. της 26.6/10.7.1944 "περί δικών του Δημοσίου", που εξακολουθεί να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 109 εδ. δ/ του Εισ.Ν.Α.Κ., "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται σε 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής".
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 45 §1 του ν. 4607/24.4.2019 "το ύψος του νόμιμου επιτοκίου και του επιτοκίου υπερημερίας κάθε οφειλής του Δημοσίου ισούται προς το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), που ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ένδικου βοηθήματος, πλέον τριών (3,00) εκατοστιαίων μονάδων ετησίως.
Το επιτόκιο του προηγούμενου εδαφίου δεν μεταβάλλεται, κατά το μέρος που αφορά το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), πριν από την εκάστοτε σωρευτική μεταβολή αυτού κατά μία (1,00) εκατοστιαία μονάδα, με σχετική βάση υπολογισμού του το επιτόκιο που ισχύει κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος.
Τα ανωτέρω δεν ισχύουν για: α) τις απαιτήσεις των φορολογουμένων της §2 του άρθρου 53 του ν. 4174/2013, β) τις περιπτώσεις όπου σε σύμβαση, στην οποία συμβάλλεται νόμιμα το Δημόσιο, έχει περιληφθεί ειδική πρόβλεψη σχετικά με το εφαρμοζόμενο επιτόκιο, γ) τις αξιώσεις ιδιωτών που στηρίζονται σε ειδικές και ευθέως εφαρμοζόμενες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου, με τις οποίες έχει καθοριστεί, ρητά και ειδικά, ύψος επιτοκίου.
Με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων αυτών, όπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται αναφορά ή παραπομπή στο ύψος του οφειλόμενου από το Δημόσιο νόμιμου επιτοκίου ή και του επιτοκίου υπερημερίας, νοείται το επιτόκιο του παρόντος". Η ανωτέρω παράγραφος, σύμφωνα με την § 3 του ίδιου άρθρου του ν. 4607/2019, εφαρμόζεται "...και σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις, σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, για το μέρος κατά το οποίο οι αξιώσεις για τόκο ανάγονται και υπολογίζονται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος", ήτοι από 1.5.2019.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος με την αγωγή του ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι έχει υποχρέωση το εναγόμενο, ήδη αναιρεσείον, Ελληνικό Δημόσιο, να του καταβάλει, κατ' άρθρ. 105 ΕισΝΑΚ, τα αναφερόμενα αναλυτικά χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 1065/2017 απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 22.400 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Κατά της αποφάσεως οι διάδικοι άσκησαν αντίθετες εφέσεις και το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, δικάζοντας επί της αγωγής, δέχθηκε αυτήν εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 68.880 ευρώ, το οποίο υποχρέωσε το αναιρεσείον να καταβάλει με τόκο 6% ετησίως, από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Το αναιρεσείον, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, επικαλούμενο πλημμέλεια της προσβαλλόμενης αποφάσεως από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιάται ότι το Εφετείο, το οποίο το υποχρέωσε να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό με τόκο 6% ετησίως, μέχρι την εξόφλησή του, εσφαλμένα δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 45 §1 του ν. 4607/24.4.2019, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της.
Με την παραπάνω παραδοχή της, η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε πράγματι την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 45 §1 του ν. 4607/24.4.2019, την οποία δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, αφού επιδίκασε το προαναφερόμενο ποσό υπέρ του αναιρεσίβλητου και σε βάρος του αναιρεσείοντος με τόκο 6% ετησίως μέχρι την εξόφληση, και όχι με τόκο 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την 31-4-2019 και με το επιτόκιο που ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 45 §1 του ν. 4607/24.4.2019, από 1-5-2019 έως την εξόφληση.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται σχετική, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, παραδεκτά προβαλλόμενος, αφού στηρίζεται σε σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2 περ. β' ΚΠολΔ), είναι βάσιμος.
Συνεπώς, κατά παραδοχή αυτού, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής περί επιδικάσεως τόκων επί του συνολικά επιδικασθέντος αμετάκλητα με αυτήν ποσού, με τόκο 6% ετησίως μέχρι την εξόφλησή του, αλλά και κατά τη διάταξή της περί δικαστικής δαπάνης. Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην αντίθετη περίπτωση, παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.
Αν, όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως, με βάση την έκταση της αναιρέσεως, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 25/2001, ΑΠ 673/2020, 353/2020, ΑΠ 1101/2019, 1287/2018) .
Τέτοιο δικονομικό έδαφος, για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως επανεκδίκαση της υποθέσεως από το Εφετείο στην ουσία, δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση. Ειδικότερα, ενόψει του ότι το αίτημα του αναιρεσίβλητου για επιδίκαση τόκων από την επίδοση της αγωγής είναι βάσιμο, το δε Εφετείο, με την παραπομπή της υποθέσεως σ' αυτό, δεσμεύεται από την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ως προς το ύψος του τόκου, δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως από το δικαστήριο της ουσίας, αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως, με βάση την έκταση της αναιρέσεως.
Κατ' ακολουθίαν, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο αυτής, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί, κατά το μέρος αυτό, η από 22-12-2014 (αρ. κατ. 6148/2014) αγωγή και να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στον ενάγοντα τόκους επί του αμετακλήτως επιδικασθέντος με την προσβαλλόμενη απόφαση ποσού των εξήντα οκτώ χιλιάδων οκτακοσίων ογδόντα (68.880) ευρώ, με επιτόκιο 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την 31-4-2019 και με το επιτόκιο που ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 45 §1 του ν. 4607/24.4.2019, από 1-5-2019 έως την εξόφληση.
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, για όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, πρέπει να συμψηφιστούν, λόγω της μερικής νίκης και ήττας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3923/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει, κατά το μέρος τούτο, την από 22-12-2014 (αρ. κατ. 6148/2014) αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά του αναιρεσείοντος.
Δέχεται αυτήν εν μέρει.
Υποχρεώνει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στον ενάγοντα τόκους επί του αμετακλήτως επιδικασθέντος με την προσβαλλόμενη απόφαση ποσού των εξήντα οκτώ χιλιάδων οκτακοσίων ογδόντα (68.880) ευρώ, με επιτόκιο 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την 31-4-2019 και με το επιτόκιο που ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 45 §1 του ν. 4607/24.4.2019, από 1-5-2019 έως την εξόφληση. Και Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Φεβρουαρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ